Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τρίτη, 30 Ιουνίου 2015

κεφάλαιο 60-Αμαν αμάν

«Είσαι πάντα ευπρόσδεκτη στο σπίτι μας, κορίτσι μου. Ο,τι χρειαστείς είμαστε εδώ για σένα» λέει ο Λιούις στο τηλέφωνο λίγο πριν κλείσει. Το τηλεφώνημά του με ευχαρίστησε πολύ. Δεν ήθελα να χαλάσει η σχέση μας. Η Ιλέιν με είχε διαβεβαιώσει ότι οι Ρεντ συνεχίζουν να με αγαπάνε πολύ, αλλά δεν ήθελα να το πιστέψω. Μάλλον επειδή ένας συγκεκριμένος ο Ρεντ δε με αγάπησε ποτέ. Άραγε οι γονείς του ξέρουν ότι μου έκλεψε την περιουσία μου; Μικρή σημασία έχει. Παιδί τους είναι. Αυτόν θα πιστέψουν.

Βγαίνω από το διαμέρισμα τρέχοντας γιατί θα βγω με τον Κρις. Θέλει να βρεθούμε γιατί φεύγει για Νέα Υόρκη πάλι και εντάξει, ένας καφές είναι. Τι θα γίνει; Θα έρθει και η Ερικα για να μην νιώθω άβολα. Φτάνω σε μια μικρή παμπ κοντά στο Σόχο και τον βρίσκω να με περιμένει σε μια γωνία. Με φιλάει ενθουσιασμένος. Με μαλώνει που αδυνάτισα. Τόσο πολύ φαίνεται; Η Ερικα φτάνει λίγο μετά και πιάνουμε μια ανάλαφρη συζήτηση. Σύντομα ξεχνάω όσα με βασανίζουν και είμαι πάλι 24 ετών.
«Και πού είναι ο άντρας σου τώρα;» με ρωτάει ο Κρις. Έμαθε ότι παντρεύτηκα και μου έστειλε και δώρο. Του αναγνωρίζω ότι φέρθηκε εντάξει σε αυτό το θέμα.
«Είμαστε….σε διάσταση» λέω πρώτη φορά δημόσια. Ακόμα και η Ερικα, η οποία το έχει καταλάβει, ξαφνιάζεται με τη δήλωσή μου.
«Λυπάμαι πολύ που το ακούω» λέει ο Κρις και η παλάμη της Ερικα καλύπτει τη δική μου.
«Τώρα πρέπει να βρω σπίτι και δουλειά και όλα είναι απαίσια» γελάω αλλά θέλω να κλάψω.
«Για το σπίτι, μπορείς να μείνεις στο διαμέρισμά μου, όταν φύγω. Θα κάνω καιρό να επιστρέψω. Θα έχεις δύο συγκατοίκους αλλά είναι καλά παιδιά. Θα σου κάνω υπενοικίαση!» λέει ο Κρις ενθουσιασμένος και χαμογελώ. Δεν το περίμενα αυτό.
«Μακάρι να μπορούσα να βοηθήσω αλλά φιλοξενούμενη είμαι κι εγώ» λέει η Ερικα και σουφρώνει τα χείλη. «Μπορώ όμως να σε βοηθήσω να βρεις κάποια δουλειά και ό,τι άλλο θες…» λέει και κατεβάζει τα μάτια.
«Εντάξει, δεν έχω φτάσει ως εκεί» γελάω και της τσιμπάω το μάγουλο. «Λεφτά έχω ακόμα» λέω και γελάμε και οι τρεις μαζί. Παραγγέλνουμε τρεις μπύρες ακόμα και λέμε τα νέα μας αποφεύγοντας το θέμα του επικείμενου διαζυγίου μου, ώσπου η Ερικα κατευθύνεται στο μπαρ για να μιλήσει με τον μπάρμαν, ο οποίος της κέρασε ένα κοκτέιλ. Σκέφτομαι ότι πρέπει να είναι ωραίο να είσαι τόσο ανάλαφρος, όλη η ζωή σου να είναι μπροστά σου και να φλερτάρεις ξέγνοιαστος. Νιώθω λες και γέρασα 10 χρόνια με αυτή την υπόθεση. Τόση αγάπη χαμένη, τόσο φροντίδα…
«Δεν υπάρχει ελπίδα;» με ρωτάει σοβαρά ο Κρις μόλις μένουμε μόνοι και σοβαρεύει αμέσως.
«Καμία» του λέω και νιώθω τα δάκρυα να απειλούν την αξιοπρέπειά μου.
«Πάντα το ήξερα ότι εσείς οι δύο θα τα βρείτε» με αιφνιδιάζει και τον κοιτώ σαστισμένη. «Ο τρόπος που σε κοιτούσε, οι τσακωμοί σας…μόνο για εκείνον μιλούσες. Ένιωθα συχνά το τρίτο πρόσωπο» λέει και συνεχίζω να νιώθω μπερδεμένη. Είναι δυνατόν να ένιωθε έτσι;
«Δεν ήξερα πώς ένιωθα…Ο,τι έγινε έγινε αφού εμείς…» ψελλίζω αλλά με σταματάει.
«Δε με νοιάζει πια, Ελίζαμπεθ. Έχω απομακρυνθεί από όλο αυτό και νιώθω πιο ήρεμος. Λυπάμαι που έφυγα σαν τον κλέφτη και δε με τιμάει η συμπεριφορά μου. Αλλά λυπάμαι διπλά που σε βλέπω σαν τρομαγμένο πουλί. Εσύ ήσουν δυναμική. Πώς είναι δυνατόν να σου έκανε τόσο κακό;» με ρωτάει και τα δάκρυά μου κυλούν πια.
«Κρις, δε θέλω…»
«Μη μου πεις τίποτα αν δε θες. Ίσως δεν είμαι και το πιο κατάλληλο άτομο για αυτό. Αλλά αν θες κάτι, μπορώ να βοηθήσω. Άφησε με να βοηθήσω. Για χάρη όλων αυτών που περάσαμε μαζί και για τα λάθη που έκανα, άσε με να βοηθήσω όπως μπορώ. Ας κρατήσουμε επαφές και αν το έχεις ανάγκη, μείνε σπίτι μου. Δεν είναι ντροπή να δέχεσαι τη βοήθεια ενός φίλου» μου λέει.
«Σε ωρίμασε η Νέα Υόρκη!» του λέω και γελάω και κλαίω μαζί.
«Άργησα λίγο αλλά τα κατάφερα» γελάει και αυτός και με αγκαλιάζει. Αφήνομαι στην αγκαλιά του και κλαίω αγνοώντας τα αδιάκριτα βλέμματα. Η καλοσύνη των ξένων, σκέφτομαι.
Μιλάμε λιγάκι ακόμα ώσπου η Ερικα γυρνάει από το μπαρ κρατώντας θριαμβευτικά ένα χαρτί στο χέρι της.
«Πήρα το τηλέφωνό του!» μου λέει ενθουσιασμένη.
«Να δω τι θα το κάνεις» γελάω εγώ. «Αυτός μένει εδώ και εσύ…παντού!»
«Δεν θέλω να τον παντρευτώ» γελάει η Ερικα και της βγάζω τη γλώσσα. Φυσικά! Δεν υπάρχει λόγος να σκέφτεται το επόμενο βήμα.…
«Χαίρομαι που δεν βγήκαν μαχαίρια» λέει εκείνη τελικά όταν βολεύεται δίπλα μου και εγώ και ο Κρις την κοιτάμε μπερδεμένοι.
«Τι εννοείς; Εμείς και η Ελίζαμπεθ έχουμε πολύ πολιτισμένη σχέση» απαντάει θιγμένος ο Κρις. Η Ερικα μάς κοιτάει διαδοχικά, μπερδεμένη. Ανοίγει το στόμα αλλά δεν καταφέρνει να πει κάτι.
«Τι είναι;» την παροτρύνω.
Το χρώμα χάνεται από το πρόσωπό της, σαν να είδε φάντασμα.
«Ο Ντέιβιντ…μπήκε πριν από λίγο στην παμπ…Δεν τον είδατε;» μας λέει και κοκαλώνω.



Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2015

κεφάλαιο 59-σηκωμένη η ουρίτσα...

Πριν προλάβω να ελέγξω τα νεύρα μου, πιάνω το κινητό μου στο χέρι και πληκτρολογώ ένα «να το βάλεις εκεί που ξέρεις». Μετά το σβήνω, γιατί θυμάμαι ότι πάνω από όλα είμαι μια κυρία, έστω και εξοργισμένη. Πληκτρολογώ ένα πιο ήπιο «δε σε έχω ανάγκη» και του το στέλνω. Έχω σβήσει το κινητό του από τη μνήμη του κινητού αλλά όχι και από τη δική μου.

Παρακολουθώ τον Σαμ, τον οδηγό του Ντέιβιντ, να μπαίνει στο αμάξι μου, να βάζει μπρος και να απομακρύνεται. Μου τηλεφώνησε χθες και με ενημέρωσε ότι ο κύριος Ρεντ «επιθυμεί το αυτοκίνητο για μικρό χρονικό διάστημα». Ναι, καλά, ξέρω. Μου το παίρνει πίσω. Ο γύφτος.

Άρα, για να ανακεφαλαιώσουμε, έχω μείνει χωρίς δουλειά, σπίτι και αμάξι. Και ο τραπεζικός λογαριασμός μου έχει αρχίσει να συρρικνώνεται. Κάθε μέρα και πιο πολύ. Άντε τώρα να ψάχνω ένα μικρό αμάξι και να πληρώνω πάλι τους μεταφορείς. Μείον 5.000 λίρες σίγουρα.

Πώς είναι δυνατόν να κάνει κάτι τέτοιο; Όχι ότι σκόπευα να το κρατήσω. Θα αγόραζα ένα αυτοκίνητο μόλις έβρισκα καλή δουλειά και θα το επέστρεφα μόνη μου. Αλλά να το πάρει πίσω; Λες και είναι τράπεζα και κάνει κατάσχεση επειδή δεν πληρώνω το δάνειό μου; Πληρώνω και μάλιστα πικρά. Κάθε φορά που σκέφτομαι εκείνα τα ελάχιστα δευτερόλεπτα που τον είδα στο σκοτεινό πάρκο. Ένα φευγαλέο άγγιγμα στο μπράτσο και όλο μου το κορμί έπαθε να λειτουργεί κανονικά. Ένα μούδιασμα απλώθηκε παντού και το μυαλό μου θόλωσε. Ακόμα και τώρα, δεν ξέρω πώς ένιωσα. Μόνο θυμάμαι ότι έκλεισα τα μάτια και μύρισα την αύρα που άφησε πίσω του ενώ έτρεχε λες και τον κυνηγούσε κάποιο φίδι. Μάλλον έτσι θα ένιωθε. Σαν φίδι θα με βλέπει. Ίσως αυτή είναι η άμυνά του για να μη νιώθει ενοχές.

Τις τελευταίες μέρες όλα πάνε στραβά. Εκτός από τα μεγάλα προβλήματα έχω και πολλά μικρότερα. Από την αφηρημάδα μου, καίω το φαγητό μου σχεδόν κάθε φορά. Χτύπησα το πόδι μου χθες στο τρέξιμο και έχει πρηστεί λιγάκι, έχασα κάπου στο σπίτι ένα μικρό δαχτυλίδι που μου άρεσε πολύ και πραγματικά δε βλέπω φως στο τούνελ. Ίσως η καλύτερη λύση είναι να γυρίσω στο Μάντσεστερ. Να ηρεμήσω λίγο κοντά στη μητέρα μου και να ανασυνταχθώ. Και εντωμεταξύ να βρω ένα δικηγόρο. Σε δύο βδομάδες βγαίνει το διαζύγιο. Πόσο άσχημα νιώθω, Θεέ μου.

Ανεβαίνω στο διαμέρισμά μου και κάθομαι στο κρεβάτι μου. Προσπαθώ να βάλω τις σκέψεις μου σε τάξη αλλά το στομάχι μου είναι δεμένο σαν κόμπος και δεν μπορώ να συγκεντρωθώ. Δεν έχω λάβει απάντηση από κανένα βιογραφικό που έχω στείλει. Και τώρα θα πρέπει να πηγαίνω στις συνεντεύξεις με το μετρό. Πόσες αλλαγές και σε πόσο μικρό χρονικό διάστημα. Μάλλον είχα κακομάθει, ούσα κυρία Ρεντ. Καιρός να επιστρέψω σε φοιτητικά πρότυπα. Συγκατοίκηση με άλλα τέσσερα κορίτσια, κοινό μπάνιο, μπίρες σε παμπ και βόλτες στα πάρκα. Όχι ότι δε μου αρέσουν όλα αυτά. Ισα ίσα. Μου αρέσει ο πιο νεανικός τρόπος ζωής. Να είμαι μόνη δε μου αρέσει. Αυτό συνειδητοποίησα αυτές τις μέρες. Δεν μπορώ λεπτό να είμαι μόνη. Σκάω, ασφυκτιώ.

Δεν απαντάει στο μήνυμά μου. Έχει περάσει μισή ώρα. Αυτό με εξοργίζει. Βέβαια δεν υπήρχε κάποιο ερώτημα για να απαντήσει αλλά μπορούσε να στείλει κάτι. Ούτε να με βρίσει δε θέλει. Τόσο πολύ αδιαφορεί. Εκτός και αν έχει σβήσει το νούμερό μου ή έχει αλλάξει αυτός νούμερο. Αλλά δεν το πιστεύω. Βγαίνει κι από πάνω ο κύριος. Το παίζει θιγμένος. Ο κλέφτης περιουσιών και ονείρων.

Κανονίζω να βγω με την Ερικα, η οποία είναι Λονδίνο αυτές τις μέρες. Θα πιούμε κοκτέιλ και θα χορέψουμε. Αυτό είναι το μόνο που μπορώ να κάνω αν δεν θέλω να τρελαθώ. Η ώρα είναι δύο το μεσημέρι και το ραντεβού μας είναι στις δέκα. Πώς θα σκοτώσω οκτώ ώρες; Έχω τρελαθεί στα σταυρόλεξα. Ο Κρις επιμένει να βρεθούμε, αλλά εγώ του λέω συνέχεια όχι. Πιστεύω ότι είναι λίγο κακόγουστο δεδομένων των περιστάσεων. Έχει έρθει για δύο βδομάδες Λονδίνο και μου είπε να βγούμε είτε με παρέα είτε μόνοι. Ο,τι θέλω. Δείχνει πολύ φιλικός, και είμαι σίγουρη ότι είναι ειλικρινής, αλλά δε θέλω να βγούμε. Αν μας πάρει κανα μάτι…Δε θέλω να λέει. Όχι ότι με νοιάζει η γνώμη του. Το κάθαρμα.

Την επόμενη φορά που θα τον δω θα του δείξω έμπρακτα πόσο αδιαφορώ για εκείνον.



Σάββατο, 27 Ιουνίου 2015

κεφάλαιο 58-ημιμαραθώνιος

Κοιτάω το ταβάνι και προσπαθώ να βρω κάτι έξυπνο να κάνω ώστε να βρω πιο εύκολα δουλειά. Εδώ και ένα μήνα στέλνω βιογραφικά και δεν απαντάει κανείς. Και πρέπει να βιαστώ, γιατί, αν είναι ποτέ δυνατόν, η σπιτονοικοκυρά μου με ενημέρωσε ότι θέλει το διαμέρισμα για ιδιοκατοίκηση. Της είπα ότι δεν είναι λογικό μετά από ένα μήνα να το θέλει πίσω και μου είπε ότι την προστατεύει ο νόμος. Ευτυχώς μου έδωσε ένα μήνα. Ελπίζω να έχω βρει δουλειά μέχρι τότε γιατί τα αποθέματά μου μειώνονται. Θα πρέπει να ρωτήσω τον δικηγόρο που δεν έχω βρει ακόμα αν επιτρέπεται να με πετάξει έξω τόσο σύντομα. Δεν ξέρω τι έχει πάθει μαζί μου το σύμπαν. Συνομωσία εναντίον μου. Δεν εξηγείται αλλιώς.

Σε λιγότερο από ένα μήνα έχουμε επέτειο. Σκέφτομαι ότι πρώτη φορά στην ιστορία η πρώτη επέτειος ενός γάμου θα έχει τόση βαρύτητα και μάλιστα αρνητική για ένα ζευγάρι. Για εμάς σηματοδοτεί τη λήξη του συμβολαίου και την έκδοση του διαζυγίου. Θα πρέπει να υπογράψω τα χαρτιά και μετά δε θα υπάρχει λόγος να τον ξαναδώ. Μόνο ίσως στο δικαστήριο για την εκδίκαση της υπόθεσής μας. Και ενώ μπροστά μου έχω πολύ χρόνο να το συνηθίσω, η ιδέα του να τον ξαναδώ κάνει τα γόνατά μου να λυγίζουν.

Πάνε πια τέσσερις βδομάδες και κάτι και ο θυμός μου δεν έχει καταλαγιάσει. Ούτε ο θυμός ούτε τα άλλα συναισθήματα, που δεν θέλω να τα κατονομάσω αυτή τη στιγμή. Η ζωή συνεχίζεται όμως. Βγήκα με την Ιλέιν χθες και προσπάθησα να τη ρωτήσω μερικά πράγματα αλλά δεν απάντησε. Το μόνο που μου είπε είναι ότι ο Ντέιβιντ ταξιδεύει πολύ, οπότε πιστεύω ότι και γι’αυτόν η ζωή συνεχίζεται. Ε φυσικά. Δεν έχω μόνο εγώ αυτό το προνόμιο. Αλλά νιώθω ότι δεν έχω ξεσπάσει ακόμα. Είμαι τόσο βαθιά απελπισμένη, θλιμμένη και απογοητευμένη… Σκέφτομαι να γραφτώ σε ένα απαιτητικό άθλημα, να κάνω spinning ή krav maga για να μπορέσω να διοχετεύσω την ενέργεια που προκύπτει από όλα αυτά τα συναισθήματα.

