Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τετάρτη, 29 Απριλίου 2015

κεφάλαιο 23-καρδιοπάθειες...από τις πολλές συμπάθειες...

Δεν είμαι έτοιμη. Χρειάζομαι κι άλλο χρόνο, χρειάζομαι κι άλλα λεφτά. Αυτό επαναλαμβάνω νευρικά ενώ το μυαλό μου προσπαθεί να απωθήσει τις εικόνες που αναπόφευκτα εισβάλλουν εκεί. Τη μητέρα μου με σωληνάκια παντού, τη μητέρα μου να χαροπαλεύει. Τη μητέρα μου μόνη σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου, μακριά από τη φροντίδα που της αξίζει. Η Κέιτλιν με ρωτάει κάτι αλλά δεν της απαντάω. Κρατάω το κινητό ακόμα στο χέρι. Μόλις μίλησα με την Μάιρα. Η μητέρα μου είχε ένα επεισόδιο και τη μετέφεραν στο νοσοκομείο του Μάντσεστερ. Ακουγόταν κλαμένη. Δε μου έδωσε την πολυτέλεια να σκεφτώ καθαρά. Διπλό μπάι-πας, μου είπε. Άμεσα, μου είπε. Στη Αμερική, μου είπε.

Δεν ξέρω τι να πρωτοκάνω. Να πάρω τον αδερφό μου, τον Λιούις, να σηκωθώ να φύγω, να πάω σπίτι, να κλείσω εισιτήρια; Πρέπει να φύγω. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Σηκώνομαι αυτόματα και χωρίς να χτυπήσω την πόρτα του μπαίνω στο γραφείο του.
«Δε σου έχει μάθει κανείς να χτυπάς πριν μπεις;» με ρωτάει εκείνος εκνευρισμένος. Μπορεί να μου έκανε το πιο όμορφο δώρο που είχα πάρει ποτέ, αλλά η συμπεριφορά του δεν είχε αλλάξει. Σκληρός και αδυσώπητος, παραμένει πάντα αρρενωπός και γοητευτικός. Τόσο πολύ, που ακόμα και υπό τις παρούσες συνθήκες, μπορεί να μου κόψει τη λαλιά.
«Ντέιβιντ, εγώ…» ψελλίζω και μπλέκω τα δάχτυλά μου. Με κοιτάει παραξενεμένος.
«Είσαι καλά; Έχεις ασπρίσει σαν το πανί» μου λέει και σηκώνεται. Με αγκαλιάζει και με καθίζει σε μια καρέκλα. «Πες μου τι έγινε» με παροτρύνει. Δεν ξέρω τι να του πω.. Δεν ξέρω τι περιμένω. Χάνω χρόνο αλλά θέλω να του μιλήσω. Πότε έγινε τόσο δικός μου άνθρωπος;
«Η μητέρα μου, Ντέιβιντ» λέω. Παράξενη στιγμή βρήκα να πω το όνομά του.
«Τι έγινε;» με ρωτάει με αγωνία.
«Έπαθε καρδιακό επεισόδιο και πρέπει να κάνει εγχείρηση. Πρέπει να φύγω. Μπορώ να…»
«Φυσικά, φυσικά» λέει αμέσως και βγάζει το κινητό από την τσέπη του. Κάτι λέει σε κάποιον αλλά δεν μπορώ να συγκεντρωθώ. «Χρειάζεσαι πράγματα από το σπίτι;» ρωτάει και γνέφω θετικά. Θεέ μου, πόσο τραγικό σενάριο. Δεν έχω συγκεντρώσει το ποσό. Χρειάζομαι λεφτά. Πώς θα βοηθήσω τη μητέρα μου; Αφού πήγαινε καλά. Γιατί έπρεπε να συμβεί αυτό τώρα; Ήταν αναπόφευκτο να χρειαστεί εγχείρηση, αλλά ήλπιζα να είμαι σε θέση να τη βοηθήσω. Τώρα δεν μπορώ Δεν μπορώ. Είμαι ανίκανη να της προσφέρω την περίθαλψη που χρειάζεται. Είμαι μια φρικτή, μια απαίσια κόρη.
«Σήκω, κορίτσι μου» λέει και με παροτρύνει να σηκωθώ. Στέκομαι όρθια και αρχίζω να κλαίω. Το μόνο που δε θέλω αυτή τη στιγμή είναι να είναι τρυφερός μαζί μου. Δεν το αντέχω. Αγνοεί τα δάκρυά μου και με οδηγεί έξω. Παίρνει το σακάκι του και κάνει ένα νόημα στην Κέιτλιν. Δεν ξέρω τι. Δε με νοιάζει. Μάλλον της λέει ότι πρέπει να φύγω.

Με κατεβάζει στο γκαράζ και μπαίνουμε στο αμάξι.
«Θα με πας σπίτι; Είσαι πολύ καλός» ψελλίζω. Το εννοώ. Θα γλυτώσω πολύ χρόνο. Ανυπομονώ να τρέξω στο πλευρό της μητέρας μου. Νιώθω να ασφυκτιώ εδώ πέρα. Τόσα χιλιόμετρα μακριά.
«Θα ανέβω να σε βοηθήσω να μαζέψεις μερικά ρούχα» μου λέει όταν φτάνουμε έξω από το σπίτι μου. Με συνοδεύει ως πάνω. Βρίσκω ένα σακίδιο και βάζω μερικά ρούχα μέσα χωρίς να διαλέγω. Εκείνος προσθέτει παπούτσια και εσώρουχα στα τυφλά. Δέκα λεπτά μετά, με κινήσεις ρομπότ μπαίνω στο αμάξι του. Τακτοποιεί στο πορτ μπαγκάζ του τζιπ του το σακίδιό μου και βάζει μπρος. Θα με πάει στον σταθμό; Με σκλαβώνει.
«Έχει τρένο στις 12.25 και στις 13:03» του λέω. Ξέρω τα περισσότερα δρομολόγια απέξω. Τον βλέπω να χαμογελάει.
«Μάλλον δεν κατάλαβες» λέει και μου κάνει νόημα να βάλω τη ζώνη μου. «Βολέψου. Θα σε πάω εγώ στο Μάντσεστερ» λέει και αρχίζω ξανά να κλαίω. Έχει τόσες δουλειές. Δεν είναι δυνατόν να τον αφήσω να χάσει όλη τη μέρα για μένα. Σε τρεις μέρες παραδίδουμε μια πρόταση και έχει ένα σωρό δουλειά να κάνει ακόμα. Του λέω ότι μπορώ να πάρω το τρένο αλλά εκείνος επιμένει ότι δεν μπορεί να με αφήσει μόνη.

Μετά από λίγο χάνω την αίσθηση του χρόνου. Σκέφτομαι μόνο ότι οδηγεί γρήγορα, αλλά χωρίς να με κάνει να φοβάμαι. Θα γλυτώσω τουλάχιστον μία ώρα. Δεν ξέρω πώς να τον ευχαριστήσω. Είναι δυνατόν να μου είχε διαφύγει ότι εκτός από απαίσιο αφεντικό είναι και ένας άντρας με ευαισθησίες;
Με ρωτάει αν θέλω να φάω κάτι και όταν απαντάω όχι μου κάνει ένα μικρό κήρυγμα ότι πρέπει να τρώω αν θέλω να βοηθήσω την κατάσταση και όχι να καταλήξω άρρωστη. Του εξηγώ ότι δεν κατεβαίνει μπουκιά κάτω. Μετά ξεκινάω ένα μονόλογο. Μιλάω και μιλάω και μιλάω χωρίς ειρμό. Του λέω για την κατάσταση της μητέρας μου, τις επεμβάσεις, την οικονομική μου ανασφάλεια. Του λέω ότι θα πρέπει να κάνει διπλή αορτοστεφανιαία παράκαμψη, ότι δεν μπορώ να στηριχτώ στον αδερφό μου, ότι φοβάμαι ότι θα μείνω μόνη μου στη ζωή αν πάθει κάτι η μητέρα μου. Κλαίω, μιλάω, σταματάω και πάλι από την αρχή. Εκείνος με ακούει ήρεμος. Σταματάει το αμάξι μόνο για να μου αγοράσει ένα τοστ και χυμό πορτοκάλι. Με αναγκάζει να τα τελειώσω για να ξεκινήσει πάλι. Συμμορφώνομαι.
«Εσύ δεν έφαγες» παρατηρώ και τον ακούω να γελάει.
«Με συγκινεί το ενδιαφέρον σου αυτή τη δεδομένη στιγμή» λέει και χαλαρώνω κάπως. Εκείνος το βλέπει.
«Όλα θα πάνε καλά, Ελιζαμπέτα» μου λέει με έναν τρόπο που με κάνει να αναθαρρήσω. Δεν έχω λόγο να τον πιστέψω αλλά τον πιστεύω. Έχει μια απίστευτη επιρροή πάνω μου. Πιστεύω όσα λέει σαν διψασμένη γη που την ποτίζουν μετά από μέρες. Νιώθω λίγο πιο ασφαλής. Όπως θα έπρεπε να νιώθει κάθε γυναίκα δίπλα σε έναν τόσο δυναμικό και ισχυρό άντρα.
«Πώς το ξέρεις;» τον ρωτάω, όχι για να τον αμφισβητήσω, αλλά για να ακούω τη φωνή του.
«Δεν το ξέρω» μου λέει και γκαζώνει πάλι στη δεξιά λωρίδα. «Θα το φροντίσω».




