Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τρίτη, 28 Απριλίου 2015

κεφάλαιο 22-κάτι φτηνό..

«Ρε συ δεν είναι καλά αυτός» λέει η Έρικα και γνέφω θετικά. Έχουμε βγει να γιορτάσουμε την αποφοίτησή μας και παρόλο που η παρέα διαλύθηκε κατά τις δέκα, εμείς συνεχίζουμε να γελάμε και να τα πίνουμε. Τόσο εκείνη όσο κι εγώ πραγματικά τα δώσαμε όλα για να τελειώσουμε και μάλιστα με άριστα. Τα βράδια που ξενυχτούσαμε κάνοντας εργασίες το μόνο που μας κρατούσε ξύπνιες ήταν το όνειρο αυτής της βραδιάς. Το όνειρο ότι κάποια μέρα θα είχαμε αποφοιτήσει και θα τα πίναμε στην αγαπημένη μας παμπ. Ο,τι ακριβώς κάναμε τώρα. Μόνο που τα πράγματα είχαν αλλάξει λιγάκι. Κι εγώ ναι μεν ήμουν ανακουφισμένη που τέλειωσε αυτό το κεφάλαιο της ζωής μου, αλλά η κατάσταση με τον Διάβολο με είχε κάνει να τα σκέφτομαι όλα με άλλο μάτι.
«Τώρα είμαι αναγκασμένη να εκπαιδεύσω τη νέα κοπέλα δύο βδομάδες, να δουλέψουμε παράλληλα άλλες δύο και μετά να φύγω» λέω και ελπίζω να μη φαίνεται το παράπονο που νιώθω. Με διώχνει.
«Η καινούργια είναι καλή;» με ρωτάει η Ερικα. Καθόμαστε στο μπαρ και πίνουμε ένα φοβερό μοχίτο. Φοράμε και οι δύο ακόμα τα φορέματα της αποφοίτησης. Εκείνη ένα σμαραγδί μίνι και εγώ ένα μαύρο κολλητό μέχρι το γόνατο. Από την ώρα που ήρθαμε τρεις άντρες μάς έχουν αφήσει το τηλέφωνό τους.
«Καλή είναι» λέω και ξεφυσάω. «Είναι πολύ έμπειρη στα γραμματειακά καθήκοντα. Πήρε αμέσως το κολάι αλλά την τρομοκρατεί πολύ ο άλλος. Συνέχεια είναι με κόκκινα μάτια» εξηγώ.
«Ο Κρις πώς και δεν ήρθε;» με ρωτάει η φίλη μου. Είμαστε πολλές ώρες μαζί και νιώθω την επιθυμία της να ρωτήσει, αλλά δεν το κάνει. Η απουσία του από την ορκωμοσία μου ήταν πολύ εμφανής. Μιας και είχα δύο προσκλήσεις και δεν ήρθε ούτε εκείνος ούτε η μητέρα μου, κάλεσα τον Λιούις και τη γυναίκα του. Ο Ρεντ λείπει στο Παρίσι. Δεν ξέρω αν είναι μόνος. Δεν ξέρω πότε γυρίζει. Δεν ξέρω αν θα του έλεγα. Δεν ξέρω αν θα ερχόταν.
«Πώς να σου το πω…» λέω και κατεβάζω το κεφάλι μου. Πίνω μια γερή γουλιά και νιώθω τις ευεργετικές ιδιότητες του αλκοόλ να με πλημμυρίζουν. Είμαι πιο χαλαρή και όσα με πειράζουν πολύ, ξαφνικά δε δείχνουν τόσο τρομακτικά. «Αλλά είχαμε μια συζήτηση προχθές και αποφασίσαμε να μη συνεχίσουμε» λέω. Ουσιαστικά είναι η πρώτη φορά που το λέω σε κάποιον.
«Τι έγινε;» με ρωτάει η Ερικα. «Έχω πέσει από τα σύννεφα» λέει και φαίνεται στο πρόσωπό της ότι το εννοεί.

Της εξηγώ όσα έγιναν τις προηγούμενες δύο μέρες και με παρακολουθεί με ενδιαφέρον. Της λέω ότι ο Κρις μού ανακοίνωσε ανάλαφρα ότι εδώ και καιρό συζητάει με το αφεντικό του σχετικά με την πιθανότητα να μεταφερθεί στη Νέα Υόρκη και να αναλάβει το γραφείο εκεί, διακόπτοντας την επαγγελματική δραστηριότητα ως ξεναγός. Ο Κρις δεν ήταν σίγουρος αρχικά ότι μπορούσε να αναλάβει την ευθύνη, αλλά κάπου μετά την πρωτοχρονιά είχε αποφασίσει να το δοκιμάσει. Υπέθεσα ότι τα ατελείωτα τηλεφωνήματα στο γκαλά του Ρεντ ήταν για αυτό το λόγο, αλλά αυτό δεν ήταν και τόσο σημαντικό. Το σημαντικό ήταν ότι το ήξερε τουλάχιστον ένα μήνα και δε μου είχε πει τίποτα. Το σημαντικό ήταν ότι μου σέρβιρε την απόφασή του να πάει στη Νέα Υόρκη χωρίς να με ρωτήσει καν αν θέλω να πάω. Το σημαντικό ήταν ότι πάνω σε μια έντονη συζήτηση σχετικά με το μέλλον της σχέσης μας εφόσον θα είμαστε τόσο μακριά μου είπε κάτι του τύπου «δεν ήξερα ότι είναι τόσο σοβαρή η σχέση και ότι το έβλεπες τόσο μακροπρόθεσμα». Αυτό ήταν που με αποτελείωσε. Ήμουν ερωτευμένη με τον Κρις. ‘Η τουλάχιστον έτσι νόμιζα. Και παρόλο που έβλεπα τα στραβά της σχέσης ήξερα μέσα μου ότι υπήρχε καλή βάση. Αλλά τελικά ήμουν μια ηλίθια που ζούσε σε ένα ροζ συννεφάκι.
«Δηλαδή πήρε τη δουλειά και έφυγε;» με ρωτάει η Ερικα. Φαίνεται πραγματικά μπερδεμένη.
«Φεύγει αύριο νομίζω» λέω ήρεμα. Στην αρχή έκλαψα, αλλά πιο πολύ από εκνευρισμό και απογοήτευση.
«Και δεν σου πρότεινε να πας;»
«Ούτε καν» γελάω ξερά. «Δεν ξέρω αν θα πήγαινα, αλλά…» ψελλίζω. Πραγματικά δεν ξέρω τι θα έκανα. Καλά περνούσαμε μαζί, αλλά δε νομίζω ότι μπορούσα να κάνω μια τόσο μεγάλη θυσία για εκείνον και να φύγω. Να αφήσω την καριέρα μου και τη μητέρα μου πίσω.
«Αυτό τα λέει όλα» καταλήγει θριαμβευτικά η Ερικα. «Αν ήσουν πραγματικά ερωτευμένη θα πήγαινες χωρίς δεύτερη σκέψη».
«Δεν το πρότεινε, οπότε γλίτωσα και το δίλημμα!» γελάω και κάνω νόημα στον μπάρμαν. Θέλω κάτι με ανθρακικό. Έχω ζαλιστεί πολύ και δεν πρέπει να πιω άλλο.
«Να τη!» λέω ξαφνικά, δείχνοντας προς την πόρτα της παμπ. Είναι η Ιλέιν. Φοράει ένα φοβερό μωβ παλτό και όλοι την κοιτούν σαν υπνωτισμένοι. Την κάλεσα για να την κεράσω ένα ποτό για την αποφοίτησή μου. Τον τελευταίο καιρό έχουμε βρεθεί δυο τρεις φορές για ψώνια και περνάμε τέλεια.

Βολευόμαστε σε ένα τραπέζι κοντά σε παράθυρο. Έχει κάπως αδειάσει ο χώρος και είναι πολύ πιο άνετα πια. Κάποιοι στο βάθος χορεύουν. Μιλάμε ανάλαφρα περί ανέμων και υδάτων. Η Ιλέιν μάς αφηγείται ένα καταστροφικό ραντεβού και εγώ την ενημερώνω για το χωρισμό μου. Δε δείχνει έκπληκτη.
«Θα σου βρω εγώ τον τέλειο!» μου λέει ενθουσιασμένη και χαμογελώ με την αισιοδοξία της.
«Σε κοιτάω και πραγματικά αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατόν να είσαι αδερφή του Ρεντ. Είστε τόσο διαφορετικοί…» λέω. «Εσύ είσαι έξω καρδιά, αυτός…» ψάχνω να βρω έναν σωστό χαρακτηρισμό.
«Ο Ντέιβιντ ο καλός μου είναι λίγο στριφνούλης» γελάει και η Ιλέιν με τη σειρά της «αλλά είναι πολύ καλός. Τουλάχιστον με μένα» σουφρώνει ναζιάρικα τα χείλη της.
«Ξέρει τι μέρα είναι σήμερα;» με ρωτάει και σοβαρεύομαι απότομα. Ξέρει; Θυμάται; Δεν έχω ιδέα. Λείπει καιρό.
«Δεν είμαι σίγουρη» λέω. Πίστευα ότι θα το θυμηθεί και θα με πάρει τηλέφωνο. Αλλά η μέρα σχεδόν τελείωσε και εκείνος…τίποτα. Γενικά τίποτα τον τελευταίο καιρό. Δε μου μιλάει, δε με κοιτάει.
«Νομίζω ότι γυρνάνε σήμερα» λέει η Ιλέιν και αναρωτιέμαι με ποια. Τη Λάουρα ή την Πατρίτσια; ‘Η την Αννα; Αυτές είναι οι πιο πιθανές. Δεν απαντάω τίποτα.

Γυρίζω στο σπίτι μου μετά τα μεσάνυχτα. Ευτυχώς αύριο είναι Σάββατο. Ο θυρωρός μού κάνει νεύμα. Μου δίνει ένα πάκο φακέλους. Λείπω από το πρωί από το σπίτι και δεν έχω πάρει αλληλογραφία. Μαζί με τους φακέλους μου δίνει και ένα μικρό κουτί. Χαμογελάει πλατιά.
«Αυτό ήρθε για εσάς με κούριερ πριν από λίγες ώρες» λέει. Κοιτάω το κουτί. Δεν έχω ιδέα τι είναι και ποιος το στέλνει. Ανεβαίνω τις σκάλες τρέχοντας. Είναι κάποιο δώρο από τη μητέρα μου;

Μπαίνω στο διαμέρισμά μου και πριν βγάλω τα παπούτσια μου ανοίγω το μικρό δέμα. Στο κουτί περιέχεται ένα υπέροχο χρυσό ρολόι με δερμάτινο λουρί. Ανοιγοκλείνω μπερδεμένη τα μάτια. Αποκλείεται να μου το έστειλε η μητέρα μου. Κοιτάω μια μικρή κάρτα που διέφυγε της προσοχής μου πριν. Διαβάζω αχόρταγα το μήνυμά του, γραμμένο με το δυναμικό γραφικό του χαρακτήρα.
Το διάλεξα μόνος μου γράφει. Έχει ζωγραφίσει και ένα χαμογελάκι. Γύρισε; Αναρωτιέμαι. Βγάζω το κινητό μου από την τσάντα και του τηλεφωνώ πριν το σκεφτώ καλά. Η φωνή του, βραχνή και τραγανιστή, στέλνει ρίγη στο κορμί μου.
«Συγχαρητήρια» λέει και χαμογελώ.
«Σε ευχαριστώ» απαντώ ντροπαλά. «Είναι υπέροχο…»
«Πέρασες καλά τη μέρα;» αγνοεί τα σχόλια για το δώρο. Είναι έξω; Ακούω γέλια και φωνές.
«Ναι, ναι» τον διαβεβαιώνω. «Το δώρο σου είναι πολύ ωραίο. Δεν έπρεπε να…» επιμένω.
«Ε καλά, δεν είμαι και τόσο τέρας» λέει θιγμένος. Γελάω που διαβάζει τη σκέψη μου.
«Μόνο λιγάκι» λέω εύθυμα. Γελάει και εκείνος. «Πότε θα γυρίσεις στο γραφείο;» ρωτάω τελικά. Με έχει αιφνιδιάσει με την κίνησή του, αλλά πρέπει να πω κάτι ουδέτερο.
«Λέω τη Δευτέρα».
«Εμ…θα τα πούμε τότε. Και πάλι χίλια ευχαριστώ» ψελλίζω. Δε βρίσκω κάτι πιο έξυπνο.
«Και πάλι συγχαρητήρια» λέει και το κλείνουμε.

2 σχόλια:

  1. Αχ δεν εισαι τερας, εισαι Διαβολος <3

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μ'αρεσει που βάζεις και εικονες... Το κανεις πιο παραστατικό... Ευτυχώς χωρίσανε... Για να δουμε ποιον θα της βρει η αδερφή του!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή