Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Παρασκευή, 17 Απριλίου 2015

κεφάλαιο 15-Τόσκα-Τόσκα-Τόσκα

«Ξέρω τι κάνεις και το εκτιμώ, αλλά μπορώ να φύγω;» τον ρωτάω κατά τις εφτά το απόγευμα. Μου έχει δώσει πολλή δουλειά και δε με βλέπω να τελειώνω ούτε αύριο. Πηγαινοέρχεται στο γραφείο μου τόσο συχνά που του πρότεινα να μείνει εδώ από το να κουράζεται στα πηγαινέλα.
«Τι εννοείς;» με ρωτάει με αθώο βλέμμα.
«Εννοώ ότι δε θες να μείνω μόνη, αλλά έχω φίλους και έχω και τον Κρις…» ψελλίζω. «Θα είμαι καλά. Και είμαι και λίγο κουρασμένη…» εξηγώ.  Αλλά στου κουφού την πόρτα…
«Δεν καταλαβαίνω τι λες. Έχεις δουλειά και πρέπει να μείνεις εδώ» επιμένει. Από την ώρα που του είπα τι έγινε είναι τόσο εκνευρισμένος που με κάνει να φοβάμαι. Πάει, έρχεται, σηκώνει το ακουστικό και το κατεβάζει. Δεν έχει φάει τίποτα, φωνάζει σε όλο τον κόσμο και το χειρότερο; Δε με αφήνει να φύγω.
«Κάποια στιγμή θα πρέπει να γυρίσω σπίτι μου. Τι θα κάνεις; Θα με φυλακίσεις;» γελάω. Είναι πολύ προστατευτικός. Πώς δεν το είχα πάρει χαμπάρι.
«Έχω αδερφή στην ηλικία σου!» φωνάζει ξαφνικά και κλείνω ενστικτωδώς τα μάτια. Αμέσως σταματάει και μου ζητάει συγγνώμη. «Αν το είχε κάνει στην Ιλέιν; Σε κάποια φίλη μου;» μονολογεί. Ώστε με βλέπει σαν αδερφή του; Ωραία. Σχεδόν με προκαλεί να του δείξω ότι δεν είμαι.
«Ελπίζω η Ιλέιν να μην είναι ηλίθια όπως κι εγώ» κάνω την αυτοκριτική μου. Βγάζει τη γραβάτα του νευρικά. Δείχνει κουρασμένος. Κι εγώ είμαι, αλλά όχι αρκετά ώστε το μυαλό μου να μην ανατρέξει στη γυμνή εικόνα του. Ουάο. Απλά ουάο.
«Μπα…κι αυτή τα ίδια χάλια είναι» λέει με κάθε ειλικρίνεια και γελάω ξανά. «Θα έχεις την ευκαιρία να τη γνωρίσεις τις γιορτές» λέει αποφασιστικά.
«Μου αρέσει που το θεωρείς δεδομένο, αλλά θα είμαι στο Μάντσεστερ Χριστούγεννα» ανακοινώνω.
«Γιατί; Είναι καλά η μητέρα σου;» με ρωτάει με ειλικρινές ενδιαφέρον.
«Καλά είναι, ναι. Αλλά δεν είναι λογικό να κάνω Χριστούγεννα μαζί της;»
«Υποθέτω πως ναι» λέει απρόθυμα. «Εγώ καταλαβαίνω αλλά ο πατέρας μου επιμένει να σε καλέσω. Δεν ξέρω γιατί έχει κολλήσει τόσο. Μάλλον θέλει να συνετίσεις την Ιλέιν»,
«Εγώ; Πώς;» ξεκαρδίζομαι.
«Ο πατέρας μου πιστεύει ότι είσαι ένα υγιές πρότυπο μιας κοπέλας που εργάζεται με αξιοπρέπεια και ταυτόχρονα ζει τη ζωή της, έχει σχέση, παρέες κλπ. Πιστεύει ότι η Ιλέιν πρέπει να δει και αυτή την πλευρά της ζωής» λέει με μια γκριμάτσα που δείχνει ότι δε συμφωνεί με τον πατέρα του.