Τρίτη, 28 Απριλίου 2015

κεφάλαιο 22-κάτι φτηνό..

«Ρε συ δεν είναι καλά αυτός» λέει η Έρικα και γνέφω θετικά. Έχουμε βγει να γιορτάσουμε την αποφοίτησή μας και παρόλο που η παρέα διαλύθηκε κατά τις δέκα, εμείς συνεχίζουμε να γελάμε και να τα πίνουμε. Τόσο εκείνη όσο κι εγώ πραγματικά τα δώσαμε όλα για να τελειώσουμε και μάλιστα με άριστα. Τα βράδια που ξενυχτούσαμε κάνοντας εργασίες το μόνο που μας κρατούσε ξύπνιες ήταν το όνειρο αυτής της βραδιάς. Το όνειρο ότι κάποια μέρα θα είχαμε αποφοιτήσει και θα τα πίναμε στην αγαπημένη μας παμπ. Ο,τι ακριβώς κάναμε τώρα. Μόνο που τα πράγματα είχαν αλλάξει λιγάκι. Κι εγώ ναι μεν ήμουν ανακουφισμένη που τέλειωσε αυτό το κεφάλαιο της ζωής μου, αλλά η κατάσταση με τον Διάβολο με είχε κάνει να τα σκέφτομαι όλα με άλλο μάτι.
«Τώρα είμαι αναγκασμένη να εκπαιδεύσω τη νέα κοπέλα δύο βδομάδες, να δουλέψουμε παράλληλα άλλες δύο και μετά να φύγω» λέω και ελπίζω να μη φαίνεται το παράπονο που νιώθω. Με διώχνει.
«Η καινούργια είναι καλή;» με ρωτάει η Ερικα. Καθόμαστε στο μπαρ και πίνουμε ένα φοβερό μοχίτο. Φοράμε και οι δύο ακόμα τα φορέματα της αποφοίτησης. Εκείνη ένα σμαραγδί μίνι και εγώ ένα μαύρο κολλητό μέχρι το γόνατο. Από την ώρα που ήρθαμε τρεις άντρες μάς έχουν αφήσει το τηλέφωνό τους.
«Καλή είναι» λέω και ξεφυσάω. «Είναι πολύ έμπειρη στα γραμματειακά καθήκοντα. Πήρε αμέσως το κολάι αλλά την τρομοκρατεί πολύ ο άλλος. Συνέχεια είναι με κόκκινα μάτια» εξηγώ.
«Ο Κρις πώς και δεν ήρθε;» με ρωτάει η φίλη μου. Είμαστε πολλές ώρες μαζί και νιώθω την επιθυμία της να ρωτήσει, αλλά δεν το κάνει. Η απουσία του από την ορκωμοσία μου ήταν πολύ εμφανής. Μιας και είχα δύο προσκλήσεις και δεν ήρθε ούτε εκείνος ούτε η μητέρα μου, κάλεσα τον Λιούις και τη γυναίκα του. Ο Ρεντ λείπει στο Παρίσι. Δεν ξέρω αν είναι μόνος. Δεν ξέρω πότε γυρίζει. Δεν ξέρω αν θα του έλεγα. Δεν ξέρω αν θα ερχόταν.
«Πώς να σου το πω…» λέω και κατεβάζω το κεφάλι μου. Πίνω μια γερή γουλιά και νιώθω τις ευεργετικές ιδιότητες του αλκοόλ να με πλημμυρίζουν. Είμαι πιο χαλαρή και όσα με πειράζουν πολύ, ξαφνικά δε δείχνουν τόσο τρομακτικά. «Αλλά είχαμε μια συζήτηση προχθές και αποφασίσαμε να μη συνεχίσουμε» λέω. Ουσιαστικά είναι η πρώτη φορά που το λέω σε κάποιον.
«Τι έγινε;» με ρωτάει η Ερικα. «Έχω πέσει από τα σύννεφα» λέει και φαίνεται στο πρόσωπό της ότι το εννοεί.

Της εξηγώ όσα έγιναν τις προηγούμενες δύο μέρες και με παρακολουθεί με ενδιαφέρον. Της λέω ότι ο Κρις μού ανακοίνωσε ανάλαφρα ότι εδώ και καιρό συζητάει με το αφεντικό του σχετικά με την πιθανότητα να μεταφερθεί στη Νέα Υόρκη και να αναλάβει το γραφείο εκεί, διακόπτοντας την επαγγελματική δραστηριότητα ως ξεναγός. Ο Κρις δεν ήταν σίγουρος αρχικά ότι μπορούσε να αναλάβει την ευθύνη, αλλά κάπου μετά την πρωτοχρονιά είχε αποφασίσει να το δοκιμάσει. Υπέθεσα ότι τα ατελείωτα τηλεφωνήματα στο γκαλά του Ρεντ ήταν για αυτό το λόγο, αλλά αυτό δεν ήταν και τόσο σημαντικό. Το σημαντικό ήταν ότι το ήξερε τουλάχιστον ένα μήνα και δε μου είχε πει τίποτα. Το σημαντικό ήταν ότι μου σέρβιρε την απόφασή του να πάει στη Νέα Υόρκη χωρίς να με ρωτήσει καν αν θέλω να πάω. Το σημαντικό ήταν ότι πάνω σε μια έντονη συζήτηση σχετικά με το μέλλον της σχέσης μας εφόσον θα είμαστε τόσο μακριά μου είπε κάτι του τύπου «δεν ήξερα ότι είναι τόσο σοβαρή η σχέση και ότι το έβλεπες τόσο μακροπρόθεσμα». Αυτό ήταν που με αποτελείωσε. Ήμουν ερωτευμένη με τον Κρις. ‘Η τουλάχιστον έτσι νόμιζα. Και παρόλο που έβλεπα τα στραβά της σχέσης ήξερα μέσα μου ότι υπήρχε καλή βάση. Αλλά τελικά ήμουν μια ηλίθια που ζούσε σε ένα ροζ συννεφάκι.
«Δηλαδή πήρε τη δουλειά και έφυγε;» με ρωτάει η Ερικα. Φαίνεται πραγματικά μπερδεμένη.
«Φεύγει αύριο νομίζω» λέω ήρεμα. Στην αρχή έκλαψα, αλλά πιο πολύ από εκνευρισμό και απογοήτευση.
«Και δεν σου πρότεινε να πας;»
«Ούτε καν» γελάω ξερά. «Δεν ξέρω αν θα πήγαινα, αλλά…» ψελλίζω. Πραγματικά δεν ξέρω τι θα έκανα. Καλά περνούσαμε μαζί, αλλά δε νομίζω ότι μπορούσα να κάνω μια τόσο μεγάλη θυσία για εκείνον και να φύγω. Να αφήσω την καριέρα μου και τη μητέρα μου πίσω.
«Αυτό τα λέει όλα» καταλήγει θριαμβευτικά η Ερικα. «Αν ήσουν πραγματικά ερωτευμένη θα πήγαινες χωρίς δεύτερη σκέψη».
«Δεν το πρότεινε, οπότε γλίτωσα και το δίλημμα!» γελάω και κάνω νόημα στον μπάρμαν. Θέλω κάτι με ανθρακικό. Έχω ζαλιστεί πολύ και δεν πρέπει να πιω άλλο.
«Να τη!» λέω ξαφνικά, δείχνοντας προς την πόρτα της παμπ. Είναι η Ιλέιν. Φοράει ένα φοβερό μωβ παλτό και όλοι την κοιτούν σαν υπνωτισμένοι. Την κάλεσα για να την κεράσω ένα ποτό για την αποφοίτησή μου. Τον τελευταίο καιρό έχουμε βρεθεί δυο τρεις φορές για ψώνια και περνάμε τέλεια.