Σηκώνομαι από τον καναπέ και πηγαίνω στο δωμάτιό μου. Φοράω ένα μαύρο κολάν γυμναστικής και ένα μαύρο φούτερ με επένδυση. Έξω κάνει κρύο αλλά θέλω να τρέξω λιγάκι. Σπίτι κάθομαι όλη μέρα αγκαλιά με το τηλεκοντρόλ και ένα σακουλάκι πατατάκια. Πρέπει να πάρω λίγο αέρα. Λίγο πριν βγω από το σπίτι κοιτώ φευγαλέα το είδωλό μου στον καθρέπτη του σαλονιού. Δεν τον έχω κρεμάσει ακόμα. Τίποτα δεν έχω κάνει. Ούτε τα κουτιά δεν έχω ανοίξει.

Η γυναίκα που με κοιτάζει είναι πιο λεπτή από εμένα, πιο κουρασμένη. Έχει μαύρους κύκλους και δείχνει καταπονημένη. Δεν την αδικώ. Έχει περάσει πολλά. Έχω περάσει πολλά. Έχω χάσει σίγουρα δύο κιλά με όλο αυτό. Δύο κιλά που μου έχουν δείξει.

Βγαίνω στο δρόμο και υποδέχομαι με χαρά τον παγωμένο αέρα. Οι γιορτές έχουν περάσει ευτυχώς, και όλα είναι ξεστολισμένα πια. Τρέχω τα πρώτα δύο χιλιόμετρα μέσα στην πόλη και καταλήγω στο Χάιντ Παρκ, που είναι ανοιχτό ως τα μεσάνυχτα ευτυχώς για κάτι τρελούς σαν και εμένα. Τρέχω άλλο ένα χιλιόμετρο σύμφωνα με την εφαρμογή στο κινητό μου και νιώθω την κούραση να αμβλύνει τον πόνο στην καρδιά μου. Δε σκέφτομαι τίποτα. Μόνο τρέχω. Με πάθος και ορμή λες και δεν υπάρχει αύριο.

Τρέχω σε ένα σκοτεινό δρομάκι λίγα μέτρα πίσω από μια άλλη κοπέλα. Αναρωτιέμαι τι καημό έχει κι αυτή και τρέχει τέτοια ώρα. Αν έχει κάποιον σπίτι να την περιμένει και να την αγαπάει γιατί να μην είναι αυτή τη στιγμή εκεί; Γιατί να επιλέγει το τρέξιμο;

Νιώθω ένα σκούντημα στο μπράτσο και βλέπω με την άκρη του ματιού μου μια σκοτεινή αντρική φιγούρα να με προσπερνάει.
«Συγγνώμη» ψελλίζει και ένα παγωμένο αεράκι ηλεκτρίζει το σώμα μου.
«Ντέιβιντ!» φωνάζω από πίσω του αλλά ο άντρας δε σταματάει. Συνεχίζει να τρέχει, αυξάνοντας ταχύτητα.

Η αρχοντική κορμοστασιά, το δυναμικό τρέξιμο, η φόρμα με το λογότυπο στον μηρό, το φούτερ με την παράξενη κουκούλα. Αυτός είναι, σκέφτομαι. Έχει χαθεί από μπροστά μου και εγώ σταματώ σε μια άκρη ασθμαίνοντας. Δε σταμάτησε όμως. Με άκουσε; 

Βρίσκω την ανάσα μου με κόπο και σέρνω τα βήματά μου προς το σπίτι μου. Δεν ξέρω αν τον είδα ή αν ήταν ένα φάντασμα, μια ψευδαίσθηση σαν αυτές που έχεις όταν είσαι στην έρημο και βλέπεις μπροστά σου νερά να ρέουν. Ο,τι και να είναι, το καρδιοχτύπι μου είναι αυτό που με ανησυχεί.


Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2015

Κεφάλαιο 57-η εκδίκηση του σκορπιού

Σήμερα ήρθα στη δουλειά στις δέκα αντί στις εννιά επειδή οι μεταφορείς ήρθαν στις οκτώμισι για να αφήσουν τις κούτες που πήραν από το σπίτι του Ντέιβιντ. Σε μισή ώρα το άδειο σαλόνι του μικρού διαμερίσματος που έχω νοικιάσει έγινε σαν αποθήκη. Στις εννιά έκλεισα την πόρτα πίσω μου και στις δέκα μπήκα στο γραφείο μου έτοιμη να αδράξω τη μέρα.

Στις έντεκα και είκοσι σηκώνω το ακουστικό μου που χτυπάει. Είναι το αφεντικό μου, ο κύριος Μπερντ. Ο κύριος Μπερντ είναι μόνο 42 χρονών, ωστόσο δεν είναι του στυλ «να με λέτε με το μικρό μου όνομα». Είναι ψυχρός και απόμακρος αλλά τουλάχιστον είναι δίκαιος και μας ανταμείβει απλόχερα για τις επιτυχίες μας, με μπόνους και δώρα.
«Σε δέκα λεπτά είμαι εκεί» του λέω και προσπαθώ να τελειώσω κάτι που γράφω πριν πάω. Δεν έχω ιδέα τι με θέλει αλλά είναι ευκαιρία να συζητήσουμε κάτι που τον θέλω.
Μπαίνω στο γραφείο του μετά από 13 λεπτά σύμφωνα με το ρολόι μου. Τον βρίσκω να περπατάει νευρικά και να μιλάει στο τηλέφωνο. Δηλαδή όχι ακριβώς να μιλάει, αλλά να ακούει. Το μόνο που επαναλαμβάνει είναι μερικά «ναι, ναι». Μου γνέφει να κάτσω και ακολουθώ την εντολή του. Σκέφτομαι πώς να του πω αυτό που σκέφτομαι. Θέλω να του ζητήσω να με αλλάξει πόστο προοδευτικά ώστε να ασχοληθώ λίγο με τις επενδύσεις. Φυσικά όταν τελειώσει το πρότζεκτ αυτό. Δεν πιστεύω ότι θα μου το αρνηθεί. Δείχνει πολύ ευχαριστημένος με τη δουλειά μου και συχνά επαναλαμβάνει όταν είμαστε μόνοι μας ότι «μακάρι να είχε περισσότερους συναδέλφους σαν εμένα».
«Συγγνώμη για την καθυστέρηση» μου λέει εκείνος όταν το κλείνει και κάθεται απέναντί μου. Σήμερα δεν φαίνεται να έχει και πολύ κέφι.
«Δεν πειράζει» λέω ήπια και σταυρώνω τα χέρια μου στήθος περιμένοντας να δω τι θέλει. Με κοιτάει φευγαλέα και καθαρίζει τη φωνή του.
«Ελίζαμπεθ, ξέρεις πόσο εκτιμώ τη δουλειά σου και πιστεύω ότι είσαι μια χαρισματική επαγγελματίας» λέει σκαλίζοντας τα χαρτιά του. Χαμογελάω. Να και κάτι που πάει καλά στη ζωή μου. Τουλάχιστον επαγγελματικά προοδεύω. Γιατί η προσωπική μου ζωή είναι σωστό Βατερλό. Ο Ντέιβιντ δε τηλεφωνεί, δεν έχω νέα του, μου λείπει και σκέφτομαι ότι κοντεύω να τρελαθώ από τον πόνο που μου προκάλεσε η προδοσία του.
«Κι εγώ εκτιμώ την υποστήριξή σας» τον παροτρύνω να συνεχίσει. Το πρόσωπό του είναι ανέκφραστο και τα μάτια του με κοιτούν για μερικά δευτερόλεπτα με ένα ανεξιχνίαστο τρόπο.
«Το πρότζεκτ πλησιάζει στο τέλος του και μετά το πέρας του δε θα σε χρειαστώ άλλο» μου λέει με κομμένη την ανάσα. Τον κοιτάω, γουρλώνω τα μάτια μου, παίρνω μια βαθιά ανάσα και περιμένω. Περιμένω να γελάσει ή να μου πει ότι έκανε πλάκα. Αλλά δεν το κάνει. Συνεχίζει να ανακατεύει τα χαρτιά του ψάχνοντας κάτι που δεν δείχνει να βρίσκει. Με απολύει; Σοβαρά τώρα;
«Κύριε Μπερντ, αν άκουσα καλά, με απολύετε;» τον ρωτάω για να σιγουρευτώ. Δεν περίμενα ποτέ να τον ακούσω να λέει κάτι τέτοιο. «Έχω ένα συμβόλαιο που με προστατεύει και ένα σωρό πράγματα στη μέση. Δε γίνεται να με απολύσετε» λέω ξερά. Το στόμα μου παραμένει μισάνοιχτο παρόλο που έχω ολοκληρώσει την πρότασή μου.
Εκείνος δείχνει μπερδεμένος, σαν να μην ξέρει τι να πει. Τελικά κουνάει το κεφάλι του. «Θα πάρεις την αποζημίωση που ορίζει ο νόμος και θα ολοκληρώσεις όσα πρέπει να ολοκληρώσεις, αλλά από Δευτέρα θα ήθελα να μείνεις σπίτι σου» λέει σκληρά. Δεν το πιστεύω όλο αυτό. Ζω έναν εφιάλτη. Σε κάθε επίπεδο.
«Κύριε Μπερντ, δεν έχω επιλογή εφόσον αυτό θέλετε, αλλά περιμένω από εσάς μια αιτιολογία. Θέλω επίσημη αξιολόγηση και τι σας οδήγησε στην απόλυσή μου» λέω δυναμικά.
«Δε χρειάζομαι έξτρα προσωπικό αυτή τη στιγμή» λέει και μου ξεφεύγει ένα γέλιο.
«Χρειαζόμαστε άλλα δύο άτομα και απολύετε προσωπικό;» επιμένω. «Περιμένω μια καλύτερη απάντηση» λέω. Δεν απαντάει. Αυτό είναι εξοργιστικό. Σηκώνομαι απότομα από την καρέκλα μου. «Είναι αντιεπαγγελματική η συμπεριφορά σας και χαίρομαι που με απολύετε. Δε θα ήθελα να δουλέψω ούτε λεπτό παραπάνω εδώ μέσα» λέω.

Επιστρέφω στο γραφείο μου και κάνω ότι δουλεύω. Δεν μπορώ να συγκεντρωθώ. Είμαι πολύ οργισμένη. Έχω τη σημερινή και άλλες δύο μέρες. Κανονικά θα έπρεπε να φύγω σήμερα αλλά δε θέλω να δώσω δικαιώματα. Την Παρασκευή θα αφήσω να τελειώσει η μέρα και μετά θα βγω με μερικά παιδιά από τη δουλειά για ποτό. Θα τους πω ότι δε θα τους ξαναδώ τη Δευτέρα και ελπίζω να μην πάθουν κι αυτοί το σοκ που έπαθα εγώ.

Ποιος με καταράστηκε; Τι κακό έκανα και με εκδικείται έτσι το σύμπαν; Μόλις νοίκιασα σπίτι και μένω πάλι άνεργη; Πώς θα φαίνεται αυτό στο βιογραφικό μου; Η πισινή που είχα πάντα να δουλέψω για τον Λιουις δεν υφίσταται πια. Ο τραπεζικός μου λογαριασμός έχει χρήματα αλλά δε θέλω να ξοδέψω αυτά που μου κατέθετε και συνεχίζει να καταθέτει όπως ορίζει το συμβόλαιο ο Ντέιβιντ. Πώς θα πληρώσω δικηγόρο για την υπόθεση του κτήματος; Αυτά χρειάζονται πολλά χρήματα. Ίσως 10.000 λίρες.

Γυρίζω στο σπίτι στις έξι ακριβώς. Δε χρειάζεται να κάνω πια υπερωρίες. Δεν εκτιμάει κανείς την προσπάθεια που κάνω. Βρίσκω το σαλόνι μου γεμάτο κούτες. Ανοίγω μία και βρίσκω μέσα τα βιβλία μου τακτοποιημένα με προσοχή. Σε ένα άλλο κουτί βρίσκω τα σεντόνια που αγόρασα για το δωμάτιό του, διακοσμητικά, ένα άλμπουμ με φωτογραφίες και άλλα μικροπράγματα που άφησα πίσω μου όταν έφυγα.
Όλο αυτό είναι πολύ. Πάρα πολύ. Δεν το αντέχω. Βγάζω τα παπούτσια μου και βυθίζομαι στον καναπέ, το μοναδικό έπιπλο μαζί με το κρεβάτι που έχω ξετυλίξει από το προστατευτικό σελοφάν. Αφήνω τα δάκρυά της απελπισίας να κυλήσουν αλύπητα πάνω στο πρόσωπο μου και δεν μπαίνω καν στον κόπο να τα σκουπίσω.



Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2015

κεφάλαιο 56-σκέψεις...

Μου έλεγαν να νοικοκυρευτώ. Να παρατήσω τις γκόμενες και να παντρευτώ. Να έχω μια σταθερή σχέση, να αγαπώ και να με αγαπούν, να ζήσω αυτό που οι άλλοι λένε «οικογενειακή θαλπωρή». Και κανείς δεν μπορεί να με κατηγορήσει ότι δεν προσπάθησα. Ακόμα και οι γονείς μου, οι μεγαλύτερες κριτές μου.

Τα έκανα όλα σωστά. Η έστω έτσι νόμιζα. Και μπορεί ο γάμος μας να ήταν τελείως ανορθόδοξος και όλα να ξεκίνησαν για λάθος λόγους, αλλά σύντομα κατάλαβα ότι όλο αυτό το ψέμα είχε πολλή αλήθεια από κάτω. Πολύ πολύ σύντομα μετά το γάμο. ‘Η μάλλον κατά τη διάρκεια του γάμου. Όταν την είδα με το λευκό νυφικό της να πλησιάζει προς το μέρος μου με ένα ύφος που θύμιζε ηθοποιό σε αρχαία ελληνική τραγωδία, χλωμή και διάφανη σαν πέταλο ορχιδέας, ήξερα ότι θέλω να την κάνω ευτυχισμένη.

Και προσπάθησα, μάρτυς μου ο Θεός. Είτε με υλικά αγαθά όπως δώρα και ταξίδια, είτε με φροντίδα και παθιασμένο σεξ, προσπάθησα να της δείξω ότι για μένα δεν ήταν απλά μια γυναίκα στο πλάι μου. Έκανα μαζί της όσα είχα δει στις ταινίες και τα κορόιδευα, όσα έβλεπα να κάνουν οι φίλοι μου με τις γυναίκες τους και τους έλεγα ότι τρέχουν πίσω από τα φουστάνια τους. Έγινα ο χειρότερος από όλους, ο πιο μαλθακός, ο πιο υποχωρητικός. Και ποια ήταν η επιβράβευση για όλο αυτό;

Ούτε σε ένα εκατομμύριο χρόνια δεν περίμενα να ακούσω αυτό που μου ξεστόμισε ή μάλλον αυτό που υπονόησε, γιατί δεν είχε τα κότσια να το πει ξεκάθαρα. Δεν μπορώ να το χωνέψω το πώς αυτή η γυναίκα που μέχρι πρότινος θεωρούσα έξυπνη πίστεψε ότι ήμουν ικανός για κάτι τόσο απαίσιο. Αυτό σημαίνει ότι δε με ξέρει καθόλου. Ότι όλα όσα της πρόσφερα δεν τα κατάλαβε. Ότι τόσο καιρό απέτυχα. Απέτυχα, απέτυχα, διάολε!

Έχω μαζέψει τα πράγματά της σε κούτες προσπαθώντας με αυτόν τον τρόπο να βάλω τελεία. Θα μπορούσε να το κάνει η κοπέλα που μου καθαρίζει, η Σεσίλ. Αλλά όχι. Επέλεξα να το κάνω μόνος μου για να τη βγάλω από μέσα μου. Της τα ξεχώρισα και ανά κατηγορία μάλιστα για να μην την ταλαιπωρώ. Αλλά μόλις τράβηξα και την τελευταία ταινία πάνω από τα κουτιά και το σπίτι μου άδειασε από τα συμπράγκαλά της ένα κύμα θυμού με πλημμύρισε. Ένα κύμα που ήξερα ότι θα με πνίξει και γιαυτό προσπάθησα να το αποτρέψω. Στην αρχή έπινα 2-3 ποτηράκια κάθε βράδυ για να κοιμηθώ πιο εύκολα. Τις επόμενες μέρες έβγαινα και ξενυχτούσα με αποτέλεσμα να πέφτω ξερός στο κρεβάτι και να μην μπορώ να πάω στη δουλειά. Σήμερα όμως νιώθω ότι κάποιος πάτησε ένα διακόπτη και όλα άλλαξαν μέσα μου.

Αρκετά με την αξιοπρέπεια. Αξιοπρέπεια με τους γονείς μου όταν τους ανακοίνωσα το νέο και έπεσαν να με φάνε ότι εγώ έφταιγα για όλα. Αξιοπρέπεια με την Ιλέιν που έχει λυσσάξει να μάθει τι έγινε. Αξιοπρέπεια στη δουλειά που έχουν όλοι κάτι καταλάβει, αξιοπρέπεια παντού και με όλους. Αλλά όχι πια.


Δεν άξιζε όλα όσα της έδωσα. Ήταν πολύ λίγη για μένα. Δε θα την αφήσω να συνεχίσει τη ζωούλα της ανενόχλητη, λες και ήμουν μύγα που έκατσε πάνω στο φαγητό της και με μια χειρονομία με έδιωξε. Θα την κάνω να μετανιώσει. Δεν ξέρει με ποιον έμπλεξε. Αν με έλεγε Διάβολο όταν δούλευε για μένα και πίστευε ότι είμαι αυστηρός, τώρα θα καταλάβει ότι δεν είχε δει ακόμα τίποτα. Θα την κάνω να μην έχει πού να σταθεί, να ακούει το όνομά μου και να τρέχει. Δε θέλω να την ξαναδώ ποτέ. Αλλά αν χρειαστεί να τη δω, θέλω μέσα της να ξέρει ότι κάθε έκφανση της ζωής της θα εξαρτάται από εμένα πια.

Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2015

κεφάλαιο 55-γκρι

Η πρώτη βδομάδα ήταν δύσκολη. Ίσως πιο δύσκολη από εκείνες τις μέρες που η μητέρα μου ήταν στο νοσοκομείο. Η βοήθειά του, η παρουσία του δίπλα μου ήταν καταλυτική. Τότε δεν ήξερα τι παιχνίδι έπαιζε, αλλά τουλάχιστον είχα την ψευδαίσθηση ότι με φροντίζει και ότι είναι καλός μαζί μου. Τώρα όμως είμαι μόνη μου. Κάποιος θα έλεγα ότι καλύτερα να είσαι μόνος σου και να ξέρεις τι θέλεις, παρά να περιβάλλεσαι από άτομα που δεν αξίζουν την εμπιστοσύνη σου. Συμφωνώ με αυτή τη ρήση. Μόνο με μια μικρή ένσταση. Δεν έχω πια ιδέα τι θέλω.

Καμιά φορά κατηγορούσα τις γυναίκες που μένουν σε μια σχέση βαλτωμένη, έως και καταπιεστική, ενώ δεν περνάνε καλά. Τώρα τις καταλαβαίνω. Είναι πολύ δελεαστικό να γυρνάς πίσω αν ο άλλος σε θέλει. Εμένα ο δικός μου δείχνει να με σιχαίνεται, αλλά αν επέμενε κι άλλο θα λύγιζα. Θα επέστρεφα σε μια άρρωστη κατάσταση επειδή είμαι πολύ αδύναμη, επειδή δεν μπορώ να ζήσω μακριά του. Ωραία γυναικεία χειραφέτηση. Να χαίρομαι τις φιλελεύθερες ιδέες μου, την πρωτοκλασάτη μόρφωσή μου και τους ανοιχτούς μου ορίζοντες. Όλα στάχτη μπροστά στα πόδια του. Στάχτη και οι ιδέες μου στάχτη κι εγώ.

Κάθε πρωί που ξυπνάω εκπλήσσομαι που ζω. Με ένα βουβό πόνο, με μια πέτρα στην καρδιά, αλλά ζω. Με βαριά μέλη και κομμένη ανάσα. Ζω. Ξυπνάω το πρωί στο άψυχο δωμάτιο του ξενοδοχείου και πάω στη δουλειά μου. Δουλεύω με ανεξήγητη ενέργεια και γυρνάω πίσω κομμάτια. Ταυτόχρονα ψάχνω κάπου να μείνω μιας και η κοπέλα που νοικιάζει το σπίτι μου δε θέλει συγκάτοικο. Νομίζω ότι έχω βρει κάτι, αλλά δεν έχω κουράγιο να πάω να το κλείσω. Ελπίζω μόνο να μην έχει ενοικιαστεί μέχρι να βρω την ενέργεια να πάω μέχρι εκεί.

Δέκα περίπου μέρες τώρα, δεν έχει επικοινωνήσει κανείς μαζί μου. Εκείνος σίγουρα όχι, ούτε οι δικοί του. Μόνο η Ιλέιν πέρασε και μου άφησε μερικά πράγματα από το σπίτι του αδερφού της. Ήταν μερικά βιβλία μου, λίγα χειμωνιάτικα ρούχα γιατί είχε χαλάσει ο καιρός και 2-3 κρέμες που είχα αφήσει στο κομοδίνο μου. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση ότι η Ιλέιν προσφέρθηκε να πάμε για ένα ποτό και έδειχνε πολύ φιλική αλλά δε με ρώτησε τίποτα. Τίποτα. Δεν ξέρω αν ήταν από λεπτότητα ή αν ο αδερφός της είχε απαγορέψει να μου μιλήσει. Πάντως ανακουφίστηκα που συγκράτησε τον αυθορμητισμό της και δε με ρώτησε τίποτα. Δεν ξέρω τι θα απαντούσα. Το μόνο που μου είπε είναι ότι ο Ντέιβιντ έχει ήδη συσκευάσει τα πράγματά μου και περιμένει μια διεύθυνση για να στείλει τους μεταφορείς. Δείχνει να βιάζεται. Θα έχει βάλει πλώρη γι αλλού, σκέφτομαι.

Δικηγόρο δεν έχω βρει ακόμα. Ξέρω τι θα έλεγε ένας ψυχολόγος αν το άκουγε αυτό. Ότι στην πραγματικότητα δε θέλω να πάρω διαζύγιο και γι’ αυτό το τρενάρω. Αλλά και να ήθελα, δεν ωφελεί. Δεν μπορώ να σπάσω το συμβόλαιο. Δεν αξίζει για δύο μήνες. Αλλά πρέπει να βρω κάποιον για να διεκδικήσει το μερίδιό μου. Η αναζήτηση ενός καλού και άμεμπτου ανθρώπου είναι δύσκολη. Ο Ντέιβιντ είναι πολύ δυνατό όνομα. Μπορεί να αλλάξει καταστάσεις, να γυρίσει τις συζητήσεις προς όφελός του. Πρέπει να βρω κάποιον αδέκαστο και αυτό είναι λίγο δύσκολο, ειδικά αν δεν ξέρεις πού να ψάξεις. Περνάει ο καιρός όμως. Περνάει αλύπητα.

Μπαίνω στο ίντερνετ και ψάχνω. Δεν ντρέπομαι γι αυτό. Θέλω να δω αν έκανε τα λόγια του πράξη. Αν βγαίνει με άλλες, αν συνεχίζει από εκεί που έμεινε. Δε βρίσκω τίποτα. Αλλά και πώς να βρω; Τυπικά είμαστε ακόμα παντρεμένοι. Θα είναι διακριτικός. Τα λόγια του τρυπάνε τα αυτιά μου. «Τα βράδια που θα κοιμάμαι με άλλες, τα βράδια που θα προσπαθώ να σε ξεχάσω» ακούω μικρές φωνές να μου ψιθυρίζουν. Φωνές που παίζουν κρυφτούλι με τη λογική μου και με κάνουν να αμφιβάλλω για την απόφασή μου. Πόση επιρροή ασκεί πάνω μου; Τόση ώστε να μην είμαι σίγουρη για αυτό που είδα;

Η μητέρα μου το κατάπιε εύκολα. Δηλαδή έτσι έδειξε. Ευτυχώς ο αδερφός μου είναι ακόμα εδώ. Η δουλειά στη Νέα Υόρκη πάει καλά και έχει προσλάβει προσωπικό ώστε να μπορεί να λείπει και να μας επισκέπτεται. Στη μητέρα μου είπα ότι ήταν ένα βιαστικό λάθος και μετανιώσαμε σχεδόν ταυτόχρονα. Μου είπε ότι τέτοιον άντρα δεν τον αφήνουν να φύγει τόσο εύκολα. Της είπα ότι για μένα ο Ντέιβιντ δεν αποτελεί επένδυση. Θυμωμένη μου απάντησε ότι δεν εννοούσε αυτό που κατάλαβα. Ευτυχώς η συζήτηση κόπηκε εκεί. Νομίζω όμως ότι ελπίζει ότι θα τα ξαναβρούμε. Προσεύχομαι να μην έχει επικοινωνήσει μαζί του με σκοπό να μας τα «φτιάξει».


Βάζω ένα ποτήρι κρασί και σωριάζομαι στον καναπέ. Πόσο άσχημα νιώθω… Δεν ξέρω τι να κάνω με τον εαυτό μου, με τον ελεύθερο χρόνο μου. Δεν έχω όρεξη να φάω, να ντυθώ ωραία, να βγω μια βόλτα. Η Κάρι έχει καταλάβει ότι κάτι δεν πάει καλά, το ίδιο και η Ερικα. Απλώς εγώ δεν επιβεβαιώνω τίποτα. Δε θέλω ακόμα να το χωνέψω. Η προδοσία και το σοκ είναι δυσβάσταχτο. Με πονάει που είμαστε χώρια. Θα ήταν καλύτερα αν δεν είχα πάρει μια γενναία γεύση από τον Παράδεισο. Έτσι ίσως ήταν πιο εύκολο να μάθω να ζω στην κόλαση….

Σάββατο, 20 Ιουνίου 2015

κεφάλαιο 54-ταφόπλακα

Δεν είναι  δύσκολο αυτό που μου ζητάει. Πρακτικά δηλαδή. Έχω μαζέψει ήδη μια βαλίτσα με τα βασικά. Άφησα επίτηδες έξω τα δώρα του και όσα ρούχα έχω αγοράσει με τα χρήματά του όπως τουαλέτες για δεξιώσεις, ακριβά παπούτσια και τσάντες για να είμαι ευπαρουσίαστη στις κοινωνικές μας υποχρεώσεις. Τα υπόλοιπα θα μου τα στείλει ελπίζω κάποια στιγμή. Κι εγώ θα πρέπει να του επιστρέψω το αμάξι.

Συναισθηματικά, ωστόσο, νιώθω κουρέλι. Τα πόδια μου είναι βαριά και με δυσκολία στηρίζουν το βάρος μου. Κάθε βήμα είναι ένας μικρός άθλος. Το μυαλό μου έχει πάρει φωτιά. Εκατομμύρια λέξεις και σκέψεις βασανίζουν τα εγκεφαλικά μου κύτταρα. Όσα έχουν διασωθεί μετά το χθεσινό σοκ. Θυμάμαι να μου κόβεται η ανάσα όταν αντίκρισα τα συμβόλαια. Πριν καλά καλά τα διαβάσω τα έχωσα στο συρτάρι και το έκλεισα με φόρα λες και με είχε πιάσει κάποιος να κάνω κάτι παράνομο. Κατέρρευσα στην καρέκλα του και πρέπει να έμεινα εκεί παγωμένη μέχρι που ήρθε η Κέιτλιν. Άργησα στο γραφείο, ήμουν αφηρημένη στη συνάντηση με τους Ιάπωνες και όταν γύρισα σπίτι συνέχισα να νιώθω λες και κάποιος με είχε γδάρει και μετά με είχε πασαλείψει με χοντρό αλάτι.

Ένα σωστό βασανιστήριο δηλαδή. Είναι αυτή η αίσθηση ότι ο μόνος άντρας που αγάπησες σε πρόδωσε για ένα κομμάτι γης χωρίς αξία μάλιστα. Νόμιζα ότι ζούσαμε ένα μεγάλο έρωτα. Η ανορθόδοξη γνωριμία μας, η έντονη συνεργασία μας, ο τρόπος που ήρθαμε κοντά, ο πάγος που έλιωσε και έγινε φωτιά… Κάποιος θα έλεγε ότι είναι πολύ ρομαντική η ιστορία μας. Αλλά η αλήθεια είναι ότι έπεσα θύμα. Θύμα του πιο βρώμικου άντρα. Ενός άντρα που, ντροπή μου που το λέω, αγαπώ ακόμα. Αλλά πάνω απ’ όλα βάζω τον εγωισμό μου. Δε θα του δώσω ευκαιρία να μου πει άλλα ψέματα. Μια κουβέντα να πει και θα τον πιστέψω. Το θέλω να τον πιστέψω αλλά πρέπει να με προστατεύσω από τον εαυτό μου. Από την απόλυτη εμπιστοσύνη που του είχα και την απόλυτη αγάπη που του έχω κι ας νόμιζα η ανόητη ότι μπορούσα έστω και για λίγο να τον μισήσω.

Κατεβαίνω στο γκαράζ και βάζω μέσα στο αμάξι τη βαλίτσα και μερικές άλλες τσάντες. Δεν τον ακούω. Όπου και να είναι, δεν κάνει θόρυβο. Προσπαθώ να μη σκέφτομαι όμως. Έχω πολλά στο νου μου. Πρέπει να βάλω προτεραιότητες. Αρχικά πρέπει να επικοινωνήσω με έναν δικηγόρο για να αναλάβει τη διεκδίκηση του μεριδίου μου και να προσβάλει τις διαδικασίες του Ντέιβιντ. Μετά θα πρέπει να μιλήσω στη μαμά μου ώστε να είναι προετοιμασμένη για το διαζύγιο. Δεν είναι ανάγκη να μάθει λεπτομέρειες. Θα της πω ότι απλώς δεν τα πηγαίναμε καλά. Μετά θα πρέπει να κανονίσω τη μεταφορά των πραγμάτων μου, να υπογράψω το διαζύγιο, να βάλω τον δικηγόρο μου να κανονίσει τυχόν οικονομικές διαφορές. Πριν από όλα όμως πρέπει να βρω πού θα μείνω. Το διαμέρισμά μου είναι νοικιασμένο και απόψε και για μερικές μέρες θα μείνω σε ένα ξενοδοχείο. Μετά θα πρέπει να νοικιάσω κάτι αλλά ίσως η κοπέλα που νοικιάζει το σπίτι μου να θέλει συγκάτοικο αν της μειώσω το νοίκι στο μισό και αν…

«Σε βολεύει ε;» ακούω μια φωνή πίσω μου και διακόπτω βίαια τις σκέψεις μου. Είναι εκείνος. Δε γυρίζω να τον κοιτάξω, από φόβο μήπως λυγίσω. Συνεχίζω να γεμίζω το πορτ μπαγκάζ. «Πήρες ό,τι είχες να πάρεις και λίγο πριν λήξει το συμβόλαιο την κάνεις» λέει σκληρά. Γυρνάω με φόρα και τον κοιτάω ρουθουνίζοντας.
«Τολμάς και βγαίνεις κι από πάνω!» φωνάζω. «Πίσω από την πλάτη μου μηχανορραφούσες! Κάνε υπομονή και σε δέκα λεπτά θα φύγω. Και μετά γύρνα πίσω στα ύπουλα σχέδιά σου!».
«Την έχω χεσμένη την περιουσία σου. Το ξέρεις;» μου λέει και σοκάρομαι που χυδαιολογεί. «Και το θεωρώ τόσο γελοίο τον λόγο που φεύγεις που πιστεύω ότι το κάνεις επίτηδες» καταλήγει. Τα μάτια του πετάνε φωτιές. Η ατμόσφαιρα μέσα στο γκαράζ είναι αποπνικτική. Ο χώρος μικραίνει απειλητικά γύρω μου.
«Επίτηδες γιατί;» καγχάζω. Τα ρημάδια τα πράγματα δε χωράνε στο πορτ μπαγκάζ.
«Εσύ το ήθελες το μικρό» ειρωνεύεται εκείνος θυμίζοντάς μου ότι εκείνος ήθελε να μου πάρει SUV.
«Έπρεπε να μου πάρεις πιο ακριβό, για να σου ήμουν πιο υποχρεωμένη! Αλλά και πάλι θα έβλεπα το παιχνίδι σου! Κάποια στιγμή θα το καταλάβαινα ότι μου έκλεψες τη γη και θα ζητούσες διαζύγιο!» λέω και τακτοποιώ τις τσάντες. Χωράνε κάπως. Κατεβάζω με φόρα την πίσω πόρτα αλλά δεν κλείνει. Κατάρα!
«Κοίτα με» σκίζει τη σιωπή με την διαταγή του και άθελά μου το κάνω. Με κοιτάει με ένα βλέμμα διαπεραστικό και νιώθω ότι κάτι μου διαφεύγει. Πώς τολμάει να είναι τόσο θυμωμένος;
«Τι θες;» ρωτάω και σταυρώνω τα χέρια στο στήθος.
«Κοίτα με προσεκτικά» λέει αργά, σχεδόν συλλαβιστά. «Κοίτα με και πες μου ότι πιστεύεις ότι σου έκλεψα τη γη και ήθελα να πάρω διαζύγιο γιατί τα είχα όλα σχεδιασμένα».
«Δε θα κάτσω να κάνω διάλογο μαζί σου ειδικά…»
«Πες το μου!» με διακόπτει απότομα και περιμένει απάντηση. Δεν θέλω να απαντήσω. Τα πιστεύω όλα αυτά αλλά τον φοβάμαι αυτή τη στιγμή. Το πρόσωπό του είναι χλωμό, η λογική δείχνει να τον έχει εγκαταλείψει.
«Πες μου ότι δέκα μήνες τώρα αυτό το συμπέρασμα έβγαλες» επιμένει με σφιχτά χείλη. «Πες μου ότι φεύγεις και δε σε νοιάζει, ότι δε με θες και ότι πιστεύεις ότι είμαι ένα κάθαρμα. Πες μου κάτι!» ουρλιάζει και κάνω ένα βήμα πίσω. Δεν τον έχω ξαναδεί έτσι.
«Γιατί; Γιατί θες να το ακούσεις ξανά;» κερδίζω χρόνο. Ξαφνικά νιώθω ηλίθια. Μήπως…Μπα όχι. Αποκλείεται.
«Πες μου ότι τελειώσαμε γιατί με θεωρείς τόσο ανέντιμο. Πες μου κάτι για να έχω να θυμάμαι τα βράδια που θα ακολουθήσουν και μπορεί να μου λείψεις. Τα βράδια που θα κοιμάμαι με άλλες γυναίκες για να σε ξεχάσω. Τις μέρες που θα εξαντλώ τον εαυτό μου στη δουλειά, τα απογεύματα που δε θα είσαι εδώ να με υποδεχτείς. Πες μου κάτι για να σε μισήσω, να σε βγάλω από μέσα μου όπως έκανες κι εσύ. Πες μου!» λέει και η φωνή του ραγίζει. Με κοροϊδεύει ως την τελευταία στιγμή, σκέφτομαι. Παίζει με το μυαλό μου. Χειραγωγεί τη σκέψη μου σαν να είμαι μαριονέτα. Πατάω το κουμπί και η γκαραζόπορτα ανοίγει. Φρέσκος αέρας εισβάλει στο χώρο. Μπαίνω στο αμάξι και δεν με σταματάει. Πλησιάζει στο παράθυρο περιμένοντας μια απάντηση. Όσα μου είπε με τάραξαν αλλά δεν πιστεύω λέξη.
«Τελειώσαμε, Ντέιβιντ» λέω χωρίς να τον κοιτάω και γκαζώνω προς την έξοδο.


Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2015

Κεφάλαιο 53-έλλειψη επικοινωνίας (αφιερωμένο στο αγόρι μου!)

«Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς. ‘Η μάλλον καταλαβαίνω, αλλά δεν μπορώ να κατανοήσω πώς στάθηκα τόσο ηλίθια» του λέω και ξεχωρίζω τα φορεμένα μπλουζάκια για να τα βάλω για πλύσιμο. Λες και έχει σημασία τώρα.
«Επιμένω ότι είναι η καλύτερη λύση και για τους δυο» λέει και με πιάνει από τον καρπό. Σταματώ αυτό που κάνω και τον κοιτάω. Μου έρχεται αναγούλα.
«Έπρεπε να με ρωτήσεις πρώτα» λέω με τη σειρά μου. Άλλο λίγο και θα πω την αλήθεια.
«Να σε ρωτήσω τι; Δεν είχαμε πει ότι θα πάρουμε διαζύγιο; Ειδικά τώρα, είναι επιβεβλημένο. Εσύ δε θες;» με ρωτάει με τα φρύδια του ανασηκωμένα.
«Όχι, δεν θέλω!» ουρλιάζω με κάθε δύναμη που βρίσκω μέσα μου. Αλλά εκείνος δεν αντιδράει. Με κοιτάει εμβρόντητος.
«Ήθελες να παραμείνουμε έτσι…εντάξει, τότε…» ψελλίζει, ψάχνοντας κάτι έξυπνο να πει, αλλά δεν μπορεί. Διάολε, δεν μπορεί. Τον έχω στριμώξει. Δεν περίμενε μάλλον να παραδεχτώ ότι είχα επενδύσει στη σχέση αυτή. Ο ηλίθιος. Δεν το έβλεπε; Δεν καταλάβαινε ότι έλιωνα στα χέρια του; Ότι τον κοιτούσα και έτρεμα από αγάπη και πόθο; Τόσες πολλές γυναίκες έχει ξεγελάσει πια που έχει πάθει ανοσία στην αγάπη μας; Κάθαρμα. Απαίσιο κάθαρμα.
«Ντέιβιντ, πάψε!» του λέω και σηκώνω μια παλάμη μπροστά του. Με αφήνει και απομακρύνεται τρίβοντας το πηγούνι του.
«Δεν μπορώ να καταλάβω τι σε ενόχλησε τόσο» επιμένει στην κοροϊδία.
«Για πες μου» γελάω νευρικά. «Πόσα έδωσες στον Χάρντι για τη μεταβίβαση;» τον καρφώνω με το βλέμμα αλλά δε δείχνει να ντρέπεται. Χαμογελάει το τέρας.
«Δεν χρειάστηκε να τον πληρώσω κάτι. Συμφώνησε απόλυτα με την πρωτοβουλία μου» λέει ήρεμα. Ξεφυσώ. Όλοι στο κόλπο. Καταραμένοι δικηγόροι. Τάχαμ υπηρέτες της δικαιοσύνης.
«Συμφώνησε με τη μεταβίβαση; Πώς αντέχεις τόση αδικία;» τον ρωτάω. Συνεχίζει να χαμογελάει.
«Με ευχαρίστηση. Για μένα είναι κάπως σαν αποκατάσταση μιας αδικίας» τολμάει και ξεστομίζει. Κινούμαι προς το μέρος του απειλητικά αλλά σταματώ. Τι θα κάνω; Θα τον χτυπήσω;
«Ντέιβιντ, καταλαβαίνεις ότι θα φύγω απόψε;» του λέω τελικά και η φωνή μου σπάει. «Μετά από όσα έμαθα δε βλέπω το λόγο να μένω μαζί σου ούτε ένα λεπτό πια».
«Μα γιατί;» λέει και ανεμίζει το χέρι του στον αέρα. Κάθεται απότομα σε μια καρέκλα και χτενίζει τα μαλλιά του με τα δάχτυλά του. «Τι έμαθες; Νόμιζα ότι αυτό έπρεπε να κάνω. Θα κατηγορηθώ για τις καλές προθέσεις μου;» φωνάζει. Έχει το θράσος και φωνάζει. Ο απαίσιος.
«Τι έπρεπε να κάνεις; Το διαζύγιο και τη μεταβίβαση; Έδρασες πίσω από την πλάτη μου και για δικό σου όφελος».
«Δικό μου όφελος;» σηκώνεται σαν ελατήριο και κάνω ενστικτωδώς πίσω. «Ο,τι κάνω το κάνω για το καλό μας. Και κυρίως για το δικό σου καλό».
«Δικό μου καλό;» γελάω υστερικά. «Καταλαβαίνεις ότι φεύγω;» επαναλαμβάνω. Δεν ξέρω γιατί, αλλά μέσα μου εύχομαι να με σταματήσει. Να μου πει κάτι να μείνω. Να μου πει ότι όλο αυτό είναι ένα ψέμα. Να με τσιμπήσει να ξυπνήσω από τον άσχημο εφιάλτη που ζω.
«Καταλαβαίνω ότι κάτι άλλο τρέχει γιατί οι λόγοι που μου αναφέρεις είναι τουλάχιστον αστείοι!» λέει νευριασμένος. «Καταλαβαίνω ότι κάτι άλλο συμβαίνει, γιατί άλλη γυναίκα θα έλεγε κι ευχαριστώ!».
«Ευχαριστώ που με πρόδωσες;»
«Σε πρόδωσα πώς, Ελίζαμπεθ; Επειδή έκανα αυτό που έπρεπε;»
«Ποιος θα το κρίνει αυτό;»
«Εγώ!»
«Είσαι ένα αυταρχικό γουρούνι και θα σε πολεμήσω!» τεντώνω τον δείχτη μου.
«Πώς θα το κάνεις αυτό;» δείχνει θυμωμένος. Δεν ντρέπεται. Έχει θυμώσει! Το θράσος του είναι απίστευτο.
«Θα βάλω δικηγόρο και θα σε πάω στο δικαστήριο!»
«Θα γελάσουν μαζί σου οι δικαστές!»
«Έχω το δίκιο με το μέρος μου» επιμένω. Γελάει. Τολμάει και γελάει. «Σε σιχαίνομαι!» του φωνάζω αλλά δε σταματάει να γελάει. Ποιος είναι αυτός ο άντρας απέναντί μου;
«Τόση πρεμούρα για το δικό μου καλό, δεν το καταλαβαίνω» λέει και κάνει να με αγκαλιάσει αλλά τραβιέμαι. Κάτι μου έχει διαφύγει. Κάτι δεν καταλαβαίνω καλά.
«Δε με νοιάζει τι θα κάνεις από εδώ και πέρα. Εγώ απλώς θα διεκδικήσω την περιουσία μου» του λέω αργά με μάτια που γυαλίζουν.
«Ποια περιουσία να διεκδικήσεις; Αφού όλα είναι δικά σου» λέει εκείνος.
«Πήγες πίσω από τη ν πλάτη μου και έκλεψες το κτήμα του πατέρα μου! Γι αυτό δεν ήθελες να πάμε! Ντρεπόσουν επειδή το είχες μεταβιβάσει σε σένα!» του φωνάζω τελικά. «Τόση περιουσία έχεις, πιράνχας, αλλά ήθελες και τη δική μου; Ανθρωπάκι! Αυτό είσαι!» λέω και με μια απότομη, κοφτή κίνηση παρασύρω ένα γυάλινο βάζο που πέφτει στο πάτωμα και σπάει σε εκατομμύρια κομμάτια. Ακριβώς όπως η καρδιά μου.

«Για να καταλάβω» μου λέει εκείνος αργά, πολύ αργά, με μια βραχνή φωνή σχεδόν απόκοσμη. Ανατριχιάζω ολόκληρη όταν το βλέμμα του πέφτει πάνω μου. Καυτό και αδυσώπητο. Αυτό που διαβάζω στα μάτια του με τρομάζει. Θυμός. «Με κατηγορείς ότι σου έκλεψα το κτήμα;» λέει.
«Είσαι ύπουλος και ψεύτης. Όλο αυτό ήταν ένα ψέμα για σένα! Το ήξερες! Τώρα το συνειδητοποίησα!» λέω και χτυπάω μέτωπό μου. «Ήξερες τον πατέρα μου! Ίσως ήξερες τον όρο στη διαθήκη και γι’ αυτό με παντρεύτηκες. Τα είχες κανονίσει όλα. Και τώρα που τα κατάφερες παίρνεις και το διαζύγιο και όλα καλά. Αλλά όχι! Θα σε πολεμήσω κι ας πεθάνω προσπαθώντας να σε δω να υποφέρεις» λέω με πάθος.
«Θυμάσαι σε ποιον μιλάς;» με ρωτάει ήρεμα και γνέφω θετικά. Αυτό έχει να πει μόνο;
«Ελίζαμπεθ, φύγε» μου λέει τελικά. Σιγανά, αλλά με δυναμικό τόνο. Δεν κουνιέμαι και με κοιτάει με ένα βλέμμα σκληρό. «Από το δωμάτιο, από το σπίτι, από τη ζωή μου. ΦΥΓΕ!» ουρλιάζει και βγαίνω από το δωμάτιο.





Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2015

Κεφάλαιο 52-να πέφτετε για ύπνο και να διαβάζετε τα κεφάλαια πρωί για να μην με πιέζετε. Γιατί ναι, με πιέζετε!

«Αγάπη μου, γύρισα!» ακούω την κελαρυστή φωνή του και κατεβαίνω στον κάτω όροφο. Τον βλέπω να κρατάει μια ανθοδέσμη με λευκά τριαντάφυλλα. Τα λουλούδια που μου προσφέρει πάντα όταν γυρίζει από κάποιο ταξίδι. Με αγκαλιάζει πριν προλάβω να αντιδράσω. Παίρνω την ανθοδέσμη και την ακουμπάω μηχανικά στο τραπέζι του σαλονιού μέσα σε ένα άδειο βάζο. Θα ασχοληθώ μετά με αυτό. Πρέπει να βάλω σε τάξη τις χαώδεις σκέψεις μου.
«Τι έχεις εσύ;» με ρωτάει ενώ ανοίγει τον χαρτοφύλακα του και μου δίνει ένα μικρό κουτί. Το ανοίγω και βρίσκω μέσα ένα λεπτό χρυσό δαχτυλίδι με έναν κόμπο σαν σχέδιο. Κόμπο ή δέσιμο. Κάτι τέτοιο. Υποθέτω ότι είναι συμβολικό αλλά δεν μπορώ να είμαι και σίγουρη. Αυτή τη στιγμή μου φαίνεται αστείο όλο αυτό.
«Τίποτα, όλα καλά» λέω ήρεμα. Παίρνω τη βαλίτσα του και την ανεβάζω στο υπνοδωμάτιο μας. Με ακολουθεί χωρίς να μιλάει. Ηλπιζα να μπορώ να συγκρατήσω τον θυμό μου αλλά σαν καταιγίδα, απειλεί να ξεσπάσει χωρίς προειδοποίηση.
«Είσαι καλά, κορίτσι μου;» με ρωτάει ξανά όταν μπαίνουμε στο δωμάτιο. Εγώ ανοίγω την βαλίτσα και αρχίζω να την αδειάζω λες και αυτό είναι το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο.
«Στην πραγματικότητα, όχι και πολύ» του λέω τελικά. Η ειλικρίνεια και η ευθύτητα είναι η καλύτερη οδός. Ακόμα και όταν η καρδιά σου έχει γίνει χίλια κομμάτια.

Λένε ότι ο άνθρωπος δεν αλλάζει κι εγώ αυτό πίστευα μέχρι σήμερα το πρωί. Αλλά μια ανακάλυψη με έκανε να χάσω τα λογικά μου. Πέρασα θαρρείς το λεπτό όριο ανάμεσα σε λογική και παραλογισμό με ένα άγριο άλμα. Τώρα νιώθω ότι με εγκατέλειψε η υπομονή, η ελπίδα, η αγάπη. Νιώθω κενή και κούφια, σαν να μην τον αγάπησα ποτέ, σαν να μην πίστεψα ποτέ ότι εμείς οι δύο θα είχαμε μέλλον.
«Πες μου. Είναι θέμα υγείας;» με κοιτάει ανήσυχος και σφίγγει τους καρπούς μου. Το βλέμμα του επιθεωρεί το πρόσωπό μου και εγώ ανίκανη να αντιδράσω αφήνομαι στο χάδι του παρόλο που αηδιάζω.
«Όχι, όχι, απλώς σήμερα πήγα στο γραφείο σου και πήρα τις παρουσιάσεις που είχα αφήσει» του είπα. Το βλέμμα του δεν αποκαλύπτει τίποτα. Δεν έχει καταλάβει. «Η Κέιτλιν δεν ήταν εκεί γιατί πήγα νωρίς. Είχαμε συνεννοηθεί ότι τα έχει μεταφέρει στο γραφείο σου».
«Λες και δεν είχε χώρο αυτή, τα φόρτωσε σε μένα. Ναι, ξέρω» μου λέει με μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας. Η αλήθεια είναι ότι κι εγώ απόρησα, αλλά δεν πρόλαβα να ασχοληθώ με το θέμα μιας και μου έπεσε ο κεραυνός στο κεφάλι.
«Μου είχε πει στο δεύτερο συρτάρι σου, αλλά δεν ήταν εκεί» του λέω και σταυρώνω τα χέρια στο στήθος. Τον κοιτάω αλλά δεν αντιδράει. Πώς γίνεται να μην έχει καταλάβει αμέσως; Πόσο καλός ηθοποιός είναι; Ο άντρας που αγάπησα πιο πολύ κι από τη ζωή μου, ο άντρας που με έκανε να νιώσω γυναίκα, κάθεται και με κοροϊδεύει μπροστά στα μούτρα μου.
«Ε και;» επιμένει και ξεφυσάω. Ακόμα δεν έχω ξεσπάσει. Δεν έχω κλάψει καθόλου. Είμαι παγωμένη σαν πάνινη κούκλα, αλλά δεν έχω πει κουβέντα σε κανέναν. Το μόνο που έχω κάνει είναι να μαζέψω τα πράγματά μου. Σε λίγη ώρα θα φύγω από εδώ μέσα για τα καλά. Δεν μπορώ να ζήσω άλλο αυτή τη φαρσοκωμωδία.
«Έψαξα και τα υπόλοιπα συρτάρια και συγγνώμη γι’ αυτό» του λέω ειρωνικά επειδή ξέρω ότι του αρέσει να ψαχουλεύουν τα πράγματά του «αλλά ευτυχώς βρήκα λαβράκι».
«Τι στο καλό βρήκες;» επιμένει στο παιχνιδάκι του εκείνος, ξεσφίγγοντας τη γραβάτα του. Δείχνει να ασφυκτιά αλλά λίγο με νοιάζει αυτή τη στιγμή. Κάτι μου λέει όμως ότι έχει καταλάβει.
«Βρήκα τα χαρτιά της μεταβίβασης και την αίτηση διαζυγίου» του λέω και βάζω την παλάμη μου πάνω στο στόμα. Θα κάνω εμετό αν δεν πάρω μια βαθιά ανάσα και δεν κλείσω τα μάτια μου. Δεν υπάρχει γυρισμός στη συζήτηση αυτή. Ο Ντέιβιντ με κοιτάει εμβρόντητος, αλλά δεν απαντάει. Τα δευτερόλεπτα περνάνε αργά και βασανιστικά. Του αναγνωρίζω ότι δεν προσπαθεί να με πείσει με ψεύτικες δικαιολογίες.
«Και καλά, την αίτηση διαζυγίου την καταλαβαίνω, αλλά η πράξη της μεταβίβασης δεν είναι λίγο…προκλητική;» ρωτάω ανέκφραστη αλλά βράζω. Δεν ξέρω πώς έγινε αυτό, αλλά όλη μου η αγάπη εξαϋλώθηκε. Έγινε κάτι άλλο, πιο βαθύ και πιο σκοτεινό. Έγινε μίσος. Αφόρητο και πηκτό μίσος. Ένα μίσος που έχει πλημμυρίσει τα σωθικά μου και έχει θολώσει την κρίση μου. Μου έκλεψε το μόνο μου περιουσιακό στοιχείο, το δώρο του πατέρα μου. Αλλά κυρίως, μου έκλεψε την καρδιά μου, την έκανε κομμάτια και με κατέστησε συναισθηματικά ανάπηρη. Μετά από αυτόν, δεν πρόκειται να αγαπήσω ξανά. Η καρδιά μου δε θα αντέξει ξανά τόσο πόνο.
«Νόμιζα ότι είναι η καλύτερη λύση δεδομένης της φύσης της σχέσης μας» απαντάει τελικά. Κοιτάζω το όμορφο πρόσωπό του και σκέφτομαι ότι είναι πάλι ο Διάβολος.


Τρίτη, 16 Ιουνίου 2015

διόρθωση

Στο κεφάλαιο 50 υπάρχει ένα λάθος, το οποίο διόρθωσα μετά από επισήμανση της διορθώτριας/δεξιού χεριού/ επιμελήτριας φίλης μου Ελίζας Πάπας η οποία υποφέρει από Asperger και ο εγκέφαλός της ασχολείται αποκλειστικά με την καταμέτρηση μηνών.

Ορθή επανάληψη λοιπόν: Δέκα μήνες είναι μαζί και όχι οκτώ όπως είπα. Τα είχα μπερδέψει λιγάκι. Αν ξαναδιαβάσετε το 50, θα δείτε ενσωματωμένη την αλλαγή.

Φιλιάααα

Κεφάλαιο 51-λέτε ο εμίρης να είναι ο Ρεμί; αχαχαχαχαχα

Είμαι εξαντλημένη από την κούραση και ευτυχώς ο Ντέιβιντ λείπει από το σπίτι. Ενώ ευτυχώς που δεν είναι εδώ γιατί αν με έβλεπε έτσι ράκος θα γκρίνιαζε. Αλλά δυστυχώς που δεν είναι εδώ, γιατί μου λείπει πολύ. Είναι το τρίτο ταξίδι που κάνει για να τελειώσει τη συμφωνία με τον εμίρη. Μου πρότεινε φυσικά να πάω αλλά δεν μπορούσα να πάρω άδεια. Τα πράγματα στη δουλειά έχουν σφίξει πολύ. Έχει περάσει προ πολλού η περίοδος χάριτος και τώρα το αφεντικό μου απαιτεί πολλά από μένα. Δεν είναι λίγες οι φορές που δουλεύω και στο σπίτι, ακόμα και τα Σαββατοκύριακα. Για τις δύο μέρες που ζήτησα άδεια για να πάμε ένα ταξιδάκι με τον Ντέιβιντ στη Βιέννη για τα Χριστούγεννα μού έκανε μούτρα και μου εξήγησε ότι είμαι απαραίτητη για τη δουλειά και ότι δεν μπορώ να φεύγω όποτε θέλω. Προς στιγμήν εκνευρίστηκα, αλλά μετά σκέφτηκα ότι είναι καλό να είσαι χρήσιμη στη δουλειά σου. Και φυσικά εκτίμησα ακόμα πιο πολύ τον Ντέιβιντ, ο οποίος με εκνεύριζε φοβερά, αλλά ήταν τυπικός με τις άδειες. Τελοσπάντων. Περίπου δηλαδή. Κι εκείνος δεν ήθελε να λείπω, αλλά υποπτεύομαι για άλλους λόγους!

Είμαι πολύ ευτυχισμένη. Νιώθω ότι τα χείλη μου έχουν κολλήσει σε ένα μόνιμο χαμόγελο. Ο επιπόλαιος τσακωμός μας για το ταξίδι στο Μπαλί/Νέα Υόρκη/Κορνουάλη κατέληξε σε έναν συμβιβασμό. Τελικά πήγαμε στη Βιέννη και περάσαμε τέλεια. Μόλις γυρίσαμε στολίσαμε το σπίτι χριστουγεννιάτικα και κάναμε μια μικρή δεξίωση για τους φίλους μας. Η ζωή μου μαζί του είναι σαν όνειρο. Νιώθω σαν νεράιδα σε παραμύθι. Δεν μπορώ να θυμηθώ πώς ήταν η ζωή πριν από αυτόν και δε θέλω να φανταστώ τη ζωή χωρίς εκείνον. Δεν είναι μόνο η άνετη ζωή που μου προσφέρει, ούτε η φροντίδα και το καταπληκτικό σεξ. Είναι αυτή η μοναδική οικειότητα, η άνεση του να μπορείς να διαβάζεις ένα βιβλίο στην αγκαλιά του ενώ εκείνος χαζεύει τηλεόραση ή πληκτρολογεί κάτι στο λάπτοπ του. Είναι το πρωινό που του ετοιμάζω κάθε πρωί για να περάσουμε λίγο χρόνο μαζί πριν φύγουμε για δουλειά, είναι τα τρυφερά μηνύματα που μου στέλνει όταν έχει κενό, είναι ο τρόπος που με κοιτάζει όταν κάνουμε έρωτα, ο τρόπος που η σκέψη του συντονίζεται με τη δική μου.

Και δεν είμαι μόνο εγώ. Κι αυτός νιώθει έτσι. Δε μιλάει πολύ για τα συναισθήματά του. Δεν έχουμε μιλήσει για την «επέκταση» της σχέσης μας μετά το πέρας του χρόνου, αλλά το βλέπω ότι είναι κι αυτός δεμένος μαζί μου. Μιλάει για το μέλλον, με ρωτάει τη γνώμη μου για τις επενδύσεις που κάνει, ζητάει τη συμβουλή μου για θέματα οικογενειακά. Μαζί διαλέξαμε ένα μικρό διαμέρισμα που αγόρασε πρόσφατα στη Νέα Υόρκη, μαζί πηγαίνουμε στις κοινωνικές υποχρεώσεις του, μαζί σε όλα και παντού. Έχω προσπαθήσει πολλές φορές διακριτικά να ανακινήσω το θέμα του γάμου μας, αλλά δεν απαντάει ποτέ κάτι συγκεκριμένο. Με τρώει το άγχος και έχω αρχίσει να φοβάμαι πολύ, αλλά από την άλλη είναι τόσο καλός μαζί μου που δεν μπορώ να φανταστώ την περίπτωση να μου ανακοινώσει ότι χωρίζουμε το πρώτο δεκαήμερο Φεβρουαρίου, ακριβώς ένα χρόνο μετά το γάμο μας.

Βγάζω τα ρούχα μου και αφού βάζω ένα ποτήρι κόκκινο κρασί και ετοιμάζω ένα τοστ με τυρί και γαλοπούλα, βυθίζομαι στον καναπέ και χαζεύω λίγη τηλεόραση. Ο Ντέιβιντ θα με πάρει τηλέφωνο σε μία ώρα που θα τελειώσει τη συνάντηση με τον εμίρη. Λογικά θα μου πει αν θα έρθει αύριο ή μεθαύριο. Ελπίζω αύριο, γιατί μου λείπει.

Ανοίγω το λάπτοπ μου και ετοιμάζω μια παρουσίαση για τη δουλειά. Πριν πάω στο γραφείο πρέπει να περάσω από το γραφείο του Ντέιβιντ. Έχω αφήσει ένα φάκελο με παλιές παρουσιάσεις στο πρώην γραφείο μου και θέλω να τις έχω μαζί μου. Έχω συνεννοηθεί με την Κέιτλιν και μου είπε πού να ψάξω γιατί θα πάω νωρίς και δε θα είναι εκεί. Μετά θα πάρω ένα ταξί γιατί θέλω να φτάσω νωρίς στη δουλειά μου. Στις δέκα περιμένουμε μια ομάδα από Ιάπωνες για να τους κάνουμε μια προσφορά και θέλω να είναι όλα έτοιμα.

Το τηλέφωνό μου δονείται αλλά δεν είναι ο Ντέιβιντ. Η ώρα είναι οκτώ. Είναι η Ιλέιν. Ακούω τη χαρούμενη φωνή της και χαμογελώ ασυναίσθητα. Η Ιλέιν έχει μεταδοτικό ενθουσιασμό. Μου εξηγεί με αστραπιαία ταχύτητα ότι ο Μαξ την στύβει στη δουλειά και ότι θα τον καταγγείλει στην επιθεώρηση εργασίας. Γελάω. Όλο αυτό το δράμα για μισή ώρα υπερωρία. Επειδή χρειάστηκε να ακυρώσει το ραντεβού με το κομμωτήριο! Έπρεπε να δουλέψει μία βδομάδα με τον αδερφό της για να καταλάβει τι σημαίνει ανάποδο αφεντικό. Της υπόσχομαι να μιλήσω στον Μαξ και ηρεμεί κάπως. Τι θα πω στον Μαξ, δεν έχω ιδέα, αλλά πρέπει να κάνω μια προσπάθεια. Μετά τηλεφωνώ στη μητέρα μου. Είναι πολύ καλά στην υγεία της και είναι πολύ χαρούμενη γιατί την έχει επισκεφτεί ο αδερφός μου αυτές τις μέρες. Ίσως έπρεπε να πάω κι εγώ να τους δω λιγάκι αλλά δε θέλω να χάσω δευτερόλεπτο από τον Ντέιβιντ.



Λίγο πριν ξαπλώσω χτυπάει το κινητό μου. Είναι εκείνος. Μου λέει ότι θα γυρίσει αύριο βράδυ και ότι του λείπω. Θέλω πολύ να του πω ότι τον αγαπώ αλλά κρατιέμαι. Θα το κάνω μόλις γυρίσει αλλά θέλω να είναι μπροστά μου όταν το κάνω. Θέλω να δω τα μάτια του, να προσπαθήσω να αποκρυπτογραφήσω το βλέμμα του. Να δω αν έχω ποτέ ελπίδα να ακούσω κι εγώ κάτι παρόμοιο από τα χείλη του. «Θα τα πούμε αύριο, μωρό μου» λέει βραχνά και ανατριχιάζω ολόκληρη. Σ’αγαπώ, σ’αγαπώ, σ’αγαπώ. «Ανυπομονώ!» του λέω τελικά και το κλείνουμε απρόθυμα.

κεφάλαιο 50-better late than never

«Δεν είσαι με τα καλά σου!» μου γελάει και εγώ σταυρώνω τα χέρια στο στήθος προσπαθώντας με δυσκολία να συγκρατήσω τα γέλια μου. Ο τρόπος που αντιδράει στις ιδέες μου είναι πολύ δραματικός. Δεν ξέρω αν το εννοεί το «όχι» όταν μου το λέει, αλλά έχει πλάκα όταν μου αρνείται κάτι. Σπάνια ευτυχώς.
«Γιατί να μην πάμε να κάνουμε κάμπινγκ; Πάρε και ασφάλεια μαζί σου» λέω και στυλώνω τα πόδια στο έδαφος. Με κοιτάει μπερδεμένος.
«Μα καλά, θα πάρουμε δηλαδή μια σκηνή και δύο σωματοφύλακες για να πάμε να κατασκηνώσουμε στη μέση του πουθενά;» με ρωτάει. «Αν θες, πάμε μερικές μέρες στο Μπαλί» προτείνει λες και είναι εύκολο.
«Εγώ σου προτείνω ένα Σαββατοκύριακο. Όχι να ξενιτευτούμε!» του λέω. Γουρλώνει τα μάτια. Δείχνει μπερδεμένος.
«Γιατί τώρα;» επιμένει. Έχει ξανακάνει πολλές φορές την ερώτηση αυτή από τη στιγμή που του πρότεινα να πάμε Κορνουάλη και αποφεύγω την απάντηση. Αλλά ίσως είναι ώρα να προσπαθήσω να του εξηγήσω.
«Ήταν πολύ δύσκολη η προηγούμενη περίοδος, αγάπη μου» του λέω ξαφνικά τρυφερά και μαλακώνει η φωνή μου. Τον βλέπω να κατεβάζει το βλέμμα φευγαλέα, αλλά να ανακτά αμέσως την αυτοκυριαρχία του. «Πρώτα έφυγε η γιαγιά σου και μετά, εσύ… δυσκολεύτηκες να αποδεχτείς τη νέα κατάσταση. Έχουν περάσει τέσσερις μήνες και μπορεί να μην το καταλαβαίνεις εσύ αλλά εγώ σε βλέπω. Έχεις αλλάξει. Είσαι πιεσμένος, νευρικός, εύθικτος. Καταβαίνω ότι πενθείς, αλλά πρέπει να φύγουμε λιγάκι. Να ξεσκάσεις».
«Πάμε στο Μπαλί, τότε» επιμένει.
«Σκέφτηκα να πάμε να κάνουμε κάτι διαφορετικό. Να ζήσουμε λίγο στη φύση, να δούμε τα όριά μας» λέω θαρρετά. Κάνει μια γκριμάτσα.
«Και πού θα πηγαίνουμε τουαλέτα; Μα τι χαζή ιδέα είναι αυτή; Αγάπη μου, δεν είναι ανάγκη να ταλαιπωρηθούμε για να ξεχάσω πόσο δύσκολοι ήταν οι προηγούμενοι τέσσερις μήνες. Είμαι καλά τώρα, αλήθεια».
«Δεν κοιμάσαι τα βράδια καλά, Ντέιβιντ. Ξέρω τι συμβαίνει. Σε βλέπω. Δουλεύεις πολύ και ξεκουράζεσαι ελάχιστα».
«Πρώτη φορά χάνω κάποιον δικό μου. Ήρθα αντιμέτωπος με πολλές αλήθειες. Η ζωή είναι τόσο σύντομη, Ελίζαμπεθ. Αύριο, σήμερα, τώρα, μπορεί να πάθω κάτι. Και δεν έχω κάνει τόσα πολλά…» λέει και τον διακόπτω.
«Πάντα υπάρχει κάτι που δεν έχεις κάνει, αλλά πίστεψέ με, είναι πολλά αυτά που έχεις ήδη κάνει».
«Σαν τι; Έβγαλα λεφτά;» με ρωτάει.
«Δεν ξέρω τι θες να ακούσεις. Είσαι μια χαρά και όλα θα πάνε καλά. Η γιαγιά σου ήταν πλήρης ημερών και σου εύχομαι να ζήσεις κι εσύ τα χρόνια της και περισσότερα, αλλά με κέφι. Όχι με μούτρα ως το πάτωμα».
«Όχι και μούτρα! Απλώς είμαι λίγο θλιμμένος» παραδέχεται επιτέλους. Τέσσερις μήνες έχω βαρεθεί να ακούω «δεν έχω τίποτα» ή «όχι, όχι, καλά είμαι, απλώς είμαι κουρασμένος».
«Ε πάμε τότε ένα ταξιδάκι» τον τσιγκλάω. Ξεφυσάει ανυπόμονα.
«Εγώ Κορνουάλη δεν πάω. Αν θες, πάμε Νέα Υόρκη για ψώνια» προτείνει.
«Τι ψωνάρα, Θεέ μου» αντιδρώ. Τι τον έχει πιάσει με το κτήμα και δε θέλει ούτε να ακούει γι’ αυτό; Θα πήγαινα μόνη μου αλλά πλέον έχουν μείνει δύο μήνες μέχρι το τέλος του χρόνου μας μαζί και θέλω να περνάω μαζί του κάθε στιγμή. Πολλές φορές έχω φτάσει στο τσακ να του παραδεχτώ την αγάπη μου αλλά δεν το έχω κάνει. Από εγωισμό, ντροπή, δεν ξέρω. Αλλά δεν το έχω κάνει ακόμα. Ούτε αυτός. Αν και πολύ αμφιβάλλω ότι νιώθει όπως εγώ. Είναι υπέροχος σύντροφος, τρυφερός και περιποιητικός. Αλλά μέχρι εκεί.
«Ντύσου να πάμε να φάμε έξω» μου λέει τελικά, μετά από μια μακριά σιωπή. Κοιτάω το τζιν που φοράω και το μακό μακρυμάνικο. Ανασηκώνω το φρύδι προκλητικά.
«Πάμε σε κανένα φαστ φουντ. Εσύ άλλαξε» λέω κοιτώντας τον σταθερά. Φοράει ένα γκρι σακάκι και λευκό πουκάμισο. Τον τελευταίο καιρό δουλεύει τόσο πολύ που νιώθω ότι έχω μήνες να τον δω με τζιν ή με φόρμα.
Ξεφυσάει νευρικά και ανεβαίνει δύο δύο τα σκαλιά. Σε μερικά λεπτά κατεβαίνει φορώντας ένα στενό τζιν και ένα φανταστικό ραφ πουλόβερ. Πόσο ωραίος, σκέφτομαι. Άντε να συγκεντρωθώ τώρα.
«Πάμε να φάμε και φαλάφελ στο χέρι, αλλά Κορνουάλη δεν πάω» λέει σαν πεισματάρικο παιδί χωρίς να με κοιτάει. Παίρνει τα κλειδιά του αυτοκινήτου στο χέρι και τα παίζει νευρικά. Τον πλησιάζω και τον αγκαλιάζω από πίσω. Σφίγγεται και μετά χαλαρώνει.
«Εγώ είμαι εδώ» του ψιθυρίζω. Ακουμπάω το κεφάλι μου στην πλάτη του και αφουγκράζομαι τον ρυθμό του κορμιού του. Μου θυμίζει πληγωμένο πουλί και τον αγαπώ πιο πολύ όταν είναι αδύναμος.
«Για πόσο;» ψιθυρίζει μέσα από σφιγμένα δόντια. Τον αγκαλιάζω πιο δυνατά, τον χαϊδεύω, προσπαθώντας να βρω κάτι όμορφο να απαντήσω. Κάτι όμορφο που να μην μπερδεύει τα πράγματα. Διάολε, περπατάω σε ναρκοπέδιο δέκα μήνες τώρα.
«Για όσο με θες» απαντάω, πετώντας το μπαλάκι στο γήπεδό του. Αποφεύγουμε τη συζήτηση εδώ και καιρό, αλλά έπρεπε να ανοίξουμε τα χαρτιά μας. Ελπίζω να κατάλαβε ότι είμαι εκεί αν με θέλει. Για όσο με θέλει. Ακούγεται σχεδόν απελπισμένο, αλλά έτσι είναι. Ντρέπομαι, αλλά όσο με θέλει θα είμαι εκεί.

Απλώς δεν θα ξέρω τι να κάνω όταν με κουραστεί…



Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2015

κεφάλαιο 49-ο χάρος βγήκε παγανιά...

«Αγάπη μου, είναι μεγάλη γυναίκα…» του λέω κρατώντας το χέρι του, αλλά η απαλή φωνή μου, το ήρεμο χάδι και η απερίσπαστη προσοχή μου δεν φτάνουν για να απαλύνουν τον φόβο του. «Το ξέρουμε εδώ και καιρό ότι η υγεία της είναι κλονισμένη. Και θυμάσαι τι μας είπε την τελευταία φορά που μας είδε. Ότι όταν φύγει από κοντά μας, θα είναι ευτυχισμένη γιατί έφυγε γεμάτη» λέω, αλλά ξέρω ότι δεν με ακούει. Η γιαγιά του μπήκε χθες το βράδυ στην εντατική μετά από έναν οξύ πόνο στο στήθος. Οι γιατροί πηγαινοέρχονται στο δωμάτιό της αλλά κανείς δε μας λέει τίποτα. Μόνο ότι η κατάσταση είναι σοβαρή. Όλοι γνωρίζουμε ότι η γιαγιά μάλλον δε θα τα καταφέρει αυτή τη φορά, αλλά ο Ντέιβιντ δε δείχνει συμφιλιωμένος με την ιδέα. Ο Λιούις και η γυναίκα του είναι αμίλητοι. Ακόμα και η Ιλέιν έχει κρύψει το κεφάλι της μέσα στα χέρια της και παίρνει βαθιές ανάγκες. Μόνο εγώ διατηρώ κάπως την αυτοκυριαρχία μου.
«Δεν καταλαβαίνεις» μου λέει για εκατοστή φορά και μάλλον έχει δίκιο. «Εμένα αυτή η γυναίκα με μεγάλωσε. Ο,τι είμαι σήμερα το οφείλω σε εκείνη. Αν πάθει κάτι, θα είναι σαν να πεθαίνει μαζί της και η παιδική μου ηλικία. Είμαι 37 χρονών και ακόμα και προχθές που μιλήσαμε με ρώτησε αν τρώω καλά» μου λέει και γελάει πικρά. Του χαμογελάω με κατανόηση. Η γιαγιά του είναι μια μοναδική κυρία. Είναι λογικό να νιώθει έτσι.
«Θα ζει πάντα μέσα σου» λέω ήρεμα. Δεν απαντάει παρά μόνο μετά από αρκετά δευτερόλεπτα.
«Σε ευχαριστώ που είσαι εδώ» λέει βραχνά και τον σφίγγω. Δείχνει πολύ κουρασμένος, σωματικά και ψυχολογικά. Πρώτη φορά δεν έχω ιδέα πώς μπορώ να τον ανακουφίσω.

Οι ώρες περνάνε αργά και κανείς δε μας λέει τίποτα. Ο Λιούις γκρινιάζει ασταμάτητα ότι δίνουν ένα σωρό λεφτά σε δωρεές στο «καταραμένο νοσοκομείο» και ότι κανείς δεν τους ενημερώνει για την πορεία της. Ίσως έχει δίκιο, αλλά ποιος μπορεί να εγγυηθεί το οτιδήποτε σε αυτή τη φάση;

«Θέλει να σας δει» ακούμε ξαφνικά τη φωνή μιας νοσοκόμας, που αν είναι ποτέ δυνατόν, χαμογελάει στον Ντέιβιντ. Μπράβο, κορίτσι μου, σκέφτομαι. Ωραία ώρα διάλεξες για φλερτ.
Ο Ντέιβιντ σηκώνεται αμέσως και οι γονείς του τον ακολουθούν.
«Μόνο τον εγγονό της ζήτησε» λέει η κοπέλα και ο Ντέιβιντ μού κάνει νόημα να τον ακολουθήσω. Διστάζω. Τι θέση έχω εκεί μέσα; Είναι ένα ψέμα όλο αυτό που στήσαμε. Για χάρη της έγινα η πιο ευτυχισμένη γυναίκα στον κόσμο. Αλλά για πόσο; Αν αυτή η γυναίκα πάθει κάτι… η σχέση μας θα τελειώσει; Μα πώς σκέφτομαι έτσι; Ντρέπομαι για τον εαυτό μου, αλλά δεν τον χόρτασα. Έχουν περάσει έξι μήνες από το γάμο μας και κάθε μέρα τον αγαπώ πιο πολύ, κάθε μέρα έρχομαι πιο κοντά του. Δε θα το αντέξω αν αποφασίσει να βάλει τέλος στη φαρσοκωμωδία.

Με πιάνει από το χέρι και με οδηγεί στο λιτό μονόκλινο δωμάτιο. Η γιαγιά του είναι συνδεδεμένη με πολλά διαφορετικά μηχανήματα και είναι χλωμή. Πολύ χλωμή. Χαμογελάει αχνά όταν μας βλέπει. Ακουμπάει το χέρι του Ντέιβιντ και εκείνος ριγεί από συγκίνηση.
«Ήθελα να δω εσένα, γιατί ξέρω ότι μόνο εσύ λυπάσαι ειλικρινά» του λέει σχεδόν ψιθυριστά. Ο Ντέιβιντ κάνει να αντιδράσει αλλά του σφίγγει το χέρι για να σταματήσει.
«Θυμάσαι που σου διάβαζα το παραμύθι με την πριγκίπισσα Ελιζαμπέτα;» του λέει εκείνη και κοιτάω απορημένη τον άντρα μου. «Είμαι πολύ ευτυχισμένη που τη βρήκες τελικά».
Η γιαγιά του κλείνει τα μάτια για λίγο αλλά τα ξανανοίγει. Αναπνέει βαθιά, με δυσκολία. «Αυτό που έχετε εσείς οι δύο…» μας λέει και κοιτάει πιο πολύ εμένα, μιλώντας με τόνο διδακτικό, «είναι ένα μικρό θαύμα. Δεν ξέρω τι σας έφερε κοντά, αλλά ελπίζω να μη χωρίσετε ποτέ» λέει αποκαμωμένη. Ο Ντέιβιντ γυρνάει προς το μέρος μου και με κοιτάει με ένα μείγμα ευθυμίας και μελαγχολίας στα μάτια. Η γιαγιά αποκοιμιέται και βγαίνουμε από το δωμάτιο.
«Άκουσες τι είπε η γιαγιά μου. Πρέπει να μείνουμε μαζί για πάντα» μου λέει πειρακτικά. Αλλά κάτω από τον εύθυμο τόνο, διακρίνω τη βαθιά θλίψη. Προσπαθώ να αλαφρύνω κι εγώ την ατμόσφαιρα.
«Τι εννοούσε για την πριγκίπισσα η γιαγιά σου;» ρωτάω με τα χέρια στην μέση. Εκείνος αποφεύγει να απαντήσει και μου προτείνει έναν καφέ. Επιμένω.
«Όταν ήμουν μικρός μού διάβαζε ένα παραμύθι με μια πριγκίπισσα. Την έλεγαν Ελιζαμπέτα και ήθελα να την παντρευτώ» μου λέει τελικά και χαμογελάει. Νιώθω ότι ανακουφίστηκε που μίλησε με τη γιαγιά του. Ο,τι κι αν συμβεί από εδώ και πέρα, είναι σαν να έχουν αποχαιρετιστεί οι δυο τους. Αυτό ήταν που τον τρόμαζε. Η ιδέα να τη χάσει πριν της μιλήσει τελευταία φορά.
«Το ήξερα ότι με ήθελες από την πρώτη φορά που με είδες!» λέω θριαμβευτικά. Οι γονείς του μας κοιτάνε που μιλάμε εύθυμα. Ανακουφίζονται και αυτοί που ο Ντέιβιντ νιώθει καλύτερα.
«Από πού προέκυψε αυτό;» με ρωτάει ο άντρας μου και γελάω με το ψέμα του.
«Αμέσως άρχισες να με λες Ελιζαμπέτα!» του θυμίζω.
«Απλώς μου αρέσει το όνομα» λέει σοβαρά.
«Παραδέξου ότι ήθελες να με παντρευτείς γιατί σου θύμιζα πριγκίπισσα. Παραδέξου ότι όταν με είδες σου έκοψα την ανάσα» τον τσιγκλάω.
"Όταν σε πρωτοείδα ήσουν μωρό" μου θυμίζει και παίρνω μια βαθιά ανάσα.
"Και τώρα δεν είμαι;" τον πειράζω ανελέητα. Δεν απαντάει. Απλώς με αγκαλιάζει από τους ώμους και με οδηγεί προς το ασανσέρ. Πάμε να πιούμε καφέ. Δείχνει λίγο πιο ήρεμος. Μέσα στο ασανσέρ με φιλάει πεινασμένα.


«Ελιζαμπέτα μου...» μου ψιθυρίζει στο αυτί και οι πόρτες ανοίγουν διακόπτοντας το ερωτικό παιχνίδι μας. Εγώ όμως έχω πάρει τις απαντήσεις μου.

Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2015

κεφάλαιο 48-ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια!

Η δεξίωση στην πρεσβεία της Γαλλίας είναι ένα γεγονός που δε χάνω ποτέ. Εδώ μέσα έχω κλείσει όσες συμφωνίες δεν έχω κλείσει σε τραπέζια συνεδριάσεων, γήπεδα γκολφ και επαγγελματικά δείπνα. Οι άνθρωποι που έρχονται συνήθως είναι νεαροί επιχειρηματίες αλλά και μεσίτες, πολιτικοί και διανοούμενοι. Όλοι χρειάζονται κάτι από μένα. Είτε αυτό είναι ένα καινούργιο σπίτι είτε μια ανακαίνιση σε ένα επαγγελματικό κτίριο είτε μια επένδυση σε γη.

Απόψε έχω ήδη μιλήσει με δύο άτομα που έδειξαν μεγάλο ενδιαφέρον να συνεργαστούμε. Οι δουλειές μου πάνε πολύ καλά. Ο πατέρας μου έχει σχεδόν σταματήσει να γκρινιάζει που άφησα την επιχείρησή του για να ασχοληθώ με κάτι δικό μου. Από τη μία ένα αφιέρωμα στο Forbes και από την άλλη το άνοιγμά μου στην Ανατολή μάλλον τον έπεισαν ότι είμαι πιο ικανός από αυτό που πίστευε. Δε θέλω να είμαι αχάριστος όμως. Πέρα από τον αδιάκοπο αγώνα μου για να πετύχω, τη δίψα για την επιτυχία και την αναγνώριση, η Ελίζαμπεθ στάθηκε δίπλα μου σε όλο αυτό με έναν τρόπο καταλυτικό. Πρώτα ως γραμματέας μου και τώρα ως σύζυγος και συμβουλάτοράς μου. Πολύ συχνά τα βράδια αναλύουμε μαζί τις επιχειρηματικές μου ιδέες και οι συμβουλές της είναι πάντα πολύτιμες. Βλέπει τα πράγματα με ένα φρέσκο, πιο τολμηρό τρόπο και αυτό με βοηθάει να αποτινάξω τις συντηρητικές ιδέες μου. Είναι φοβερή. Όταν δούλευε για μένα δεν εκτιμούσα το τεράστιο ταλέντο της, μάλλον επειδή με αποσπούσε η ομορφιά της, αλλά τώρα που τη θέση της έχει πάρει η Κέιτλιν, μπορώ να συγκρίνω. Η γυναίκα μου ήταν και είναι η πιο άξια συνεργάτιδα που είχα ποτέ.

Η γυναίκα μου…Επαναλαμβάνω τη λέξω μέσα μου και η καρδιά μου φουσκώνει από περηφάνια. Όταν περάσαμε το κατώφλι της πρεσβείας απόψε, συνειδητοποίησα ότι έρχομαι πρώτη φορά σε αυτό το γεγονός συνοδευόμενος από μια γυναίκα. Αλλά άξιζε η αναμονή. Όλες οι γυναίκες εδώ μέσα είναι τόσο άχρωμες. Κοιτάω τριγύρω μου και αναρωτιέμαι πώς παλιά κοιμόμουν τόσο εύκολα και με τόσες πολλές. Τι τους έβρισκα; Γιατί τώρα όλες μου φαίνονται ίδιες. Έχουν όλες ξανθά μαλλιά ή ακόμα και καστανά, αλλά τα προβλέψιμα σινιόν τους ή το έντονο μακιγιάζ, οι ακριβές τουαλέτες που είναι τόσο περίτεχνες που δείχνουν φτηνές, ο τρόπος που κοιτάνε τριγύρω προσπαθώντας να πετύχουν τον καλό γαμπρό ή να τραβήξουν την προσοχή μού φέρνει αηδία. Η γυναίκα μου, αυτό το τροπικό λουλούδι, διάλεξε ένα γκρι φόρεμα χωρίς πολλά σχέδια και περίεργα κοψίματα και μάζεψε τα μαλλιά της σε ένα απλό πιάσιμο. Το μακιγιάζ της λιτό και απέριττο όπως η ίδια ανέδειξε τα υπέροχα χαρακτηριστικά της. Όταν κατέβηκε στο ισόγειο για να τη βοηθήσω να κουμπώσει το βραχιόλι της ειλικρινά μου κόπηκε η ανάσα. Μου θύμισε ιταλίδα σταρ, τη Σοφία Λόρεν στα νιάτα της, με τα μεσογειακά χαρακτηριστικά και τα σοκολατένια μάτια της. Το να μην τη γδύσω και χάσουμε τη δεξίωση ήταν από τα πιο δύσκολα πράγματα που έχω κάνει.

Της γνέφω από μακριά γιατί μιλάει με μια κοπέλα που γνώρισε απόψε. Εγώ είμαι απασχολημένος γιατί είμαι χορηγός απόψε και πρέπει να υπογράψω κάτι χαρτιά. Κοιτάω τριγύρω μου και βλέπω τον τρόπο που την παρατηρούν όλοι με θαυμασμό. Τη βλέπω να μιλάει άνετα, να γελάει, να χαιρετάει, να συστήνεται. Είναι τόσο όμορφη… Είμαι πολύ περήφανος που είναι γυναίκα μου. Ειλικρινά νιώθω ο πιο τυχερός άντρας στον κόσμο. Είναι τόσο διαφορετική, τόσο ελκυστική. Πώς έχασα τόσο χρόνο; Γιατί δεν ήρθαμε πιο νωρίς πιο κοντά; Χάσαμε πολύ χρόνο. Δεν ξέρω αν με ήθελε κι αυτή, αλλά εγώ…νομίζω πως ναι. Αναψηλαφώ τα συναισθήματα μου και δεν ξέρω πώς ένιωθα τότε, αλλά δεν είναι λογικό να πέρασα  από την απόλυτη αντιπάθεια στην απόλυτη λατρεία. Γιατί αυτό νιώθω. Τη θαυμάζω, τόσο με το σώμα όσο και με το μυαλό μου. Άραγε νιώθουν και οι άλλοι άντρες έτσι για τις γυναίκες τους; Άραγε νιώθει και αυτή έτσι για μένα;

Υπογράφω γρήγορα τα τελευταία χαρτιά και σπεύδω δίπλα της. Μου χαμογελάει και τα καστανά μάτια της σχεδόν γελάνε. Καλό σημάδι αυτό. Μάλλον νιώθει κι αυτή όπως εγώ. Ελπίζω δηλαδή. Ποτέ δεν είχα αναρωτηθεί κάτι τέτοιο. Ποτέ δε με ενδιέφερε μια γυναίκα τόσο πολύ ώστε να αποζητώ το ενδιαφέρον της.

