Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Παρασκευή, 29 Μαΐου 2015

british telecoms-final round

-Η Ιλέιν αποφάσισε ότι θέλει να ηρεμήσει λίγο και άφησε σύξυλο τον Μαξ. Δεν είναι αδερφή αυτή. Είναι οι 10 πληγές της Αιγύπτου. Εγώ όμως δε φταίω τίποτα. Οι γονείς μου θεωρούν δεδομένο ότι πρέπει να τη συνετίσω. Να έχω από τη μία εσένα και από την άλλη την αδερφή μου. Εσύ ξέρεις πού είναι;
-Με παίρνει καθημερινά σχεδόν. Ξέρω ότι έφυγε και της είπα να γυρίσει αλλά δεν μου είπε πού είναι. Μάλλον ήξερε ότι θα την ψάξεις.
-Δεν την νοιάζει που ανησυχούμε; Μα τι κακομαθημένη που είναι!
-Κάτι θα της έκανε. Δεν ξέρεις.
-Α, μάλιστα! Κρίνεις εξ’ ιδίων;
-Όχι, απλώς κάθε σχέση είναι μοναδική. Η Ιλέιν έχει φλογερό ταμπεραμέντο αλλά δεν είναι παράλογη. Δεν μπορεί να έφυγε έτσι απλά. Τη ρώτησες; Άκουσες την πλευρά της;
-Μου είπε ότι θέλει να βρει τον εαυτό της. Άκου βλακείες. Να βρει τον εαυτό της. Λες και ο εαυτός σου είναι τα κλειδιά σου και μπορείς να τον χάσεις.
-Είσαι λίγο αυστηρός μαζί της. Επειδή είσαι μεγαλύτερος δε σημαίνει ότι τα ξέρεις και όλα. Εμείς οι γυναίκες λειτουργούμε λίγο διαφορετικά. Πιο απρόβλεπτα.
-Έχει αναλάβει μια δουλειά. Δεν μπορεί να φεύγει όποτε της καπνίσει.
-Είμαστε ελεύθεροι άνθρωποι. Μπορεί να φύγει όποτε θέλει και από όπου θέλει αν δεν περνάει καλά.
-Εσύ πότε θα γυρίσεις;
-Άντε πάλι…
-Λείπεις τόσες μέρες. Χθες δε σε ρώτησα καθόλου.
-Σταμάτα. Θα έρθω σου είπα.
-Υπάρχει άλλος;
-Χαχαχχαχαχα.
-Δεν είναι αστείο.
-Ο τρόπος που σκέφτεσαι είναι αστείος. Και αν θες να ξέρεις, γελάω για να μη σε βρίσω.
-Γιατί να με βρίσεις; Ακόμα δεν απάντησες.
-Άσε με, Ντέιβιντ.
-Έχεις βρει άλλον;
-Τώρα εσύ κρίνεις εξ’ ιδίων τα αλλότρια;
-Μια φωτογραφία ήταν! Με πλησίασε σε μια δεξίωση που παρέθεσε ο εμίρης και τη φίλησα στο μάγουλο. Είμαστε φίλοι. Σπουδάζαμε μαζί. Η Κάρλα είναι πολύ φιλική με όλους και το παρουσιαστικό της την κάνει να παρεξηγείται εύκολα. Στα περιοδικά το έκαναν να φαίνεται πονηρό χωρίς να είναι.
-Η σχέση μας είναι ξεκάθαρη. Μπορούμε να έχουμε εραστές και ερωμένες αρκεί να είμαστε διακριτικοί. Απλώς εσύ δεν ήσουν.
-Δεν ήμουν γιατί δεν είναι ερωμένη μου.
-Καλά, εντάξει. Μην το κάνουμε θέμα.
-Σε ρωτάω τι φταίει και δεν απαντάς. Λες ότι δεν υπάρχει άλλος. Λες ότι δε σε πείραξε η φωτογραφία, ούτε που δεν πρόλαβα τα γενέθλιά σου. Αλλά δε σε πιστεύω.
-Ούτε εγώ σε πιστεύω.
-Μα δεν έκανα τίποτα. Σου το ορκίζομαι.
-Θα κάνεις αργά ή γρήγορα.
-Μιλάς λες και ζηλεύεις, αλλά δε ζηλεύεις. Έτσι λες τουλάχιστον. Αν με ήθελες μπορούσες να με έχεις. Δε με αποζητάς όμως. Οπότε τι μου προσάπτεις ακριβώς; Αυτή είναι μακράν η πιο τρελή συζήτηση που έχω κάνει ποτέ.
-Με λες και τρελή τώρα;
-Όχι εσένα! Τη συζήτηση! Τι έχεις πάθει, κορίτσι μου; Σεβάστηκα την επιθυμία σου να μείνεις μόνη και να δεις τη μητέρα σου. Αλλά νομίζω ότι έχεις αρχίσει να το χάνεις.
-Μπορεί να είναι και έτσι.
-Δε θέλω να σε αναγκάσω να γυρίσεις με νομικά τερτίπια. Θέλω να γυρίσεις. Τι άλλο πρέπει να πω; Ορίστε. Το είπα. Θέλω. Όχι πρέπει. Θ-έ-λ-ω.
-Ντέιβιντ, ίσως αν για μερικές μέρες δε με έπαιρνες τηλέφωνο... Με αναστατώνεις λιγάκι. Παίρνεις συχνά και κυρίως φωνάζεις και απειλείς.
-Λυπάμαι αν σε φόβισα αλλά τα έχω δοκιμάσει όλα. Τα έχω χαμένα.
-….
-Ελιζαμπέτα, κλαις;
-Όχι, όχι.

-Ελιζαμπέτα, νομίζω αρκετά περίμενα. Έρχομαι.

Πέμπτη, 28 Μαΐου 2015

British telecoms vol. II

-Γιατί δεν απαντάς;
-Ντέιβιντ, μία κλήση έχασα! Με παίρνεις τρεις φορές τη μέρα. Δεν μπορώ να είμαι πάνω από το τηλέφωνο συνέχεια.
-Θέλω να ξέρω αν είσαι καλά.
-Καλά είμαι. Τι έχεις πάθει;
-Έχω ένα καλό νέο.
-Ακούω.
-Δεν ξέρω τι έχεις κάνει με την αναζήτηση δουλειάς, αλλά ένας φίλος μου θέλει να εξαγοράσει μια επιχείρηση και χρειάζεται ένα άτομο να επιβλέπει τη διαδικασία. Του μίλησα για σένα και θέλει να συναντηθείτε. Πιστεύεις ότι μπορείς να το αναλάβεις; Αν φοβάσαι την ευθύνη, μπορείς να μοιραστείς με τη φίλη σου την Ερικα τη δουλειά ή κάτι τέτοιο.
-Η Έρικα έχει καλό συμβόλαιο με την εταιρεία της και εμένα με περιμένουν στις 10 του μηνός στην Kiled.
-Πού; Γιατί δε μου είπες τίποτα; Βρήκες δουλειά;
-Ναι, έκανα μια συνέντευξη όσο έλειπες και μετά έκανα μερικά ονλάιν τεστ. Μου πρόσφεραν καλό μισθό και μπόνους. Πρέπει να είμαι εκεί στις 10 του μηνός.
-Άρα θα γυρίσεις σύντομα;
-Εντάξει, έχουμε χρόνο μέχρι τις 9.
-Ελιζαμπέτα, γιατί το κάνεις αυτό;
-Γιατί με λες Ελιζαμπέτα;
-Επειδή μου αρέσει.
-Κι εμένα επειδή μου αρέσει μένω εδώ.
-Με εκδικείσαι για κάτι; Η υπομονή μου δεν είναι απύθμενη ξέρεις.
-Το συμβόλαιό μας δε λέει πουθενά ότι πρέπει να είμαστε αυτοκόλλητοι. Το διάβασα ξανά και ξανά. Αν θες να ξέρεις, μπορώ να περάσω τους υπόλοιπους εννιά μήνες μακριά σου και να μην ανοίξει ρουθούνι.
-Μα τι λες; Πώς σου ήρθε αυτή η τρελή ιδέα; Θεωρητικά πρέπει να δίνουμε την εντύπωση ότι είμαστε αγαπημένοι. Τι θα λέμε; Ότι αγαπιόμαστε από μακριά;
-Δε χρειάζεται να δώσουμε εξηγήσεις. Οι γονείς σου δεν ξέρουν καν ότι λείπω.
-Το ξέρει η Ιλέιν και αργά ή γρήγορα θα τους το πει.
-Έχεις δίκιο σε αυτό. Θα γυρίσω λίγο και θα ξαναφύγω τότε.
-Τι συζητάμε; Γιατί δε μου λες τι σε έχει πειράξει;
-Τίποτα. Είμαι μια χαρά. Απλώς δυσκολεύομαι να συνηθίσω στην ιδέα ότι είμαστε παντρεμένοι.
-Τόσο φρικτό είναι πια; Νόμιζα ότι περνούσες καλά.
-Ναι, τέλεια.
-Ειρωνεύεσαι;
-Όχι, όχι, είμαι ευχαριστημένη από σένα.
-Μπερδεύτηκα τώρα.
-Κι εγώ είμαι μπερδεμένη, Ντέιβιντ. Καιρό τώρα.
-Μα τότε, γύρνα! Γύρνα να είμαστε μαζί μπερδεμένοι! Όχι χώρια!
-Το θέμα είναι να ξεμπερδευτούμε! Όχι να κάνουμε παρέα.
-Καλή είναι και η παρέα. Τώρα που λείπεις συνειδητοποίησα πόσο άδειο είναι το σπίτι. Ακόμα και η Φρίντα νιώθω ότι με κοιτάει με μισό μάτι λες και σε έδιωξα εγώ.
-Ποτέ δε σε συμπάθησε αυτό το σκυλί.
-Άντε πάλι! Η Φρίντα με αγαπάει πολύ. Σταμάτα να το λες αυτό.
-Ντέιβιντ, πρέπει να κλείσω. Με φωνάζει η μαμά μου.
-Λείπεις έξι μέρες.
-Καλό βράδυ, Ντέιβιντ.

-Καλό βράδυ, Ελιζαμπέτα.

british telecoms

-Εεεε…καλημέρα, εσύ είσαι;
-Καλημέρα, στο κινητό μου δεν πήρες;
-Ελιζαμπέτα, εγώ…
-Πώς πήγε η δουλειά στο Ντουμπάι; Την έκλεισες;
-Όλα μια χαρά. Απλώς ανησύχησα. Γύρισα και δε σε βρήκα. Η μαμά σου…είναι καλά;
-Ναι, είναι πολύ καλά. Δόξα τω Θεώ.
-Τότε, γιατί…γιατί έφυγες;
-Πρέπει να υπάρχει λόγος για να επισκεφτώ τη μητέρα μου; Ήθελα να ηρεμήσω λιγάκι.
-Από τι; Έχει συμβεί κάτι; Γιατί μου μιλάς τόσο ψυχρά;
-Τι να έχει συμβεί; Όλα είναι μια χαρά.
-Δε σε πιστεύω. Ξέρω ότι μπορεί να θύμωσες που δεν ήμουν εδώ για τα γενέθλιά σου, αλλά σκόπευα να σου κάνω έκπληξη και ειλικρινά…
-Χαλάρωσε, Ντέιβιντ. Γενέθλια είχα και πέρσι και θα έχω και του χρόνου. Δεν είναι δα και τόσο μεγάλο θέμα.
-Μα πώς δεν είναι; Λυπάμαι, αλλά το αεροπλάνο είχε καθυστέρηση και έπρεπε να μείνω και για μια ακόμη δουλειά, και όλα πήγαν στραβά.
-Ντέιβιντ, αλήθεια καταλαβαίνω.
-Δεν μου ακούγεσαι καλά. Σίγουρα δεν είσαι θυμωμένη;
-Φυσικά. Πες μου για τη συμφωνία. Ξέρω πόσο σημαντικό είναι το άνοιγμα στη Μέση Ανατολή.
-Ο εμίρης φάνηκε πολύ θετικός και νομίζω ότι σε δύο μήνες θα μπορούμε να υπογράψουμε. Τον ενδιαφέρει μια έκταση λίγο πιο έξω από το Ντουμπάι για να κάνει ένα περιβαλλοντολογικό πάρκο. Αλλά αυτός έχει πολλές γνωριμίες. Αν αρχίσει δουλειά εκεί ίσως πρέπει να ανοίξω ένα υποκατάστημα. Δεν ξέρω ακόμα, έχω πολλά στο νου μου.
-Είμαι σίγουρη ότι θα τα καταφέρεις.
-Σε ευχαριστώ για την ψήφο εμπιστοσύνης.
-Ντέιβιντ, άκου, πρέπει να…
-Μην το κλείσεις ακόμα. Έχουμε τόσες μέρες να μιλήσουμε.
-Και ποιος φταίει γι’ αυτό;
-Μα εγώ σε έπαιρνα! Εσύ μιλούσες ψυχρά. Όπως και τώρα.
-Δεν καταλαβαίνω τι περιμένεις από μένα. Είμαι κουρασμένη από το ταξίδι και χθες το βράδυ ξενύχτησα, οπότε δεν έχω και πολλή όρεξη. Σόρρυ κιόλας.
-Τι έκανες για τα γενέθλιά σου τελικά;
-Κάλεσα μερικούς φίλους στο σπίτι σου.
-Γυναίκες και άντρες;
-Φυσικά.
-Μάλιστα.
-Κάναμε και ένα όργιο μετά.
-Είσαι απαράδεκτη!
-Εγώ; Εσύ ακούς τι λες και πώς το λες; Φυσικά και υπήρχαν άντρες. Αλλά μπορείς να ρωτήσεις την αδερφή σου αν τίμησα το όνομά σου. Ήταν και αυτή εκεί.
-Ήρθε και η Ιλέιν; Μπράβο που την κάλεσες. Ευχαριστώ και για την τούρτα.
-Σου άρεσε; Την έφτιαξα μόνη μου.
-Δεν έφαγα πολύ, γιατί δεν έχω όρεξη. Αλλά μου φάνηκε τέλεια. Πότε θα έρθεις;
-Δεν ξέρω. Θα μείνω καμιά βδομάδα.
-Καμιά βδομάδα;
-Γιατί φωνάζεις;
-Μα έλειπα μία βδομάδα εγώ, θα λείψεις και εσύ μία, τι στο καλό γάμος είναι αυτός; Τι θα πει ο κόσμος;
-Θα πει ότι είμαστε φυσιολογικό ζευγάρι και ότι βαριέται ο ένας τον άλλον.
-Με βαριέσαι;
-Τρόπος του λέγειν.
-Ελιζαμπέτα, σου δίνω πέντε μέρες. Μετά θα γυρίσεις.
-Ντέιβιντ, δεν είσαι αφέντης μου ξέρεις.
-Είμαι ο άντρας σου όμως.
-Μόνο στα χαρτιά.
-Αν δε σε ήξερα θα ορκιζόμουν ότι ακούω παράπονο στη φωνή σου.
-Είσαι τρελός.
-Μπορεί.
-Καλή συνέχεια, Ντέιβιντ.
-Θα σε ξαναπάρω.
-Καλώς.



Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015

You've lost me

Κοριτσάκια μου,

έχω χάσει λίγο την μπάλα με τις συζητήσεις σας! Αφήστε που μου έρχεται κάθε σχόλιο στο μέιλ μου! Δε σας προλαβαίνω! Τι ακριβώς ψάχνετε; Σχολιάζετε άντρες έτσι τυχαία; Εγώ δεν ψάχνω χαρακτήρα πάντως.

Φιλιάααα

Κεφάλαιο 40-σου γράφω ένα γράμμα, όχι πως θέλω να σ'το δώσω...

Έπρεπε να φύγω. Η δουλειά, η ευκαιρία καλύτερα, ήταν πολύ σημαντική για να τη χάσω. Έχω δουλέψει σαν το σκυλί τόσα χρόνια για να αποδείξω σε όλους ότι δεν είμαι απλώς ένα προνομιούχο παιδί. Όταν ήμουν στο πανεπιστήμιο και οι φίλοι μου τα έπιναν σε κάποια παμπ, εγώ διάβαζα για να πάρω τους καλύτερους βαθμούς. Όταν οι άλλοι έκαναν διακοπές, εγώ δούλευα αμισθί σε εταιρείες για να ψηθώ στη δουλειά. Όταν οι συμφοιτητές μου ζητούσαν δουλειά από τον πατέρα μου, εγώ έλιωνα σε ξένους εργοδότες που έβγαζαν πάνω μου τον κάθε κομπλεξισμό τους για το όνομά μου. Δεν ξέρω τίποτα άλλο παρά μόνο να δουλεύω.