Βολευόμαστε σε ένα τραπέζι κοντά σε παράθυρο. Έχει κάπως αδειάσει ο χώρος και είναι πολύ πιο άνετα πια. Κάποιοι στο βάθος χορεύουν. Μιλάμε ανάλαφρα περί ανέμων και υδάτων. Η Ιλέιν μάς αφηγείται ένα καταστροφικό ραντεβού και εγώ την ενημερώνω για το χωρισμό μου. Δε δείχνει έκπληκτη.
«Θα σου βρω εγώ τον τέλειο!» μου λέει ενθουσιασμένη και χαμογελώ με την αισιοδοξία της.
«Σε κοιτάω και πραγματικά αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατόν να είσαι αδερφή του Ρεντ. Είστε τόσο διαφορετικοί…» λέω. «Εσύ είσαι έξω καρδιά, αυτός…» ψάχνω να βρω έναν σωστό χαρακτηρισμό.
«Ο Ντέιβιντ ο καλός μου είναι λίγο στριφνούλης» γελάει και η Ιλέιν με τη σειρά της «αλλά είναι πολύ καλός. Τουλάχιστον με μένα» σουφρώνει ναζιάρικα τα χείλη της.
«Ξέρει τι μέρα είναι σήμερα;» με ρωτάει και σοβαρεύομαι απότομα. Ξέρει; Θυμάται; Δεν έχω ιδέα. Λείπει καιρό.
«Δεν είμαι σίγουρη» λέω. Πίστευα ότι θα το θυμηθεί και θα με πάρει τηλέφωνο. Αλλά η μέρα σχεδόν τελείωσε και εκείνος…τίποτα. Γενικά τίποτα τον τελευταίο καιρό. Δε μου μιλάει, δε με κοιτάει.
«Νομίζω ότι γυρνάνε σήμερα» λέει η Ιλέιν και αναρωτιέμαι με ποια. Τη Λάουρα ή την Πατρίτσια; ‘Η την Αννα; Αυτές είναι οι πιο πιθανές. Δεν απαντάω τίποτα.

Γυρίζω στο σπίτι μου μετά τα μεσάνυχτα. Ευτυχώς αύριο είναι Σάββατο. Ο θυρωρός μού κάνει νεύμα. Μου δίνει ένα πάκο φακέλους. Λείπω από το πρωί από το σπίτι και δεν έχω πάρει αλληλογραφία. Μαζί με τους φακέλους μου δίνει και ένα μικρό κουτί. Χαμογελάει πλατιά.
«Αυτό ήρθε για εσάς με κούριερ πριν από λίγες ώρες» λέει. Κοιτάω το κουτί. Δεν έχω ιδέα τι είναι και ποιος το στέλνει. Ανεβαίνω τις σκάλες τρέχοντας. Είναι κάποιο δώρο από τη μητέρα μου;

Μπαίνω στο διαμέρισμά μου και πριν βγάλω τα παπούτσια μου ανοίγω το μικρό δέμα. Στο κουτί περιέχεται ένα υπέροχο χρυσό ρολόι με δερμάτινο λουρί. Ανοιγοκλείνω μπερδεμένη τα μάτια. Αποκλείεται να μου το έστειλε η μητέρα μου. Κοιτάω μια μικρή κάρτα που διέφυγε της προσοχής μου πριν. Διαβάζω αχόρταγα το μήνυμά του, γραμμένο με το δυναμικό γραφικό του χαρακτήρα.
Το διάλεξα μόνος μου γράφει. Έχει ζωγραφίσει και ένα χαμογελάκι. Γύρισε; Αναρωτιέμαι. Βγάζω το κινητό μου από την τσάντα και του τηλεφωνώ πριν το σκεφτώ καλά. Η φωνή του, βραχνή και τραγανιστή, στέλνει ρίγη στο κορμί μου.
«Συγχαρητήρια» λέει και χαμογελώ.
«Σε ευχαριστώ» απαντώ ντροπαλά. «Είναι υπέροχο…»
«Πέρασες καλά τη μέρα;» αγνοεί τα σχόλια για το δώρο. Είναι έξω; Ακούω γέλια και φωνές.
«Ναι, ναι» τον διαβεβαιώνω. «Το δώρο σου είναι πολύ ωραίο. Δεν έπρεπε να…» επιμένω.
«Ε καλά, δεν είμαι και τόσο τέρας» λέει θιγμένος. Γελάω που διαβάζει τη σκέψη μου.
«Μόνο λιγάκι» λέω εύθυμα. Γελάει και εκείνος. «Πότε θα γυρίσεις στο γραφείο;» ρωτάω τελικά. Με έχει αιφνιδιάσει με την κίνησή του, αλλά πρέπει να πω κάτι ουδέτερο.
«Λέω τη Δευτέρα».
«Εμ…θα τα πούμε τότε. Και πάλι χίλια ευχαριστώ» ψελλίζω. Δε βρίσκω κάτι πιο έξυπνο.
«Και πάλι συγχαρητήρια» λέει και το κλείνουμε.

Δευτέρα, 27 Απριλίου 2015

κεφάλαιο 21-καλή εβδομάδα, κοριτσάκια μου!!!

Χτυπάω την πόρτα του και πριν μου πει να περάσω μπαίνω στο γραφείο του σαν σίφουνας. Δεν τον έχω δει καθόλου σήμερα. Έφτασα εννιά και πέντε και εκείνος ήταν ήδη μέσα. Δε σηκώνει καν το κεφάλι του για να με κοιτάξει και εκνευρίζομαι ακόμα πιο πολύ. Το δράμα μας όμως φαίνεται ότι φτάνει στο τέλος του. Τουλάχιστον αυτό κατάλαβα τις τελευταίες μέρες. Έχουν περάσει δύο εβδομάδες από την πρωτοχρονιά και η διάθεσή του είναι τόσο άσχημη  που δεν ανταλλάζουμε πάνω από πέντε λέξεις κάθε μέρα. Έχει συνέχεια νεύρα, φωνάζει προς πάσα κατεύθυνση, η Κάρι κάθε πρωί με προειδοποιεί ότι μπαίνει με σκυφτό το κεφάλι και δε χαιρετάει κανέναν. Δεν αντιδράει στα πειράγματά μου, στις προκλήσεις μου, στις περιποιήσεις μου. Αλλά αυτό που κάνει τις τελευταίες δυο τρεις μέρες είναι πραγματικά απερίγραπτο. Τι περίμενε; Ότι δε θα προσέξω τις κοπέλες που πηγαινοέρχονται; Ότι δε θα προσέξω ότι μπαίνουν στο γραφείο του κρατώντας ένα χαρτί, γεμάτες ελπίδα, και βγαίνουν λες και κάποιος τις έχει λούσει με παγωμένο νερό;
«Μου λες κάτι;» τον ρωτάω και βολεύομαι απέναντί του. Σήμερα φοράει ένα λευκό πουκάμισο και στενό μπλε παντελόνι. Το σακάκι του είναι κρεμασμένο και δε φοράει γραβάτα. Κυριαρχεί στο χώρο όπως το λιοντάρι στο κλουβί του. Είναι μοναδικά όμορφος. Δεν χορταίνω ποτέ το θέαμα. «Κάνεις συνεντεύξεις και ξέχασες να με ενημερώσεις;».
«Δεν ήξερα ότι έπρεπε» απαντάει σκληρά. Ωραία, σκέφτομαι. Καλά ξεκινάμε. Αλλά τουλάχιστον δεν χάνουμε χρόνο με «δεν ξέρεις τι λες, δεν έχω ιδέα για ποιο πράγμα μιλάς».
«Αν είναι για τη θέση μου ίσως έπρεπε να με ενημερώσεις» λέω με ξεκάθαρα ειρωνικό τρόπο. Με αγνοεί. «Ξέρω ότι λήγει το συμβόλαιό μου, αλλά είχαμε πει ότι θα κάνω εγώ τις συνεντεύξεις και θα στείλω σε σένα μόνο τις τρεις που θα φτάσουν στο τελικό στάδιο».
«Σκέφτηκα ότι εφόσον δεν εγκρίνω την ποιότητα της δουλειάς σου είναι απίθανο να εγκρίνω τις κοπέλες που διάλεξες». Α, καλά, αυτός το χοντραίνει, σκέφτομαι. Παίρνω βαθιές ανάσες.
«Ε σιγά τώρα το δύσκολο. Ο καθένας μπορεί να διαλέξει μια καλή γραμματέα» λέω. Δεν είναι και πολύ έξυπνο, αλλά όταν θυμώνω πάντα ξεχνάω τι θέλω να πω.
«Εκτός από μια κακή γραμματέα» λέει δυναμικά. Ένα χαστούκι. Αυτό ίσως τον συνέφερε. Ένα χαστούκι και μετά… Ω Θεέ μου, πάλι αυτές οι σκέψεις; Αυτές οι σκέψεις που κάθε βράδυ με κρατούν ξάγρυπνη. Από εκείνο το απόγευμα στο δωμάτιό του, δεν μπορώ να σταματήσω να τον σκέφτομαι. Να σκέφτομαι ότι αν με έκανε να τρέμω αγγίζοντας απλώς το δέρμα μου, θα με έστελνε στα ουράνια αν αποφάσιζε να κάνει σεξ μαζί μου. Αλλά το ήθελε πραγματικά; Μήπως απλώς έκανε μια αναγνωριστική έφοδο για να δει αν θα παραδοθεί αμαχητί ο εχθρός;
«Ακόμα το συμβόλαιό μου δεν έχει λήξει και δεν έχω βρει αλλού δουλειά» του λέω με πάσα ειλικρίνεια. Έχω έναν τελευταίο άσο στο μανίκι. Αν δω ότι δεν λογικεύεται θα απευθυνθώ στον Λιούις. «Πότε έχεις σκοπό να προσλάβεις την επόμενη;» ρωτάω ελπίζοντας να μη φαίνεται ότι ξαφνικά έχω τρομοκρατηθεί στην ιδέα να φύγω από κει μέσα.
«Σκεφτόμουν άμεσα» με αιφνιδιάζει. Με κοιτάει φευγαλέα. Τον τελευταίο καιρό έχω σχεδόν ξεχάσει τι χρώμα έχουν τα μάτια του. Με κοιτάει τόσο λίγο και τόσο σπάνια που έχω αρχίσει να νιώθω πραγματικά δυσάρεστα. «Να την εκπαιδεύσεις όσο μπορείς και μετά φεύγεις» καταλήγει. Ένας τόνος χαράς χρωματίζει τα λόγια του ή μου φαίνεται;
«Έχω ακόμα εκκρεμότητες. Δεν είχα καταλάβει ότι βιάζεσαι τόσο» λέω μπερδεμένη. «Έλεγα να ολοκληρώσω τον φάκελο Μπερν και μετά την αποφοίτησή μου σιγά σιγά να ετοιμάζομαι να φύγω. Αλλά έλεγα πρώτα να βρω κάτι, ή να κλείσω έστω μια υποσχόμενη συνέντευξη. Δεν είναι ανάγκη να με πετάξεις σαν την τρίχα από το ζυμάρι» λέω προσπαθώντας να τον κάνω να συνειδητοποιήσει ότι αυτό κάνει.
«Αυτό είχαμε συμφωνήσει» μου θυμίζει. Έχει δίκιο. Έπρεπε να φεύγω περίπου αυτές τις μέρες.
«Ισχύει αυτό, αλλά μιλάμε για μερικές ακόμα μέρες» λέω και συνειδητοποιώ ότι παρακαλάω. Το μισώ αυτό. Το μισώ παρόλο που έχω ανάγκη αυτή τη δουλειά. Τα χρήματα είναι πολύ καλά και η προϋπηρεσία πολύτιμη. Είναι η δουλειά που με έβαλε στον κόσμο των επιχειρήσεων, η δουλειά που με έκανε να δω από μέσα πώς λειτουργεί μια καλοκουρδισμένη εταιρεία, μα κυρίως είναι η δουλειά που με βοήθησε να ζω άνετα και να αποταμιεύω για το πρόβλημα υγείας της μητέρας μου.
«Αν δε σε ήξερα θα έλεγα ότι δε θες να φύγεις» λέει μετά από μια μακρά σιωπή. Παίρνει μια ανάσα και με κοιτάει. Χάνομαι στο βλέμμα του και τον αφήνω να με διαπεράσει με αυτό. Νιώθω σαν μικρόβιο κάτω από μικροσκόπιο. Με κοιτάει με ένα βλέμμα περιφρονητικό. Με χλευάζει. Αυτό είναι. Κατάλαβε την ανάγκη μου και γελάει μαζί μου.
«Ξέρεις τι λέει η παροιμία» λέω χιουμοριστικά και γελάω. «Καλύτερα ο διάολος που ξέρεις από αυτόν που δεν ξέρεις».
«Θα σου βρω αλλού δουλειά» λέει με την μεγαλοθυμία ενός βασιλιά που υπόσχεται ένα λουκούλλειο γεύμα στους σκλάβους του. Αλλά εγώ δε θέλω να φύγω. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί, αλλά μου κόβεται ανάσα στην ιδέα να φύγω από κει μέσα. Γιατί με πληγώνει η αίσθηση ότι είμαι τόσο ανεπιθύμητη; Δεν το ήξερα ήδη;
«Δε χρειάζεται, έχω κάτι κατά νου» λέω ήρεμα. Θέλω να του πω ότι δε θέλω να φύγω ακόμα. Αλλά δεν την μπορώ αυτή την κατάσταση. Νομίζω ότι όλα στράβωσαν μετά από εκείνο το απόγευμα.
Πόσο εγωιστής είναι πια; Έπρεπε να ενδώσω για να κρατήσω τη δουλειά μου;
«Ε τότε μπορείς σε παρακαλώ να βγεις έξω;» λέει ανέκφραστος και το πόδι μου ενστικτωδώς προσγειώνεται με φόρα στο γραφείο σε μια κλωτσιά που με κάνει να πονέσω πολύ.
«Δε δέχεσαι την ήττα ε;» φωνάζω ξαφνικά. Φαίνεται να έχει εκπλαγεί αλλά δεν αντιδράει. Με πνίγει όλο αυτό που κάνει. Δεν ήξερα τι να του πω εκείνη τη μέρα, τι μου ζητούσε, τι μου έδινε. Γιατί με τιμωρεί για κάτι τέτοιο; «Κακομαθημένο πλουσιόπαιδο!» φωνάζω θιγμένη. Με κοιτάζει με μάτια που πετάνε φλόγες. «Έχεις μάθει να χτυπάς παλαμάκια και να τρέχουν όλοι στα πόδια σου!» συνεχίζω έξαλλη. Σηκώνομαι απότομα όρθια και η καρέκλα πέφτει πίσω μου. «Εγώ όχι!» ουρλιάζω τόσο δυνατά που πονάνε τα αφτιά μου. Νιώθω το κεφάλι μου έτοιμο να εκραγεί. «Πότε! Δε θα παραδοθώ ποτέ!».
«Δε θυμάμαι να σου ζήτησα κάτι τέτοιο» λέει γλυκά. Το κάθαρμα το διασκεδάζει. «Είχα πιει λιγάκι. Δε θυμάμαι καν τι συνέβη. Αλήθεια, γιατί είσαι τόσο έξαλλη;» με ρωτάει και με κάνει να νιώθω τόσο ηλίθια. Μου έρχεται να κλάψω. Τον μισώ, αλήθεια τον μισώ.
«Είχες πιει και δε θυμάσαι τίποτα;» γελάω για να μην κλάψω. Αλλά γιατί θυμώνω; Μπορεί να ισχύει. Μπορεί η πιο σύντομη και η πιο καυτή εμπειρία που είχα στη ζωή μου να ήταν για εκείνον κάτι απλά ασήμαντο. Ποιος ξέρει τι κάνει με τις άλλες στο κρεβάτι. Πόσο πιο όμορφες και σέξι είναι από μένα.
«Και τότε τι έχεις τόσες μέρες;» πιέζω. «Πέσαν έξω τα καράβια σου;». Η αντίδρασή του είναι η μόνη απόδειξη ότι έχει πληγεί ο εγωισμός του.
«Είναι άρρωστη η γιαγιά μου» λέει ξαφνικά και προσεύχομαι να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Θεέ μου, κάνε κάτι να σωθώ από αυτή την απέραντη ντροπή. Ώστε αυτό φταίει και είναι έτσι; Ω Θεέ μου, ω καλέ Θεέ μου.
«Λυπάμαι, δεν είχα ιδέα» λέω τελικά και προσπαθώ να βάλω σε τάξη τις σκέψεις μου και τον παλμό μου.
«Με έχει μεγαλώσει και είμαι πολύ δεμένος μαζί της. Φοβάμαι ότι δε θα συνέλθει και…» διακόπτει απότομα και κατεβάζει το βλέμμα. Πλησιάζω λίγο αλλά σταματάω.
«Γιατί με άφησες να…» ρωτάω.
«Με ανακουφίζουν όλα αυτά τα ξεσπάσματά σου» λέει και χαμογελάει πικρά. «Και επειδή είμαι σίγουρος ότι αναρωτιέσαι, όντως είχα πιει και δε θυμάμαι πολλά. Ελπίζω να μην έκανα κάτι πολύ πρόστυχο» κοκκινίζει. Ναι, κοκκινίζει.
«Όχι, όχι» ψελλίζω. Πρέπει να είμαι η πιο ηλίθια γυναίκα στο κόσμο. Η πιο εύκολη. Η πιο αδιάφορη.
«Καλώς» λέει και ξεφυσάει. «Μπορώ να ηρεμήσω λιγάκι τώρα;»



Σάββατο, 25 Απριλίου 2015

κεφάλαιο 20-να καούν τα κάρβουνα...

Θεέ μου, κάτι έπαθε. Τον είδα που έτρωγε κάτι καναπεδάκια μαζί με το ποτό του. Να δεις που είχε μουστάρδα μέσα η σως. Αυτός παθαίνει δυσπεψία με τη μουστάρδα και θα ντρέπεται να το πει. Πού στο καλό είναι το δωμάτιό του; Κοιτάω νευρικά το μήνυμα στο κινητό μου. Έλα στο δωμάτιό μου γράφει απλά και αυστηρά. Ζήτησα συγγνώμη και είπα ότι πάω τουαλέτα στον Μαξ με τον οποίο συζητούσα για το τελευταίο του ταξίδι και έτρεξα πάνω. Τώρα βλέπω μπροστά μου ένα διάδρομο με 15 πόρτες! Ποιο είναι το δωμάτιό του; Θεέ μου, είναι καλά; Τρέχω και ανοίγω μία μία τις πόρτες. Ένα άδειο υπνοδωμάτιο με ένα κρεβάτι με ουρανό. Ουάο. Πάμε, πάμε, γρήγορα. Επόμενο. Μια τουαλέτα, ένα WC, μια αποθήκη, ένα τεράστιο υπνοδωμάτιο, ένα ακατάστατο υπνοδωμάτιο γεμάτο ρούχα, μα πού είναι; Άλλη μια πόρτα και…
«Τι έγινε;» τον ρωτάω ασθμαίνοντας. Διακρίνω με δυσκολία τη φιγούρα του, καθισμένη σε μια δερμάτινη πολυθρόνα. Είναι χυμένος σε αυτή, με ανοιχτά τα πόδια. Έχει λύσει τη γραβάτα του και έχει ανοίξει το πουκάμισο στο στήθος. Κρατάει ένα ποτό και το κοιτάει. Έχει απόλυτο σκοτάδι εδώ μέσα. Φοβάμαι. Ανοίγω το φως και αμέσως κλείνει τα μάτια.
«Τι έγινε;» επαναλαμβάνω τρομαγμένη. «Έφαγες κάτι; Γιατί δε ρωτάς τι έχουν τα καναπεδάκια ποτέ; Πονάει το στομάχι σου; Έχω το χάπι σου μαζί μου» του λέω και τον πλησιάζω. Δε δείχνει καλά.
Ανάβει ένα λαμπατέρ δίπλα του και μου κάνει νόημα να σβήσω το φως. Το κάνω και κοιτώ τριγύρω μου. Ώστε αυτό είναι το παιδικό του δωμάτιο. Ένα σοβαρό δωμάτιο με μπλε χρώματα. Λίγα παιχνίδια, μια παλιά κιθάρα, μια φωτογραφία του από την κατασκήνωση, μια άλλη από αγώνες πόλο. Κούκλος από μικρός, σκέφτομαι.
«Κοντεύει να σπάσει η καρδιά μου, γιατί δε μου μιλάς;» υψώνω τον τόνο της φωνής μου και το βλέμμα του μετά από μακρά περιπλάνηση καρφώνεται στο δικό μου.
«Ποιος ξέρει ότι είσαι εδώ;» ανοίγει το στόμα του τελικά.
«Κανείς, δεν ήξερα τι θες και…βρήκα μια δικαιολογία» εξηγώ. Δείχνει ικανοποιημένος αλλά δεν λέει κουβέντα. Μα τι στο καλό; «Πες μου τι έχει γίνει, σε παρακαλώ. Φοβάμαι. Νιώθεις καλά; Είσαι και σε ηλικία επικίνδυνη» κάνω μια προσπάθεια να αστειευτώ αλλά δε δείχνει να ανταποκρίνεται.
«Αυτό έπρεπε να το σκεφτείς πριν αρχίσεις να μιλάς για σέξι εσώρουχα μπροστά μου» με αιφνιδιάζει. Θα καταφέρω ποτέ να προβλέψω τις σκέψεις αυτού του ανθρώπου;
«Αυτά είναι τα καλά του να με βλέπεις σαν αδερφή σου» του λέω μελιστάλαχτα. «Μπορώ να συζητάω μπροστά σου για τα βρακιά και την περίοδό μου». Είναι δυνατόν να τον πείραξε αυτό; Και μάλιστα τόσο; Σίγουρα ένιωσε ότι επλήγη η συνεργασία μας τώρα που δεν τον σέβομαι.
«Ποτέ δεν είπα ότι σε βλέπω σαν αδερφή μου» διευκρινίζει. Γελάω. «Και αν το έκανα, λυπάμαι. Το παίρνω πίσω» συνεχίζει και το γέλιο μού κόβεται. Ετοιμαζόμουν να του θυμίσω πόσες φορές μου το έχει πει αλλά δεν περίμενα να μου ζητήσει συγγνώμη. Μα τι συμβαίνει όμως;
«Έχεις πιει πολύ;» ρωτάω και τον πλησιάζω. Δεν ξέρω πόσο χρόνο έχω πριν οι υπόλοιποι αρχίσουν να ανησυχούν. Ο Κρις μιλούσε στον κήπο με κάποιον συνάδελφο. Αν είναι δυνατόν, πρωτοχρονιάτικα!
«Περισσότερο από όσο πρέπει, λιγότερο από όσο θέλω» λέει.
«Κοίτα να δεις, όλο αυτό παρατράβηξε» λέω και κάνω να φύγω αλλά με σταματάει.
«Μείνε» λέει σχεδόν παρακλητικά. Πλησιάζω και κάθομαι μπροστά του.
«Θα μου πεις τι τρέχει;» επιμένω. «Δεν περνάς καλά; Σε ενόχλησε κάποιος; Σε έπρηξαν να παντρευτείς; Η Πατρίτσια δε σου έδωσε το τηλέφωνό της;» τον πειράζω.
«Όλα καλά πήγαν» χαμογελάει τελικά. «Απλώς ένιωσα λίγο...μπερδεμένος ξαφνικά».
«Και εγώ πώς μπορώ να σε βοηθήσω; Θες να σου πω πού να βγείτε με την Πατρίτσια ραντεβού;»
«Μπορείς να σταματήσεις αυτό το αστειάκι με την προσωπική μου ζωή; Με ενοχλεί».
«Συγγνώμη, έχεις δίκιο» λέω. Στέκομαι μπροστά του, όρθια. Τα γόνατά μας σχεδόν αγγίζονται. Αλλά είναι τόσο πίσω το κορμί του που είναι σαν να είναι μίλια μακριά. Και το μυαλό του…Είναι αλλού.
«Και στην τελική ποια είσαι εσύ για να μιλάς για την προσωπική ζωή των άλλων;» παίρνει ξαφνικά τα πάνω του. «Εσύ! Που ήρθες εδώ με αυτόν τον ανεκδιήγητο τύπο! Που δε μίλησε σε κανέναν και πληκτρολογεί μηνύματα λες και είναι μουγγός!». Δίκιο έχει. Τι να απαντήσω;
«Μπορεί να βαριέται. Δικαίωμα του» λέω και ανασηκώνω τους ώμους.
«Βαριέται και σένα;» λέει και ανασηκώνει τα φρύδια. Μιλάει βραχνά, ποτέ δεν είχα προσέξει πόσο βαθιά είναι η φωνή του. Όλα πάνω του είναι σέξι. Και εκνευριστικά. «Γιατί όχι;» ρωτάω και τον προκαλώ να απαντήσει. Θέλει να πει κάτι αλλά δεν απαντάει. Θέλω να μου πει ότι είναι παράλογο κάποιος να με βαριέται. Να τονώσει την αυτοπεποίθησή μου.
«Πώς το ανέχεσαι;»
«Με κάλεσες εδώ για να μου πεις ότι δεν εγκρίνεις τη σχέση μου;» ρωτάω τελικά. Η συζήτηση έχει ξεφύγει. Το μυαλό μου, δε, έχει αρχίσει να σκέφτεται πώς θα αντιδρούσε εκείνος αν καθόμουν στα γόνατά του και έτρεχα τα δάχτυλά μου κάτω από το πουκάμισό του. Ω Θεέ μου, όχι πάλι τέτοιες σκέψεις! Μου φτάνουν τα όνειρα που βλέπω κάθε βράδυ και ξυπνάω κατακόκκινη.
«Σε κάλεσα εδώ για κάτι λιγότερο αβρό…» χαμογελάει. «Σε κάλεσα για να ικανοποιήσω την περιέργειά μου».

Το μεγαλύτερο λάθος ήταν που τον κοίταξα. Ήμουν χαμένη από εκείνη τη στιγμή. Αν δεν το είχα κάνει, θα είχα τη δύναμη να αποτραβηχτώ. Αν δεν είχα βουτήξει στο κενό, αν δεν είχα αφεθεί στο πιο σκοτεινό, στο πιο συγκλονιστικό βλέμμα που είχα δει στη ζωή μου, ίσως είχα καταφέρει να κάνω πίσω και να φύγω αλλά δεν το έκανα. Συνέχισα να τον κοιτάζω και έκλεισα μόνο λίγο τα μάτια μου, φευγαλέα, όταν η ζεστή παλάμη του ακούμπησε τη γάμπα μου. Δεν πρόβαλα καμία αντίσταση όταν ο δείχτης του συνέχισε την εξερεύνηση πιο ψηλά. Δεν κουνήθηκα καθόλου ούτε όταν σήκωσε το φουρό του φορέματός μου και αντίκρισε το εσώρουχό μου. Ακούμπησε το κεφάλι του στην κοιλιά μου και πήρε μια βαθιά ανάσα. Δεν ξέρω γιατί έμεινα εκεί, ακίνητη, να απολαμβάνω την αίσθησή του πάνω μου. Γιατί το καυτό βλέμμα του που απολάμβανε απροκάλυπτα το εσώρουχό μου με γέμισε τόση περηφάνια. Γιατί, χωρίς να αγγίζει παρά μόνο τους γοφούς μου ώστε να με κρατάει ακίνητη, η παρουσία του με είχε ποτίσει ολόκληρη. Δεν ξέρω γιατί τα χέρια μου χώθηκαν μέσα στα μαλλιά του, γιατί τα τράβηξα, γιατί εκείνος δεν μούγκρισε καν, αλλά χαμογέλασε. Για μερικά δευτερόλεπτα η καλή φίλη μου η λογική με εγκατέλειψε, αλλά ένα υπέροχο συναίσθημα ηδονής πλημμύρισε το κορμί μου. Το ήξερα ότι θα είναι έτσι μαζί του. Το φανταζόμουν. Απλά δεν περίμενα ποτέ να έρθω τόσο κοντά του. Δεν περίμενα να σταθώ σχεδόν γυμνή μπροστά του και να αναρωτιέμαι αν θα έχω τη δύναμη να τον σταματήσω. Δεν περίμενα να κάνω μπροστά του μια αργή στροφή, σαν αυτάρεσκη γάτα που ξέρει ότι είναι όμορφη.
«Σου αρέσει;» του ψιθυρίζω και απομακρύνομαι απρόθυμα.
«Τέτοια φοράς και στη δουλειά;» τον ακούω να με ρωτάει και μια βρισιά ξεφεύγει από τα χείλη του. Αφήνω ένα γελάκι.
«Αυτές είναι καινούργιες ζαρτιέρες. Τις πήρα για σήμερα. Αλλά το εσώρουχο το έχω ξαναβάλει» διευκρινίζω και κατεβάζω το φόρεμά μου.
«Για εκείνον φοράς τέτοια εσώρουχα;» με ρωτάει. Σταματάω λίγο πριν την πόρτα.
«Για ποιον άλλον;» ρωτάω με προσποιητή απορία.
«Μπορώ να σε κάνω να ξεχάσεις το όνομά σου» μου λέει και νιώθω κάτι ανάμεσα στα πόδια μου. Είμαι σίγουρη ότι μπορεί. Αν μπορεί μόνο μιλώντας για αυτό, φαντάσου να το κάνει κιόλας!
«Έχω σχέση» λέω ξερά.
«Αν δεν είχες;» με ρωτάει εκείνος. Χωρίς άγχος. Χωρίς αγωνία.
«Κούνησα λίγο τον πισινό μου και είσαι έτοιμος να λιώσεις» του λέω ειρωνικά. «Πιστεύεις ότι μου φτάνει τόσο επιπόλαιο ενδιαφέρον για να σου δοθώ; Και για πόσο; Για ένα βράδυ; Για σοβαρέψου λίγο, Ρεντ» συνεχίζω αυστηρά. Είμαι θυμωμένη. «Μπορεί να στέλνει μηνύματα και να μην βλέπω αστεράκια όταν κάνουμε σεξ, αλλά είναι εκεί όποτε τον θέλω. Εσύ;» καταλήγω. Δεν απαντάει. Τι να πει.

Βγαίνω από το δωμάτιο και κατευθύνομαι σχεδόν τρέχοντας στον κάτω όροφο. Προφασίζομαι πονοκέφαλο και αφού χαιρετώ τους πάντες ευγενικά, παίρνω τον Κρις μου αγκαζέ και επιστρέφουμε σπίτι μου.




Παρασκευή, 24 Απριλίου 2015

Ευχές!

Χρόνια πολλά στην Eliza Callen και στην Ελι Παπας, την πιο πιστή μου αναγνώστρια και βοηθό μου όταν και όποτε κολλάω!
Επίσης...χρόνια πολλά και στην Ελιζαμπέτα μας!

Τι όμορφο όνομα που έχετε! Όμορφο σε κάθε γλώσσα και με ένα σωρό υπέροχα παράγωγα!


Πέμπτη, 23 Απριλίου 2015

Κεφάλαιο 19-βρακάκι, κιλοτάκι, σλιπάκι...

Δεν το περίμενα αυτό! Η Ιλέιν είναι πολύ αυθεντική, αστεία και ειλικρινής. Νιώθω μεγάλες ενοχές που σκεφτόμουν τόσο αρνητικά για εκείνη πριν τη γνωρίσω. Τελικά ο Ρεντ μάλλον έχει δίκιο. Είμαι σνομπ. Οι άνθρωποι εδώ μέσα με αγαπούν ειλικρινά κι εγώ αναρωτιέμαι τι φοράνε «οι πλούσιοι» λες και έχουν άλλο DNA.
Μέσα σε μισή ώρα που μιλάμε έχουμε κανονίσει βόλτα στα μαγαζιά για την επόμενη βδομάδα, μια συνεδρία μασάζ και στις 23 θα πάμε σε μια συναυλία στο Hyde Park. Στα γρήγορα μού είπε ότι είναι μόνη της και ότι αποφάσισε να μείνει έτσι γιατί έχει απογοητευτεί από τις σχέσεις. Ο Ρεντ μάς κοιτάει απορημένος από μακριά. Η Ιλέιν του βγάζει τη γλώσσα.

Με την άκρη του ματιού μου τον βλέπω να μιλάει με την Πατρίτσια, μια-δεν-ξέρω-τι. Είναι φανερό ότι αυτή τον γουστάρει. Τον ακουμπάει λίγο περισσότερο από όσο ορίζει η ευγένεια. Κι αυτός δε δείχνει ανεπηρέαστος. Της χαμογελάει ζεστά και τη σερβίρει λες και είναι κουλή. Είναι και ο τύπος του. Ψηλή και ξανθιά.

Ο Κρις ήρθε πριν από μία ώρα και αφού τον σύστησα παντού και μίλησε λιγάκι με τον Λιούις, αποσύρθηκε σε μια γωνία και άρχισε να στέλνει μηνύματα και να μιλάει στο κινητό του λες και είναι 16 χρονών. Τον πλησίασα δύο φορές και του είπα διακριτικά ότι αυτό που κάνει δεν είναι πολύ ευγενικό αλλά μου χάρισε ένα αστραφτερό χαμόγελο και μου είπε ότι έχει  να ευχηθεί σε πολύ κόσμο λόγω μέρας. Αυτό την πρώτη φορά Τη δεύτερη μού είπε ότι ψιλοβαριέται. Για να είμαι ειλικρινής έχω θυμώσει και δεν μπαίνω στον κόπο να τον νταντέψω. Τον έχω συνοδεύσει σε εξόδους με φίλους του και βαρέθηκα κι εγώ αλλά ποτέ δεν ήμουν αγενής και απροσάρμοστη. Επίσης, μπορούσε να στείλει μηνύματα και να μιλήσει με τους φίλους του άλλη στιγμή. Για τις δύο ώρες που θα έμενε στο γκαλά, θα μπορούσε να είναι λίγο πιο κοινωνικός, να δείξει έστω και την τυπική ευγένεια. Αλλά όχι. Ούτε καν αυτό. Λες και δεν έφτανε το ότι με άφησε μόνη μου και άργησε να έρθει.

«Τι λένε τα κορίτσια εδώ;» ακούω το αφεντικό μου να μας ρωτάει και η Ιλέιν του δίνει ένα φιλί στο μάγουλο. Η Ιλέιν είναι κι αυτή ψηλή κι έτσι δεν τεντώνεται καν. Μόνο εγώ χρειάζεται να γείρω πίσω το κεφάλι μου για να τον κοιτάξω, και είμαι 1,74!
«Η Πατρίτσια σε τρώει με τα μάτια» του λέει η αδερφή του.
«Και με τα χέρια» συμπληρώνω εγώ εύθυμα και γελάμε. Ο Ρεντ μάς κοιτάει ανέκφραστος.
«Τώρα εσείς τι είστε; Καινούργιες κολλητές;» μας ρωτάει προσπαθώντας να μη χαμογελάσει. Γελάμε μαζί του.
«Αδερφούλη» του λέει σπαρακτικά η Ιλέιν και τον σφίγγει δραματικά. «Θα μου λύσεις μια απορία;». Ο Ρεντ την κοιτάει και περιμένει την ερώτησή της με την καρτερικότητα που έχει κάθε μεγάλος αδερφός με μια τόσο απρόβλεπτη αδερφή. Εγώ θέλω να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Ελπίζω να μην τον ρωτήσει αυτό που ρώτησε και εμένα. Προσπάθησα να την αποφύγω αλλά αυτό το κορίτσι είναι σαν τρένο. Δε σταματάει με τίποτα. Και ετοιμαζόμαστε για σίγουρο εκτροχιασμό.
«Λείπω καιρό, ξέρεις, και έχω λίγο χάσει τις ελίξεις στη βρετανική μόδα…» του κάνει νάζια και εκείνος χαμογελάει σαν χαζός. Της έχει αδυναμία. Τον κοιτάω σχεδόν μαγεμένη. Ώστε έτσι είναι όταν κοιτάει κάποια που αγαπάει…
«Πέρνα στο παρασύνθημα» την προτρέπει τάχαμ αυστηρά, αλλά η απάντησή της τον αιφνιδιάζει.
«Θέλω να αγοράσω μερικά…εσώρουχα και ξέρεις, θέλω κάποιον με γούστο να μου πει πού να πάω. Έχω βαρεθεί τα συνηθισμένα» τον αποτελειώνει και γελάω με το ύφος του. Γυρνάμε και με κοιτάνε και οι δύο. Κανείς δε μιλάει. Δεν έπρεπε να τραβήξω πάνω μου την προσοχή.
«Τι σχέση έχω εγώ με αυτό; Θεέ μου, έπρεπε να έχω αδερφό» λέει εκείνος δυσφορώντας και κάνει να φύγει αλλά η Ιλέιν τον σταματάει.
«Σκέφτηκα ότι με την εμπειρία που έχεις εσύ στις γυναίκες, θα ξέρεις από πού…να ψωνίσεις» του λέει τελικά. Ο Ρεντ με κοιτάει φευγαλέα. Γιατί νιώθω έναν κόμπο στο στομάχι;
«Δεν ξέρω εγώ από αυτά» λέει σχεδόν ντροπαλά.
«Μα από πού τους ψωνίζεις;» επιμένει η Ιλέιν, η οποία δεν έχει αντιληφθεί την αμηχανία που επικρατεί.
«Από πού ψωνίζουμε;» ρωτάει ξαφνικά ο Ρεντ και με κοιτάει. Χρειάζεται βοήθεια.
«Δεν ψωνίζουμε ποτέ εσώρουχα» λέω με επίσημο ύφος. Σαν εκπρόσωπος τύπου. «Αγοράζουμε μόνο κοσμήματα, αρώματα και δερμάτινα είδη. Τα εσώρουχα τα αφήνουμε στο χέρι τους. Μας αρέσει το στοιχείο της έκπληξης» καταλήγω και ξεκαρδιζόμαστε και οι τρεις. Ο Ρεντ με κοιτάει παράξενα όμως.
«Λατρεύω που μιλάτε στον πρώτο πληθυντικό» λέει η Ιλέιν και γελάει ξανά. «Είναι σχεδόν ρομαντικό» προσθέτει και ταυτόχρονα εγώ κι εκείνος παγώνουμε. Παρατηρώ τον Κρις. Μιλάει στο κινητό του. Περιφέρεται αδιάφορα στο σαλόνι και χαζεύει τους πανάκριβους πίνακες. Αν ήταν δίπλα μου δε θα κάναμε αυτή τη συζήτηση τώρα.
«Όχι» λέει το αφεντικό μου αυστηρά. «Όχι ρομαντικό» επιμένει, σχεδόν σαν να μονολογεί.
«Δεν υπάρχει τίποτα ρομαντικό» επιβεβαιώνω κι εγώ και η Ιλέιν συνεχίζει να γελάει.
«Ε πες μου τότε από πού ψωνίζεις εσύ! Σε παρακαλάω τόση ώρα» μου λέει. Ο Ρεντ με κοιτάει και χαμογελάει με την αμηχανία μου. Δεν ξεκουνάει. Σταυρώνει τα χέρια του στο στήθος και περιμένει. Ωραία βοήθεια, αφεντικό. Ευχαριστώ.
«Σίγουρα από το σούπερ μάρκετ» με προκαλεί κοιτώντας με σταθερά και εγώ δεν απαντάω. Πρέπει να έχω γίνει κατακόκκινη. Η πρόκληση είναι τόσο μεγάλη που θέλω να απαντήσω αλλά ξέρω ότι βουτάω σε άγνωστα και επικίνδυνα νερά.
«Αν κρίνω από αυτό που φοράς, έχεις πολύ γούστο. Λέγε!» με παρακαλεί η Ιλέιν. Ο Ρεντ με παρακολουθεί κάτω από μισόκλειστα βλέφαρα. Τι περιμένει; Να του πω ότι τα κληρονόμησα από τη γιαγιά μου; Μισώ που με θεωρεί άχρωμη και άοσμη. Μισώ που με θεωρεί παιδάκι. Μισώ που με κοιτάει με μάτια άδεια, λες και δεν υπάρχω.
«Αν θες κάτι πιο κλασικό, προτίμησε τα Myla μέσα στα Harrods» λέω τελικά, κοιτώντας την Ιλέιν και γυρνώντας λίγο πλάτη στον Ρεντ. «Είναι σχετικά καινούργια και έχουν πρωτότυπα και νεανικά σχέδια. Έχω βαρεθεί τις δαντέλες και τα φρου φρου. Αν θες κάτι πιο κομψό και φίνο, προτίμησε το Luva Huva. Είναι χειροποίητα και φτιάχνονται όλα εδώ. Αλλά μπορείς να παραγγείλεις μέσω ίντερνετ μόνο. Θα σε βοηθήσω εγώ με το μέγεθος. Εγώ προσωπικά αγαπώ και τα Fleur of England. Έχουν μεγάλη ποικιλία και στο κατάστημα στη Regent με ξέρουν καλά. Αν πεις το όνομά μου θα σε εξυπηρετήσουν. Πρόσεχε, όμως, γιατί είναι ακριβό. Ψωνίζω με φειδώ από εκεί. Να φανταστείς έχουν ένα κιμονό φανταστικό, από μετάξι, αλλά κάνει 400 λίρες. Εσύ φυσικά, έχεις και χρήματα και το σώμα για να το αποκτήσεις» της λέω. Με κοιτάει απόλυτα ικανοποιημένη. «Αυτή την περίοδο έχουν προσφορά στις ζαρτιέρες και αν αγοράσεις δύο σουτιέν, σου κάνουν δώρο μια κρέμα σώματος η οποία είναι φοβερή. Ο Κρις τη λατρεύει. Καταλαβαίνεις» λέω και της κλείνω το μάτι. Μιλάω πολύ και γρήγορα. Αλλά λέω αυτά που θέλω και με τον τρόπο που θέλω.
«Είσαι η καλύτερη!» με διαβεβαιώνει η Ιλέιν λάμποντας από ενθουσιασμό. Της χαμογελώ. Γυρνάω προς το μέρος του αφεντικού μου.

Το μισάνοιχτο στόμα του, τα θολά μάτια του, ο γρήγορος σφυγμός που χτυπάει στο λαιμό του με κάνουν πολύ ευτυχισμένη. Τον σόκαρα. Στην καλύτερη περίπτωση.
«Εμένα με συγχωρείτε λίγο» λέει νευρικά και εξαφανίζεται από μπροστά μας. Κλείνω φευγαλέα τα μάτια μου και εισπνέω το άρωμά του.


Τετάρτη, 22 Απριλίου 2015

κεφάλαιο 18-Οντέτ

Περίμενα να τη δω με τζιν και φούτερ. Περίμενα να έρθει με ένα μαύρο φόρεμα από αντίδραση. Περίμενα τα πάντα. Εκτός από αυτό που είδα.

Έφτασα στο πατρικό μου μισή ώρα πριν τις πέντε το απόγευμα. Άλλαξα τη χρονιά με τον Μαξ και την παρέα μας από το πανεπιστήμιο το βράδυ όπως κάνουμε κάθε χρόνο. Κάποιοι έχουν παντρευτεί και έχουν αλλάξει λίγο οι προτεραιότητές τους αλλά όσοι έχουμε μείνει κάνουμε μαζί το ρεβεγιόν. Φέτος ειδικά είχαμε κλείσει ένα μικρό εστιατόριο και φάγαμε, ήπιαμε και χορέψαμε. Ήταν πολύ ωραία, αν και κουράστηκα νωρίς. Γύρισα σπίτι μετά το γραφείο στις οκτώ και μέχρι να ετοιμαστώ για την έξοδο δεν είχα χρόνο να ξεκουραστώ. Έχω αρχίσει να μεγαλώνω ή απλώς δε με γεμίζει αυτός ο τρόπος ζωής; Δεν ξέρω τι να σκεφτώ. Απλώς για μερικά δευτερόλεπτα, την ώρα που άνοιγαν οι σαμπάνιες και όλοι φώναζαν ευχές λίγο μετά την αλλαγή του χρόνου, ένιωσα μόνος. Πρώτη φορά ένιωσα τόσο…άδειος, σχεδόν γελοίος. Καθόμουν εκεί μέσα και γιόρταζα με ανθρώπους που ξέρω και αγαπώ αλλά δεν…δεν με ξέρουν. Βγαίνουμε μαζί, περνάμε καλά, κάνουμε πλάκες, αλλά πάντα κάτι λείπει. Η αίσθηση ότι ανήκεις κάπου, ότι υπάρχει εκεί έξω ένας άνθρωπος που είναι το άλλο σου μισό. Εγώ, που όλη μου η ζωή ήταν ένα πάρτι, να σκέφτομαι έτσι. Τι να πω…όλα μπορούν να συμβούν.

