Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Δευτέρα, 11 Μαΐου 2015

κεφάλαιο 28-βίον ανθόσπαρτον...

Την ημέρα του γάμου της η Ελίζαμπεθ ξύπνησε με κέφι, πράγμα που την έκανε αναρωτηθεί το λόγο, αλλά δεν κατέληξε κάπου. Είχε σπαταλήσει τόσο πολύ χρόνο στο να λυπάται τον εαυτό της και να μισεί τον Ρεντ, που ξαφνικά, εκείνη τη μέρα, σαν να αποφάσισε ότι δεν υπήρχε γυρισμός και έπρεπε να παίξει το παιχνίδι του. Είχε αποφασίσει να ετοιμαστεί στο πατρικό της για να μπορεί να έχει και στο νου της τη μητέρα της, η οποία ευτυχώς ανάρρωνε καλά. Θα τη βοηθούσε η φίλη της η Έρικα και η Ιλέιν να ντυθεί και αυτές θα ήταν οι παράνυμφές της. Κουμπάρος φυσικά θα ήταν ο Μαξ, ο οποίος είχε κάνει ένα μικρό μονόλογο που θύμιζε αρχαία ελληνική τραγωδία σχετικά με «τον τελευταίο αληθινό εργένη που παντρεύεται κι αυτός, και τώρα τι θα κάνει, με ποιον θα τα πίνει» κλπ. Ο δε Ρεντ δεν έκανε ούτε μπάτσελορ πάρτυ και αρκέστηκε σε σχόλια του τύπου «όταν βρίσκεις τη γυναίκα που θες ανυπομονείς να ξεκινήσει η κοινή σας ζωή όσο πιο γρήγορα  γίνεται». Η Ελίζαμπεθ προσπάθησε να χαμογελάσει όταν τον άκουσε να λέει κάτι τόσο τρυφερό το προηγούμενο βράδυ που είχαν βγει όλοι μαζί να γιορτάσουν σε μια πάμπ στο Μάντσεστερ, αλλά δεν τα κατάφερε. Την τυραννούσε η ιδέα ότι κάποια στιγμή ήθελε να ακούσει τέτοια λόγια αλλά να ισχύουν. Και από άλλον άντρα φυσικά. Όχι από τον εχθρό της.

Έφτασε στο μικρό παρεκκλήσι όπου είχε διαλέξει για το γάμο με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο αδελφός της. Η μητέρα της φορούσε ένα μακρύ μωβ φόρεμα, ο αδερφός της σκούρο κοστούμι και μωβ γραβάτα και οι παράνυμφές της ένα φόρεμα μέχρι το γόνατο στο χρώμα της μέντας. Ήταν πανέμορφες. Όταν βγήκαν από τη λιμουζίνα, ο κόσμος που τους περίμενε άφησε ένα επιφώνημα θαυμασμού. Αλλά το βλέμμα του Ντέιβιντ είχε κολλήσει πάνω της και η Ελίζαμπεθ ένιωσε το σώμα της να ανατριχιάζει. Του άρεσε άραγε; Δεν την πολυένοιαζε, αλλά αυτό νόμιζε ότι έβλεπε στα μάτια του. Η αλήθεια είναι ότι ακόμα και στην ίδια άρεσε το αποτέλεσμα και ήταν αυστηρός κριτής του εαυτού της. Το φόρεμα που είχε διαλέξει δε θύμιζε πολύ νυφικό. Ήταν μεν λευκό αλλά το κόψιμό του θύμιζε πιο πολύ τουαλέτα. Δεν ήθελε να βάλει πραγματικό νυφικό. Ίσως ήταν μια εσωτερική άμυνα για να μη νιώθει ότι παντρεύεται αληθινά. Αλλά η εφαρμογή του φορέματος πάνω στο ψηλόλιγνο σώμα της, τα ψηλά κομψά παπούτσια, ο χαλαρός κότσος και το διακριτικό μακιγιάζ την έκαναν να λάμπει. Η Ιλέιν δάκρυσε όταν την είδε και της παραδέχτηκε εύθυμα ότι έχει να κλάψει από τη μέρα που ο μπαμπάς της της είχε πει ότι θα της πάρει τις πιστωτικές! Της είπε επίσης ότι δεν περίμενε ποτέ ότι θα είναι καλεσμένη στο γάμο του αδερφού της! Το κέφι της ήταν μεταδοτικό και χάρη στην κοπέλα κάπως χαλάρωσε και η Ελίζαμπεθ. Μέχρι τη στιγμή που έφτασε στην εκκλησία δηλαδή. Και ένιωσε το βλέμμα του Ρεντ να καίει την ψυχή της, να τρυπάει το δέρμα της και να την αφήνει γυμνή. Χάιδεψε με τον αντίχειρα νευρικά το μονόπετρό της. Της το είχε αφήσει πάνω στο κεντρικό τραπέζι του σαλονιού πριν από μερικές μέρες. Ήταν όντως μικρό και ευτυχώς ήταν…πρωτότυπο και μοντέρνο. Της άρεσε ειλικρινά. Τον ευχαρίστησε και εκείνος της είπε μόνο ότι χαίρεται που της αρέσει. Του είπε ντροπαλά ότι θα το διάλεγε και μόνη της, τόσο πολύ της άρεσε. Εκείνος της απάντησε συγκρατημένα ότι ήθελε να βρει κάτι νεανικό, μιας και εκείνη ήταν πολύ νέα. Τα είχε καταφέρει. Η Ελίζαμπεθ το φόρεσε δειλά και δεν το έβγαλε από το δάχτυλό της καθόλου από εκείνη τη μέρα.

Ο φωτογράφος την έβγαλε δεκάδες φωτογραφίες πριν μπει στο εσωτερικό. Δεν ακολούθησαν το πρωτόκολλο και μπήκε στην εκκλησία αγκαζέ με τον Ντέιβιντ, ο οποίος της χαμογέλασε μόνο φευγαλέα. Η Ελίζαμπεθ αναρωτήθηκε αν ενέκρινε το νυφικό της. Γιατί σίγουρα σε εκείνη άρεσε…το κοστούμι του. Και όχι μόνο.

Τον είχε ξαναδεί με κοστούμι. Σχεδόν κάθε μέρα τον έβλεπε έτσι. Και χάρη στη σύντομη συγκατοίκησή τους πριν το γάμο είχε την ευκαιρία να τον δει και με πιο άνετα ρούχα. Με τζιν, φόρμα, ακόμα και μαγιώ. Αλλά σήμερα ήταν μοναδικός. Το σκούρο μπλε παντελόνι, το γιλέκο και το σακάκι, τα οποία δεν είχε ξαναδεί, ήταν εμφανώς ραμμένα πάνω του και ήταν τόσο φινετσάτα και κομψά που σιγουρεύτηκε ότι δεν είχε αντικρύσει ποτέ στη ζωή της ένα πιο όμορφο σύνολο. Έναν τόσο αρρενωπό, εντυπωσιακό άντρα μέσα σε ένα άψογο ρούχο.
«Έπρεπε να επισκιάσεις τη νύφη ε;» τον μάλωσε ψιθυρίζοντας στο αφτί του. Εκείνος γέλασε λίγο πριν φτάσουν μπροστά στον ιερέα. Η τελετή δεν κράτησε πολύ. Αντάλλαξαν λιτούς όρκους μπροστά στους αγαπημένους τους ανθρώπους. Το πρόσωπο της Ελίζαμπεθ σκοτείνιασε όταν σκέφτηκε ότι λένε ψέματα μπροστά σε Θεό και γονείς. Αν υπήρχε όντως Θεία Δίκη τότε ο πέλεκυς θα έπεφτε βαρύς πάνω τους. Ο Ντέιβιντ τής έσφιξε το χέρι, λες και κατάλαβε τι περνούσε από το μυαλό της. Το βλέμμα του χάιδεψε το πρόσωπό της ήρεμο και καθησυχαστικό. Ένας χρόνος είναι, σκέφτηκε η Ελίζαμπεθ. Θα περάσει. Και αν ένιωθε ότι σκάει…θα τον χώριζε. Τι θα έκανε; Θα έπαιρνε πίσω το μπάι πας; Η σκέψη αυτή την καθησύχαζε πολύ κι ας ήξερε ότι θα προσπαθούσε λυσσαλέα να εκπληρώσει την υπόσχεσή της.
«Ο γαμπρός μπορεί να φιλήσει τη νύφη» άκουσε να λένε από κάπου μακριά και συνειδητοποίησε ότι ο ιερέας και όλη η αίθουσα τούς κοιτούσαν. Και περίμεναν. Πρώτα κοίταξε εκείνον με κομμένη την ανάσα. Της χαμογελούσε. Μετά κοίταξε γύρω της. Όλοι κοιτούσαν. Μπερδεμένοι. Τι στο καλό; Περίμεναν να την φιλήσει. Μα αφού δεν…
Όταν εκείνος έγειρε μπροστά και ακούμπησε στα χείλη της ένα απαλό φιλί, ένα φιλί που διήρκησε μόνο ελάχιστα δευτερόλεπτα αλλά και μια ολόκληρη ζωή, ένιωσε το κορμί της να παγώνει και μετά να λιώνει ακαριαία. Η απόλαυση ήταν τόσο μεγάλη που ήθελε να τον τραβήξει πάνω της. Τα χείλη του ήταν αφράτα και απαλά, το δέρμα του μύριζε σαπούνι και το βλέμμα του όταν τραβήχτηκε από κοντά της είχε το θρίαμβο του άντρα που ήξερε ότι σκορπάει πανικό. Δεν είχε ιδέα ότι ένα σύντομο φιλί και μάλιστα με έναν τόσο αντιπαθητικό άνθρωπο μπορούσε να είναι τόσο υπέροχο. Τόσο…συναρπαστικό. Αν ήταν έτσι ένα διεκπεραιωτικό φιλί του, πώς θα ήταν αν τη φιλούσε βαθιά, αν έχωνε τα χέρια του στα μαλλιά της και…