Αυτή εδώ η επιχείρηση, που την έστησα με κόπο και ιδρώτα, είναι το παιδί μου. Για αυτή τη δουλειά έχω κάνει κάθε θυσία που μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος. Έχω ξεχάσει τι σημαίνει διασκέδαση, τι σημαίνει ανεμελιά Το μόνο που με νοιάζει είναι να προσθέτονται μηδενικά στον τραπεζικό μου λογαριασμό και αυτό όχι γιατί έχω πού να τα ξοδέψω αλλά γιατί με ενδιαφέρει να είμαι πετυχημένος. Είναι κουραστικό, το ξέρω. Ακόμα και εγώ δυσανασχετώ καμιά φορά. Είναι ανελέητο αυτό το κυνήγι της επιτυχίας. Πάντα υπάρχει κάτι που δεν έχω καταφέρει. Είμαι εμμονικός και εγώ ταλαιπωρούμαι πιο πολύ από τους γύρω μου που με βλέπουν να κυνηγάω την ουρά μου. Η μητέρα μου και ο πατέρας μου ανησυχούν. Η Ιλέιν με κοροϊδεύει που δεν μπορώ να ηρεμήσω. Η γιαγιά μου μου λέει ότι δεν έχω να αποδείξω τίποτα σε κανέναν. Αλλά πάντα κάτι λείπει. Το πρώτο εκατομμύριο, η Ferrari, το γιωτ, ένα σαλέ στις Άλπεις, ένα σπίτι στις Κυκλάδες. Πάντα πρέπει να αποκτήσω κάτι μεγαλύτερο.

Γι αυτό είμαι τώρα εδώ, σε αυτό το πολυτελέστατο ξενοδοχείο με τις 20 πισίνες που δεν είχα χρόνο να δω, με τα 30 εστιατόρια που δεν είχα όρεξη να επισκεφτώ. Θέλω να κλείσω μια συμφωνία με έναν εμίρη  για να μπορέσω να διευρύνω τις επιχειρήσεις μου και στη Μέση Ανατολή. Αλλά πρώτη φορά συνειδητοποιώ ότι η επικείμενη επιτυχία μου στον επαγγελματικό στίβο δε θα με γεμίσει όπως παλιά. Και αυτό γιατί την άφησα πίσω.

Δεν ήθελα να φύγω το πρωί που ξύπνησα και κοιμόταν δίπλα μου. Εκείνη την στιγμή όμως συνειδητοποίησα ότι έπρεπε να φύγω πιο πολύ από ποτέ. Δεν την παντρεύτηκα για να με πάει πίσω. Την παντρεύτηκα για να εξυπηρετήσω τους σκοπούς μου. Τώρα έχουν μπερδευτεί λόγο τα πράγματα αλλά ο στόχος παραμένει ο ίδιος. Πρέπει να μην αποκλίνω από αυτόν. Η γυναίκα αυτή…μπορεί να με τρελάνει. Το βλέπω. Χωρίς να το προσπαθεί, είναι αυτά που λέει και αυτά που κάνει που με αναστατώνουν. Νιώθω αδύναμος μπροστά της, έρμαιο των ορμών μου, 22 χρονών ξανά και όχι 37. Όχι κύριος του εαυτού μου, αλλά υπηρέτης των αισθήσεων της.

Γι’ αυτό και σηκώθηκα από το κρεβάτι σαν κλέφτης και έφυγα χωρίς καν να την ξυπνήσω. Δε γύρισα να την κοιτάξω από φόβο μήπως λυγίσω. Δεν τη φίλησα καν. Ήξερα ότι αν ξυπνούσε θα έμενα μαζί της. Έχω κοιμηθεί με πολλές γυναίκες. Πιο πολλές από όσες θυμάμαι, πιο πολλές από όσες θα έπρεπε ίσως. Αλλά καμία δε με έκανε να νιώθω όπως αυτή. Η Ελιζαμπέτα είναι πάντα τόσο έτοιμη για μένα που με τρελαίνει. Είναι σαν να συντονίζεται το σώμα της με το δικό μου, σκέφτεται αυτό που θέλω και κάνει πράξη την επιθυμία της και τη δική μου χωρίς να σκέφτεται τι πρέπει και τι όχι. Είναι η τέλεια ερωμένη. Ντροπαλή και πρόστυχη, σέξι και σεμνή σε έναν τέλειο συνδυασμό.

Όσο για τη συγκατοίκηση μαζί της…δεν περίμενα ποτέ να νιώθω τόσο άνετα με μια γυναίκα μέσα στο σπίτι μου. Είναι όλα τέλεια. Ακόμα και όταν τσακωνόμαστε. Δεν ξέρω αν είναι λογικά αυτά που λέω, αυτά που σκέφτομαι και νιώθω, αλλά έτσι είναι τα πράγματα. Ο γάμος μου μαζί της ήταν το πιο όμορφο πράγμα που έχω κάνει.

Αυτή η σκέψη με έκανε να φύγω. Αυτή η σκέψη ήταν το καύσιμο που έβαλε φωτιά στην ηρεμία μου. Δεν ήμουν σε θέση να διαχειριστώ όλο αυτό και άδραξα την ευκαιρία να εξαφανιστώ. Μπορούσα να την πάρω μαζί μου, μπορούσα να γυρίσω σε λιγότερες μέρες. Αλλά δεν το έκανα.

Έχουν περάσει ώρες. Το ρολόι μου δείχνει έξι τα ξημερώματα, ημέρα Σάββατο. Έκανα τα πάντα για να φύγω την Παρασκευή το απόγευμα και να προλάβω τα γενέθλιά της. Δεν ξέρω γιατί βέβαια. Στο τηλέφωνο είναι απόμακρη και τυπική. Δε μου είπε αν κανόνισε κάτι σπίτι. Αλλά εγώ ήθελα να γυρίσω. Τελευταία στιγμή όμως προέκυψε μια συνάντηση και αναγκάστηκα να φύγω μεσάνυχτα Παρασκευής. Ουσιαστικά έχασα τα γενέθλιά της. Αλλά θα καταλάβει. Θα πάω σπίτι και θα την ξυπνήσω με ένα μικρό φιλί και ελπίζω να μου δώσει αυτό που θέλω.

Έφυγα για να ξεχάσω τη δύναμη που ασκεί πάνω μου και τελικά το μόνο που κατάφερα είναι να νιώσω πιο κοντά της. Και τρέχω. Ειλικρινά τρέχω. Η ηλίθια η πτήση είχε καθυστέρηση και ανυπομονώ να γυρίσω σπίτι. Το ξέρω ότι ήταν χθες τα γενέθλιά της και σκόπευα να της κάνω έκπληξη αλλά αφού άργησα τόσο πολύ σκέφτηκα να γυρίσω και να της πω χρόνια πολλά από κοντά μια και καλή. Το κοντέρ δείχνει τα 100 και έχω μερικά μίλια ακόμα μέχρι το σπίτι. Είμαι κάθαρμα που δεν την πήρα χθες αλλά σκόπευα να την αιφνιδιάσω. Ελπίζω να μη θύμωσε. Η Ελίζαμπεθ δεν είναι τέτοια. Θα με καταλάβει. Ξέρει πόσο σημαντική είναι η δουλειά. Είναι και αυτή αφοσιωμένη στην καριέρα της. Και σίγουρα έχει καταλάβει ότι η σχέση μας είναι λίγο…ιδιόρρυθμη.

Μπαίνω στο σπίτι κάπου πριν τις εφτά, και η κόπωσή μου είναι τόση που το μυαλό μου έχει θολώσει. Έχω κακό προαίσθημα ότι κάτι δεν πάει καλά. Ψάχνω τα δωμάτια τρέχοντας, φωνάζοντας το όνομά της απεγνωσμένος. Δεν απαντάει και δεν είναι πουθενά. Ψάχνω παντού. Στα έξι υπνοδωμάτια, στη βιβλιοθήκη, στην πισίνα. Χιλιάδες σκέψεις βασανίζουν το μυαλό μου. Δεν είναι σπίτι; Έφυγε; Με εγκατέλειψε; Έχει βρει άλλον;

Ένα λευκό χαρτί πάνω στο πάσο της κουζίνας τραβάει το βλέμμα μου. Συνειδητοποιώ ότι κρατάω ακόμα το σακ βουαγιάζ μου. Το πετάω με φόρα κάτω και διαβάζω τα όμορφα γράμματά της.

Σου έχω αφήσει λίγη τούρτα στο ψυγείο.
Θα λείψω στη μαμά μου μερικές μέρες.

Ελπίζω να είσαι καλά,
Ε.



Τρίτη, 26 Μαΐου 2015

κεφάλαιο 39-άντρες...

Η επόμενη μέρα κύλησε κάπως παρόμοια. Ο Ντέιβιντ έφυγε για τη δουλειά κατά τις εννιά και όταν γύρισε το απόγευμα, κάναμε έρωτα στο σαλόνι. Φυσικά έπρεπε εγώ να το υποκινήσω. Εκείνος έτρωγε ήρεμα στην κουζίνα όταν τον πλησίασα και του έδωσα να καταλάβει τι θέλω από εκείνον. Λίγη ώρα και μερικά ουρλιαχτά ηδονής αργότερα, τον άκουσα να μου λέει ότι έχει μια σοβαρή υπόθεση στο Ντουμπάι και πρέπει να λείψει μερικές μέρες. Η καρδιά μου βούλιαξε στο στήθος μου αφού διαλύθηκε σε μικρά μικρά κομμάτια. Ντουμπάι; Για πόσες μέρες; Γιατί να μην πάω μαζί του; Δε με πείραξε το απρόοπτο του πράγματος, αλλά ο τρόπος που μου το ανακοίνωσε. Λες και πάει στο περίπτερο να αγοράσει εφημερίδα. Το καλό είναι ότι αφού δε θεωρεί απαραίτητο να μου το πει λίγο πιο…στρογγυλεμένα, σημαίνει ότι δεν έχει πάρει χαμπάρι για τη μεταστροφή των συναισθημάτων μου. Πώς να έχει πάρει χαμπάρι βέβαια; Αφού κι εγώ καλά καλά δεν έχω καταλάβει τι είναι αυτή η αντάρα μέσα μου. Ξέρω μόνο ότι δε θέλω να φύγει.
«Είναι κάτι σοβαρό;» τον ρωτάω, αλλά δε μου αποκαλύπτει πολλά. Είναι μυστικοπαθής και πολύ εσωστρεφής από τη φύση του, αλλά νόμιζα ότι κάτι είχε αλλάξει μεταξύ μας. Όχι. Ένας αόρατος διακόπτης έχει κατέβει και είναι πάλι ο πάντα-διαθέσιμος-για-σεξ Ντέιβιντ, αλλά όχι για κάτι περισσότερο.
«Αν δεν πάω δε θα μάθουμε» λέει τελικά και με ρωτάει αν έχω δει το σακ βουαγιάζ του. Το δανείστηκα τις προάλλες για να μεταφέρω κάτι από το διαμέρισμά μου. Το έχω στο δωμάτιό μου. Του το φέρνω και τον βλέπω να βάζει μέσα μερικά ρούχα και εσώρουχα.
«Φεύγεις κιόλας;» ρωτάω απορημένη.
«Ναι, αύριο. Δε σου το είπα;» λέει εκείνος ανυπόμονα.
«Όχι, δεν είπες αύριο» λέω θαρρετά. Το πρόσωπό του ξαφνικά δείχνει πιο σοβαρό, οι γραμμές του πιο αδρές.  Τα μάτια του σκοτεινιάζουν και για μερικά δευτερόλεπτα νιώθω ότι πραγματικά δυσανασχετεί.
«Για να καταλάβω τώρα» λέει και καθαρίζει τη φωνή του με τη γροθιά του σφικτή μπροστά από τα χείλη του «γκρινιάζεις;».

Δεν απαντάω. Δεν του αξίζει απάντηση, αλλά δεν έχω και κάτι έξυπνο να πω. Δεν έχει δικαίωμα να με κάνει να δείχνω σαν γυναικούλα, ειδικά όταν οι απαιτήσεις μου είναι λογικές. Μια έγκαιρη ενημέρωση για το πρόγραμμά του και ένα ειλικρινές χαμόγελο δεν είναι πολλά. Βγαίνω από το δωμάτιο και κατευθύνομαι στο δικό μου. Κάνω στα γρήγορα ένα ντους και ξαπλώνω να διαβάσω το βιβλίο μου. Δεν περίμενα να κρατήσει 48 ώρες. Δε περίμενα να κρατήσει και μια ζωή αλλά όχι και 48 ώρες. Είναι ένας κυκλοθυμικός άκαρδος άνθρωπος και κακώς που ασχολήθηκα. Δεν είναι ότι είναι αγενής. Είναι μια αλλαγή ίσως ανεπαίσθητη για τους άλλους αλλά εγώ την καταλαβαίνω. Το μετάνιωσε; Βαρέθηκε; Χόρτασε; Ο,τι και να είναι, το στρείδι έκλεισε. Ο,τι είδατε είδατε.

Σβήνω το φως μου κατά τις έντεκα και μισή. Δεν έχω ιδέα τι κάνει εκείνος, αλλά πρέπει να συνηθίσω ίσως σε αυτό το νέο μοντέλο. Σκωτσέζικο ντους. Αυτό μου κάνει. Τη μισώ αυτή την κατάσταση. Αλλά φταίω κι εγώ που αφέθηκα.
«Δεν είσαι στο δωμάτιό μου» ακούω ξαφνικά τη φωνή του να γεμίζει το δωμάτιο και ανάβει το φως. Καλύπτω τα μάτια μου ενστικτωδώς γιατί το έντονο φως με τυφλώνει. Το βλέμμα είναι σκοτεινό, ένα δριμύ κατηγορώ πάλλεται στα χείλη του.
«Είμαι στο δικό μου» λέω, λες και δεν το έχει καταλάβει. Τι ήθελε; Τον διεκδίκησα το απόγευμα, κάναμε σεξ και μετά μου είπε άνετα ότι φεύγει για Ντουμπάι, για ποιος ξέρει πόσο καιρό. Και ξεκαθάρισε με τη στάση του ότι δεν έχω δικαίωμα να ρωτήσω περαιτέρω πληροφορίες ή να πάω μαζί του για να τον βοηθήσω ή ακόμα και για παρέα.
«Δε θα έρθεις να κοιμηθούμε μαζί; Αύριο φεύγω» μου λέει και συνεχίζει να με κοιτάει. Ανατριχιάζω. Σχεδόν φοβάμαι την επιρροή που ασκεί πάνω μου. Είναι σαν να κρατάει το τηλεκοντρόλ και να παίζει με την καρδιά μου.
«Ντέιβιντ, είμαι λίγο κουρασμένη απόψε. Προτιμώ να κοιμηθώ στο δωμάτιό μου» του λέω και χαμογελάω βεβιασμένα. Θεέ μου, πόσο θέλω να κοιμηθώ μαζί του. Ή μάλλον, να μην κοιμηθώ μαζί του.
Τον βλέπω να εξαφανίζεται από μπροστά μου εκνευρισμένος και συνειδητοποιώ ότι ακόμα και ο τσακωμός μαζί του, τα νεύρα, τα παράπονα είναι κάτι που μου δίνει χαρά, γιατί είναι μια οικειότητα που τη μοιράζονται τα αληθινά ζευγάρι και όχι δυο άνθρωποι που τους ενώνει απλός ένα ηλίθιο συμβόλαιο.
«Κάνε άκρη» τον ακούω μετά από μερικά λεπτά να λέει επιτακτικά και τον βλέπω να εισβάλει στο δωμάτιό μου κρατώντας υπό μάλης το μαξιλάρι του και ένα νεσεσέρ με μερικά πράγματα. Δεν μπορώ να πάρω ανάσα από την έκπληξη.
«Τι σημαίνει αυτό;» τον ρωτάω ενώ κάνω άκρη και του αφήνω χώρο στην αριστερή πλευρά που είναι και η αγαπημένη του.
«Σημαίνει ότι θα κοιμηθούμε μαζί» λέει και ξαπλώνει ανάσκελα. Εγώ κάθομαι οκλαδόν δίπλα του και ρουθουνίζω άκομψα.
«Μήπως να με ρωτήσεις κι εμένα;» λέω ειρωνικά. «Το συμβόλαιο λέει ότι πρέπει να κάνω εγώ το πρώτο βήμα».
«Δε θα σε πλησιάσω. Απλώς θέλω να κοιμηθούμε μαζί. Και αν θες να ξέρεις, είσαι πολύ παράλογη» λέει και ανασηκώνεται.
«Είμαι μια χαρά» λέω κάνοντας ότι δεν καταλαβαίνω πού αναφέρεται, αλλά καταλαβαίνω πολύ καλά.
«Θέλω να φεύγω για δουλειά χωρίς να δίνω λογαριασμό. Δεν έχω μάθει να λειτουργώ όπως θες. Δεν είμαι για…σχέση» λέει απολογητικά. Αλλά με σκοτώνει.
«Δε σου ζήτησα σχέση!» λέω θυμωμένη.
«Γιατί φωνάζεις;» με ρωτάει και κοκκινίζω από ντροπή. «Τα αναλύεις όλα πάρα πολύ. Πρέπει να το πάμε πιο χαλαρά. Εσύ σκέφτεσαι ακόμα και την ώρα που κοιμάσαι».
«Συγγνώμη που έχω μπερδευτεί λιγάκι!» ειρωνεύομαι.
«Γιατί έχεις μπερδευτεί; Κάνουμε σεξ και κοιμόμαστε μαζί όταν θες» λέει.
«Απ΄ ό,τι φαίνεται κοιμόμαστε μαζί και όταν δε θέλω!» του λέω και τον βλέπω να σοκάρεται.
«Δεν είχα καταλάβει…συγγνώμη…» λέει και σηκώνεται άτσαλα. Του αρπάζω το χέρι και τον παρακαλάω να μείνει.
«Αύριο φεύγεις. Κοιμήσου εδώ» του λέω.
«Τόσο δύσκολα είναι όλα στις σχέσεις;» με ρωτάει μετά από μερικά δευτερόλεπτα. Κλείνω το φως και μας καλύπτει πυκνό σκοτάδι.

«Μόνο όταν ένας από τους δύο είσαι εσύ» του λέω και το γέλιο του γεμίζει το δωμάτιο.

Δευτέρα, 25 Μαΐου 2015

κεφάλαιο 38-κορίτσια, χαλαρά....


«Ντέιβιντ» τον σκουντάω ελαφρά. Είναι τόσο ζεστός και τόσο ευάλωτος έτσι όπως κοιμάται κουλουριασμένος γύρω μου, που νιώθω την καρδιά μου να σπάει σε χίλια κομμάτια.  Κοιμάται ήσυχα και η ρυθμική αναπνοή του γαργαλάει τον ώμο μου. Δε με έχει αφήσει από την αγκαλιά του και μου αρέσει τόσο πολύ όλο αυτό που αναρωτιέμαι πώς θα αντέξω το επόμενο πρωί. Είμαι σίγουρη ότι το όνειρο δε θα κρατήσει. Αλλά είναι λογικό. Έχω κάθε επίγνωση του ποιος κοιμάται πλάι μου. Δεν είναι κάποιος απλός άνθρωπος. Δίπλα μου κοιμάται ένας μύθος, ένας διεθνής πλεϊμπόι, ο πιο όμορφος άντρας του κόσμου και ο πιο δυναμικός επιχειρηματίας κάτω των 40. Προσπαθώ να το βγάλω από το μυαλό μου, γιατί θα τρελαθώ, αλλά είναι δύσκολο. Αν δεν ήμουν τόσο μπερδεμένη συναισθηματικά, αν δε σεβόμουν τόσο βαθιά αυτό το λίγο που έχουμε, θα έβγαινα στις ειδήσεις και στα ραδιόφωνα και θα φώναζα ότι κοιμήθηκα μαζί του.
«Μμμμ, τι είναι;» με ρωτάει χωρίς να έχει καλοξυπνήσει. Κοιτάω το ρολόι στο κομοδίνο του. Η ώρα δείχνει έξι τα ξημερώματα.
«Δεν βάλαμε φαγητό στη Φρίντα χθες το βράδυ και διαμαρτύρεται» του λέω απαλά. Ο Ντέιβιντ φροντίζει την Φρίντα με μοναδική τυπικότητα, αλλά όταν λείπει το κάνω εγώ. Το σκυλί με λατρεύει. Ανέκαθεν δηλαδή με λάτρευε αλλά τώρα που τη βγάζω και βόλτες έχουμε δεθεί πιο πολύ.
«Μμμ, και;» ρωτάει και με σφίγγει πάνω του.
«Δεν μπορώ να κουνηθώ έτσι όπως με σφίγγεις» του λέω εύθυμα. «Θέλω να σηκωθώ για να της βάλω λίγη τροφή».
Παίρνει μερικά δευτερόλεπτα αλλά αντί να απαντήσει, τελικά σηκώνεται αργά από το κρεβάτι, ξεδιπλώνοντας ένα απολαυστικό θέαμα από μυς και σφικτό, λείο δέρμα στο χρώμα της καραμέλας βουτύρου.
«Θα πάω εγώ. Κοιμήσου εσύ» λέει και μου δίνει ένα ανάλαφρο φιλάκι στο μάγουλο. Λιώνω, διαλύομαι, εξαϋλώνομαι.
Γυρνάει μετά από μερικά λεπτά και χώνεται στα σκεπάσματα. Μου μουρμουρίζει κάτι και με αγκαλιάζει ξανά. Το έτρεμα αυτό. Φοβόμουν ότι όταν θα γυρίσει θα μου γυρίσει την πλάτη και θα κοιμηθεί στην μεριά του. Αλλά με πήρε ξανά αγκαλιά. Η ζωή είναι όμορφη. Δε θα κοιμηθώ λεπτό. Θα κάτσω εδώ και θα προσεύχομαι να μην ξημερώσει!
«Γιατί δεν κοιμάσαι;» ακούω τη βραχνή φωνή του στο αφτί μου μετά από μερικά λεπτά. Με αιφνιδιάζει ο τρόπος που συντονίζεται μαζί μου. Νόμιζα ότι κοιμόταν.
«Δε με παίρνει ο ύπνος» του λέω τελικά.
«Σκέφτεσαι πολύ, Ελιζαμπέτα» ψιθυρίζει και με σφίγγει πάνω του διεκδικητικά. Ναι, με σφίγγει. Τι στο καλό σημαίνει όλο αυτό, δεν καταλαβαίνω. Αλλά μου αρέσει.
«Ε κάποιος πρέπει να σκέφτεται» ψιθυρίζω τελικά.
«Μμμ…» απαντάει εκείνος ακόμα υπό την επήρεια του ύπνου.
«Ντέιβιντ…» γυρνάω προς το μέρος του και αρχίζω να τον χαϊδεύω με υπονοούμενο. Το σώμα του αντιδράει αμέσως. Χαμογελάει κι ας έχει κλειστά τα μάτια του.
«Είμαι μεγάλος άνθρωπος. Δε με λυπάσαι;» μου λέει τελικά και ανοίγει τα νυσταγμένα μάτια του.
«Έχεις ένα μύθο να υποστηρίξεις, Ντέιβιντ. Ένα όνομα να τιμήσεις» του υπενθυμίζω.
«Τρεις φορές το τίμησα» λέει γελώντας και κοκκινίζω ολόκληρη. Όντως τρεις, σκέφτομαι. Αναπολώ τις υπέροχες στιγμές που έζησα στα χέρια του. «Μπορούμε να συνεχίσουμε το πρωί;» με ρωτάει σχεδόν ντροπαλά.
«Αύριο το πρωί μπορείς να έχεις αλλάξει γνώμη» του λέω, εκφράζοντας δυνατά τον πιο μύχιο φόβο μου. Εκείνος γελάει και με φιλάει στα χείλη. Και ξανά. Και ξανά.
«Δε θα αλλάξω γνώμη, μωρό μου. Εγώ εδώ είμαι. Όποτε θες, το λέει και το συμβόλαιο, θα είμαι διαθέσιμος». Δε μου αρέσει πολύ η απάντηση, παρόλο που το μυαλό μου είναι σε καταστολή. Το χέρι του βρίσκεται στους γλουτούς μου και το χάδι του με κάνει να ξεχνάω και το όνομά μου.
«Δηλαδή όλα είναι στο χέρι μου;» ρωτάω ανάλαφρα αν και δεν είμαι τόσο ανέμελη.
«Όχι όλα» λέει τελικά εκείνος και με μια απότομη κίνηση βρίσκεται από πάνω μου. Το βάρος του πιέζει το κορμί μου με έναν τρόπο που απολαμβάνω πολύ. Μου αρέσει η αίσθηση ότι με φυλακίζει, ότι ακόμα κι αν θέλω δεν μπορώ να φύγω από εκεί.
Τα χείλη του καλύπτουν τα δικά μου. Πώς θα βρω άλλον άντρα σαν αυτόν; Πώς θα νιώσω ξανά έτσι; Τόσο αδύναμη αλλά και δυνατή ταυτόχρονα, έρμαιο των αισθήσεων αλλά και διεκδικητική;
«Σταμάτα να σκέφτεσαι» μου λέει εκείνος επιτακτικά και ακολουθώ τη διαταγή του.







Σάββατο, 23 Μαΐου 2015

37-σαν τα χρόνια του Διαβόλου μας...

Το δέρμα του ακόμα πιο λείο μέσα στο νερό, το στόμα του καυτό πάνω στο δικό μου, η γλώσσα του εισβάλει με επιδεξιότητα στο στόμα μου με έναν τρόπο που δεν αφήνει πολλά στη φαντασία για το τι θα ακολουθήσει ανάμεσά μας.
«Πες μου ότι ονειρεύομαι» μου λέει εκείνος ανάμεσα στα φιλιά, πνιχτά, σφίγγοντάς με πάνω του. Του γνέφω αρνητικά. Δεν θέλω να απαντήσω για να μη χαλάσω αυτό που ζω.
«Ανοίγουμε τον ασκό του Αιόλου μωρό μου» λέει και του χαμογελάω. Με σφίγγει κι άλλο και νιώθω ότι χάνομαι. Αυτόματα τυλίγω τα πόδια μου γύρω από τη μέση του και βηματίζει αργά με μένα αγκιστρωμένη γύρω του σαν δεύτερο δέρμα προς τη ρηχή μεριά της πισίνας.
«Πες μου… ότι το θες… κι εσύ» με ρωτάει συνεχίζοντας να με φιλάει. Έχει τα πιο απαλά, πιο αφράτα χείλη στον κόσμο. Τα φιλιά του με κάνουν ευτυχισμένη αλλά και ταυτόχρονα δυστυχισμένη. Πώς θα ξαναγυρίσω στα χλιαρά φιλιά εκεί έξω αν έχω φιλήσει αυτό τον άντρα; Ο Ντέιβιντ δε συνειδητοποιεί πόσο με επηρεάζει και με τα χέρια του ψηλαφεί αχόρταγα, ξεδιάντροπα το κορμί μου κάτω από νερό. Περνάει τις τεράστιες παλάμες του πάνω από τους γοφούς μου, ανάμεσα στα πόδια μου, στο στήθος μου, στους ώμους και τα μπούτια μου, αλλά φευγαλέα. Μόνο φευγαλέα. Μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα είμαι έτοιμη. Για να είμαι ειλικρινής ήμουν έτοιμη από την πρώτη φορά που τον είδα. Τον αντιπάθησα ενστικτωδώς για την αυτοπεποίθησή του, για το μεγαλείο του, για όσα αντιπροσώπευε, αλλά το κορμί μου ανταποκρίθηκε αμέσως στη γοητεία του. Και δε σταμάτησε ποτέ έκτοτε. Νιώθω σαν παιδί που του έδωσαν δωρεάν εισιτήριο για τη Disneyland. Αλλά δεν ξέρω από πού να ξεκινήσω. Τον αφήνω να βγει αργά από την πισίνα, ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια με μένα πάνω του λες και είμαι πούπουλο. Δε δείχνει να δυσκολεύεται και τον λατρεύω γι’ αυτό. Με κάνει να νιώθω θηλυκή, εύθραυστη, σέξι.
«Εδώ, στο δωμάτιό μου ή στο δωμάτιό σου; Πού;» με ρωτάει βραχνά, φιλώντας με ξανά και ξανά, με τα μάτια κλειστά, λες και φοβάται μήπως ξυπνήσει κι αυτός από κάποιο όνειρο.  Σαν να φοβάται ότι θα με χάσει.
«Και εδώ και στο δωμάτιό μου και στο δωμάτιό σου» λέω και χαϊδεύω τα βρεγμένα μαλλιά του και μετά μερικές σταγόνες που έχουν επιμείνει στο πανέμορφο πρόσωπό μου. Κλείνει τα μάτια και με στριφογυρίζει στην αγκαλιά του λες και χορεύει μαζί μου βαλς.
«Ξέρεις τι κάνεις στην αυτοπεποίθησή μου;» με ρωτάει και τον βλέπω να κοιτάει τριγύρω φευγαλέα. Αρπάζει μια πετσέτα από μια ξύλινη ντουλάπα χωρίς να με αφήσει κάτω και με σκεπάζει. Αλλά δεν κρυώνω.
«Νόμιζα ότι η αυτοπεποίθησή σου είναι ήδη μεγάλη» λέω με υπονοούμενο και του βγάζω τη γλώσσα. Βογγάει και σηκώνει τα μάτια στον ουρανό. Κάθεται σε μια σεζ λονγκ που βρίσκεται κοντά μας και με ακουμπάει πάνω στα γόνατά του. Τον χαϊδεύω. Λατρεύω την αίσθηση του κορμιού του. Είναι ζεστός, παρόλο που είναι βρεγμένος, είναι ρωμαλέος και αρρενωπός. Όλο μου το σώμα ακουμπάει το δικό του. Είναι δικός μου για την επόμενη μισή ώρα ή όλο το βράδυ αν είμαι τυχερή. Αλλά δεν τολμώ να ελπίσω κάτι περισσότερο.
«Θέλω να το θέλεις όσο κι εγώ» λέει και σκέφτομαι όσα με βασάνιζαν μέσα στην πισίνα. Αν το θέλω; Δεν έχω θελήσει ποτέ στη ζωή μου κάτι όπως τώρα. Δεν ήξερα πόσο τον ήθελα μέχρι να με πάρει στην αγκαλιά του, και να με φιλήσει σαν να είμαι η μοναδική γυναίκα για εκείνον.
«Τι θες; Να υπογράψω; Το συμβόλαιο λέει ότι πρέπει να σου το ζητήσω. Ε ορίστε! Σου το ζητάω!» λέω με πάθος και χαμογελάει.
«Με κάνεις πολύ ευτυχισμένο, το ξέρεις;» ρωτάει και βλέπω τα μάτια του να σκουραίνουν έναν τόνο. ‘Η μήπως διεστάλησαν οι κόρες του; Πρέπει να το εννοεί. Το πρόσωπό του είναι σοβαρό, η ανάσα του βγαίνει διακεκομμένα. «Σε φαντάζομαι στο κρεβάτι μου εδώ και καιρό και πάντα πίστευα, ήλπιζα, ότι…».
«Πάμε πάνω να είμαστε πιο άνετα;» τον ρωτάω ανυπόμονα. Γελάει βραχνά και με σηκώνει στην αγκαλιά του. Ντρέπομαι λιγάκι που του δείχνω πόσο τον θέλω, αλλά δεν ωφελεί να κρύβομαι. Έχω μια ζωή για να το μετανιώνω. Απόψε όμως θα ζήσω το όνειρό μου. Θα ζήσω την περιπέτεια.
«Μπορώ να περπατήσω» του λέω αλλά δε θέλω να με αφήσει. Για όσο κρατήσει, θέλω να το ζήσω. Στο φουλ. Χωρίς δεύτερες σκέψεις και φόβους.
«Πάντα τόσο όμορφη ήσουν, κυρία Ρεντ;» μου λέει κοιτώντας με στα μάτια ανεβαίνοντας τα σκαλιά. Η επιλογή προσφώνησης με κάνει λίγο να χάσω το θάρρος μου, αλλά μόνο για λίγο. Έχει ένα πονηρό χαμόγελο που μου λέει ότι θα περάσουμε καλά.
«Ναι, μάλλον» απαντάω ανάλαφρα. «Απλώς εσύ ήσουν απασχολημένος και σου διέφυγε» γελάω.
«Μπορούμε να ξεχάσουμε για ένα βράδυ το παρελθόν;» ρωτάει ξερά. Συνεχίζω να γελάω και με πετάει με φόρα στο κρεβάτι του. Το δωμάτιό του είναι υπέροχο. Μεγαλειώδες και καλόγουστο. Σαν εκείνον. Το διπλό κρεβάτι κυριαρχεί στο χώρο, τα χρώματα είναι ζεστά και η μίνιμαλ διακόσμηση δίνει μια νότα ανάλαφρη, σε κάνει να θες να γεμίσεις το χώρο με αναμνήσεις.
«Θα μπορούσα, αν το παρελθόν σου δεν είχε παρελάσει από μπροστά μου πάνω σε δεκάποντες γόβες!» του λέω, εκφράζοντας ταυτόχρονα περισσότερο παράπονο από όσα ήθελα ή σκόπευα.
«Ελιζαμπέτα, αυτή τη στιγμή είμαστε οι δυο μας. Το πρόσεξες;» με ρωτάει αυστηρά και γνέφω. «Και θέλω να σου ζητήσω συγγνώμη που είμαι τόσο απόμακρος, αλλά έχουν έρθει τα πάνω κάτω με τη συγκατοίκησή μας και δεν έχω συνηθίσει και…»
«Ντέιβιντ, για όνομα!» γέρνω πίσω το κεφάλι μου και γελάω. «Δε θέλω να μιλήσουμε για τη σχέση μας!»
«Τι θες;» με ρωτάει εκείνος χαμογελώντας πονηρά.
«Εσένα, στο κρεβάτι, ΤΩΡΑ!» λέω επιτακτικά και τον τραβάω πάνω μου.

Πέμπτη, 21 Μαΐου 2015

κεφάλαιο 36-να τα μας...

Τα γενέθλιά μου είναι σε πέντε μέρες και το μόνο που σκέφτομαι είναι πώς να τα γιορτάσω. Έχω διάφορες επιλογές στο μυαλό μου. Να μείνω σπίτι και να μην κάνω τίποτα, να καλέσω κόσμο σπίτι, να βγω με φίλους για ποτό. Ο Ντέιβιντ; Άραγε ξέρει ότι έχω γενέθλια; Μήπως πρέπει να τον ρωτήσω αν πρέπει να γιορτάσουμε μαζί; Είναι λίγο άβολο όλο αυτό. Όλη η επικοινωνία μεταξύ μας είναι αμήχανη τον τελευταίο καιρό άλλωστε. Μετά το βράδυ που με είδε με το αραχνοΰφαντο νυχτικό, με αποφεύγει ακόμα πιο συστηματικά, μειώνοντας τις καθημερινές μας κουβέντες σε «καλημέρα» και «καληνύχτα». Θα τον έκανα να ντραπεί. Ωραία. Τώρα θα με θεωρεί ξετσίπωτη.
Ευτυχώς αύριο έχω μια συνέντευξη και έχει φτιάξει κάπως το κέφι μου. Είναι για μια καλή θέση σε μια αξιόλογη εταιρεία και νομίζω ότι έχω ελπίδες. Κοιτάω το ρολόι μου. Είναι εφτά το απόγευμα και δεν έχει γυρίσει ακόμα. Κατά τις οκτώ ακούω τα κλειδιά στην πόρτα και τρέχω κυριολεκτικά στον κάτω όροφο. Το σπίτι είναι τεράστιο και είναι αφόρητο να είσαι μόνος σου.
«Ντέιβιντ, μπορούμε να συζητήσουμε κάτι;» του λέω και εκείνος πετάει τον χαρτοφύλακα στον καναπέ. Φαίνεται εκνευρισμένος με κάτι.
«Ακόμα δεν ήρθα» λέει ξερά και κατευθύνεται στην κουζίνα. Πλένει τα χέρια του στα γρήγορα και ανοίγει τις κατσαρόλες. Σήμερα έχω φτιάξει πένες με μια λευκή σάλτσα που μου λένε ότι την πετυχαίνω πολύ.
«Δε χρειάζεται να μαγειρεύεις» λέει μηχανικά και κάθεται στο τραπέζι. Περιμένει να τον σερβίρω. Πολύ σουρεάλ.
«Κάθε απόγευμα λες το ίδιο και κάθε απόγευμα τρως δυο πιάτα από αυτό που δεν χρειάζεται να μαγειρέψω» λέω ειρωνικά. Δεν ασχολείται πολύ με το σχόλιό μου. Χαζεύει την εφημερίδα και τρώει με όρεξη.
«Έχω γενέθλια σε πέντε μέρες» λέω τελικά και πίνω λίγο κρασί από αυτό που σέρβιρα στα ποτήρια μας. Εγώ έχω φάει ήδη.
«Μάλιστα» λέει και νομίζω ότι δε με ακούει, αλλά ποτέ δεν ξέρεις.
«Σκεφτόμουν να βγω με φίλους ή να καλέσω κόσμο εδώ» αποτολμώ τελικά. Ακολουθεί σιωπή. Γυρίζει σελίδα. «Με άκουσες;» επιμένω. Δε με κοιτάει. Με εκνευρίζει τόσο πολύ όλο αυτό. Αρπάζω την εφημερίδα και την πετάω στο πάτωμα. Με κοιτάει βαριεστημένος.
«Τώρα είναι η ώρα που πετάς τα πιάτα στο πάτωμα και αρχίζεις να κλαις επειδή δε σου δίνω σημασία;» με ρωτάει ειρωνικά και σταυρώνει τα μπράτσα του. Ευτυχώς με κοιτάει.
«Γιατί συμπεριφέρεσαι σαν γουρούνι;» τον ρωτάω εκνευρισμένη.
«Εσύ γιατί συμπεριφέρεσαι σαν γυναικούλα;»
«Ντέιβιντ, είσαι ανυπόφορος. Το ξέρεις;» λέω τελικά, σχεδόν ψιθυρίζοντας. Θέλω να κλάψω. Ντρέπομαι γι’ αυτό αλλά θέλω να βάλω τα κλάματα. Πώς γίναμε έτσι; Πώς θα περάσουν δέκα μήνες και κάτι;
«Πάω να δουλέψω στη βιβλιοθήκη» μου λέει τελικά, δείχνοντας και στην πράξη πόσο με βαριέται. Σηκώνεται, βάζει το πιάτο του στο πλυντήριο πιάτων και εξαφανίζεται μέσα στο άδυτό του. Στη βιβλιοθήκη του δεν τολμώ ούτε να μπω. Όταν μπαίνει εκεί μέσα βγαίνει μετά από ώρες και πάει κατευθείαν για ύπνο. Ωραία, σκέφτομαι. Τον είδα μόνο πέντε λεπτά σήμερα.

Τελικά δεν απάντησε ποτέ για τα γενέθλιά μου. Άρα δεν έχει σκοπό να κάνουμε κάτι μαζί. Δεν ξέρω πώς μου έχει προκύψει αυτή η ιδέα, αλλά κάτι μέσα μου μου έλεγε ότι θα μου πρότεινε να κάνουμε κάτι μαζί. Πάω στο δωμάτιό μου και αφού μιλάω με τη μητέρα μου για λίγη ώρα στο σκάιπ, σκέφτομαι πώς να περάσω την ώρα μου. Το μόνο που μπορεί να με χαλάσει αυτή την ώρα είναι μια βουτιά στην εσωτερική πισίνα. Εκεί, είναι το δικό μου άδυτο. Δεν έρχεται κανείς και περνάω κάθε μέρα πάνω από μία ώρα κολυμπώντας δυναμικά για να μπορέσω να εκτονώνω την ένταση που με κάνει να νιώθω. Όταν έχει καλό καιρό μπορείς να πατήσεις μερικά κουμπιά και να ανοίξουν τα τζάμια, αλλά σήμερα φυσικά κάνει κρύο. Φοράω ένα μαύρο μαγιό και κατεβαίνω με το εσωτερικό ασανσέρ στον όροφο όπου είναι η πισίνα. Με περιμένει η σεζ λονγκ μου και το βιβλίο που άφησα χθες. Βάζω ένα ωραίο κομμάτι στο ηχοσύστημα, χαμηλώνω το φωτισμό στο χώρο και διαλέγω ένα έντονο φως για μέσα στην πισίνα. Αυτά είναι, σκέφτομαι. Η πολυτέλεια ίσως με βοηθήσει να ξεχάσω την απελπισία που με κάνει να νιώθω ο «άντρας» μου και η αδιαφορία του. Ξαφνικά νιώθω πολύ λυπημένη που με αγνοεί.

Το νερό δεν είναι πολύ ζεστό. Είναι αρκετά δροσερό ώστε να νιώσω την αναζωογόνηση στο σώμα και το μυαλό μου. Κολυμπάω χωρίς να σκέφτομαι, προσπαθώντας να συγκεντρωθώ στις αναπνοές μου. Μετράω σιωπηρά και αφήνω τα συναισθήματά μου να γλιστρήσουν από μέσα μου όπως το νερό που γλείφει το σώμα μου. Ελεύθερο, πεταλούδα, ύπτιο, και μετά από την αρχή. Η αναπνοή μου κόβεται, η κόπωση με κάνει να χάνω το μέτρημα, αλλά επιμένω. Είναι η τιμωρία που επιβάλλω στον εαυτό μου για να τον ξεχάσω. Να ξεχάσω την προδοσία. Την προδοσία του εαυτού μου. Την αδυναμία να αντισταθώ στη ζωώδη γοητεία του, στον μαγνητισμό του. Θεέ μου, είμαι τρελή, σκέφτομαι με κομμένη την ανάσα αλλά δε σταματάω. Πιέζω τον εαυτό μου στα άκρα. Δέκα γύροι, και έχω ακόμα άλλους είκοσι μέχρι να βγω με τρεμάμενα άκρα από την πισίνα και να συρθώ στο κρεβάτι. Μόνο έτσι μπορώ να κοιμηθώ, γνωρίζοντας ότι είναι κοντά μου. Τι είναι αυτό που νιώθω; Πώς είναι να μου αρέσει τόσο εμφανισιακά, να τρέμω από σεξουαλική ένταση όταν με πλησιάζει και ταυτόχρονα να τον αντιπαθώ τόσο πολύ; Γιατί θέλω να τον προκαλώ, γιατί φοράω σέξι εσώρουχα ενώ ξέρω ότι δε θα τα δει, γιατί κυκλοφορώ με διάφανα νυχτικά; Γιατί αποζητώ την προσοχή του, γιατί βάφομαι μέσα στο σπίτι, γιατί ζηλεύω, γιατί θέλω να του ορμήσω; Θεέ μου, κάνε να μη νιώθω τίποτα περισσότερο από αυτά που μπορεί να ανταποδώσει. Κάνε να μην χτυπήσει η καρδιά μου για εκείνον. Να μην γίνει η απελπισία πιο αφόρητη, πιο αβάσταχτη. Θεέ μου, σώσε με από την απόρριψή του, γιατί είναι πλέον ανώφελο να κρύβομαι και από τον ίδιο τον εαυτό μου.
Πρέπει να κλαίω. Δεν είμαι σίγουρη γιατί η ορμή της κίνησης πνίγει τα δάκρυά μου, αλλά η ψυχή μου είναι τόσο μπερδεμένη που τα δάκρυα δε με προβληματίζουν. Βγάζω το κεφάλι μου ελάχιστα, ίσα για να πάρω ανάσα και βουτάω ξανά, βγαίνοντας στην επιφάνεια λίγο πριν λιποθυμήσω, θυμίζοντας στον εαυτό μου πώς θα είναι αν αφεθώ. Αν αφεθώ στο κύμα που με πλημμυρίζει, αν αφεθώ στο άγνωστο. Αν τολμήσω να του δοθώ. Η πρόσκλησή είναι ανοιχτή, η πρόκληση το ίδιο. Αν θέλω, θα με πάρει. Αλλά θέλω; Θέλω έτσι; Θέλω να με θέλει. Σε αυτό είμαι ξεκάθαρη. Δεν ξέρω τίποτα περισσότερο. Αλλά θέλω να με θέλει. Γυναικείος εγωισμός; Πες το όπως θες. Θέλω να με θέλει και αυτός με κοιτάει λες και είμαι αδερφή του. Διάολε, τον μισώ γι’ αυτό. Τον μισώ γιατί είναι τόσο όμορφος, τόσο εντυπωσιακός, που δε μου δίνει περιθώριο επιλογής.
Στηρίζομαι στην άκρη της πισίνας βαριανασαίνοντας. Δε μου βγαίνουν οι γύροι. Είμαι κουρασμένη. Οι μύες μου πονάνε, το σώμα μου διαμαρτύρεται, η ψυχή μου πονάει. Βυθίζομαι κάθετα και η σιωπή μέσα στο νερό με ηρεμεί λιγάκι. Μόνο λιγάκι. Το μυαλό μου αδειάζει, αλλά ξαφνικά ένας ήχος ταράζει το περιβάλλον. Μια ορμή μέσα στην πισίνα, μια ενέργεια που κυλάει προς το μέρος μου. Αναδύομαι γρήγορα. Η πόρτα στην άλλη άκρη της πισίνας είναι ανοιχτή και ένας όγκος κολυμπάει με ταχύτητα προς το μέρος μου. Δεν το σκέφτομαι καν. Τον συναντώ κάπου στη μέση. Με αγκαλιάζει σφιχτά, πολύ σφιχτά, και με φιλάει.



Τετάρτη, 20 Μαΐου 2015

κεφάλαιο 35-ώπα να τα μας...

«Ωραία περάσαμε» φωνάζω από το δωμάτιό μου ανάλαφρα. Έχουμε τις πόρτες ανοιχτές και παρόλο που μας χωρίζει ένα δωμάτιο, ακουγόμαστε. Στην πραγματικότητα εγώ πέρασα απαίσια, αλλά το έπαιξα πολύ καλά, και σχεδόν έπεισα και τον εαυτό μου ότι είμαι πανευτυχής.
«Ναι, τέλεια» γρυλίζει και ακούω τον γδούπο των παπουτσιών του στο πάτωμα. «Οι γονείς μου δεν έχουν καμία διακριτικότητα. Καλά που δε μας έβαλαν να φιληθούμε μπροστά τους για να ευχαριστηθούν» τον ακούω να λέει. Γελάω. Είναι έξαλλος με τους δικούς του και δε φταίει. Μας έκαναν πολύ στενό μαρκάρισμα.
«Πολύ καλή η ιδέα σου με το δωμάτιο» του λέω. Λίγο πριν φύγουμε από το πατρικό του μου είπε να απομονωθούμε για λίγη ώρα στο δωμάτιό του ώστε να δώσουμε στίγμα ότι θέλουμε να μείνουμε μόνοι. Στην πραγματικότητα εκείνος κάθισε στο κρεβάτι κι εγώ κοιτούσα φωτογραφίες από την παιδική του ηλικία. Τόσος έρωτας. Όταν κατεβήκαμε όμως όλοι μας κοιτούσαν περίεργα. Σίγουρα πίστευαν ότι περάσαμε το χρόνο μας αγκαλιά. Ναι, σιγά. Αυτός με κοιτάει και βγάζει σπυριά.
«Και είμαι σίγουρη ότι τους πείσαμε» συμπληρώνω. Τον βλέπω να περνάει έξω από το δωμάτιό μου φορώντας μόνο το κάτω της πιτζάμας του. Κατεβαίνει κάτω.
«Πάω να πιω νερό. Θες κάτι;» με ρωτάει και του λέω πως όχι. Η εικόνα του στέρνου του, των σφικτών μυών του έχει μείνει καρφωμένη στο κεφάλι μου. Δεν κλείνω την πόρτα μήπως και τον ξαναδώ παρόλο που είμαι έτοιμη για το κρεβάτι.
«Ήσουν πολύ καλή απόψε» λέει περνώντας από μπροστά μου σαν σίφουνας. Κρίμα. Δεν πρόλαβα. Χώνεται ξανά στο δωμάτιό του. Μα τι κάνει εκεί μέσα και περιφέρεται;
«Τι εννοείς;» ρωτάω με ειλικρινή απορία.
«Εννοώ ότι είχες ντυθεί ωραία, ότι μιλούσες εύθυμα με όλους και ότι έδειχνες ευτυχισμένη» μου εξηγεί.
«Περνάω καλά με τους δικούς σου» απαντάω και βγάζω τη ρόμπα μου.
Ξαφνικά γυρνάω και τον βλέπω στην πόρτα του δωματίου μου, να κοιτάει το κοντό νυχτικό μου και τα γυμνά πόδια μου. Ρίχνω πάλι τη ρόμπα μου και προσπαθώ να ελέγξω τον παλμό μου. Ο τρόπος που με κοιτάει με κάνει να ανατριχιάζω. Όλο μου το κορμί είναι σε επιφυλακή.
«Αυτά…» δείχνει προς το σώμα μου «φοράς κάθε βράδυ;». Δείχνει σχεδόν θυμωμένος.
«Ξέρεις ότι έχω αδυναμία στα εσώρουχα και…όλα αυτά» λέω και δεν ξέρω που να βάλω τα χέρια μου. Τα δένω μπροστά από το στήθος μου. Μετά τα αφήνω στο πλάι. Ουφ!
«Χαίρομαι που επενδύεις τα χρήματά μου» λέει σκληρά αλλά το βλέμμα του δεν αφήνει το κορμί μου.
«Τα λεφτά είναι δικά μου. Δεδουλευμένα. Δεν ξοδεύω τα δικά σου» διευκρινίζω. «Και πες μου επιτέλους τι κάνεις στο δωμάτιό μου» τον προκαλώ ενώ θέλω να τον ρωτήσω γιατί με κοιτάει λες και θέλει να με φάει. Και φυσικά, γιατί στο καλό φόρεσε φανέλα.
«Ήθελα να σου δώσω το συμβόλαιο για το κτήμα. Υπέγραψα» μου λέει και μου δίνει το αντίγραφο που μας είχε δώσει ο δικηγόρος. Μα καλά, τώρα το θυμήθηκε;
«Σε ευχαριστώ. Θα του τα στείλω αύριο και μετά μπορούμε να πάμε να δούμε από κοντά αν θες το κτήμα και να συζητήσουμε πώς θα αξιοποιήσουμε την αμύθητη περιουσία» λέω εύθυμα. Αλλά αυτός δε γελάει. Κάθεται απέναντί μου ακίνητος και το μόνο που ακούγεται είναι οι δείχτες του ρολογιού μου. Του ρολογιού που μου χάρισε. Και δεν έχω βγάλει από τον καρπό μου.
«Το κτήμα είναι δικό σου και θα σου το παραχωρήσω μετά το διαζύγιο» λέει ξερά και η λέξη ηχεί σαν βροντή στο δωμάτιο. Σιωπή απλώνεται ξανά και συνεχίζουμε να κοιτιόμαστε.
«Είσαι πολύ όμορφη» μου λέει απλά μετά από μια φορτισμένη σιωπή. Τον κοιτάω και του χαμογελάω ντροπαλά.
«Δεν περίμενα να το ακούσω ποτέ από σένα» τον πειράζω, για να αποφορτίσω την ατμόσφαιρα. Αλλά τα λόγια του με έχουν στοιχειώσει. Είναι πολύ απλό αυτό που πρέπει να κάνω. Ένα βήμα μπροστά και…
«Ούτε εγώ περίμενα να το πω».
«Φαίνεσαι έκπληκτος»
«Είμαι».
«Δηλαδή πριν ήμουν άσχημη;»
«Ποτέ δεν ήσουν άσχημη, Ελιζαμπέτα».
«Τότε γιατί τώρα;» τον ρωτάω ελπίζοντας σε μια ειλικρινή απάντηση.
«Είσαι στο σπίτι μου, είσαι η γυναίκα μου!» υψώνει τον τόνο της φωνής του ελάχιστα. «Φοράς ένα διάφανο νυχτικό και κοιμάσαι κοντά μου, αλλά όχι δίπλα μου. Με ρωτάς γιατί τώρα;».
«Συγγνώμη αν σε προκάλεσα» λέω και γυρνάω την πλάτη μου προς το μέρος του. Δεν ξέρω τι να κάνω. Αν κάτσω το κρεβάτι ίσως το θεωρήσει πρόκληση. Και δεν το θέλω αυτό. Το θέλω;
Νιώθω το χέρι του στον ώμο μου και γυρνάω απότομα. Το πρόσωπό μου έρχεται αντιμέτωπο με το στέρνο του. Μυρίζω το άρωμά του. Αλλά δεν καταλαβαίνω τι συμβαίνει.
«Δεν ξέρω πώς να το θέσω…» λέει τελικά με βραχνή φωνή που σχεδόν τρέμει. Έχει άγχος; Το ζήσαμε κι αυτό. «Αλλά αν ποτέ θέλεις, να…ξέρεις» κομπιάζει «δεν έχεις παρά να μου το ζητήσεις». Του χαμογελάω ζεστά.
«Έχω διαβάσει το συμβόλαιο» του λέω εύθυμα.
«Απλώς σου το θυμίζω» μου λέει και απομακρύνεται.
«Θα κάνω λίγη προπόνηση πρώτα».
«Τι στο καλό σημαίνει αυτό;» ρωτάει άγρια και σταματάει λίγο πριν βγει από το δωμάτιο.
«Σημαίνει ότι πρέπει να κοιμηθώ με 20 άντρες για να αποκτήσω την κατάλληλη εμπειρία ώστε να μου αξίζει να κοιμηθώ με το φαινόμενο Ρεντ» λέω προσπαθώντας να κρύψω την πικρία μου. Την πικρία μου που νιώθω ανίκανη να τον ικανοποιήσω.

«Σε παρακαλώ μην κοιμηθείς με 20 άντρες» μου λέει επίπεδα και βγαίνει από το δωμάτιό μου με μεγάλες δρασκελιές. Το γέλιο μου τον συντροφεύει ως το δωμάτιό του. 

Τρίτη, 19 Μαΐου 2015

κεφάλαιο 34-αποκαλύψεις

«Δεν καταλαβαίνω αυτή την ξαφνική αλλαγή συμπεριφοράς» του λέω ξερά όταν μπαίνουμε στο αμάξι με προορισμό το τραπέζι των γονιών του. «Ήσουν μια χαρά μετά το γάμο και μόλις γυρίσαμε, είναι λες και μπήκε μέσα σου ο διάολος» λέω χωρίς να τον κοιτάω. Φοράει το πιο ωραίο του πουλόβερ σήμερα. Με αποσυντονίζει τελείως.
«Νόμιζα ότι εγώ είμαι ο Διάβολος» λέει εκείνος και γκαζώνει, παρόλο που ο δρόμος δεν είναι ανοιχτός μπροστά μας. Δεν είχα ιδέα ότι ήξερε για το παρατσούκλι του. Δεν ξέρω πώς να αντιδράσω και έτσι δε μιλάω καθόλου. Κρατιέμαι από τη χειρολαβή και προσπαθώ να ηρεμήσω. Είναι προφανές ότι θέλει να με τρομάξει. «Και δεν μπορώ να καταλάβω τι εννοείς».
«Εννοώ ότι είσαι αγενής, απότομος και είρων» τον ενημερώνω. «Πάντα ήσουν δύσκολος και κυκλοθυμικός αλλά το έχεις παρακάνει. Και θεωρητικά το συμβόλαιό μας ορίζει να είμαστε ευπρεπείς ώστε η συγκατοίκηση να είναι όσο πιο ήπια γίνεται. Ευχάριστη δεν το περιμένω, αλλά τουλάχιστον όχι μαρτυρική».
«Έχω προβλήματα στη δουλειά και δεν μπορώ να ασχολούμαι και με τα συναισθήματά σου» μου λέει χωρίς ίχνος ευγένειας και αναρωτιέμαι πότε του έδωσα το δικαίωμα να με αντιμετωπίζει σαν κάποια από τις παλλακίδες του. Μάλλον ήρθε η ώρα να αντιδράσω.
«Όλα αυτά τα κάνεις επειδή έχεις προβλήματα στη δουλειά;» καγχάζω με δυσπιστία. «Σε αυτό μπορώ να σε βοηθήσω. Αλλά αν έχεις βάλει σκοπό να με τρελάνεις, έχε υπόψη σου ότι δε θα τα καταφέρεις».
«Αυτό είναι φανερό» λέει εκείνος και μια παράξενη σιωπή απλώνεται στο αμάξι. Δεν καταλαβαίνω τι εννοεί, αλλά δεν ωφελεί ποτέ να προσπαθείς να αποκρυπτογραφήσεις την Πυθία. Το μόνο που ακούγεται είναι η ρυθμική αναπνοή του και η κίνηση απέξω. Οδηγεί ιδιαίτερα νευρικά σήμερα. Το τζιπ του καταπίνει τα χιλιόμετρα και τα 20 λεπτά που μας χωρίζουν από το σπίτι των γονιών του ξαφνικά γίνονται όλο και λιγότερα.
Στρώνω μηχανικά τη φούστα μου. Διάλεξα ένα λευκό πουκάμισο και μια ψηλόμεση μπλε φούστα μέχρι το γόνατο. Ήθελα να είμαι ευπαρουσίαστη γιατί δεν ξέρω ποια περίσταση γιορτάζουμε. Οι γονείς του πάντα έχουν κάτι να γιορτάσουν.
«Πες μου ότι θα ηρεμήσεις λιγάκι» του λέω ικετευτικά. «Με δυσκολεύεις πολύ και εφόσον δε μου λες τι φταίει για να σε βοηθήσω, τουλάχιστον προσπάθησε να είσαι λίγο πιο ευγενικός μαζί μου γιατί δεν έχω απύθμενη υπομονή». Δεν απαντάει. Μόνο ρουθουνίζει σαν το τέρας της Τασμανίας.

Όταν φτάνουμε στο σπίτι των γονιών του, ανοίγει την γκαραζόπορτα με το μπουτόν του και σε μερικά λεπτά βρισκόμαστε στην αγκαλιά της Ιλέιν και του Λιούις. Η μητέρα του Ντέιβιντ είναι στην κουζίνα και μαγειρεύει. Παρέα της είναι και η γιαγιά του Ντέιβιντ, η οποία περπατάει με πι, αλλά δείχνει λίγο πιο ροδαλή σήμερα.
«Η Ιλέιν πιάνει δουλειά στην εταιρεία του Μαξ» λέει ο πατέρας του ενθουσιασμένος και το βλέμμα της Ιλέιν δείχνει πόσο πολύ δυσανασχετεί. Της χαμογελάω λιγάκι. Εκείνη με πιάνει από το χέρι και με σέρνει σε μια γωνία. Μου λέει μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα ότι την πίεσαν, ότι δε θέλει, αλλά είναι σίγουρη ότι ο Μαξ θα την αφήνει να σχεδιάζει ρούχα αντί να δουλεύει σε βαρετά excel. Ξέρω ότι αυτό δε θα συμβεί αλλά δεν της το λέω. Είναι αισιόδοξη και δεν έχω δικαίωμα να τη στενοχωρήσω.
«Στο τραπέζι!» ακούω τη μητέρα του Ντέιβιντ να λέει μετά από μισή ωρίτσα. Έχουμε ήδη πιει λίγο λικέρ βερίκοκο και έχουμε υποστεί όλοι με καρτερικότητα το λογύδριο του Ντέιβιντ σχετικά με το πόσο έχει πέσει η αγορά και ότι έχει πολλή δουλειά. Η Ιλέιν τον πειράζει ότι είναι δραματικός. Πού να ήξερε πόσο, σκέφτομαι και χαμογελώ.

Στο τραπέζι φυσικά καθόμαστε δίπλα και συνειδητοποιώ όταν μου δίνει την πετσέτα μου και με βοηθάει να σερβιριστώ ότι έχει καιρό να με αγγίξει. Εγώ νιώθω σαν να με χτυπάει το ρεύμα κάθε φορά που με ακουμπάει αλλά αυτός δείχνει ανεπηρέαστος. Πόσο το μισώ όλο αυτό. Είμαι διάφανη. Είμαι η οποιαδήποτε. Είμαι αυτή που γεμίζει μια θέση που χρειαζόταν κάλυψη.
«Χαίρομαι πολύ που σας βλέπω αγαπημένους» λέει η Μπάρμπαρα και χαμογελάμε και οι δύο. Κοιτιόμαστε φευγαλέα, τάχαμ ντροπαλά και μετά ο Ντέιβιντ προσπαθεί να αλλάξει θέμα αναφέροντας κάτι για το επόμενο ταξίδι του.
«Έχω μεγάλη περιέργεια» λέει ξαφνικά η Ιλέιν διακόπτοντάς τον. Εκείνος τη μαλώνει για τους τρόπους της αλλά η Ιλέιν συνεχίζει ακάθεκτη. «Πότε καταλάβατε ότι είστε ερωτευμένοι;» μας ρωτάει και ο μηρός του σφίγγεται πλάι στον δικό μου. Ξαφνικά μας κόβεται το χαμόγελο και το πιρούνι μου κροταλίζει στο πιάτο. Αλλάζω αμέσως έκφραση, προσπαθώντας να κρύψω το σοκ.
«Αυτά είναι προσωπικά» λέει εκείνος αυστηρά αλλά η αδερφή του επιμένει.
«Μα έλα τώρα! Οικογένεια είμαστε!» λέει και χτυπάει παλαμάκια με ενθουσιασμό λες και είναι παιδάκι. Ο Ντέιβιντ με κοιτάει και νιώθω το βλέμμα του ικετευτικό.
«Ο Ντέιβιντ είναι πολύ εσωστρεφής και δε θέλει να μιλάει γι’ αυτά, για να προστατεύσει τη σχέση μας» λέω εγώ και προσπαθώ να τον βγάλω από τη δύσκολη θέση. «Αλλά η αλήθεια είναι ότι μάλλον μας βγήκε φυσικά» συμπληρώνω ανάλαφρα και πίνω λίγη δροσερή σαμπάνια γιατί τα μάγουλά μου καίνε. «Περνούσαμε πολύ χρόνο μαζί και πολύ σύντομα αρχίσαμε να κοιτάμε ο ένας τον άλλον περισσότερο από όσο δουλεύαμε» γελάω. Όποιος με ξέρει καλά, καταλαβαίνει ότι το γέλιο μου είναι ψεύτικο, αλλά ένας αναστεναγμός φεύγει από τα χείλη της Μιράντα οπότε μάλλον τους πείσαμε. Ο Ντέιβιντ όμως παραμένει παγωμένος δίπλα μου.
«Εγώ το κατάλαβα από το δώρο που σου πήρε για την αποφοίτησή σου» λέει η αδερφή του γελώντας. Νιώθω τον Ντέιβιντ να με κοιτάει αλλά δεν γυρίζω το βλέμμα μου προς το μέρος του. Δεν ξέρω τι να πω για να σταματήσω το παραλήρημα της Ιλέιν. «Ήταν προφανές ότι ένα τόσο ακριβό και μοναδικό κόσμημα ήταν εκδήλωση αγάπης και όχι ένα απλό δώρο». Γνέφω χαμογελώντας παρόλο που αναρωτιέμαι τι λέει. Δεν ήταν και τόσο ακριβό το ρολόι που μου πήρε. Ήταν; Αλλά και πάλι, λεφτά έχει. Σε όλες παίρνει δώρο, σε μένα δε θα έπαιρνε; Στη γραμματέα του;
«Είναι πολύ γενναιόδωρος» λέω και τον χαϊδεύω στο μπράτσο. Εκείνος απλώς χαμογελάει.
«Έλα τώρα, αδερφούλη» επιμένει η Ιλέιν. Θέλω να τη σκοτώσω. «Πες μας κι εσύ κάτι!».
«Θέλω κι εγώ να μάθω» επεμβαίνει ο Λιούις. «Εγώ νόμιζα ότι εσείς θα σκοτωνόσασταν και τελικά παντρευτήκατε. Πώς εξελίχθηκε όλο αυτό; Ποιος έκανε την πρώτη κίνηση;».
«Πατέρα, δεν ήξερα ότι είσαι τόσο ρομαντικός» σμίγει τα φρύδια του ο Ντέιβιντ.
«Όλοι είμαστε» λέει η Μιράντα αυστηρά. «Γι αυτό πες μας».

Τον νιώθω να υποφέρει, σχεδόν ακούω τα γρανάζια του μυαλού του να γυρνούν μανιασμένα. Δεν μπορώ να τον βοηθήσω όμως. Αν επέμβω πάλι, θα φανεί ύποπτο.
«Τι θέλετε να μάθετε;» ρωτάει ξαφνικά και σκουπίζει τα χείλη του με μια λινή πετσέτα, αποφασισμένος να τραβήξει το τσιρότο με φόρα για να μην πονέσει.
«Πότε κατάλαβες ότι την αγαπάς; Ποιος έκανε την πρώτη κίνηση;» ρωτάει η Ιλέιν με πάθος. Ο Ντέιβιντ καθαρίζει τη φωνή του και πίνει λίγη σαμπάνια.
«Μου άρεσε από την πρώτη φορά που την είδα. Η Ελιζαμπέτα είναι μια πανέμορφη γυναίκα, με φυσική χάρη και κομψότητα» λέει τελικά και μου χαμογελάει. Αλλά μόνο εγώ ξέρω ότι λέει ψέματα. Όλοι τον κοιτούν με κομμένη την ανάσα, αλλά εγώ θέλω να κάνω εμετό. «Εγώ έκανα την πρώτη κίνηση φυσικά. Της ζήτησα να βγούμε και ενώ περίμενα να μου πετάξει κάτι στο κεφάλι, τελικά δέχτηκε» λέει και όλοι γελούν.  Μου πιάνει το χέρι και με χαϊδεύει. Η αίσθηση με κυριεύει. «Τη φίλησα λίγο πριν την αφήσω σπίτι της και ορκίστηκα στον εαυτό μου να την κάνω δική μου για πάντα» λέει και με κοιτάει στα μάτια. Η καρδιά μου σταματάει μερικά δευτερόλεπτα και προσπαθώ να διαβάσω το βλέμμα του. Τίποτα.


Γιατί με κάνει να νιώθω έτσι, ακόμα κι όταν λέει ψέματα; Όλοι χαμογελούν, κι εκείνος το ίδιο. Μόνο εγώ νιώθω λες και έφαγα κλωτσιά στο στομάχι. Γιατί ξαφνικά, εύχομαι όλο αυτό να είναι αλήθεια. 

Ευχές!

Καλή επιτυχία σε όσες από εσάς γράφετε εξετάσεις στο σχολείο, πανελλήνιες, Lower κλπ!
Να διαβάζετε και να προσπαθείτε πάντα για το καλύτερο!

Με αγάπη,
Π.

Δευτέρα, 18 Μαΐου 2015

Κεφάλαιο 33-μπουμπουνητά...

Ότι γύρισε γύρισε. Το θέμα είναι τι ώρα γύρισε. Δεν ξέρω για ποιο λόγο το έκανα αλλά τον περίμενα. Ήρθε κάπου μετά τις τρεις παρακαλώ και το πρωί τον πέτυχα στην κουζίνα κατά τις οκτώμισι. Το κάθαρμα ήταν στα καλύτερά του. Μετά από πέντε ώρες ύπνο, ήταν φρέσκος και όμορφος λες και είχε κοιμηθεί δέκα ώρες, είχε κάνει σπα και είχε πάει καπάκι για ψώνια. Εγώ, αντίθετα, ήμουν λες και είχε περάσει οδοστρωτήρας από πάνω μου. Μέχρι να γυρίσει δεν μπορούσα να κοιμηθώ και από τη στιγμή που γύρισε…πάλι δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Κοπανιόμουν πάνω στο στρώμα και πάλευα με τα σεντόνια, προσπαθώντας να διώξω από το μυαλό μου την εικόνα του αγκαλιά με μια ξανθιά καλλονή. Υποτίθεται ότι η σχέση μας είναι τυπική, αλλά να κρατάμε τα προσχήματα και λίγο για να μη μας πάρει χαμπάρι ο κόσμος. Αυτός θέλει να μας πει ότι οι τσουλάρες του θα είναι και εχέμυθες; Εκτός αν σκοπεύει να μας ξεφτιλίσει και τους δύο με την ξεδιαντροπιά του. Γιατί, βλέπεις, είναι αχόρταγος. Ακόρεστος. Δεν μπορεί να κρατηθεί μία βδομάδα χωρίς σεξ. Διάολε, είναι τόσο εκνευριστικός.
«Σε ευχαριστώ» λέει μηχανικά παίρνοντας τον καφέ που του σερβίρω. Φοράει ένα μαύρο παντελόνι, λευκό πουκάμισο και γιλέκο. Μάλλον θα φορέσει παλτό χωρίς σακάκι από μέσα. Θα κρυώσει. Έχει μείον δύο βαθμούς έξω και ως το βράδυ θα πέσει κι άλλο η θερμοκρασία. Ο φετινός Μάρτιος είναι πολύ δριμύς. Αλλά δε με νοιάζει. Ας πάθει πνευμονία.
«Πέρασες καλά χθες;» ρωτώ πριν προλάβω να φιλτράρω τη σκέψη μου και τον βλέπω να χαμογελάει ονειροπολώντας. Έλα τώρα! Σκέφτομαι. Μη μου δώσεις και λεπτομέρειες. Αλλά δε φταίει εκείνος. Εγώ φταίω που ασχολούμαι με αυτόν τον άνθρωπο. Κατ’ ευφημισμόν άνθρωπος δηλαδή.
«Ναι, όλα καλά» λέει εκείνος, και κάθεται στο ψηλό σκαμπό μπροστά από το πάσο. Πιάνει μια χθεσινή εφημερίδα και πίνει λίγο καφέ από την κούπα του κοιτώντας τις σελίδες για τα οικονομικά. Βγάζει έναν ήχο ικανοποίησης. Πήρα ένα φοβερό καφέ με άρωμα φουντούκι. Μάλλον του αρέσει. «Βρήκες δουλειά;» με ρωτάει χωρίς να με κοιτάει. Τι να απαντήσω τώρα; Την αλήθεια; Πώς να παραδεχτώ ότι είχε δίκιο; Ότι πραγματικά ήταν καλό αφεντικό; Μου έβγαζε την ψυχή βέβαια, αλλά οι συνθήκες ήταν καλές.
«Είχα μερικές συνεντεύξεις, αλλά όχι για κάτι σοβαρό» λέω τελικά. Η αλήθεια στη συγκεκριμένη φάση ίσως είναι η καλύτερη οδός.
«Θέλεις να σε βοηθήσω;» επιμένει. Αυτή τη συζήτηση την έχουμε εκατό φορές και πάντα στο τέλος τσακωνόμαστε.
«Όχι, όχι» απαντάω και του δίνω ένα κρουασάν με σοκολάτα που μόλις έβγαλα από τον φούρνο. Το παίρνει μηχανικά και το τρώει με δύο μπουκιές. Του δίνω και το δικό μου. Τρώει κι αυτό. Θα τον ξεθέωσε η τσουλάρα.
«Δε μου είναι δύσκολο, ξέρεις. Αλλά ίσως είναι καλύτερα να μη δουλεύεις» λέει και γυρίζει σελίδα. «Αν πιάσεις δουλειά, θα πρέπει να φτιάχνω μόνος μου το πρωινό».
Σκέφτομαι να τον λούσω με τον καυτό καφέ. Δεν το κάνω.
«Με τιμά το γεγονός ότι με θες στο σπίτι για να σου φτιάχνω πρωινό» λέω ξερά αλλά δε δείχνει να συνειδητοποιεί ότι τον ειρωνεύομαι. Είναι πολύ απορροφημένος. Αυτές οι μετοχές της ΙΒΜ πρέπει να έχουν μεγάλο ενδιαφέρον.
«Μας έχουν καλέσει οι δικοί μου απόψε» λέει εκείνος και μένω κόκαλο.
«Και πότε περίμενες να μου το πεις;» αντιδρώ.
«Χθες μου το είπαν» λέει εκείνος και αφήνει την εφημερίδα κάτω. Ρίχνει τα κλειδιά του στην τσάντα του και σκανάρει το χώρο με το βλέμμα για να δει αν ξέχασε κάτι. Μου αρέσει να κοιτώ τα μάτια του όταν δε με κοιτάει. Έχει ένα σκούρο, επιβλητικό βλέμμα, που σε κάνει να τρέμεις όταν κεντράρει πάνω σου. Αλλά αν μπορείς να τον κοιτάς χωρίς να το ξέρει, να βλέπεις τα μάτια του να περιπλανώνται, να ταξιδεύουν, να ενθουσιάζονται, είναι μοναδικό θέαμα. «Ήξερα ότι δεν έχεις κάτι να κάνεις, οπότε…» αφήνει την πρόταση μετέωρη και ανασηκώνει ανάλαφρα τους ώμους. Μου κόβεται η ανάσα από τον θυμό. Δεν μπορεί να τον αφήνω να μου μιλάει έτσι.
«Είχα κανονίσει να βγω με ένα φίλο από το πανεπιστήμιο» του λέω επίτηδες αλλά δεν ιδρώνει το αφτί του. Ξύνει το κεφάλι του φευγαλέα. Κάτι φαίνεται να ψάχνει.
«Μπορείς να το κάνεις αύριο;» ρωτάει ευγενικά και με κοιτάει. Κοκκινίζω. Ναι, το νιώθω ότι κοκκινίζω. Χωρίς να υπάρχει λόγος.
«Ναι, φυσικά, θα καταλάβει ο Πιερ» λέω ανάλαφρα. Δεν υπάρχει Πιερ. Γιατί το κάνω όλο αυτό; Θεέ μου, τι ξεφτίλα.
«Πες στον Πιερ ότι ο άντρας σου εκτιμάει την ευελιξία του» γελάει ξαφνικά. Μα γιατί απολαμβάνει τόσο όλο αυτό που συμβαίνει; Εγώ νιώθω απαίσια.
«Εδώ είναι» του δίνω το πορτοφόλι του. Είναι προφανές ότι αυτό ψάχνει. Με κοιτάει απορημένος. Τι; Νομίζει ότι επειδή σταμάτησα από τη δουλειά, σταμάτησα να λειτουργώ ως γραμματέας του; Είμαι πάντα ένα βήμα μπροστά από τις επιθυμίες του.
Το παίρνει χωρίς να μου μιλήσει. Τον σταματάω και του στρώνω τη γραβάτα λίγο πριν βγει από την πόρτα.
«Πρέπει να σε φιλήσω τώρα;» ρωτάει ειρωνικά και χάνεται από μπροστά μου.






Παρασκευή, 15 Μαΐου 2015

κεφάλαιο 32-συννεφάκια...

Είμαι έξαλλη. Ειλικρινά είμαι έξαλλη. Έχω φύγει εδώ και ένα μήνα περίπου από τη δουλειά και είχα αρχίσει να στέλνω βιογραφικά και λίγο πριν. Μόνο δύο εταιρείες με έχουν καλέσει για συνέντευξη και όχι για τίποτα σοβαρό. Η πρώτη εταιρεία, η οποία είναι εκδοτικός κολοσσός, μου είπε ότι η αγγελία για την οποία έκανα αίτηση είναι πιο πολύ για κάποιον με εμπειρία στις εκδόσεις. Όταν ρώτησα για ποιο λόγο δεν το διευκρίνισαν στην αγγελία απλώς χαμογέλασαν. Η δεύτερη εταιρεία, μια πιο μικρή, μου πρότεινε να ξεκινήσω με τον βασικό μισθό ως άσκηση και μετά από έξι μήνες θα συζητούσαμε ΑΝ θα ανανεωνόταν το συμβόλαιο. Για το μισθό ούτε λόγος. Δεν το περίμενα ότι θα αναπολώ τις μέρες που δούλευα στον Ρεντ. Εκεί έξω είναι μια φρίκη. Αν δε βρίσκω εγώ δουλειά, που έχω και μια προϋπηρεσία, έχω ένα σωρό πτυχία και είμαι νέα και ακόμα ορεξάτη, δεν μπορώ να φανταστώ τι κάνουν οι υπόλοιποι. Και πώς αμείβονται. Αν αμείβονται.

Αυτά τα νεύρα έχουν ποτίσει το είναι μου μερικές βδομάδες τώρα. Έχω λεφτά στο λογαριασμό μου χάρη στις οικονομίες μου και στο ποσό που κατέθεσε ο Ρεντ συν τη μηναία αποζημίωσή μου. Αλλά δε θέλω να πειράξω τα λεφτά του. Νιώθω πραγματικά παροπλισμένη, νιώθω νωθρή και άχρηστη έτσι όπως κάθομαι όλη τη μέρα σπίτι και η μόνη μου ασχολία είναι να μαγειρεύω για τον άντρα που έχω αλλά δεν έχω. Και να έρχεται κιόλας και να μου λέει, κάθε μέρα με ευλαβική τυπικότητα, ότι δε χρειάζεται να μαγειρεύω και άλλα τέτοια, ότι έχουμε γυναίκα, και να μην μπερδεύω τους ρόλους μου. Ναι, λες και έχω κάτι καλύτερο να κάνω.

Αφού από τη βαρεμάρα πηγαίνω καμιά φορά στην εταιρεία για να τον βοηθήσω! Φαντάσου! Εγώ που μετρούσα τις μέρες ανάποδα μέχρι να φύγω από κει μέσα. Αυτός το έχει πάρει χαμπάρι ότι βαριέμαι σπίτι και θέλω να πηγαίνω, αλλά ευτυχώς ακόμα και αν με κοροϊδεύει από μέσα του τουλάχιστον δεν το δείχνει. Είναι σαν να μου λέει σιωπηρά «σου τα έλεγα εγώ ότι πολύ σου έπεφτε η δουλειά που σου έδινα». Αλλά είμαι σίγουρη, τελείως σίγουρη, ότι θα βρω κάτι καλό. Θέλω μια απαιτητική θέση ή τουλάχιστον μια θέση όπου να μπορώ να μάθω. Δε με ενδιαφέρει τόσο ο βιοπορισμός. Τουλάχιστον προς το παρόν. Μέχρι λοιπόν να βρω κάτι συνεχίζω να στέλνω βιογραφικά, αφήνοντας έξω το επώνυμο Ρεντ και κρατώντας το πατρικό μου. Ο Ρεντ πρότεινε να μου βρει αυτός δουλειά, αλλά δε θέλω ούτε να παρέμβει ο ίδιος, ούτε το όνομά του να μου ανοίξει πόρτες. Με την αξία μου. Μόνο έτσι θέλω και μόνο έτσι αξίζει. Και νομίζω ότι το καταλαβαίνει και το εκτιμάει. Όχι δηλαδή ότι με ενδιαφέρει αν το εκτιμάει.

Είναι Παρασκευή βράδυ και η τηλεόραση δεν έχει τίποτα. Η Ερικα πρέπει να κάνει υπερωρίες για να τελειώσει ένα πρότζεκτ για τη δουλειά της (η τυχερή!) και η Κάρι είναι καλεσμένη σε ένα γάμο, οπότε δεν μπορεί να βρεθούμε. Εκτός αν συνεχίζει να με αποφεύγει, πράγμα πολύ πιθανό. Το θέμα είναι ότι πάλι θα μείνω μέσα. Το σπίτι του Ρεντ είναι σωστός παράδεισος, αλλά αν είσαι όλη μέρα μόνη σου, ακόμα και ο παράδεισος φαντάζει έρημος…

Σκέφτομαι να τηλεφωνήσω σε μια παλιά μου συμφοιτήτρια να πάμε για ένα ποτό, αλλά στην πραγματικότητα τη βαριέμαι λιγάκι. Μιλάει μόνο για  τον εαυτό της και ποτέ δε σε ρωτάει αν είσαι καλά. Ανοίγω την τηλεόραση. Θα δω καμιά ταινία ή θα πω στην Ιλέιν να περάσει να κάνουμε λίγη παρέα. Έχει κι αυτή τις μαύρες της, γιατί ο πατέρας της δεν την αφήνει να ασχοληθεί με τη μόδα επαγγελματικά αν δε δουλέψει στον Μαξ για λίγο καιρό. Πφφφφ, προβλήματα που έχουν οι πλούσιοι.

Ο Ρεντ κυκλοφορεί μέσα στο σπίτι εδώ και μισή ώρα περίπου που γύρισε από το γραφείο σιγομουρμουρίζοντας ένα χαρούμενο σκοπό. Δεν έχω ιδέα τι κάνει και πώς είναι, γιατί δεν μου πολυμίλησε. Έφαγε στα γρήγορα το πιάτο που του είχα αφήσει στο πάσο (ένα φανταστικό ρολό κοτόπουλο με πατάτες για να είμαστε ακριβείς) και άρχισε να περιφέρεται και να ελέγχει κάτι στο σπίτι. Τις λάμπες; Τους διακόπτες; Δεν κατάλαβα. Μετά από μια σύντομη απουσία στο δωμάτιό του επέστρεψε συγκλονιστικά όμορφος. Το στόμα μου πρέπει να μισάνοιξε όταν τον είδα να κατεβαίνει τις σκάλες μέσα στο στενό μπλε τζιν του και το μαύρο πουκάμισο. Τα ρούχα του ήταν απλά, αλλά η εφαρμογή ήταν τόσο τέλεια που θα έλεγες ότι ο σχεδιαστής είχε στο νου του το κορμί του όταν τα έραβε.
«Πού θα πας;» τον ρωτάω, προσπαθώντας να πιάσω κουβέντα μαζί του. Τον τελευταίο καιρό δεν μιλάμε πολύ. Έχω κι εγώ τα νεύρα μου, έχει κι εκείνος πολλή δουλειά.
«Συγγνώμη;» με κοιτάει άγρια και ισιώνει τα πέτα του στον καθρέπτη του σαλονιού.
«Σε ρώτησα αν θα βγεις» επαναλαμβάνω χωρίς να συνειδητοποιώ τι δεν κατάλαβε.
«Δε γεννήθηκε η γυναίκα που θα με ρωτήσει πού πάω» λέει ξερά και βάζει το πορτοφόλι του στην τσέπη του. Κρατάει τα κλειδιά στο χέρι και είναι έτοιμος να φύγει. Αλλά εγώ νιώθω σαν να με έχει περιλούσει με παγωμένο νερό. Δεν καταλαβαίνω αυτή τη συμπεριφορά του. Αυτό που με εκνευρίζει όμως πιο πολύ είναι ότι θα βγει.
«Δεν σου κάνω έλεγχο» λέω ειρωνικά «απλώς κουβέντα κάνω».
«Οι κουβέντες που ξεκινάνε με ερωτηματικές αντωνυμίες με εκνευρίζουν πολύ» λέει και με κοιτάει. Είμαι ξαπλωμένη στον λευκό καναπέ του σε μια όχι και τόσο κολακευτική στάση, φορώντας ένα φανελάκι παλιό και μια βερμούδα. Σέξι…καθόλου.
«Νομίζω ότι το πού είναι επίρρημα» λέω τελικά.
«Συνεχίζεις να με εκνευρίζεις!» επιμένει εκείνος και χάνω τον έλεγχό μου.
«Και τι δε σε εκνευρίζει; Διαφώτισέ με» του λέω προκαλώντας τον με το βλέμμα αλλά δε φαίνεται να χαμπαριάζει. Πού θα πάει; Σίγουρα έχει ραντεβού. Άρχισε ήδη;
«Δε με εκνευρίζει να κάθεσαι στον καναπέ πιο κόσμια, με τα πόδια κάτω» λέει και χαμογελάει ξινά. «Δε με εκνευρίζει να μη γεμίζεις πατατάκια και ψίχουλα όλο το σπίτι» συνεχίζει και αρχίζω να ντρέπομαι «και δε με εκνευρίζει να απολαμβάνω το σπίτι μου και την ησυχία μου χωρίς τις τσιρίδες σου».
«Απλώς είμαι ζωηρός άνθρωπος» τον διορθώνω. Επειδή δηλαδή τραγουδάω λιγάκι παραπάνω; Τι να κάνω; Πένθος έχουμε;
«Ζωηρέ άνθρωπε, εγώ φεύγω. Θα τα πούμε κάποια άλλη στιγμή» λέει και κατευθύνεται στην πόρτα. Θέλω να τον ρωτήσω αν θα γυρίσει το βράδυ, η ερώτηση καίει τα σωθικά μου αλλά δε βρίσκει το δρόμο προς το στόμα μου.
«Καλά να περάσεις» λέω όσο πιο ήπια γίνεται.
«Αυτό είναι σίγουρο» μου λέει και μου χαμογελάει σατανικά κλείνοντας την πόρτα πίσω του.