«Κυρία Ρεντ, έχετε κλέψει καρδιές απόψε» της λέω και της δείχνω φευγαλέα τον κόσμο γύρω. Κάποιοι μας κοιτούν. Την έχω στην αγκαλιά μου και λικνιζόμαστε αργά στον ήχο ενός μπλουζ.
«Δε με νοιάζουν οι άλλες καρδιές» μου ψιθυρίζει. «Μόνο η δικιά σου».
«Θυμάσαι που έλεγες ότι είμαι ένα άκαρδο κάθαρμα;» της λέω χιουμοριστικά. Σφίγγεται πάνω μου.
«Το ξέρεις ότι αυτή η ηλίθια με το μπλε φόρεμα σε κοιτάει εδώ και μισή ώρα;» μου λέει εκνευρισμένη. Α ώστε γι’ αυτό έχει κολλήσει πάνω μου, σκέφτομαι και χαμογελώ. Με διεκδικεί.
«Ζηλεύεις, καρδιά μου;» την πειράζω. Δεν απαντάει. «Ποιος άντρας θα είχε μάτια για άλλη γυναίκα αν ήταν παντρεμένος με σένα;»
«Μπορεί όχι τώρα, αλλά αν με βαρεθείς…» ψελλίζει. Ανασφάλεια; Η Ελίζαμπεθ;
«Ελιζαμπέτα, είμαι τυφλός. Δε βλέπω γυναίκες. Βλέπω μόνο εσένα» την κοιτάω βαθιά και ελπίζω να την πείθω. Δε θέλω να φοβάται.
«Κι αυτός εκεί με το παπιγιόν σε κοιτάει» σουφρώνει τα χείλη. Έχει πλάκα η γυναίκα μου.
«Α εντάξει, για αυτόν θα κάνω μια εξαίρεση» της λέω και γελάμε μαζί. Ο κόσμος μας κοιτάει ξανά.
«Ξέρεις κάτι;» τη ρωτάω και γέρνει το κεφάλι της προς τα πίσω ώστε να με κοιτάει καλύτερα. «Τρελαίνομαι που έχεις το όνομά μου. Με τιμάει απίστευτα» της εξομολογούμαι και μου γουργουρίζει στο αφτί ερωτόλογα. Το κορμί μου ανταποκρίνεται άμεσα. Μου ανήκει 100%. Η κτητικότητά μου με τρομάζει. Θέλω να είναι δική μου πάντα.
«Να δω πώς θα ξεκολλήσουμε τώρα» την ακούω να γελάει…





Παράκληση

Να γυρνάω σπίτι 23:30, να έχω τα προβλήματά μου, να έχω τα μέιλ σας "θα ανέβει σήμερα κεφάλαιο" και να κάθομαι σαν τον Δράκουλα να γράφω κεφάλαιο με το ζόρι, συγγνώμη κιόλας αλλά δεν το θέλει ούτε ο Θεός.
Λίγη φειδώ στα μηνύματα, γιατί έχω αρχίσει και πιέζομαι πολύ.

Πωλίνα

Κεφάλαιο 47-η επιστροφή

«Δε νομίζω ότι μπορεί να γίνει κάτι. Εκτός και αν…δεν ξέρω. Εκτός αν φυτρώσουν μερικοί κοκοφοίνικες ξαφνικά, αν η θάλασσα από κάτω μετατραπεί σε όμορφη πλαζ ως δια μαγείας και αν ο δρόμος ασφαλτοστρωθεί από μόνος του. Α! Και αν φυσικά αυξηθεί κατακόρυφα η ζήτηση για διακοπές στην Κορνουάλη» του λέω την Κυριακή το βράδυ. Καθόμαστε στον καναπέ και έχω απλωμένα τα πόδια μου πάνω στα γόνατά του. Μου κάνει απαλό μασάζ στις πονεμένες πατούσες μου. Το άγγιγμά του είναι μοναδικό. Δύο μέρες έλειψα από κοντά του και μου έλειψε τόσο πολύ που τρόμαξα.
«Μπορώ να βοηθήσω με κάποιον τρόπο;» με ρωτάει τελικά. Δεν έχει μιλήσει πολύ τόση ώρα. Απλώς με ακούει να περιγράφω το χώρο και να του λέω πώς πέρασα με την Ερικα.
«Τι τρόπο, Ντέιβιντ;» ρωτάω με τη σειρά μου. «Αν εννοείς να πετάξεις χρήματα για να το μετατρέψεις σε δεν ξέρω κι εγώ τι, η απάντηση είναι όχι» λέω αποφασιστικά. Και το εννοώ. Δε θέλω να ανακατευτεί σε όλο αυτό καθόλου.
«Δεν ξέρω τι να πω. Είναι η περιουσία σου και ίσως θέλεις λίγο σπρώξιμο. Αλλά είναι περίεργη η θέση μου. Δε θέλω να προτείνω κάτι, αλλά από την άλλη θέλω να είσαι και οικονομικά ανεξάρτητη» μου λέει. Του χαμογελάω και εκείνος ανταποδίδει. Τα κατάλευκα δόντια του λάμπουν σαν μαργαριτάρια. Δε θα χορτάσω ποτέ την ομορφιά του.
«Έχω τη δουλειά μου και αρκετά λεφτά στην τράπεζα» του θυμίζω. Το ποσό που μου κατέθεσε φτάνει και περισσεύει για να είμαι άνετα.
«Ναι, αλλά τα χρήματα είναι σαν εθισμός. Όσο πιο πολλά τόσο πιο καλά» μου λέει.
«Όχι για μένα, Ντέιβιντ» απαντάω σοβαρά. «Και δε θα έπρεπε να είναι ούτε για σένα. Υπάρχουν πιο σημαντικά πράγματα σε αυτή τη ζωή. Όπως αυτή η στιγμή εδώ» του θυμίζω.
«Υποτιμάς τη δύναμη του χρήματος» λέει.
«Δε μου αρέσει η τροπή αυτής της συζήτησης» προσπαθώ να ελέγξω τον θυμό μου. «Και νιώθω πολύ άβολα να μιλάμε για λεφτά. Αν για σένα είναι παιχνίδι το κυνήγι του πλούτου, οκέι, το δέχομαι. Αλλά εγώ δεν είμαι έτσι. Δε θα βγάλω από τη μύγα ξύγκι».
«Εγώ απλώς ήθελα να βοηθήσω» λέει παραιτημένος. «Αν έχεις κάποια ιδέα αργότερα, μην διστάσεις να μου το πεις. Θα ελέγξουμε αν η επένδυση αξίζει και θα την κάνουμε».
«Με τρελαίνει ο α’ πληθυντικός» λέω ξερά, αν και η καρδιά μου πεταρίζει. Μου αρέσει πολύ ότι λειτουργούμε σαν ζευγάρι κι ας είναι προσωρινό όλο αυτό.
«Λυπάμαι, αλλά εγώ έτσι σκέφτομαι» μου λέει έντονα και χαμηλώνει την ένταση της μουσικής. Ξαφνικά σοβάρεψε. «Αν θέλουμε να πετύχει η σχέση μας πρέπει να λειτουργούμε σαν ένα».
«Σε μένα το λες; Εγώ έχω ξανακάνει σχέση» πετάω και μετά δαγκώνομαι. Γιατί το είπα αυτό;
«Άργησα λιγάκι, αλλά άξιζε» μου λέει χαμογελαστός και κοκκινίζω. Ξέρει ότι με αποστόμωσε και το απολαμβάνει.
«Κόλακα…» γουργουρίζω και πεταρίζω τις βλεφαρίδες μου παιχνιδιάρικα. Τον αγαπώ. Είμαι τρελή για εκείνον.
«Οπότε για να κλείσει το θέμα εδώ, αποφασίζεις να μην ασχοληθείς;» ρωτάει ήρεμα.
«Προς το παρόν ναι. Έχω πιο σημαντικά πράγματα στο νου μου και δε σκοπεύω να επιστρέψω εκεί σύντομα» λέω.
«Σημαντικά πράγματα όπως;» με ρωτάει πονηρά και με μια απότομη κίνηση, με τραβάει κοντά του. Σε μερικά δευτερόλεπτα κάθομαι ολόκληρη πάνω στα γόνατά του με τα χέρια μου τυλιγμένα γύρω από τον λαιμό του.
«Ε να…είναι η καριέρα μου…» λέω.
«Και;» με ρωτάει με ανασηκωμένο το φρύδι.
«Και θέλω και να ξεκινήσω και γαλλικά…»
«Και τι άλλο;» επιμένει και με φιλάει απαλά στο λαιμό. Τόσο όσο για να πάρω φωτιά ολόκληρη.
«Και έλεγα να αλλάξω λίγο τη διακόσμηση εδώ μέσα γιατί τα χρώματα είναι λίγο μουντά» σουφρώνω τα χείλη μου.
«Και τι άλλο;» γελάει με τις υπεκφυγές μου.
«Ε καλά…» ξεφυσώ και τον φιλάω στα χείλη. «Θέλω να ασχοληθώ και λίγο με τον άντρα μου».

«Τώρα μιλάς σωστά» λέει και βαθαίνει το φιλί μας.


Τρίτη, 9 Ιουνίου 2015

κεφάλαιο 46-στα όρη στ'άγρια βουνά

«Φιλενάδα, δεν ξέρω τι να σου πω» μου λέει η Ερικα  μπερδεμένη και ξεκαρδιζόμαστε και οι δύο στα γέλια. Μόλις φτάσαμε στο σημείο όπου θεωρητικά ξεκινάει η έκτασή μου και είμαστε κατάκοπες. Παρκάραμε κάπου δύο χιλιόμετρα μακριά επειδή φοβόμουν να οδηγήσω στους καρόδρομους και χαλάσω καινούργιο αμάξι. Ο Ντέιβιντ μού φώναξε στο τηλέφωνο ότι έπρεπε να πάρω το SUV μας και ότι αυτός είχε δίκιο αλλά εγώ ποτέ δεν τον ακούω. Προσπάθησα να μην τσακωθώ μαζί του κατανοώντας ότι ένα μείγμα ανησυχίας και λύπης που λείπω είναι αυτό που τον έκανε τόσο νευρικό.
Σκουπίζω το μέτωπό μου με ένα χαρτομάντιλο. Είμαι σχετικά γυμνασμένη αλλά η πεζοπορία σχεδόν πάνω σε βράχια με κατέβαλε τελείως. Ευτυχώς είχαμε προνοήσει και φορέσαμε μποτάκια και ένα ισοθερμικό κολάν. Δε βρέχει αλλά κάνει αρκετό κρύο και η υγρασία από την θάλασσα έχει αρχίσει να με ενοχλεί.
«Η αλήθεια είναι ότι είναι λίγο…απογοητευτικό το τοπίο» παραδέχομαι και για μερικά δευτερόλεπτα κοιτάμε τριγύρω προσπαθώντας να βρούμε κάτι ελπιδοφόρο. Το κομμάτι που μου αντιστοιχεί θυμίζει ένα τρίγωνο που έχει χωθεί μέσα στη θάλασσα. Σε όλη την έκταση δεν υπάρχει καθόλου βλάστηση, αλλά τουλάχιστον η θέα είναι πραγματικά πανέμορφη. Δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποιος τρόπος να αξιοποιηθεί αυτό το κομμάτι. Τουλάχιστον όχι χωρίς να αξιοποιηθεί ολόκληρη η τριγύρω περιοχή. Τι να φτιάξω και με τι χρήματα εφόσον δεν υπάρχει δρόμος να έρθω ως εδώ; Θα μου πάει μια περιουσία για να ασφαλτοστρώσω, αν δηλαδή μου δώσουν και άδεια. Είναι εντός σχεδίου το οικόπεδο; Ακόμα και η υποτυπώδης περίφραξη του πατέρα μου έχει καταρρεύσει σε μερικά σημεία. Μόνο το να βάλω σωστή περίφραξη θα πάρει μερικές χιλιάδες λίρες.
«Δεν ξέρεις σε μερικά χρόνια...» μου λέει η Ερικα προσπαθώντας να με ενθουσιάσει. «Άλλωστε μπορεί να βοηθήσει και ο Ντέιβιντ» συμπληρώνει. Γνέφω θετικά, αλλά σκέφτομαι ότι δεν μπορώ να δεχτώ άλλη δεκάρα από εκείνον. Ήδη κάνει πολλά για μένα. Δεν μπορώ να του ζητήσω να με βοηθήσει να κάνω το οικόπεδο κάτι ενώ ταυτόχρονα εκείνος επιμένει ότι δε θέλει να έχει σχέση με αυτό. Ουσιαστικά θα είναι σαν να του ζητάω να μου φτιάξει την προίκα μου.
«Δεν είναι τα λεφτά το θέμα» λέω τελικά. «Απλώς δεν μπορώ να καταλάβω τι μπορεί να γίνει αυτό το μέρος. Τι σκεφτόταν άραγε ο πατέρας μου όταν το αγόρασες;»
«Μπορεί να το είχε κληρονομήσει κι αυτός» μου λέει η Ερικα ενώ βγάζει από το σακίδιό της λίγο νερό και πίνει.
«Μπα, όχι. Η μητέρα μου επιμένει ότι το αγόρασε λίγο μετά το γάμο τους. Εκτοτε σπάνια το επισκεπτόταν αλλά πάντα αγαπούσε αυτό το μέρος. Απορώ».

Περπατάμε πάνω κάτω την έκταση και βγάζουμε χαζές φωτογραφίες. Μία από αυτές τη στέλνω στον Ντέιβιντ. Έχω για φόντο τη θάλασσα και βγάζω τη γλώσσα στο φακό. Μου απαντάει αμέσως ότι είμαι πολύ όμορφη ακόμα και όταν παίρνω αστείες πόζες. Χαμογελάω στην οθόνη. Ο άντρας μου, σκέφτομαι. Ο πιο όμορφος και ο πιο χαρισματικός άντρας του κόσμου είναι δικός μου. Απλώς πρέπει να ηρεμήσω λιγάκι και να μη σκέφτομαι πάντα το χειρότερο σενάριο. Πρέπει να χαλαρώσω. Μου το επαναλαμβάνει κι αυτός συνέχεια. Δε θέλω να είμαι από αυτές τις γυναίκες που συνεχώς αναρωτιούνται από μέσα τους ή φωναχτά «πού πάει αυτή η σχέση», «μήπως με απατάς;» και άλλα τέτοιες σκέψεις που το μόνο που κάνουν είναι να ξενερώνουν το σύντροφό τους και να αποδεικνύουν ότι είναι πολύ ανασφαλείς.

«Πάντως υπάρχει ζωή εδώ τριγύρω» μονολογώ δείχνοντας στην Ερικα μια ομάδα ανθρώπων που βρίσκεται σε απόσταση περίπου 500 μέτρων και κάτι κοιτάει σε κάτι μηχανήματα. Σαν να κάνουν μετρήσεις.
«Ίσως οι γείτονες έχουν ιδέες και μας προλάβουν!» γελάει η Ερικα. «Μπορεί να χτίσουν θέρετρο και να χάσουμε την ευκαιρία». Γελάω κι εγώ μαζί της. Η Ερικα ήταν πάντα η καλύτερη παρέα στα δύσκολα.
«Εσύ γελάς, αλλά αν το σκεφτείς είμαστε δύο γυναίκες μόνες στην άκρη του πουθενά. Είναι λίγο επικίνδυνο όλο αυτό» της θυμίζω.
«Ανάθεμα και αν μας έχουν δει. Αφού κοιτάνε αυτά τα πράγματα και μελετάνε κάτι χαρτιά. Είναι στο χώρο τους κι εμείς στο δικό μας. Πιστεύεις ότι θα έχουν όρεξη να έρθουν ως εδώ να μας βιάσουν και μετά να συνεχίσουν;» γελάει.

Συνεχίζουμε τη βόλτα μας και σταματάμε σε ένα μικρό πλάτωμα να φάμε δύο σάντουιτς που έχουμε φέρει μαζί μας. Ο ήλιος ευτυχώς έχει κρυφτεί πίσω από σύννεφα και δεν μας ενοχλεί. Εγώ συνεχίζω να επιθεωρώ το περιβάλλον. Δεν υπάρχει ούτε ένα επίπεδο σημείο. Ούτε ένα σημείο να πεις ότι μπορείς να στήσεις ένα αντίσκηνο αν σου έρθει η έμπνευση να έρθεις με άλλον έναν τρελό για κάμπινγκ. Τι σκεφτόταν ο πατέρας μου, αναρωτιέμαι και χαμογελώ. Πάντα ήταν άνθρωπος προσεκτικός με τις αποφάσεις του, μετρημένος και προβλέψιμος.

Βγάζω μερικές φωτογραφίες ακόμα και αφού σημειώνω μερικές αποστάσεις που μέτρησα με ένα μηχάνημα που αγόρασα από το ίντερνετ παίρνουμε το δρόμο της επιστροφής. Η ώρα είναι δύο και έχουμε τουλάχιστον μία ώρα περπάτημα ως το αμάξι και μισή ώρα οδήγηση μέχρι το ξενοδοχείο.
«Ευτυχώς που κλείσαμε μασάζ το απόγευμα» λέει η Ερικα εύθυμα. Συμφωνώ μαζί της. Το μόνο που χρειάζομαι μετά από την ταλαιπωρία είναι χαλάρωση και περιποίηση.

Βγάζω το κινητό μου από την τσέπη και κοιτάω. Έχω ένα μήνυμα από τον Ντέιβιντ. Μου λέει ότι θα βγει το βράδυ με τον Μαξ και την Ιλέιν. Η καρδιά μου σκιρτάει με χαρά. Ώστε δεν θα περάσει το βράδυ κάνοντας αχαλίνωτο σεξ με κάποια από τις ορδές θαυμαστριών του. Του απαντάω ότι εγώ τελείωσα και το απόγευμα έχω μασάζ.

«Μου λείπεις, κοριτσάκι μου» μου γράφει και αντιστέκομαι με δυσκολία στην παρόρμηση να φιλήσω την οθόνη.



http://www.ebay.com/bhp/laser-distance-meter




Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2015

κεφάλαιο 45-κορίτσια, χαλαρώστε (παράκληση #234)

«Τι έκανα πάλι;» μου λέει μπαίνοντας στο σαλόνι. Πάνω στον καναπέ έχω αφήσει ένα μικρό σακιδιάκι.  Είναι αυτό που είχα πάρει και όταν πήγα στη μητέρα μου. Αφήνει το χαρτοφύλακά του δίπλα και με φιλάει στο μάγουλο. Έχει πολλή πλάκα αυτός ο άνθρωπος. Ξεκαρδίζομαι με το αστείο του και τον αγκαλιάζω.
«Σου είπα να έρθεις και μου είπες όχι!» του λέω τελικά. Με σφίγγει πάνω του και ακούω την καρδιά του να χτυπάει δυνατά. Λατρεύω αυτόν τον ήχο. Με κάνει να νιώθω ότι δεν είμαι μόνη μου. Ότι σε αυτό το τρελό ταξίδι είμαστε συνοδοιπόροι.
«Κι εγώ νόμιζα ότι με εγκαταλείπεις πάλι» απαντάει. Ποτέ δε μου πέρασε από το μυαλό ότι μπορεί να ένιωσε έτσι κι ας κάνει πλάκα τώρα.
Ποτέ δε θα σε εγκαταλείψω θέλω να του πω, αλλά αντί γι’ αυτό, του δίνω ένα φιλάκι και στρέφομαι στα πράγματά μου. Δεν είμαι σε θέση να χρησιμοποιώ λέξεις όπως «πάντα» και «ποτέ». Η σχέση μας είναι πολύ περίπλοκη.

Σήμερα τέλειωσα σχετικά νωρίς από τη δουλειά και είναι ευκαιρία να ξεκινήσω για Κορνουάλη. Θα φτάσω αργά το βράδυ στο ξενοδοχείο που έκλεισα και το Σάββατο θα πάω να δω το οικόπεδο. Την Κυριακή το πρωί λογικά θα ξεκινήσω την επιστροφή μου. Θα συναντήσω και την Ερικα εκεί. Είναι ευκαιρία αυτό το Σαββατοκύριακο γιατί έχει πάει να επισκεφτεί μια φίλη της που γέννησε και θα περάσουμε χρόνο μαζί. Το ξενοδοχείο μου προσφέρει υπηρεσίες σπα και μασάζ και κανόνισα πλήρη περιποίηση και συνεδρίες ρεφλεξολογίας και για τις δύο μας.

Ο κύριος Χάρντι μού έδωσε αναλυτικές οδηγίες για το πώς να φτάσω στο οικόπεδο γιατί την τελευταία φορά που πήγα ήμουν παιδί και οδηγούσαν οι γονείς μου. Δεν έχω ιδέα τι να περιμένω. Ήταν μια μεγάλη έκταση, άγονη, ανάμεσα σε ξεραΐλα, αλλά τουλάχιστον κοντά στη θάλασσα. Πρέπει λογικά να την περιφράξω αν δεν είναι περιφραγμένη ήδη. Η μητέρα μου λέει ότι ο πατέρας μου είχε κάνει μια υποτυπώδη προσπάθεια αλλά μπορεί να έχει χαλάσει μετά από τόσα χρόνια.

«Δε νιώθω ωραία που θα ταξιδέψεις μόνη σου» μου λέει και με αγκαλιάζει από πίσω ενώ ελέγχω τα μαλλιά μου στον καθρέπτη. «Ούτε που φεύγεις πάλι».
«Πρέπει επιτέλους να πάω να δω το χωράφι ή τελοσπάντων τι είναι. Δεν έχω ιδέα πώς μπορεί να αξιοποιηθεί αλλά σίγουρα αν έχω εικόνα μπορεί να μου έρθει κάποια έμπνευση. Τόσα πράγματα έχουμε δει μαζί. Κόβει πια το μάτι μου» λέω αποφασιστικά. Πάει τόσος καιρός και δεν έχω αξιωθεί να δω τι μου άφησε ο πατέρας μου. Απλώς μου κάνει εντύπωση που δε θέλει να έρθει μαζί μου. Συνήθως δεν είναι τόσο αμετακίνητος.
«Εγώ σου λέω να μην ασχοληθείς. Άσε να δούμε τι θα γίνει με το διαζύγιο και μετά…» μου λέει και παγώνουμε και οι δύο. Δείχνει να ντρέπεται για αυτό που είπε, κι εγώ νιώθω ξαφνικά πολύ νευρική. Καλά περνάμε, είμαστε ευτυχισμένοι μαζί, αλλά η δαμόκλειος σπάθη κρέμεται από πάνω μας. Σπάω την αμηχανία και μιλάω πρώτη.
«Ντέιβιντ, ξέρω ότι δε θες να ανακατευτείς για να μη νομίζω ότι πας να μου φας κάτι, αλλά σε εμπιστεύομαι. Οπότε αν ενδιαφερθείς ποτέ, πες το μου. Αν έχεις καμιά ιδέα, θέλω να την ακούσω» τον παροτρύνω, ελπίζοντας να τον πείσω να έρθει. Στο μυαλό μου τρυπώνει η ιδέα ότι ίσως θέλει να μείνει μόνος το Σαββατοκύριακο. Μήπως έχει κανονίσει κάτι με κάποια; Τον έχω ακούσει δυο τρεις φορές να μιλάει απότομα στο τηλέφωνο, προσπαθώντας να αποτρέψει κάποια από τις πρώην ερωμένες του από το να τον ξανακαλέσει. Αλλά ίσως κάποια κατάφερε να τον πείσει. Ίσως κάποια έχει κανονίσει μαζί του πονηρό Σαββατοκύριακο. Άραγε υπάρχουν τέτοιες γυναίκες; Που ξέρουν ότι είναι παντρεμένος αλλά επιμένουν; Η αλήθεια είναι ότι ο Ντέιβιντ είναι ο άντρας που θα σε έκανε να χάσεις κάθε αναστολή αν έχεις κοιμηθεί έστω μια φορά μαζί του και ξέρεις τι θύελλα μπορεί να σπείρει στο κορμί σου.
«Είναι δική σου περιουσία και αν δεν φαινόταν ύποπτο, θα σου έκανα αμέσως τη μεταβίβαση» μου λέει και κάθεται στον καναπέ άνετα. Μάλιστα, σκέφτομαι. Δε θα έρθει.
«Εσύ…τι θα κάνεις;» τον ρωτάω προσεκτικά. Δεν ξέρω τι περιμένω να μου πει. Ξαφνικά νιώθω πολύ άσχημα που τον αφήνω. Είναι δυνατόν ένας άντρας σαν τον Ντέιβιντ να καταφέρει να γίνει μονογαμικός; Και για πόσο;
«Θα δουλέψω λιγάκι το Σάββατο γιατί έχω μείνει πίσω με τον εμίρη» μου λέει χωρίς να με κοιτάει. «Α! Και ξέχασα να σου πω…» καθαρίζει τη φωνή του. «Ο Χάρντι άφησε κάτι στο γραφείο μου για να υπογράψουμε».
«Γιατί δεν πήρε εμένα;» ρωτάω μπερδεμένη. «Αφού είμαι εγώ η…» σταματάω. Δεν ισχύει. Το ακίνητο ανήκει και στους δυο. Απλώς ίσως περίμενα να τηλεφωνήσει σε μένα επειδή γνώριζε τον πατέρα μου.
«Μου είπε ότι ήταν στην περιοχή. Ανέβηκε και το άφησε στην Κέιτλιν. Δεν είναι τίποτα. Έριξα μια γρήγορη ματιά» λέει χαζεύοντας μια εφημερίδα πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού. «Είναι το τελικό χαρτί μεταβίβασης και στους δύο».
«Μα νόμιζα ότι έχουμε υπογράψει ήδη γι’ αυτό» λέω. Ουφ, αυτά τα νομικά ζητήματα είναι πολύ βαρετά και πολύ μπερδεμένα.
«Έλειπε μια υπογραφή. Δε θυμάσαι που μας το είχε πει ο Χάρντι;»
«Όχι» λέω αλλά δε θυμάμαι κιόλας. Κάτι είχε πει ότι θα τα ξαναπούμε αλλά δε θυμάμαι το λόγο.
«Τι να σου πω…Αν θες, πάρ’ τον να σου εξηγήσει» λέει ήρεμα. Γιατί δε με κοιτάει;
«Όχι, όχι. Όταν γυρίσω, θα υπογράψω ό,τι χρειαστεί. Είσαι σίγουρος ότι δε θες να έρθεις;»
«Απολύτως» μου λέει και με κοιτάει φευγαλέα. Κάτι στο βλέμμα του με μπερδεύει.
«Θα σου λείψω;» τολμάω και τον βλέπω να σηκώνεται από τον καναπέ. Με αγκαλιάζει σφικτά και με φιλάει.
«Πολύ, μωρό μου, αλλά είναι καλό να έχουμε λίγο χρόνο και για τον εαυτό μας» λέει. Έχει δίκιο από τη μία πλευρά αλλά εγώ δεν αντέχω να είμαι μακριά του. Ακόμη και η πιο βαρετή, η πιο ρουτινιάρικη στιγμή μαζί του για μένα είναι απολαυστική. Η ώρα που πίνουμε καφέ το πρωί και εγώ διαβάζω το κουτί από τα δημητριακά ενώ εκείνος κοιτάει τις μετοχές στο τάμπλετ του, η στιγμή που με χαϊδεύει για να κοιμηθώ ή η ώρα που με περιμένει να ετοιμαστώ ξεφυσώντας με καρτερικότητα.
«Με βαρέθηκες κιόλας» σουφρώνω δραματικά τα χείλη. Γελάει μαζί μου.
«Εσύ φεύγεις» μου υπενθυμίζει και με φιλάει ξανά.

Έχω ένα κακό προαίσθημα όταν κλείνω το σακίδιό μου και με βοηθάει να το βάλω στο αμάξι μου. Πριν από μερικές μέρες μου αγόρασε ένα πολυτελές αυτοκίνητο για να μπορώ να κινούμαι με άνεση και ανεξαρτησία. Μου κόπηκε η ανάσα όταν μου έδωσε το κλειδί. Δεν περίμενα ένα τόσο ακριβό δώρο αλλά εκείνος μου είπε ότι θέλει να έχω πάντα τα καλύτερα.
«Να προσέχεις στο δρόμο» μου λέει σχεδόν πατρικά.
«Να είσαι καλό παιδί» του λέω και του κλείνω το μάτι.
Ελπίζω να έπιασε το υπονοούμενο.
Ελπίζω να μην προδώσει την εμπιστοσύνη μου.



Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2015

κεφάλαιο 44-i'm gonna love ya...

«Μάγια του έχεις κάνει;» μου λέει η Ιλέιν ψιθυριστά στο αφτί. Δεν καταλαβαίνω αμέσως τι εννοεί αλλά με το βλέμμα της μου δείχνει τον Ντέιβιντ. Είναι στην άλλη γωνία του σαλονιού, στηριγμένος στο πανύψηλο μαρμάρινο τζάκι των γονιών του και πίνει ένα ακριβό μπέρμπον. Αντί να κοιτάει τον Μαξ όμως, με τον οποίο μιλάει, κοιτάει εμένα. Του χαμογελώ και σηκώνει το ποτήρι του προς το μέρος μου σε μια γλυκιά πρόποση χωρίς λόγια.
«Είμαστε…καλά» παραδέχομαι ντροπαλά στην αδερφή του. Και είναι αλήθεια. Είμαστε πολύ καλά. Οι τελευταίες μέρες είναι σαν όνειρο. Ο Ντέιβιντ είναι πολύ τρυφερός μαζί μου, με φροντίζει και με περιποιείται με κάθε τρόπο. Η καινούργια δουλειά μου είναι πολύ ενδιαφέρουσα και ευτυχώς στο γραφείο είμαστε μόνο νέοι άνθρωποι και περνάμε πολύ καλά παρόλο που πολλές φορές δουλεύουμε 10 ώρες τη μέρα. Ο Ντέιβιντ γκρινιάζει όταν γυρίζω σπίτι μετά από αυτόν αλλά νομίζω ότι κατά βάθος χαίρεται που είμαι καλή σε αυτό που κάνω και έχω φιλοδοξίες.
«Σε κοιτάει συνέχεια. Και όταν δε σε κοιτάει, μιλάει για σένα» γελάει η Ιλέιν και τη μιμούμαι. Αυτή η κοπέλα έχει φοβερή πλάκα. Μπορεί να είναι λίγο μπερδεμένη σχετικά με τους επαγγελματικούς και προσωπικούς της στόχους, αλλά είναι ειλικρινής και ευχάριστη. «Οι γονείς μου έχουν αρχίσει ήδη να ονειρεύονται εγγόνια» μου λέει ξαφνικά και τα φρύδια μου σμίγουν φευγαλέα μέχρι να ανακτήσω την αυτοκυριαρχία μου. Παιδιά; Αυτό δεν το είχα σκεφτεί. Κοιτάω τον Ντέιβιντ. Μιλάει με τη μητέρα του τώρα και δείχνει απορροφημένος. Ρουφάω τα όμορφα χαρακτηριστικά του και αναρωτιέμαι πώς θα ήταν το παιδί μας. Θα έμοιαζε πιο πολύ σε εκείνον ή σε μένα; Θα είχε τα ζεστά μάτια και τις πυκνές βλεφαρίδες του; Αν ήταν αγόρι θα έπαιρνε το θεληματικό πηγούνι και το αρρενωπό σωματότυπό του; Και αν κάναμε κοριτσάκι; Θα την έπαιζε και θα τη φρόντιζε όπως κάνει με μένα; Θα γινόταν άραγε χαζομπαμπάς; Τις σκέψεις μου και την επιθυμία μου ξαφνικά να μείνω μόνη και να ηρεμήσω διακόπτει ξανά η Ιλέιν.
«Το έχετε βάλει μπρος;» επιμένει και της χαμογελάω ζεστά.
«Λέμε να περιμένουμε λίγο» απαντάω αόριστα. Φυσικά και δεν έχουμε συζητήσει κάτι σχετικό. Η σχέση μας βαίνει καλώς αλλά ο γάμος…παραμένει εικονικός. Τι μπλέξιμο, Θεέ μου. Όπως και να’χει, εγγόνι θα αργήσουν να δουν. Αν δουν και ποτέ δηλαδή. Κάπως πρέπει να θολώσω τα νερά. «Ο Ντέιβιντ έχει πολλή δουλειά κι εγώ μόλις προσελήφθηκα. Ένα χρόνο τον θέλουμε σίγουρα» καταλήγω.
«Εντάξει, εντάξει, αλλά μην το αφήσετε και πολύ!» λέει η Ιλέιν και σηκώνεται από τον καναπέ. Η γιαγιά του Ντέιβιντ κάθεται στον διπλανό καναπέ και χαζεύει ένα περιοδικό. Ο Λιούις είναι δίπλα της και καπνίζει ένα πούρο. Η μητέρα του τον μαλώνει. Γελάω με το βλέμμα του Λιουις. Δείχνει να θέλει να της θυμίσει πόσων χρονών είναι και ποιος είναι αλλά δεν μπορεί! Γιατί για την Μαριλίζα Ρεντ θα είναι πάντα το παιδί της.
«Μητέρα, θέλεις να ξεκουραστείς; Φαίνεσαι καταπονημένη» λέει η μητέρα του Ντέιβιντ στην πεθερά της αλλά η ηλικιωμένη γυναίκα κουνάει αρνητικά το κεφάλι.
«Κάθε φορά που σας βλέπω όλους μαζί φοβάμαι ότι δε θα σας ξαναδώ» λέει κεφάτα αλλά όλοι ξαφνικά βουβαίνονται. Ο Ντέιβιντ με κοιτάει. Κι εγώ εκείνον. Αυτή η γυναίκα είναι ο λόγος που παντρευτήκαμε. Από τη μία μπερδεύτηκε η ζωή μου για πάντα, αλλά από την άλλη ήρθα κοντά στον Ντέιβιντ. Της χρωστάω πολλά.
«Ελπίζω να ζήσεις πολλά χρόνια ακόμα, γιαγιά» της λέει η Ιλέιν γλυκά και η Μαριλίζα καγχάζει.
« Κι εγώ, μικρή, αλλά δεν το βλέπω» λέει η γιαγιά της και όλοι κοιτιούνται μεταξύ τους νευρικά. Η αμηχανία είναι φοβερή. Δεν μπορούν να της πουν άλλα ψέματα. Έχει ήδη ξεπεράσει το χρόνο που της έδιναν οι γιατροί. Η καρδιά της είναι επιβαρυμένη και δυσκολεύεται ακόμα και να περπατήσει. Υποφέρει και αυτή και όλοι γύρω της. Αλλά κανείς δεν είναι έτοιμος να πει αντίο. Πλησιάζω τον Ντέιβιντ και ακουμπάω το χέρι μου στον ώμο του. Δείχνει λυπημένος αλλά δεν μπορεί να πει κάτι να αποσυμφορήσει τη συζήτηση. Θέλω να τον παρηγορήσω αλλά δεν είναι η κατάλληλη στιγμή. Στο σπίτι θα του μιλήσω λιγάκι για να τον ηρεμήσω.
«Λυπάμαι μόνο που δε θα προλάβω να δω δισέγγονα» λέει τελικά η γιαγιά κεφάτα. Γυρνάω προς το μέρος του Ντέιβιντ με γουρλωμένα μάτια και του ψιθυρίζω «ούτε να το σκέφτεσαι».


Την αμήχανη σιωπή σπάει το γάργαρο γέλιο του άντρα μου. Η γιαγιά του τον κοιτάει που γελάει αλλά δε θυμώνει. Γελάει κι αυτή. Σύντομα η ατμόσφαιρα επιστρέφει και πάλι στο φυσιολογικό.