Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Δευτέρα, 27 Απριλίου 2015

κεφάλαιο 21-καλή εβδομάδα, κοριτσάκια μου!!!

Χτυπάω την πόρτα του και πριν μου πει να περάσω μπαίνω στο γραφείο του σαν σίφουνας. Δεν τον έχω δει καθόλου σήμερα. Έφτασα εννιά και πέντε και εκείνος ήταν ήδη μέσα. Δε σηκώνει καν το κεφάλι του για να με κοιτάξει και εκνευρίζομαι ακόμα πιο πολύ. Το δράμα μας όμως φαίνεται ότι φτάνει στο τέλος του. Τουλάχιστον αυτό κατάλαβα τις τελευταίες μέρες. Έχουν περάσει δύο εβδομάδες από την πρωτοχρονιά και η διάθεσή του είναι τόσο άσχημη  που δεν ανταλλάζουμε πάνω από πέντε λέξεις κάθε μέρα. Έχει συνέχεια νεύρα, φωνάζει προς πάσα κατεύθυνση, η Κάρι κάθε πρωί με προειδοποιεί ότι μπαίνει με σκυφτό το κεφάλι και δε χαιρετάει κανέναν. Δεν αντιδράει στα πειράγματά μου, στις προκλήσεις μου, στις περιποιήσεις μου. Αλλά αυτό που κάνει τις τελευταίες δυο τρεις μέρες είναι πραγματικά απερίγραπτο. Τι περίμενε; Ότι δε θα προσέξω τις κοπέλες που πηγαινοέρχονται; Ότι δε θα προσέξω ότι μπαίνουν στο γραφείο του κρατώντας ένα χαρτί, γεμάτες ελπίδα, και βγαίνουν λες και κάποιος τις έχει λούσει με παγωμένο νερό;
«Μου λες κάτι;» τον ρωτάω και βολεύομαι απέναντί του. Σήμερα φοράει ένα λευκό πουκάμισο και στενό μπλε παντελόνι. Το σακάκι του είναι κρεμασμένο και δε φοράει γραβάτα. Κυριαρχεί στο χώρο όπως το λιοντάρι στο κλουβί του. Είναι μοναδικά όμορφος. Δεν χορταίνω ποτέ το θέαμα. «Κάνεις συνεντεύξεις και ξέχασες να με ενημερώσεις;».
«Δεν ήξερα ότι έπρεπε» απαντάει σκληρά. Ωραία, σκέφτομαι. Καλά ξεκινάμε. Αλλά τουλάχιστον δεν χάνουμε χρόνο με «δεν ξέρεις τι λες, δεν έχω ιδέα για ποιο πράγμα μιλάς».
«Αν είναι για τη θέση μου ίσως έπρεπε να με ενημερώσεις» λέω με ξεκάθαρα ειρωνικό τρόπο. Με αγνοεί. «Ξέρω ότι λήγει το συμβόλαιό μου, αλλά είχαμε πει ότι θα κάνω εγώ τις συνεντεύξεις και θα στείλω σε σένα μόνο τις τρεις που θα φτάσουν στο τελικό στάδιο».
«Σκέφτηκα ότι εφόσον δεν εγκρίνω την ποιότητα της δουλειάς σου είναι απίθανο να εγκρίνω τις κοπέλες που διάλεξες». Α, καλά, αυτός το χοντραίνει, σκέφτομαι. Παίρνω βαθιές ανάσες.
«Ε σιγά τώρα το δύσκολο. Ο καθένας μπορεί να διαλέξει μια καλή γραμματέα» λέω. Δεν είναι και πολύ έξυπνο, αλλά όταν θυμώνω πάντα ξεχνάω τι θέλω να πω.
«Εκτός από μια κακή γραμματέα» λέει δυναμικά. Ένα χαστούκι. Αυτό ίσως τον συνέφερε. Ένα χαστούκι και μετά… Ω Θεέ μου, πάλι αυτές οι σκέψεις; Αυτές οι σκέψεις που κάθε βράδυ με κρατούν ξάγρυπνη. Από εκείνο το απόγευμα στο δωμάτιό του, δεν μπορώ να σταματήσω να τον σκέφτομαι. Να σκέφτομαι ότι αν με έκανε να τρέμω αγγίζοντας απλώς το δέρμα μου, θα με έστελνε στα ουράνια αν αποφάσιζε να κάνει σεξ μαζί μου. Αλλά το ήθελε πραγματικά; Μήπως απλώς έκανε μια αναγνωριστική έφοδο για να δει αν θα παραδοθεί αμαχητί ο εχθρός;
«Ακόμα το συμβόλαιό μου δεν έχει λήξει και δεν έχω βρει αλλού δουλειά» του λέω με πάσα ειλικρίνεια. Έχω έναν τελευταίο άσο στο μανίκι. Αν δω ότι δεν λογικεύεται θα απευθυνθώ στον Λιούις. «Πότε έχεις σκοπό να προσλάβεις την επόμενη;» ρωτάω ελπίζοντας να μη φαίνεται ότι ξαφνικά έχω τρομοκρατηθεί στην ιδέα να φύγω από κει μέσα.
«Σκεφτόμουν άμεσα» με αιφνιδιάζει. Με κοιτάει φευγαλέα. Τον τελευταίο καιρό έχω σχεδόν ξεχάσει τι χρώμα έχουν τα μάτια του. Με κοιτάει τόσο λίγο και τόσο σπάνια που έχω αρχίσει να νιώθω πραγματικά δυσάρεστα. «Να την εκπαιδεύσεις όσο μπορείς και μετά φεύγεις» καταλήγει. Ένας τόνος χαράς χρωματίζει τα λόγια του ή μου φαίνεται;
«Έχω ακόμα εκκρεμότητες. Δεν είχα καταλάβει ότι βιάζεσαι τόσο» λέω μπερδεμένη. «Έλεγα να ολοκληρώσω τον φάκελο Μπερν και μετά την αποφοίτησή μου σιγά σιγά να ετοιμάζομαι να φύγω. Αλλά έλεγα πρώτα να βρω κάτι, ή να κλείσω έστω μια υποσχόμενη συνέντευξη. Δεν είναι ανάγκη να με πετάξεις σαν την τρίχα από το ζυμάρι» λέω προσπαθώντας να τον κάνω να συνειδητοποιήσει ότι αυτό κάνει.
«Αυτό είχαμε συμφωνήσει» μου θυμίζει. Έχει δίκιο. Έπρεπε να φεύγω περίπου αυτές τις μέρες.
«Ισχύει αυτό, αλλά μιλάμε για μερικές ακόμα μέρες» λέω και συνειδητοποιώ ότι παρακαλάω. Το μισώ αυτό. Το μισώ παρόλο που έχω ανάγκη αυτή τη δουλειά. Τα χρήματα είναι πολύ καλά και η προϋπηρεσία πολύτιμη. Είναι η δουλειά που με έβαλε στον κόσμο των επιχειρήσεων, η δουλειά που με έκανε να δω από μέσα πώς λειτουργεί μια καλοκουρδισμένη εταιρεία, μα κυρίως είναι η δουλειά που με βοήθησε να ζω άνετα και να αποταμιεύω για το πρόβλημα υγείας της μητέρας μου.
«Αν δε σε ήξερα θα έλεγα ότι δε θες να φύγεις» λέει μετά από μια μακρά σιωπή. Παίρνει μια ανάσα και με κοιτάει. Χάνομαι στο βλέμμα του και τον αφήνω να με διαπεράσει με αυτό. Νιώθω σαν μικρόβιο κάτω από μικροσκόπιο. Με κοιτάει με ένα βλέμμα περιφρονητικό. Με χλευάζει. Αυτό είναι. Κατάλαβε την ανάγκη μου και γελάει μαζί μου.
«Ξέρεις τι λέει η παροιμία» λέω χιουμοριστικά και γελάω. «Καλύτερα ο διάολος που ξέρεις από αυτόν που δεν ξέρεις».
«Θα σου βρω αλλού δουλειά» λέει με την μεγαλοθυμία ενός βασιλιά που υπόσχεται ένα λουκούλλειο γεύμα στους σκλάβους του. Αλλά εγώ δε θέλω να φύγω. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί, αλλά μου κόβεται ανάσα στην ιδέα να φύγω από κει μέσα. Γιατί με πληγώνει η αίσθηση ότι είμαι τόσο ανεπιθύμητη; Δεν το ήξερα ήδη;
«Δε χρειάζεται, έχω κάτι κατά νου» λέω ήρεμα. Θέλω να του πω ότι δε θέλω να φύγω ακόμα. Αλλά δεν την μπορώ αυτή την κατάσταση. Νομίζω ότι όλα στράβωσαν μετά από εκείνο το απόγευμα.
Πόσο εγωιστής είναι πια; Έπρεπε να ενδώσω για να κρατήσω τη δουλειά μου;
«Ε τότε μπορείς σε παρακαλώ να βγεις έξω;» λέει ανέκφραστος και το πόδι μου ενστικτωδώς προσγειώνεται με φόρα στο γραφείο σε μια κλωτσιά που με κάνει να πονέσω πολύ.
«Δε δέχεσαι την ήττα ε;» φωνάζω ξαφνικά. Φαίνεται να έχει εκπλαγεί αλλά δεν αντιδράει. Με πνίγει όλο αυτό που κάνει. Δεν ήξερα τι να του πω εκείνη τη μέρα, τι μου ζητούσε, τι μου έδινε. Γιατί με τιμωρεί για κάτι τέτοιο; «Κακομαθημένο πλουσιόπαιδο!» φωνάζω θιγμένη. Με κοιτάζει με μάτια που πετάνε φλόγες. «Έχεις μάθει να χτυπάς παλαμάκια και να τρέχουν όλοι στα πόδια σου!» συνεχίζω έξαλλη. Σηκώνομαι απότομα όρθια και η καρέκλα πέφτει πίσω μου. «Εγώ όχι!» ουρλιάζω τόσο δυνατά που πονάνε τα αφτιά μου. Νιώθω το κεφάλι μου έτοιμο να εκραγεί. «Πότε! Δε θα παραδοθώ ποτέ!».
«Δε θυμάμαι να σου ζήτησα κάτι τέτοιο» λέει γλυκά. Το κάθαρμα το διασκεδάζει. «Είχα πιει λιγάκι. Δε θυμάμαι καν τι συνέβη. Αλήθεια, γιατί είσαι τόσο έξαλλη;» με ρωτάει και με κάνει να νιώθω τόσο ηλίθια. Μου έρχεται να κλάψω. Τον μισώ, αλήθεια τον μισώ.
«Είχες πιει και δε θυμάσαι τίποτα;» γελάω για να μην κλάψω. Αλλά γιατί θυμώνω; Μπορεί να ισχύει. Μπορεί η πιο σύντομη και η πιο καυτή εμπειρία που είχα στη ζωή μου να ήταν για εκείνον κάτι απλά ασήμαντο. Ποιος ξέρει τι κάνει με τις άλλες στο κρεβάτι. Πόσο πιο όμορφες και σέξι είναι από μένα.
«Και τότε τι έχεις τόσες μέρες;» πιέζω. «Πέσαν έξω τα καράβια σου;». Η αντίδρασή του είναι η μόνη απόδειξη ότι έχει πληγεί ο εγωισμός του.
«Είναι άρρωστη η γιαγιά μου» λέει ξαφνικά και προσεύχομαι να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Θεέ μου, κάνε κάτι να σωθώ από αυτή την απέραντη ντροπή. Ώστε αυτό φταίει και είναι έτσι; Ω Θεέ μου, ω καλέ Θεέ μου.
«Λυπάμαι, δεν είχα ιδέα» λέω τελικά και προσπαθώ να βάλω σε τάξη τις σκέψεις μου και τον παλμό μου.
«Με έχει μεγαλώσει και είμαι πολύ δεμένος μαζί της. Φοβάμαι ότι δε θα συνέλθει και…» διακόπτει απότομα και κατεβάζει το βλέμμα. Πλησιάζω λίγο αλλά σταματάω.
«Γιατί με άφησες να…» ρωτάω.
«Με ανακουφίζουν όλα αυτά τα ξεσπάσματά σου» λέει και χαμογελάει πικρά. «Και επειδή είμαι σίγουρος ότι αναρωτιέσαι, όντως είχα πιει και δε θυμάμαι πολλά. Ελπίζω να μην έκανα κάτι πολύ πρόστυχο» κοκκινίζει. Ναι, κοκκινίζει.
«Όχι, όχι» ψελλίζω. Πρέπει να είμαι η πιο ηλίθια γυναίκα στο κόσμο. Η πιο εύκολη. Η πιο αδιάφορη.
«Καλώς» λέει και ξεφυσάει. «Μπορώ να ηρεμήσω λιγάκι τώρα;»



6 σχόλια:

  1. στοιχημα οτι θες οτι θυμαται καθε λεπτομερια απο εκεινο το απογευμα και δικαιολογιες τετοιου στυλ ειναι χαζες περιμενα περισσοτερα απο τον διαβολο :/
    οσο για την αλλη ειναι τοσο βαθια ερωτευμενη μαζι του που απορω πως δεν το εχει καταλαβει ακομα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Φυσικά κ τα θυμάται όλα ... Γιαυτο ψάχνει κ αντικαταστάτρια... Ή θα το ρίξει κ αυτό στη γιαγιά του; Πολύ ντροπαλός μας βγήκε, κοινίζει κιόλας... Πρέπει να του ρίξει λίγο ουίσκι στον καφέ ώστε να σταματήσει την προσποίηση.. ;-))

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. κι άντε, εγώ να πιστέψω ότι η γιαγιά του είναι άρρωστη.... είναι αυτός λόγος να κρύβεις τα συναισθήματά σου, Διάολε???
    για να λέω βέβαια και την αμαρτία μου, μ' αρέσει περισσότερο αυτό το παιχνιδάκι.... "θέλω και δε θέλω να παραδεχτώ τι νιώθω, σε παίζω και σε τρέχω για να δω τι νιώθεις κλπ κλπ"...... δεν θα είχε ενδιαφέρον αν τα έφτιαχναν από την πρώτη φορά!!!!!!! Αχ, αγαπημένη συγγραφέα μας, ξέρεις να μας κρατάς σε αγωνία!!!!!!!!!!!!!!!! <3

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. ουτε και εμενα θα μου αρεσαν αμα τα εφτιαχνα αμεσως αλλα σαν αντρας επρεπε να παραδεκτη τι εκανε και ας το εριχνε στο ποτο οχι να πει χαζες δικαιολογιες

      Διαγραφή