Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τετάρτη, 3 Ιουνίου 2015

κεφάλαιο 43- love, hearts and bubbles

«Τι είναι αυτή η αυτάρεσκη έκφραση, μου λες;» τον ρωτάω ενώ εκείνος σηκώνεται από το κρεβάτι. Προς μεγάλη μου απογοήτευση καλύπτει τη γύμνια του υπέροχου κορμιού του με το σεντόνι. Ξέρω ότι κατευθύνεται στο ντους και δε σηκώνομαι. Θα γυρίσει σύντομα. Έτσι μου είπε λίγο πριν. Ανακουφίζομαι που δε με χορταίνει.
«Είναι μεγάλη επιβεβαίωση να σε ακούω να φωνάζεις» τον ακούω να λέει. Χαμογελάει. Το ακούω στη φωνή του. «Στο Λίβερπουλ είχες άλλη άποψη».
«Μπορείς να σταματήσεις να με κάνεις να ντρέπομαι;» τον μαλώνω. Έχει δίκιο όμως. «Κάθε φορά που κάνουμε σεξ αυτοσυγκεντρώνομαι να μην βγάλω ήχους και φουσκώσω κι άλλο τον υπέρμετρο εγωισμό σου» γελάω. Γελάει κι αυτός.

Είναι μοναδική η οικειότητά μας. Από τη στιγμή που μπήκαμε σπίτι, λες και πάτησε κάποιο διακόπτη, ένιωσα πάλι γυναίκα του. Ακούμπησε τη βαλίτσα μου κάτω και με αγκάλιασε σφικτά με έναν πεινασμένο τρόπο, σχεδόν μελαγχολικό. Σαν να ήθελε να βεβαιωθεί ότι δε θα ξαναφύγω, σαν να ήθελε να μου δείξει πού ανήκω. Δεν είπε τίποτα, δεν έκανε κάποια ερωτική κίνηση. Απλώς με έσφιξε πάνω του και έμεινε έτσι, στη μέση του απέραντου σαλονιού κουνώντας με αργά σαν πάνινη κούκλα, μέχρι που σήκωσα τα χέρια μου, τα τύλιξα γύρω από τον λαιμό του και τον φίλησα με όλο το πάθος που κατέπνιγα τόσες μέρες μακριά του. Δεν χρειάστηκε κάτι παραπάνω. Μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα με σήκωσε στην αγκαλιά του και χωρίς να αφήσει τα μάτια μου, με ανέβασε στο δωμάτιό του. Κάναμε σεξ σαν να ήταν η πρώτη μας φορά και μετά, κάπου το ξημέρωμα, με ξύπνησε με το άγγιγμα των χειλιών του στο κορμί μου. Στο λαιμό, στην κοιλιά μου, και πιο χαμηλά.

«Είναι ανάγκη να πας στη δουλειά σήμερα;» ρωτάω προσπαθώντας να μην ακουστεί το παράπονο στη φωνή μου. Τον βλέπω να βγαίνει από το ντους με την πετσέτα γύρω από τους στενούς γοφούς του. Είναι τόσο όμορφος…με κάνει να σκέφτομαι αν μου αξίζει τέτοιος άντρας. Κι εγώ είμαι όμορφη, αλλά ο Ντέιβιντ είναι μοναδικός. Είναι σαν να συνεργάστηκαν οι μεγαλύτεροι ζωγράφοι και γλύπτες με τον Θεό για να δημιουργηθεί. Το όγδοο θαύμα. Η απόλυτη ομορφιά.
«Αν μου ζητήσεις να μην πάω δε θα πάω αλλά καλό είναι σήμερα να δουλέψω λιγάκι. Τόσες μέρες…» λέει.
«Τόσες μέρες τι;» τον προκαλώ αλλά δεν απαντάει. Σκουπίζει τα μαλλιά του και σταγόνες νερού βρέχουν τα πόδια μου. Σουφρώνω τα χείλη μου.
«Κι εσύ πρέπει να σηκωθείς» μου λέει και με φιλάει στα χείλη, ενώ με την πετσέτα του σκουπίζει τα πόδια μου και την πάει στα άπλυτα. Είναι φοβερά τακτικός. «Πιάνεις δουλειά μεθαύριο. Πρέπει να ετοιμαστείς λιγάκι. Να συνηθίσεις πάλι να σηκώνεσαι νωρίς» λέει αυστηρά.
«Δεν είσαι πια το αφεντικό μου!» του λέω και του βγάζω τη γλώσσα! «Τι ευτυχία, Θεέ μου!» αναφωνώ με τη δραματικότητα τραγουδίστριας όπερας. Εκείνος κάνει μια γκριμάτσα όχι και πολύ ευγενική.
«Θα σου λείψω» λέει και μπαίνει στην εσωτερική ντουλάπα. Βγαίνει με ένα πουκάμισο και τρεις γραβάτες. Του δείχνω αυτή που ταιριάζει.

Κοιτιόμαστε λιγάκι παραπάνω από το λογικό και αποτολμώ κάτι που με απασχολεί.
«Ντέιβιντ…» κομπιάζω «τι…τι είναι αυτό…» και δείχνω με το δείχτη μου μία εκείνον και μία εμένα «αυτό που κάνουμε εμείς;». Κρατάω την ανάσα μου. Φοβάμαι πολύ την έκβαση αυτής της συζήτησης. Εκείνος κάθεται δίπλα μου με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. Προφανώς δε θέλει να ξεπετάξει την απάντηση και αυτό το εκτιμώ.
«Δεν ξέρω τι να σου απαντήσω. Δεν υπάρχει ταμπέλα σε αυτό που έχουμε» λέει με ειλικρίνεια και κατανοώ ότι έχε δίκιο. Απλώς με έχει συνηθίσει στο να έχει πάντα τις απαντήσεις και νιώθω φοβερή ανασφάλεια όταν ούτε κι αυτός ξέρει πού βαδίζουμε. Στον επαγγελματικό στίβο, είναι άπιαστος. Ξέρει πάντα τι θέλει και το διεκδικεί λυσσαλέα. Γι’ αυτό είναι και τόσο πετυχημένος. Στα προσωπικά του όμως δεν έχει τόσο ξεκάθαρη σκέψη.
«Ναι, αλλά…δεν ξέρω μέχρι πού με παίρνει. Καταλαβαίνεις;» τον ρωτάω.
«Όχι πολύ καλά» παραδέχεται.
«Δεν ξέρω αν μπορώ να διεκδικώ το χρόνο σου, την προσοχή σου. Αν μπορώ να σου ζητάω να πάμε ένα ταξίδι μαζί ή να μείνεις σπίτι να με βοηθήσεις με κάτι. Αν μπορώ να ζηλεύω, αν μπορώ να σε συνοδεύω στα ταξίδια σου. Δε μου αξίζει τόση αβεβαιότητα, Ντέιβιντ. Ειδικά επειδή εγώ νομίζω ότι είμαι πιο ξεκάθαρη» λέω και συνειδητοποιώ ότι λέω βλακείες. Μάλλον κι εγώ εξίσου αινιγματική είμαι.
«Μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις και θα συμφωνώ όταν μπορώ» λέει εκείνος. «Ο,τι κάνουν και τα υπόλοιπα…εε…» λέει και κοκκινίζει «ζευγάρια». Η καρδιά μου χτυπάει δυνατά. Άκουσα καλά;
«Αυτό είμαστε;» τολμώ να ρωτήσω.
«Δεν ξέρω τι περιμένεις να ακούσεις» λέει αυστηρά. «Περνάμε καλά μαζί στο κρεβάτι;» με ρωτάει.
«Ναι».
«Περνάμε καλά μαζί εκτός κρεβατιού;»
«Ναι».
«Σε φροντίζω;»
«Ναι»
«Σου αρέσω;».
«Ναι».
«Ε τότε, ποιο είναι το πρόβλημα; Γιατί να βάλουμε ταμπέλα; Ας αφήσουμε αυτό που ζούμε να εξελιχθεί. Να δούμε πού πάει. Είναι περίπλοκο όλο αυτό. Είναι και ο γάμος, είναι όλα» λέει. Η καρδιά μου βουλιάζει. Έχει δίκιο, αλλά περιμένω μια κουβέντα, κάτι γλυκό, κάτι ελπιδοφόρο.
«Και…μετά;» λέω και κλείνω τα μάτια. «Ο καιρός περνάει γρήγορα». Θα χωρίσουμε; Θα με αφήσεις; Δε ρωτάω ποτέ αλλά η ερώτηση καίει τη γλώσσα μου.
«Ελιζαμπέτα, εσύ ξέρεις τι θες;» με ρωτάει. Ναι, σκέφτομαι, αλλά γνέφω αρνητικά. Δε θέλω να το παραδεχτώ ότι τον αγαπάω και ότι θέλω να προσπαθήσουμε.
«Ας δώσουμε λίγο χρόνο» λέει ενθαρρυντικά και μου δίνει ένα φιλί. Χάνεται πάλι στη ντουλάπα του και βγαίνει ντυμένος με ένα καφέ σκούρο σακάκι, ασορτί γιλέκο και δερμάτινα παπούτσια. Είναι μοναδικός. Ξέχασα τι ήθελα να του πω.
«Θέλω να μου λες κάθε σου επιθυμία» λέει επόμονα.
«Θα πάμε να δούμε το κτήμα;» τον ρωτάω πονηρά. Ξέρω ότι βαριέται και ότι το βρίσκει άκομψο μιας και έχει κι αυτός το 50%. Δε θέλει να ανακατευτεί για να μη θεωρήσω ότι διεκδικεί κάτι.
«Επίτηδες το κάνεις;» λέει ήπια, αλλά ξέρω ότι αν επιμείνω θα εκνευριστεί.
«Καλά, τότε. Θέλω να πάμε σινεμά το βράδυ» λέω. Γελάει.
«Ο,τι θέλει το κορίτσι μου» απαντάει και με φιλάει ξανά. Αλλά όχι για πολύ. Όχι όσο θέλω, δηλαδή. Πρέπει να φύγει για δουλειά.

Με αφήνει στο υπνοδωμάτιο μόνη και πέφτω με φόρα πίσω, στα αφράτα μαξιλάρια.

Είναι φυσιολογικό που θέλω να πάω μαζί του; Πώς θα περάσουν δέκα ώρες χωρίς αυτόν;


2 σχόλια:

  1. '' το κοριτσι μου'' νομιζω οτι ειναι σε πολυ καλο δρομο ο καλος ο διαβολακος χωρις να το εχει καταλαβει εχει κανει σχεση μαζι της αντε ενα βηματακι ακομα και θα συνειδιτοποιηση οτι ειναι φουλ ερωτευμενος μαζι της

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. αυτη η ιστορια παει απο το καλο στο καλυτερο

    ΑπάντησηΔιαγραφή