«Όπως και να χει, η Ιλέιν θα πρέπει να ζήσει χωρίς εμένα!» γελάω με το ύφος του.
«Εγώ θα το πω στον πατέρα μου, αλλά δεν την γλυτώνεις» λέει και κάθεται στην καρέκλα απέναντί μου. Γιατί κάθεται; Τι άλλη εκκρεμότητα έχουμε; Θεέ μου, τι μαρτύριο. «Κάτι έχει στο νου του για ένα πρωτοχρονιάτικο γκαλά» λέει και η αποστροφή ξεχειλίζει στο ύφος του.
«Εγώ θα περάσω τη μέρα με τον Κρις» ξεκαθαρίζω. «Δηλαδή εκείνος θα λείψει μερικές ώρες…» ψελλίζω ντροπαλά., «αλλά μετά θα…».
«Πες μου ότι θα σε αφήσει μόνη σου τέτοια μέρα» γελάει σκληρά. Πώς καταλήξαμε σε αυτή τη συζήτηση;
«Είναι τώρα συζήτηση αυτή μεταξύ δύο συνεργατών;» τον επαναφέρω στην τάξη. ‘Η τουλάχιστον έτσι νομίζω. «Δεν υπερβαίνεις λίγο τα όρια;»
«Είπα μιας και τα ξεχειλώσαμε λίγο τα όρια σήμερα, να το εκμεταλλευτώ» γελάνε και τα μουστάκια του.
«Θα φάει με την οικογένειά του. Έχουμε συμφωνήσει να μην γνωρίσουμε ακόμα τα σόγια» του λέω με σιγουριά. Ελπίζω να τον έπεισα.
«Είναι Πρωτοχρονιά» επιμένει.
«Έχω ένα σωρό φίλες από το μεταπτυχιακό, Ρεντ» του λέω χαμογελαστή. «Δε θα μείνω μόνη μου».
«Κάνε ό,τι θες» ανασηκώνει τους ώμους. «Αλλά αν μπορείς έλα στο γκαλά να ησυχάσω κι εγώ. Ο πατέρας μου πιστεύει ότι μας αποφεύγεις επειδή σου κάνω τη ζωή μαύρη»,
«Άκου πράγματα» τον ειρωνεύομαι.
«Και μετά ακούω πάντα το γνωστό κήρυγμα για το πόσο αγαπούσε τον πατέρα σου και πόσο αξιόλογη είναι η μητέρα σου» λέει καρτερικά. «Και εγώ μετά του λέω ότι οι γονείς σου μπορεί να είναι μια χαρά αλλά εσύ δεν υποφέρεσαι» γελάει. Το ίδιο και εγώ. «Θυμάμαι ότι όταν ήμουν έφηβος, με πήγαινε στο σπίτι σας στο Μάντσεστερ. Έχω δουλέψει μερικά καλοκαίρια σαν βοηθός του πατέρα σου. Για να μάθω…την αξία της δουλειάς» λέει και τον κοιτάω εμβρόντητη.
«Δεν ήξερα…» ψελλίζω. «Δε σε θυμάμαι».
«Έχουμε 14 χρόνια διαφορά» μου λέει.
«Δεκατρία» τον διορθώνω. Δεν ξέρω γιατί. Είναι ανούσιο.
«Ήσουν μωρό. Όταν έγινες τεσσάρων εγώ…μπήκα στο πανεπιστήμιο και…» τον βλέπω να ντρέπεται.
«Θεέ μου, πόσο μεγάλος είσαι!» γελάω. Με κοιτάει εκνευρισμένος. Την εύθυμη συζήτηση διακόπτει ο ήχος δυναμικού βαδίσματος πάνω σε δολοφονικά τακούνια. Γυρνάμε και οι δύο προς την πόρτα. Η ώρα είναι εφτά. Ποιος μπορεί να είναι τέτοια ώρα; Οι ορδές καλοντυμένων υπαλλήλων με απώτερο σκοπό να εντυπωσιάσουν το αφεντικό έχουν σχολάσει προ πολλού. Άρα…
«Συγγνώμη, γλυκέ μου» γουργουρίζει μια πανέμορφη γυναίκα που δε γυρνάει καν να με κοιτάξει. Πόσω μάλλον να με χαιρετίσει. Ο Ρεντ τής χαμογελάει. «Αλλά έχει φοβερή κίνηση και έπρεπε οπωσδήποτε να φτιάξω τα νύχια μου» λέει και τα τεντώνει το άψογο γαλλικό μανικιούρ της προς το μέρος του. Εγώ αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατόν να φτιάχνεις τα νύχια σου ενώ σε περιμένει ένας τέτοιος άντρας. Κουνάω λίγο το κεφάλι μου. Είμαι τελείως τρελή που σκέφτομαι έτσι. Τον κοιτάω. Δείχνει χαλαρός. Πόσες φορές έχουμε ζήσει κάτι παρόμοιο; Αυτή η εντυπωσιακή ξανθιά είναι η Λίλιαν. Μου απευθύνει το λόγο σπάνια. Είναι σχεδόν αγενής. Αλλά κατά τη γνώμη μου, είναι  πιο όμορφη από όλες. Έχει πολύ μακριά και πυκνά ξανθά μαλλιά, μελί μάτια με μακριές βλεφαρίδες και αποπνέει φοβερή σιγουριά για την εμφάνισή της. Σήμερα φοράει εκρού παντελόνι, γόβες από δέρμα κροκόδειλου, ένα φανταστικό παλτό με γούνα στο λαιμό και ασορτί δερμάτινα γάντια. Αναρωτιέμαι πόσα ζώα έχουν εκτελεστεί για χάρη της. Μα καλά, δεν έχει καθόλου οικολογική συνείδηση; Ένα κομψό χρυσό βραχιόλι στολίζει τον λεπτό καρπό της. Είναι αυτό που της έχει χαρίσει ο Ρεντ για τα γενέθλιά της. Το οποίο φυσικά διάλεξα εγώ. Και με τα λεφτά του Ρεντ, δεν κάνω τσιγκουνιές. Πήγα καρφί στην Van Cleef & Arpels. Έχω πολύ γούστο η άτιμη. Εκείνος δεν κουνάει ούτε το δαχτυλάκι του αλλά ό,τι τους έχω διαλέξει το φοράνε πάντα. Αναρωτιέμαι αν ξέρουν ότι το κάνουν εγώ. Χαμογελώ.
«Η παράσταση είναι στις οκτώ. Προλαβαίνουμε» λέει εκείνος ήρεμα. Θα πάνε σινεμά; Θέατρο; Αυτή ντύθηκε έτσι για να πάει σινεμά; Μπα, μπορεί να πάνε όπερα. Ποιος ξέρει; Και κυρίως, τι με νοιάζει; Εκείνη δεν περιμένει πρόσκληση και μπαίνει στο γραφείο του. Ο Ρεντ την ακολουθεί. Λίγο πριν κλείσει την πόρτα μου φωνάζει «είσαι ελεύθερη».
Ντύνομαι βιαστικά και φεύγω λες και φοβάμαι μήπως το μετανιώσει




5 σχόλια:

  1. Αρα..;; Ποιος τους κανει.. επισκεψη;!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Επισύναψα το μισό κεφάλαιο! Δες τώρα!

      Διαγραφή
  2. Πώς αυτοί οι δύο θα γίνουνε ζευγάρι, απορώ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Μην κανω εμετό με την Λίλιαν δεν Του ταιριάζει
    ΑλλΑ κ η δικιά μας αντί να πΑει στο γκαλά ΘΑ κάτσει να περιμένει τον Κρις τελιως βλαμενη είναι ???? Κ την ειχΑ γιΑ έξυπνη

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Συμφωνω! Δεν ταιριαζουν καθολου πραγματικα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή