Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τετάρτη, 13 Μαΐου 2015

κεφάλαιο 30-άρωμα γυναίκας

Εντάξει, η Ρουέν τα σπάει!» ξεφωνίζω και χοροπηδάω ενθουσιασμένη. Ο Ντέιβιντ με κοιτάει ενώ πληρώνει για τον καφέ μας.
«Μα τι γλώσσα μιλάς;» ρωτάει εκνευρισμένος, όταν απομακρυνόμαστε από το υπαίθριο καφέ.
«Ομιλώ την νεανικήν. Κρίμα που δεν μπορείς να τη μάθεις γιατί είναι αργά πια» γελάω και εκείνος ξεφυσάει με νόημα. Τρελαίνομαι να του θυμίζω πόσο γέρος είναι. Δεν είναι στην πραγματικότητα, αλλά ξέρω ότι τον πειράζει και αυτό μου δίνει χαρά! Δέσαμε το πρωί στη Διέππη και με το αμάξι που μας περίμενε στη μαρίνα ήρθαμε στη Ρουέν. Επισκεφτήκαμε έναν υπέροχο καθεδρικό ναό και τώρα κατευθυνόμαστε σε ένα μικρό μπιστρό για μεσημεριανό, πριν επισκεφτούμε τον Βοτανικό Κήπο. Εμένα δε με πολυενδιαφέρουν τα φυτά και τα λουλούδια αλλά εκείνος επέμενε να τα δούμε, γιατί λέει ότι έχουμε πολλά να διδαχτούμε από τη φύση. Μετά φταίω εγώ αν λέω ότι είναι γέρος; Τι σόι ατάκα είναι αυτή; «Πρέπει να βγάλουμε και καμιά σέλφι, να στείλουμε στους δικούς σου» του υπενθυμίζω. Γνέφει θετικά. Πρέπει να γίνουμε πιστευτοί. Θα βγάλουμε ανέμελες, τάχαμ τυχαίες φωτό. «Η Ιλέιν μού έστειλε στο φέισμπουκ ότι θέλει να δει φωτό γιατί δεν έχει έρθει ποτέ Νορμανδία».
«Ε βέβαια!» καγχάζει. «Αφού πάει μόνο στο Παρίσι για να ψωνίζει ρούχα. Αναρωτιέμαι αν έχει μπει ποτέ στο Λούβρο».
«Μην είσαι τόσο αυστηρός μαζί της!» τον μαλώνω. «Η Ιλέιν είναι η χαρά της ζωής».
«Δεν είμαι αυστηρός μαζί της» μου λέει σοβαρά. «Αυτός είναι ο τρόπος μου όταν αγαπάω κάποιον. Ξέρω ότι μπορεί κάποιος να με παρεξηγεί, αλλά θέλω να την προστατεύσω. Είναι πολύ αθώα και…»
«Είμαι σίγουρη ότι μπορεί να τα καταφέρει και μόνη της» του λέω καθησυχαστικά. Είναι φανερό ότι το θέμα τον αναστατώνει. Πρώτη φορά μού μιλάει για κάτι τόσο προσωπικό, για τα αισθήματά του, για το πώς αντιλαμβάνεται την έννοια της αγάπης. Δεν είχα καν ιδέα ότι ξέρει τι σημαίνει.
«Έχουμε μεγάλη διαφορά και μου βγαίνει φυσικά να τη φροντίζω» λέει σχεδόν απολογητικά. Αναρωτιέμαι πώς είναι να μεγαλώνεις με τόση αγάπη και προστατευτικότητα. Η Ιλέιν είναι τυχερή που έχει τέτοιον αδερφό. Από την άλλη, είναι άτυχη! Δεν μπορεί να εκτιμήσει πόσο κούκλος είναι!
Περπατάμε πλάι πλάι ψάχνοντας ένα ωραίο μέρος για να φάμε. Μου είπε να προτείνω εγώ, επειδή διάλεξε αυτός χθες. Είναι δημοκρατικός τουλάχιστον. Να τα λέμε κι αυτά.
«Αυτό σου αρέσει;» με ρωτάει δείχνοντας ένα ξύλινο σπιτάκι στην όχθη του ποταμού Ρομπεκ. Γνέφω αρνητικά. «Εκείνο;» μου δείχνει ένα άλλο, λίγο πιο πολυτελές. Κάνω μια γκριμάτσα. Δεν ξέρω τι θέλω. Ειλικρινά. «Διάλεξε με την ησυχία σου» λέει και περπατάει με το κεφάλι σκυμμένο.
«Πρέπει να είναι κουραστικό να προκαλείς τόση προσοχή» του λέω ξαφνικά ενώ του δείχνω ένα μικρό μπιστρό, που μου αρέσει πολύ. Είναι καλυμμένο με κισσούς και έχει μόλις πέντε έξι τραπεζάκια. Το μενού έξω γράφει ότι όλα είναι της ώρας και με βιολογικά προϊόντα. Είμαι ενθουσιασμένη. Το μόνο που με ενοχλεί είναι ότι δεν υπάρχει γυναικείο κεφάλι που να μη γυρίζει προς το μέρος του. Αλλά δεν έχω λόγο να νιώθω έτσι. Γι αυτό θίγω το θέμα με εύθυμο τόνο. Για να μην βγάλω κανένα μάτι Γαλλίδας και ζήσω το εξπρές του μεσονυχτίου αλά γαλλικά.
«Έχω συνηθίσει» λέει ξερά και με κοιτάει φευγαλέα. «Είναι λόγω ύψους».
«Ναι καλά, τα έχουμε ξαναπεί αυτά» γελάω.
«Για να ανακεφαλαιώσουμε» λέει εκείνος χαμογελώντας «περνάς καλά μαζί μου παρόλο που σε έσυρα σε μια επικίνδυνη κρουαζιέρα, γελάς όταν χάνεις στα επιτραπέζια, τρως σε μικρά μπιστρό και ενθουσιάζεσαι με τα πατατάκια και με θεωρείς όμορφο. Αυτό το έχεις κάνει πολύ ξεκάθαρο» λέει. Γνέφω θετικά χωρίς να καταλαβαίνω πού το πάει και βγάζω τη φωτογραφική μου από την τσάντα μου. Ώρα για σέλφι.
«Γιατί σου κάνουν εντύπωση όλα αυτά;» τον αγκαλιάζω. Κλικ.
«Δεν ξέρω…με έχεις μπερδέψει» λέει εκείνος. Σμίγουμε τα μάγουλά μας. Κλικ. Εμείς και το ποτάμι. Κλικ. Σουφρώνουμε τα χείλη. Κλικ. Γελάμε. Κλικ. Διάολε, μυρίζει υπέροχα.

Τρώμε ένα νόστιμο γεύμα με ριζότο και θαλασσινά, σαλάτα και φρέσκο ψωμί. Αγοράζουμε από ένα παντοπωλείο μερικά τοπικά είδη για τους δικούς μας. Τυρί, κρασί και αλλαντικά. Τα αφήνουμε στο αμάξι και συνεχίζουμε τη βόλτα μας, ακούραστοι. Η Ρουέν είναι μια πόλη με στενά, πλακόστρωτα δρομάκια και μια μεγάλη αγορά με πλανόδιους πωλητές και αντικερί. Κοιτώντας γύρω μου τις όμορφες εικόνες, σκέφτομαι ότι ποτέ δεν περίμενα να επισκεφτώ την Γαλλία με τον Διάβολο. Στο γαμήλιο ταξίδι μας.
«Το ξέρω, είναι τελείως παράλογο» λέει εκείνος και με κοιτάει.
«Διαβάζεις τη σκέψη μου τώρα; Είσαι απαίσιος» του λέω και τον βγάζω μια φωτογραφία. Σμίγει τα φρύδια του.
«Χαμογελούσες και ξαφνικά σκοτείνιασες. Ποντάρω ότι σκέφτεσαι ότι όλο αυτό είναι τρελό».
«Μα δεν είναι;» τον ρωτάω τελικά. «Εγώ κι εσύ είμαστε τόσο διαφορετικοί. Οι κόντρες μεταξύ μας ήταν καθημερινές. Έχουμε ανταλλάξει λόγια που θα έκαναν τον καθένα να κοκκινίσει. Και τώρα…είμαστε στη Γαλλία και τρώμε ζεστά καμαμπέρ για τους δικούς μας» γελάω.
Βάζει το χέρι του στον ώμο μου και με οδηγεί σε ένα μαγαζί που φαίνεται να πουλάει αρώματα. Τον κοιτάω μπερδεμένη, αλλά δεν σταματάει. Κοιτάει τριγύρω του τα όμορφα μπουκαλάκια και μιλάει με τον ιδιοκτήτη σε άπταιστα γαλλικά. Είναι τόσο σέξι όταν μιλάει γαλλικά που χάνω για λίγο την ανάσα μου.
«Ρίξε μια ματιά» με παροτρύνει. Κοιτάω την συλλογή με τα κρυστάλλινα δοχεία και διαβάζω τις ετικέτες.  «Μύρισε ό,τι θες» μου λέει.
Περνώ πάνω από δέκα λεπτά μυρίζοντας τα θεσπέσια αρώματα. Λεμόνι, περγαμόντο, κανέλα, μέντα και καραμέλα πλημμυρίζουν τα ρουθούνια μου και σιγά σιγά όλο το κορμί μου. Δεν ξέρω τι μου αρέσει πιο πολύ. Μάλλον όλα.
«Αυτό λέω εγώ» λέει εκείνος ξαφνικά μυρίζοντας ένα πώμα. «Γράφει ότι έχει μαύρο πιπέρι, κακάο, σανταλόξυλο ως βάση. Ακούγεται…διαφορετικό».
«Μα έχω άρωμα» διαμαρτύρομαι. «Γιατί να διαλέξω κάτι;» του ψιθυρίζω. Έχουμε αγοράσει ένα σωρό πράγματα και δε με αφήνει να πληρώσω ποτέ. «Είναι μόλις 50 ml και κάνει 50 ευρώ. Αν είναι δυνατόν! Ένα ευρώ το μιλιλίτρ; Μη μας φύγει μια περιουσία σε τέσσερις μέρες!» λέω εύθυμα.
«Έχεις μπει στο πετσί του ρόλου της συζύγου» γελάει εκείνος και με παρασέρνει.
«Αλήθεια δε θέλω κάτι» επιμένω. Δεν μπορώ να διαχειριστώ τόση καλοσύνη. Έχω αρχίσει να φοβάμαι ότι σκοπεύει να με δολοφονήσει.
«Μα διάλεξε κάτι. Να μη σου πάρω ένα δώρο; Άρχισε να απολαμβάνεις τα προνόμια του να είσαι η κυρία Ρεντ» μου λέει γλυκά. Ένα μικρό κομμάτι μου, πολύ μικρό, λιώνει.

«Αυτό που λες εσύ» λέω τελικά και τον βλέπω να τραβάει την πιστωτική από το πορτοφόλι του. 



3 σχόλια:

  1. Λες ο διαβολος να ειχε απο παλια αισθηματα για την αυτην ??

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Eliza πραγματικά αυτό σκεφτόμουν, πριν δω το σχόλιό σου!!!
      μικρές όμορφες στιγμές με το σύζυγο!! για να δούμε τι θα γίνει...... :)

      Διαγραφή