Πέμπτη, 14 Μαΐου 2015

κεφάλαιο 31-κοινο-κτημοσύνη


«Ε ωραία, και γιατί ήταν τόσο φοβερό όλο αυτό;» ρωτάω τον κύριο Χάρντι. Έχουμε ραντεβού στην αίθουσα συσκέψεων στην εταιρεία. Σήμερα το πρωί, την πρώτη μέρα που γύρισε ο Ντέιβιντ από τις διακοπές μας, μας υποδέχτηκε όλο το προσωπικό με μια τεράστια ανθοδέσμη και ένα υπέροχο δώρο: μια χρυσή κορνίζα με χαραγμένα τα αρχικά μας κάτω δεξιά. Ευχαρίστησα τους πάντες προσωπικά ενώ ο Ντέιβιντ δεχόταν χειραψίες και πειράγματα. Του ψιθύρισα γελώντας ότι πρέπει και η επόμενη γυναίκα του να έχει όνομα που να αρχίζει από Ε για να μην πάει χαμένη η κορνίζα. Εκείνος μου είπε ότι μπορώ να την κρατήσω εγώ και να βρω έναν σύζυγό που να τον λένε Ντάριους. ‘Η Ντικ*.

Η Κάρι ήταν η μόνη που δε χαμογελούσε τόσο έντονα. Ίσως την πείραξε που δεν ήξερε τίποτα για την σχέση μου με τον Ντέιβιντ. Αλλά πώς να ήξερε; Αφού δεν υπήρχε. Είμαι σίγουρη ότι το μυαλό της βασανίζει η ιδέα ότι θα του πω όσα λέγαμε μεταξύ μας, τα αστεία που κάναμε εις βάρος του. Την πλησίασα και την εξήγησα ότι ήταν κεραυνοβόλος έρωτας και ότι δεν θέλω να αλλάξει η σχέση μας, αλλά εκείνη κοκκίνισε! Δεν μπορούσα να το φανταστώ ότι η Κάρι, που μέχρι χθες γελούσαμε πίσω από την πλάτη του Διαβόλου για τα ανεξήγητα νεύρα του, με θεωρεί κυρία Ρεντ, άρα…γυναίκα του Διαβόλου! Είμαι μια διαβολογυναίκα!

«Δεν λέω ότι είναι φοβερό» λέει ο κύριος Χάρντι και βλέπω ότι τον εκνευρίζει ο ανάλαφρος τόνος μου. Ο Ντέιβιντ κάθεται δίπλα μου, ανέκφραστος και άκαμπτος. Δε μιλάει καθόλου. Απλώς είναι εκεί. Και αναπνέει. Αν και γι αυτό το τελευταίο δεν είμαι σίγουρη. «Απλώς σας ανακοινώνω ότι ο πατέρας σας σας είχε αφήσει αυτή την έκταση με τον όρο να σας ενημερώσω μόνο μετά το γάμο σας» λέει ξερά. Αυτός ο άνθρωπος δε χαμογελάει ποτέ, σκέφτομαι.
«Έχετε ετοιμάσει τα χαρτιά για να υπογράψει ή πρέπει να γίνει άλλη μέρα;» ρωτάει ο Ντέιβιντ. Είναι προφανές ότι βαριέται και θέλει να πιάσει δουλειά. Σίγουρα θα υπάρχουν εκκρεμότητες. Λείπαμε ένα σωρό μέρες. Και παρόλο που χθες βράδυ γυρίσαμε κομμάτια, σήμερα επέμεινε να έρθει γραφείο. Ήταν καλή ευκαιρία να δούμε μαζί τον δικηγόρο αφού επέμενε να είμαστε παρόντες αμφότεροι.
«Φυσικά και έχω φέρει συμβόλαια και για τους δυο σας» λέει ο ασπρομάλλης άντρας και βγάζει δύο αντίτυπα. Κοιτιόμαστε με τον Ντέιβιντ απορημένοι.
«Γιατί δύο;» ρωτάω και ο κύριος Χάρντι χαμογελάει.
«Λυπάμαι αν δεν το καταλάβατε» λέει σχεδόν ειρωνικά «αλλά η έκταση που σας άφησε ο πατέρας σας ορίζεται ότι θα ανήκει τόσο σε εσάς όσο και στον άντρα σας»
«Μα αυτό είναι τρελό!» ακούω τον Ντέιβιντ να λέει απότομα. «Και αν δεν είχε παντρευτεί; Δε θα το μάθαινε ποτέ;». Εγώ δε λέω τίποτα. Έχω μείνει κάγκελο. Ο πατέρας μου με λάτρευε, αλλά ήταν παλαιών αρχών. Με μεγάλωσε με την ιδέα ότι χρειάζομαι έναν άντρα να με στηρίζει και ότι μια γυναίκα δεν μπορεί να διαχειριστεί μόνη της ούτε τον μισθό της. Αλλά αυτό; Να μου αφήσει κάτι εξ’ αδιαιρέτου με έναν…ξένο; Αυτό παραπάει.
«Υπάρχει ένας όρος που λέει ότι αν δεν παντρευόταν ως την ηλικία των 40 θα περνούσε εξ ολοκλήρου σε αυτή. Αλλά σε κάθε περίπτωση δεν θα κρίνω εγώ την απόφαση του πελάτη μου, και μάλιστα όταν αυτός έχει συγχωρεθεί» λέει αυστηρά ο κύριος Χάρντι και ξαφνικά με πλημμυρίζει ένα αίσθημα ντροπής. Έχει δίκιο. Μας άφησε ένα δώρο. Δεν πρέπει να είμαστε αχάριστοι. «Ο όρος είναι να το έχετε μαζί ως ζευγάρι, και όχι μόνο η Ελίζαμπεθ. Γι’ αυτό υπογράψτε» μας παροτρύνει. Ο Ντέιβιντ με κοιτάει κρατώντας το στυλό του.
«Μην ανησυχείς» του λέω καθησυχαστικά. «Το ξέρω το μέρος. Είναι κάπου στην Κορνουάλη, αλλά είναι τελείως άγονο. Δεν είναι μεγάλης αξίας. Υπόγραψε».
«Μα εμείς δεν έχουμε προγαμιαίο. Εσύ είσαι ακάλυπτη κι εγώ βγαίνω κερδισμένος» μου λέει με ειλικρίνεια αλλά το βλέμμα του είναι κενό.
«Αλήθεια δεν υπάρχει πρόβλημα. Σε εμπιστεύομαι» λέω και υπογράφω τις ατέλειωτες σελίδες. «Και αν θες, πάμε καμιά μέρα να δεις την προίκα μου». Γελάει.
«Αν το ήξερα νωρίτερα…» μονολογώ. Ο κύριος Χάρντι δεν ξέρει τι εννοώ αλλά ο Ντέιβιντ καταλαβαίνει. Με αγριοκοιτάζει λιγάκι.
Ο δικηγόρος φεύγει αφού μας ενημερώνει για μερικές διαδικασίες που εκκρεμούν. Όταν μένουμε μόνοι, εκείνος ξεφυσάει.
«Είναι αστείο όλο αυτό. Εμείς οι δύο είμαστε ξένοι και ξαφνικά βρισκόμαστε παντρεμένοι και με κοινή περιουσία» λέω. Ξεφυσάει πάλι.
«Ε καλά, δεν είμαστε δα και τόσο ξένοι» λέει εκείνος τελικά. «Δύο χρόνια δουλεύουμε μαζί και είμαστε και οικογενειακοί φίλοι! Σε έχω δει με πάνες! Δεν είναι να πεις ότι δεν ξέρω πώς πίνεις τον καφέ σου!». Καμιά φορά ξεχνάω ότι με ξέρει τόσα χρόνια, ότι έχει γνωρίσει τον πατέρα μου, ότι έχει περάσει χρόνο σπίτι μου.
«Πώς τον πίνω;» τον ρωτάω ξερά. Δεν απαντάει. Γελάω με το απορημένο βλέμμα του. Σχεδόν βλέπω τα γρανάζια του μυαλού του να γυρίζουν.
«Δύο ζάχαρη και ένα γαλατάκι» τον διαφωτίζω.
«Μπορείς να μείνεις να με βοηθήσεις λιγάκι;» μου λέει και κάθεται στο γραφείο του. Φοράει την αγαπημένη μου γραβάτα. Τον πέτυχα την ώρα που διάλεγε και του είπα ότι ταιριάζει η μωβ. Ακολούθησε τη συμβουλή μου ευτυχώς. Έχει φοβερό γούστο στα κοστούμια και στα πουκάμισα, αλλά στις γραβάτες είναι τελείως άσχετος.
«Φυσικά» λέω ήρεμα. Νιώθω ένοχη που έλειψε τόσο καιρό. Πρώτα για τη μητέρα μου και μετά για το ταξίδι. Αν και το ταξίδι ήταν δική του επιλογή! Και ο ίδιος ο γάμος. Αλλά βγήκα κι εγώ κερδισμένη από αυτό. Ουφ, τι μπέρδεμα!
«Με τη βοήθειά σου θα τελειώσουμε πιο γρήγορα» λέει κοιτώντας τον όγκο των εγγράφων πάνω στο γραφείο του. Φάκελοι, χαρτιά και συμβόλαια περιμένουν την προσοχή του.
«Έλα πες μου» του λέω γελώντας. «Πόσο πολύ υποφέρεις που το παραδέχεσαι;»



* Κόπανος

Τετάρτη, 13 Μαΐου 2015

κεφάλαιο 30-άρωμα γυναίκας

Εντάξει, η Ρουέν τα σπάει!» ξεφωνίζω και χοροπηδάω ενθουσιασμένη. Ο Ντέιβιντ με κοιτάει ενώ πληρώνει για τον καφέ μας.
«Μα τι γλώσσα μιλάς;» ρωτάει εκνευρισμένος, όταν απομακρυνόμαστε από το υπαίθριο καφέ.
«Ομιλώ την νεανικήν. Κρίμα που δεν μπορείς να τη μάθεις γιατί είναι αργά πια» γελάω και εκείνος ξεφυσάει με νόημα. Τρελαίνομαι να του θυμίζω πόσο γέρος είναι. Δεν είναι στην πραγματικότητα, αλλά ξέρω ότι τον πειράζει και αυτό μου δίνει χαρά! Δέσαμε το πρωί στη Διέππη και με το αμάξι που μας περίμενε στη μαρίνα ήρθαμε στη Ρουέν. Επισκεφτήκαμε έναν υπέροχο καθεδρικό ναό και τώρα κατευθυνόμαστε σε ένα μικρό μπιστρό για μεσημεριανό, πριν επισκεφτούμε τον Βοτανικό Κήπο. Εμένα δε με πολυενδιαφέρουν τα φυτά και τα λουλούδια αλλά εκείνος επέμενε να τα δούμε, γιατί λέει ότι έχουμε πολλά να διδαχτούμε από τη φύση. Μετά φταίω εγώ αν λέω ότι είναι γέρος; Τι σόι ατάκα είναι αυτή; «Πρέπει να βγάλουμε και καμιά σέλφι, να στείλουμε στους δικούς σου» του υπενθυμίζω. Γνέφει θετικά. Πρέπει να γίνουμε πιστευτοί. Θα βγάλουμε ανέμελες, τάχαμ τυχαίες φωτό. «Η Ιλέιν μού έστειλε στο φέισμπουκ ότι θέλει να δει φωτό γιατί δεν έχει έρθει ποτέ Νορμανδία».
«Ε βέβαια!» καγχάζει. «Αφού πάει μόνο στο Παρίσι για να ψωνίζει ρούχα. Αναρωτιέμαι αν έχει μπει ποτέ στο Λούβρο».
«Μην είσαι τόσο αυστηρός μαζί της!» τον μαλώνω. «Η Ιλέιν είναι η χαρά της ζωής».
«Δεν είμαι αυστηρός μαζί της» μου λέει σοβαρά. «Αυτός είναι ο τρόπος μου όταν αγαπάω κάποιον. Ξέρω ότι μπορεί κάποιος να με παρεξηγεί, αλλά θέλω να την προστατεύσω. Είναι πολύ αθώα και…»
«Είμαι σίγουρη ότι μπορεί να τα καταφέρει και μόνη της» του λέω καθησυχαστικά. Είναι φανερό ότι το θέμα τον αναστατώνει. Πρώτη φορά μού μιλάει για κάτι τόσο προσωπικό, για τα αισθήματά του, για το πώς αντιλαμβάνεται την έννοια της αγάπης. Δεν είχα καν ιδέα ότι ξέρει τι σημαίνει.
«Έχουμε μεγάλη διαφορά και μου βγαίνει φυσικά να τη φροντίζω» λέει σχεδόν απολογητικά. Αναρωτιέμαι πώς είναι να μεγαλώνεις με τόση αγάπη και προστατευτικότητα. Η Ιλέιν είναι τυχερή που έχει τέτοιον αδερφό. Από την άλλη, είναι άτυχη! Δεν μπορεί να εκτιμήσει πόσο κούκλος είναι!
Περπατάμε πλάι πλάι ψάχνοντας ένα ωραίο μέρος για να φάμε. Μου είπε να προτείνω εγώ, επειδή διάλεξε αυτός χθες. Είναι δημοκρατικός τουλάχιστον. Να τα λέμε κι αυτά.
«Αυτό σου αρέσει;» με ρωτάει δείχνοντας ένα ξύλινο σπιτάκι στην όχθη του ποταμού Ρομπεκ. Γνέφω αρνητικά. «Εκείνο;» μου δείχνει ένα άλλο, λίγο πιο πολυτελές. Κάνω μια γκριμάτσα. Δεν ξέρω τι θέλω. Ειλικρινά. «Διάλεξε με την ησυχία σου» λέει και περπατάει με το κεφάλι σκυμμένο.
«Πρέπει να είναι κουραστικό να προκαλείς τόση προσοχή» του λέω ξαφνικά ενώ του δείχνω ένα μικρό μπιστρό, που μου αρέσει πολύ. Είναι καλυμμένο με κισσούς και έχει μόλις πέντε έξι τραπεζάκια. Το μενού έξω γράφει ότι όλα είναι της ώρας και με βιολογικά προϊόντα. Είμαι ενθουσιασμένη. Το μόνο που με ενοχλεί είναι ότι δεν υπάρχει γυναικείο κεφάλι που να μη γυρίζει προς το μέρος του. Αλλά δεν έχω λόγο να νιώθω έτσι. Γι αυτό θίγω το θέμα με εύθυμο τόνο. Για να μην βγάλω κανένα μάτι Γαλλίδας και ζήσω το εξπρές του μεσονυχτίου αλά γαλλικά.
«Έχω συνηθίσει» λέει ξερά και με κοιτάει φευγαλέα. «Είναι λόγω ύψους».
«Ναι καλά, τα έχουμε ξαναπεί αυτά» γελάω.
«Για να ανακεφαλαιώσουμε» λέει εκείνος χαμογελώντας «περνάς καλά μαζί μου παρόλο που σε έσυρα σε μια επικίνδυνη κρουαζιέρα, γελάς όταν χάνεις στα επιτραπέζια, τρως σε μικρά μπιστρό και ενθουσιάζεσαι με τα πατατάκια και με θεωρείς όμορφο. Αυτό το έχεις κάνει πολύ ξεκάθαρο» λέει. Γνέφω θετικά χωρίς να καταλαβαίνω πού το πάει και βγάζω τη φωτογραφική μου από την τσάντα μου. Ώρα για σέλφι.
«Γιατί σου κάνουν εντύπωση όλα αυτά;» τον αγκαλιάζω. Κλικ.
«Δεν ξέρω…με έχεις μπερδέψει» λέει εκείνος. Σμίγουμε τα μάγουλά μας. Κλικ. Εμείς και το ποτάμι. Κλικ. Σουφρώνουμε τα χείλη. Κλικ. Γελάμε. Κλικ. Διάολε, μυρίζει υπέροχα.

Τρώμε ένα νόστιμο γεύμα με ριζότο και θαλασσινά, σαλάτα και φρέσκο ψωμί. Αγοράζουμε από ένα παντοπωλείο μερικά τοπικά είδη για τους δικούς μας. Τυρί, κρασί και αλλαντικά. Τα αφήνουμε στο αμάξι και συνεχίζουμε τη βόλτα μας, ακούραστοι. Η Ρουέν είναι μια πόλη με στενά, πλακόστρωτα δρομάκια και μια μεγάλη αγορά με πλανόδιους πωλητές και αντικερί. Κοιτώντας γύρω μου τις όμορφες εικόνες, σκέφτομαι ότι ποτέ δεν περίμενα να επισκεφτώ την Γαλλία με τον Διάβολο. Στο γαμήλιο ταξίδι μας.
«Το ξέρω, είναι τελείως παράλογο» λέει εκείνος και με κοιτάει.
«Διαβάζεις τη σκέψη μου τώρα; Είσαι απαίσιος» του λέω και τον βγάζω μια φωτογραφία. Σμίγει τα φρύδια του.
«Χαμογελούσες και ξαφνικά σκοτείνιασες. Ποντάρω ότι σκέφτεσαι ότι όλο αυτό είναι τρελό».
«Μα δεν είναι;» τον ρωτάω τελικά. «Εγώ κι εσύ είμαστε τόσο διαφορετικοί. Οι κόντρες μεταξύ μας ήταν καθημερινές. Έχουμε ανταλλάξει λόγια που θα έκαναν τον καθένα να κοκκινίσει. Και τώρα…είμαστε στη Γαλλία και τρώμε ζεστά καμαμπέρ για τους δικούς μας» γελάω.
Βάζει το χέρι του στον ώμο μου και με οδηγεί σε ένα μαγαζί που φαίνεται να πουλάει αρώματα. Τον κοιτάω μπερδεμένη, αλλά δεν σταματάει. Κοιτάει τριγύρω του τα όμορφα μπουκαλάκια και μιλάει με τον ιδιοκτήτη σε άπταιστα γαλλικά. Είναι τόσο σέξι όταν μιλάει γαλλικά που χάνω για λίγο την ανάσα μου.
«Ρίξε μια ματιά» με παροτρύνει. Κοιτάω την συλλογή με τα κρυστάλλινα δοχεία και διαβάζω τις ετικέτες.  «Μύρισε ό,τι θες» μου λέει.
Περνώ πάνω από δέκα λεπτά μυρίζοντας τα θεσπέσια αρώματα. Λεμόνι, περγαμόντο, κανέλα, μέντα και καραμέλα πλημμυρίζουν τα ρουθούνια μου και σιγά σιγά όλο το κορμί μου. Δεν ξέρω τι μου αρέσει πιο πολύ. Μάλλον όλα.
«Αυτό λέω εγώ» λέει εκείνος ξαφνικά μυρίζοντας ένα πώμα. «Γράφει ότι έχει μαύρο πιπέρι, κακάο, σανταλόξυλο ως βάση. Ακούγεται…διαφορετικό».
«Μα έχω άρωμα» διαμαρτύρομαι. «Γιατί να διαλέξω κάτι;» του ψιθυρίζω. Έχουμε αγοράσει ένα σωρό πράγματα και δε με αφήνει να πληρώσω ποτέ. «Είναι μόλις 50 ml και κάνει 50 ευρώ. Αν είναι δυνατόν! Ένα ευρώ το μιλιλίτρ; Μη μας φύγει μια περιουσία σε τέσσερις μέρες!» λέω εύθυμα.
«Έχεις μπει στο πετσί του ρόλου της συζύγου» γελάει εκείνος και με παρασέρνει.
«Αλήθεια δε θέλω κάτι» επιμένω. Δεν μπορώ να διαχειριστώ τόση καλοσύνη. Έχω αρχίσει να φοβάμαι ότι σκοπεύει να με δολοφονήσει.
«Μα διάλεξε κάτι. Να μη σου πάρω ένα δώρο; Άρχισε να απολαμβάνεις τα προνόμια του να είσαι η κυρία Ρεντ» μου λέει γλυκά. Ένα μικρό κομμάτι μου, πολύ μικρό, λιώνει.

«Αυτό που λες εσύ» λέω τελικά και τον βλέπω να τραβάει την πιστωτική από το πορτοφόλι του. 



Τρίτη, 12 Μαΐου 2015

Elisa Papas, ο Τρόι και ο Ντέιβιντ γνωρίζονται!


κεφάλαιο 29-φουρτούνες...



«Μου περνάει από το μυαλό ότι προσπαθείς να με ξελογιάσεις» του λέω εύθυμα. «Το ταξίδι του μέλιτος που σχεδίασες είναι σούπερ ρομαντικό».
«Αυτό; Αυτό είναι ρομαντικό;» με ρωτάει εκείνος εκνευρισμένος, δείχνοντας έξω από το σκάφος. Κάνει κρύο και τα κύματα σκάνε με φόρα πάνω στο πανάκριβο γιότ του Ντέιβιντ. Δεν είχα ιδέα ότι είχε γιοτ, αλλά έπρεπε να το περιμένω. Το βρήκαμε αγκυροβολημένο σήμερα τα ξημερώματα σε μια μαρίνα στο Μπράιτον. Είναι τεράστιο, λευκό, αστραφτερό και το λένε «Fairytale». H ιδέα του να διασχίσουμε το Κανάλι της Μάγχης και να περάσουμε μερικές μέρες στη Νορμανδία μού άρεσε πολύ. Πιο πολύ από το να πάρουμε ένα αεροπλάνο και να πάμε κάπου. Αρχικά δεν ήθελα να το παραδεχτώ αλλά δεν κρατήθηκα πολύ. «Ο καιρός είναι πολύ χειρότερος από τις προβλέψεις και εγώ έχω σκουριάσει στο πηδάλιο. Όλα πάνε χάλια και εσύ λες ότι είναι ρομαντικά;» με ρωτάει μπερδεμένος. Ο πρώτος μας σταθμός ήταν το μεσημέρι στη Χάβρη, όπου φάγαμε σε ένα μπιστρό κοντά στη θάλασσα και χαζέψαμε τα αξιοθέατα. Στη συνέχεια μου πρότεινε να πλεύσουμε το βράδυ προς Διέππη και το πρωί με την ησυχία μας να περάσουμε τη μέρα στην πόλη και να νοικιάσουμε αυτοκίνητο για να πάμε στη Ρουέν.  
«Μα τι λες;» ρωτώ εγώ και απλώνω τα πόδια μου στον καναπέ που βρίσκεται κοντά του. Φοράω μια ροζ φόρμα και κάλτσες. Έχω το χέρι μου μέσα σε ένα σακουλάκι πατατάκια και τρώω με όρεξη. Περνάω πολύ καλά και το δείχνω χωρίς ενοχές. Δε θα βγουν 12 μήνες αν γκρινιάζω ασταμάτητα.
«Είσαι μια τρελή γυναίκα» λέει εκείνος απότομα. «Θαλασσοδερνόμαστε από 6 μποφόρ, περίμενα να κάνεις εμετό και να γκρινιάζεις και εσύ μου λες ότι περνάς καλά. Είσαι πραγματικά απρόβλεπτη. Μοιάζεις με τον καιρό σήμερα».
«Επίτηδες κανόνισες αυτές τις διακοπές; Για να μην περάσω καλά;» τον ρωτώ τελικά, λίγο μπερδεμένη με την κακή του διάθεση, αλλά το βλέμμα του με κατακεραυνώνει.
«Δεν θα απαντήσω» λέει ξερά. Εγώ αναστενάζω δραματικά. Το σκάφος κουνιέται πολύ, αλλά δε με νοιάζει. Έξω έχει αρχίσει να σκοτεινιάζει. Δε φοβάμαι όμως. Είμαι σίγουρη ότι ο Ντέιβιντ θα τα καταφέρει.
«Οι γονείς σου μου είπαν ότι τους φάνηκε πολύ ρομαντικό που φύγαμε κρουαζιέρα» του λέω.
«Έπρεπε να είναι εδώ τώρα» μου λέει χωρίς να με κοιτάει. Είναι συγκεντρωμένος στα όργανα μπροστά του. «Δε φοράς κανά σωσίβιο; Μη χηρέψω». Γελάω με το μαύρο χιούμορ του. Γιατί είναι τόσο πεσμένος;
«Εγώ πάντως περνάω μια χαρά. Απλώς θα ήθελα μια τηλεόραση. ‘Η λίγο ίντερνετ» προτείνω.
«Έπρεπε να νοικιάσω σκίπερ. Αλλά σκέφτηκα ότι είναι καλύτερα να είμαστε μόνοι και να μην είναι κανείς μάρτυρας του….μη γάμου μας» μονολογεί.
«Έχεις κανένα βιβλίο;» τον ρωτώ.
«Έχω μια μικρή βιβλιοθήκη στην καμπίνα μου. Ρίξε μια ματιά» προτείνει και με αβέβαια βήματα κατευθύνομαι εκεί. Η καμπίνα του είναι διακοσμημένη από τον ίδιο και έχει κυρίως λευκά χρώματα, όπως και γενικά οι περισσότεροι χώροι στους οποίους κινείται. Η δική μου καμπίνα, καθώς και οι άλλες δύο, είναι λίγο πιο απρόσωπες, αλλά εξίσου άνετες και πολυτελείς. Το γιοτ του είναι πολύ εντυπωσιακό. Πόσες γυναίκες να έχει φέρει εδώ άραγε; Θέλω να μάθω. Διαλέγω ένα βιβλίο και επιστρέφω κοντά του. Εκείνος συνεχίζει να δυσανασχετεί με τον καιρό και δεν προσέχει την παρουσία μου.
«Πόσες γυναίκες έχουν κοιμηθεί εδώ;» τον ρωτάω προσπαθώντας να ακουστώ αδιάφορη, αλλά με τρώει.
«Καμία. Ποιο διάλεξες;» απαντάει εκείνος και ξεφυσάει. Αφήνει το πηδάλιο και ενεργοποιεί την αυτόματη πλοήγηση. Γυρνάει προς το μέρος μου αργά και κοιτάει. «Καλό» σχολιάζει άχρωμα. Κάθεται δίπλα μου και βάζει λίγη μουσική. Καμία; Αναρωτιέμαι. Είναι δυνατόν;
«Τι έχεις;» τον ρωτάω. Τον ξέρω πολύ καλά. Ξέρω πότε είναι απλώς κακόκεφος και πότε υπάρχει και κάτι από κάτω.

«Νιώθω πολύ άσχημα. Αρχικά μου φαινόταν καλή ιδέα αυτή η κρουαζιέρα. Αλλά ο καιρός είναι χάλια, και εσύ προφανώς βαριέσαι χωρίς τηλεόραση και ίντερνετ και…όλα αυτά. Δεν ξέρω τι σκεφτόμουν. Αυτό το ταξίδι θα ήταν κατάλληλο αν εμείς…»
«Τι;»
«Αν εμείς περνούσαμε όλη τη μέρα στο κρεβάτι» λέει και τον βλέπω να κοκκινίζει. Μα είναι δυνατόν; Έχει ακόμα η ικανότητα να ντρέπεται; Μμμ, νομίζω ότι μου αρέσει. Όχι ότι υπάρχει και κάτι που να μη μου αρέσει πάνω του. Εμφανισιακά δηλαδή. Σήμερα φοράει ένα τζιν που μετά βίας στερεώνεται στους στενούς γοφούς του και ένα πουλόβερ πολυφορεμένο. Κυκλοφορεί ξυπόλητος. Δεν είχα ξαναδεί τα πόδια του. Είναι πολύ σέξι έτσι ανεπιτήδευτα όμορφος, έτσι αρρενωπά χαλαρός. Προσπαθώ να αγνοήσω το καυτό κύμα που σαρώνει το κορμί μου, τις εικόνες που γεμίζουν το μυαλό μου μετά από αυτό που είπε. Τέσσερις μέρες επί 24 ώρες ίσον 96 ώρες, σκέφτομαι. Μείον 25 ώρες χοντρικά για ύπνο και φαγητό, μας μένουν 71 ώρες καθαρές για σεξ. Χαμογελώ στη σκέψη.
«Μπορούμε να μιλήσουμε» προτείνω. Τον έχει πάρει από κάτω η επιδείνωση του καιρού. «Θες να πούμε για τον δικηγόρο Χάρντι; Τι να μας ήθελε άραγε;».
Ο κύριος Χάρντι είναι ο οικογενειακός μας δικηγόρος και την μέρα μετά το γάμο μας, δηλαδή χθες, αφού είχαμε γυρίσει Λονδίνο, μας τηλεφώνησε και μας είπε ότι θέλει να κλείσει ένα ραντεβού μαζί μας άμεσα. Εμείς του είπαμε ότι θα πάμε μετά το ταξίδι του μέλιτος και εκείνος προσφέρθηκε να έρθει Λονδίνο γιατί είχε κάτι δουλειές στην πόλη σε μερικές μέρες. Με τρώει η περιέργεια.
«Δεν έχω ιδέα. Δεν τον ξέρω καν» λέει και πιάνει μια γαλλική εφημερίδα. Αρχίζει να διαβάζει ήρεμα. Συνειδητοποιώ ότι ξέρει γαλλικά. Δεν είχα ιδέα. Πόσα πολλά είναι αυτά που δεν ξέρω…
«Και θέλει και τους δύο» επιμένω αλλά εκείνος δεν αντιδράει. «Μα καλά, δε σε νοιάζει;»
«Είμαι λίγο περίεργος, αλλά όχι κάτι παραπάνω» απαντάει τελικά και γυρίζει με φόρα τη σελίδα, χωρίς να με κοιτάει.
«Είναι ευκαιρία να του μιλήσουμε και για προγαμιαίο σύμφωνο». Το έχω θίξει ξανά αλλά ανεπιτυχώς.
«Πάλι τα ίδια; Αφού παντρευτήκαμε ήδη».
«Θέλω να είσαι καλυμμένος» λέω δυναμικά. «Έχεις μια τεράστια περιουσία».
«Ε τότε μη διεκδικήσεις τίποτα μετά το διαζύγιο».
«Μα πώς είναι δυνατόν να με εμπιστεύεσαι τόσο; Εγώ δεν έχω να χάσω τίποτα, αλλά εσύ;»
«Σε εμπιστεύομαι. Γι αυτό είσαι εσύ εδώ και όχι κάποια άλλη» πιάνει ένα στυλό και σημειώνει κάτι. Πες μας τώρα ότι λύνει και σταυρόλεξο στα γαλλικά, σκέφτομαι και μου ξεφεύγει ένα γελάκι. Με κοιτάει αλλά δε ρωτάει τίποτα. Απολαμβάνω πολύ αυτή την οικειότητα, η παρατεταμένη σιωπή δε με τρομάζει.
«Τι θα φάμε;» ρωτάω μετά από λίγο.
«Σκόπευα να σταματήσουμε σε ένα λιμάνι για να δειπνήσουμε, αλλά προτιμώ να κερδίσουμε χρόνο και να δέσουμε στην Διέππη όσο πιο νωρίς γίνεται. Αντέχεις να φάμε κάτι από αυτά που έχουμε εδώ;» ρωτάει. Σκέφτομαι τα φρέσκα σάντουιτς στο ψυγείο, τα φρούτα, τα κράκερ και το τυρί τσένταρ. Α! Και το αρωματικό κόκκινο κρασί.
«Ακόμα καλύτερα» λέω και αρχίζω να ξεφυλλίζω το βιβλίο του.
Σηκώνω το βλέμμα μου μετά από μερικά δευτερόλεπτα για να τον κρυφοκοιτάξω λιγάκι. Τον πιάνω να με κοιτάει. Αλλά δεν απομακρύνει το βλέμμα του. Δεν μπορώ να το αποκρυπτογραφήσω. Ποτέ δεν μπορώ. Τι σκέφτεται; Μάλλον ότι είμαι σαν τρελή με τα μαλλιά πιασμένα σε ένα πρόχειρο κότσο και με μια φόρμα που έχω από πρόπερσι.
«Ξέρεις κάτι;» με ρωτάει με φωνή λίγο πιο μπάσα από ό,τι συνήθως. «Δεν υπάρχει τίποτα πιο ωραίο από μια γυναίκα που σε στηρίζει στα δύσκολα και σου χαμογελάει ακόμα κι όταν όλα γύρω σου κλυδωνίζονται» χαμογελάει. Εκείνη τη στιγμή ένα μικρό ποτήρι πέφτει από το ράφι της κουζίνας και σπάει. Γελάμε και οι δύο. Πραγματικά η θάλασσα έξω κάνει ό,τι μπορεί για να μας χαλάσει το ταξίδι.
«Τα λεφτά σου πιάνουν τόπο» λέω εύθυμα, ανίκανη να ελέγξω το καρδιοχτύπι μου. Εκείνος κάνει μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας.
«Κάποια στιγμή θα κάνεις κάποιον άντρα ευτυχισμένο» μου λέει μελαγχολικά και αναρωτιέμαι τι τον έχει πιάσει.
«Τι έχεις πάθει εσύ; Ντέιβιντ! Φοβάσαι;» ξεκαρδίζομαι. Γελάει κι εκείνος.
«Απλώς νιώθω ενοχές που σε έσυρα μέσα στην τρικυμία».
«Ξέρεις πώς θα περάσω τέλεια;» βαράω παλαμάκια από ενθουσιασμό. Ανασηκώνει το φρύδι. «Αν με αφήσεις να σε κερδίσω στο Scrabble