Αναψοκοκκινισμένη κούνησε το κεφάλι της νευρικά ενώ χαμογέλασε στον κόσμο που χειροκροτούσε μανιασμένα. Οι γονείς του Ντέιβιντ ήταν και οι δύο δακρυσμένοι, η γιαγιά του το ίδιο. Η μητέρα της έκανε το σταυρό της και κοιτούσε τον ουρανό. Η Ιλέιν και ο Μαξ γελούσαν με κάτι που της είχε πει εκείνος. Όλοι ήταν ευτυχισμένοι. Οι Ρεντ είχαν πει ότι πάντα προσεύχονταν να συμβεί αυτό και η μητέρα της είχε ανοιχτά δείξει την αγάπη της για τον Ντέιβιντ. Γιατί εκείνη όμως ένιωθε σαν να είχε φάει χαστούκι;
«Μπορείς να πάρεις ανάσα» τον άκουσε να της λέει εύθυμα και συνειδητοποίησε ότι κρατούσε την αναπνοή της. Γέλασε, για να μετριάσει την ένταση μεταξύ τους. Μια ένταση που καθρεπτιζόταν στα μάτια τους, που για κάποιον λόγο είχαν κλειδώσει μεταξύ τους.
«Με φίλησες;» τον μάλωσε σιγανά και εκείνος έσμιξε τα φρύδια.
«Επειδή το είπε ο ιερέας. Μη φαντάζεσαι…» είπε σοβαρά αλλά μια εύθυμη νότα χόρευε στα χείλη του.
«Ελπίζω να μην σκοπεύεις να το επαναλάβεις».

«Μόνο αν το ζητήσεις» της είπε γελώντας και βγήκαν από την εκκλησία χέρι χέρι.





8 σχόλια:

  1. Αχ μπραβο τα παιδια. Αντε και στα δικα μας........... !!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Συνηθως μαλλον ολες οι ιστοριες τελειωνουν μ εναν γαμο ενω αυτη ξεκινα......το νυφικο τελειο απλο νεανικο μοντερνο το ιδιο κι τα υπολοιπα.Αρε τυχερε διαβολε!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Θα το ζητήσει... Θε το ζητήσει!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. φανταστηκο και το φιλι τους επιτελους ενιωσε μια μικρη γευση απο αυτα που νιωθει

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Ante epitelous irthan pio konta kai eniwsan kai oi dup kati...perimenw me anupomonisia tin sunexeia tis uperoxis istorias...thelw na dw ti tha ginei sto spiti.........

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. μωρέ θα το ζητήσει, θα το ζητήσει.... κι αν δεν το ζητήσει (λόγω εγωισμού όχι τπτ άλλο) δεν υπάρχει περίπτωση ο Διαβολάκος μας να το αφήσει έτσι..... μμμ χαμός θα γίνει στο σπίτι..... φωτιά θα του βάλουν (κυριολεκτικά ή μεταφορικά χαχαχα)......

    ΑπάντησηΔιαγραφή