Η μητέρα μου έχει ξεπεράσει τον εαυτό της φέτος. Ο όγκος των ορεκτικών που έχει ετοιμάσει, η ποικιλία και η νοστιμιά τους είναι από άλλον πλανήτη. Έχει βγάλει και τα καλά κρασιά από την κάβα και ένα σωρό μπουκάλια σαμπάνιας. Δεν είμαστε πάνω από 20 άτομα. Οι γονείς μου, η αδερφή μου, θείοι και ξαδέρφια, οικογενειακοί φίλοι και φυσικά ο Μαξ, ο οποίος θα μείνει μόνο λίγο. Κοιτώ νευρικά το ρολόι μου μέχρι να έρθει εκείνη. Δεν ξέρω γιατί νιώθω τόση νευρικότητα. Θα ασχοληθώ με αυτό όταν τελειώσει το γκαλά. Προς το παρόν προσπαθώ να ηρεμήσω και αναρωτιέμαι αν θα έρθει με τον Κρις. Πολύ θέλω να δω ποιος είναι ο φίλος της. Αλλά τη στιγμή που χτυπάει το κουδούνι της πόρτας και ανοίγει ο πατέρας μου, τη στιγμή που τον ακούω να τσιρίζει ενθουσιασμένος το όνομά της λες και έχει να τη δει χρόνια, δε θα την ξεχάσω ποτέ. Προσπαθώ να φανώ διακριτικός και να μη γυρίσω απότομα, αλλά το κάνω. Το βλέμμα της σταματάει στο δικό μου και όταν ο πατέρας μου κάνει στο πλάι, και την κοιτάζω ολόκληρη, της χαμογελάω. Κι εκείνη κοκκινίζει. Πρώτη φορά τη βλέπω να κοκκινίζει και μου αρέσει πολύ.

Φοράει ένα μοναδικό λευκό φόρεμα που σταματάει στη μέση της γάμπας της. Ένα φόρεμα που την κάνει να δείχνει σαν νεράιδα σε δάσος. Είναι φυσικά ψηλή και μπορεί να φορέσει ό,τι θέλει αλλά αυτό το κόψιμο, το λεπτό ύφασμα και το φίνο ράψιμο την κάνουν μοναδική. Τα καστανά μαλλιά της πλαισιώνουν το πρόσωπό της και πέφτουν ελεύθερα στους ώμους της. Δεν είναι πολύ βαμμένη, δεν το έχει ανάγκη άλλωστε. Την κοιτάω αχόρταγα και σκέφτομαι ότι ποτέ δεν είχα προσέξει ως σήμερα ότι είναι η πιο φυσικά όμορφη γυναίκα που έχω δει. Δεν ξέρω αν πρέπει να χαρώ που έπεσε στην παγίδα μου. Όταν της είπα να φορέσει λευκό, το εννοούσα. Έχει ένα λευκό φόρεμα και όταν το φοράει λάμπει ολόκληρη. Της είπα όμως να φορέσει αυτό το χρώμα για να δω τι θα κάνει. Ως πρόκληση. Για να δω αν θέλει να μου αρέσει. Και το έκανε, φόρεσε λευκό. Αλλά δεν ξέρω αν μου αρέσει αυτό που έκανε. Κολακεύομαι φοβερά, αλλά ανοίγει μέσα μου μια πόρτα που οδηγεί κάπου που δεν θέλω να πάω.

Δεν μπορώ να μείνω μακριά της. Την πλησιάζω τελευταίος, όταν έχει χαιρετίσει τους πάντες και της δίνω το χέρι μου. Με αιφνιδιάζει όπως πάντα. Αγνοεί την τεντωμένη παλάμη μου και με φιλάει φευγαλέα στο μάγουλο, τυλίγοντας τα χέρια της γύρω από το λαιμό μου. Σηκώνει και το πόδι; αναρωτιέμαι και χαμογελώ.
«Καλή χρονιά, αφεντικό» λέει πρόσχαρα και εγώ ανοιγοκλείνω τα μάτια νευρικά. Ποια είναι αυτή η γυναίκα; Πάντα τόσο όμορφη ήταν; Πάντα τόσο υπέροχα μύριζε;
«Καλή χρονιά, γραμματέα» της λέω εξίσου χαρωπά. Με κοιτάει αγριεμένη. Μισεί αυτόν τον τίτλο. Και έχει δίκιο, γιατί είναι πολύ περισσότερα. «Εσύ ξεκίνησες πρώτη!» της λέω και σουφρώνει τα χείλη της.
«Πώς με βρίσκεις;» με ρωτάει και στριφογυρίζει μπροστά μου. Η φούστα της δημιουργεί μια φουντωτή ομπρέλα. Είναι σαν πρίμα μπαλαρίνα στη Λίμνη των Κύκνων.
«Είσαι πολύ όμορφη» απαντάω και κοιτάω τα πόδια μου. Είναι το μόνο που μπορώ να κάνω. Θεέ μου, πόσο βλάκας είμαι.
«Λοιπόν, ο Κρις θα έρθει πιο μετά γιατί άργησαν να κάτσουν στο τραπέζι με τους δικούς του. Μένει και λίγο μακριά από εδώ. Καταλαβαίνεις…Στην 5η ζώνη. Πρέπει να πάρει μετρό και σήμερα δεν έχει πολλούς συρμούς. Η Ιλέιν που είναι;» μιλάει γρήγορα. Νιώθει κι αυτή άβολα; Μα τι στο καλό συμβαίνει;
«Είναι στο δωμάτιο ζωγραφικής με τον Μαξ. Του δείχνει κάτι που έχει σχεδιάσει» απαντάω και εκείνη ξεκαρδίζεται.
«Δωμάτιο ζωγραφικής;» επαναλαμβάνει κα γελάει με την καρδιά της. Γελάω κι εγώ κι ας μην ξέρω το λόγο. Την οδηγώ λίγο πιο πέρα γιατί μας κοιτάνε λίγο παράξενα και την ακούω να μου εξηγεί ότι ποτέ δεν έχει ακούσει κάτι τέτοιο.
«Εμείς οι πλούσιοι έχουμε ένα σωρό τέτοια δωμάτια. Δωμάτια για κάθε δραστηριότητα» λέω και γελάει πάλι. «Έχεις πιει; Δεν μπορεί ξαφνικά να με θεωρείς τόσο αστείο» της λέω και γελάει ξανά.
«Πάντα σε θεωρώ αστείο» μου λέει χαμογελώντας τώρα. Της προσφέρω ένα ποτήρι σαμπάνια και δυσανασχετώ από μέσα μου τη στιγμή που η Ιλέιν έρχεται σαν σίφουνας και την αγκαλιάζει.
«Έχω ακούσει τόσα πολλά για σένα! Καλή χρονιά!» της λέει ενθουσιασμένη και η Ελίζαμπεθ τής χαμογελάει ζεστά.

«Καλή χρονιά, Ιλέιν! Πες μου πώς σου φαίνεται το Λονδίνο» τη ρωτάει αφού ανταλλάζουν ευχές για τον νέο χρόνο. Τις βλέπω να ξεμακραίνουν. Μιλάνε ζωηρά, γελάνε και αγγίζονται. Η χημεία μεταξύ τους είναι ακαριαία. Είναι δυο μικρά κορίτσια, ανέμελα κι ευτυχισμένα. Όλη η ζωή είναι μπροστά τους. Χρειάζονται κάποιον εξίσου ανέμελο. Τι δουλειά έχω εγώ να…


Τρίτη, 21 Απριλίου 2015

κεφάλαιο 17-λευκό σαν το χιόνι

Είμαι πολύ κουρασμένη. Σήμερα είχα τόσα πράγματα να κάνω στο γραφείο που η ώρα πήγε πέντε χωρίς να το καταλάβω. Η εσωτερική γραμμή χτυπάει. Ο Διάβολος με ενημερώνει ότι είναι ώρα να φύγω. Του λέω ότι έχω αφήσει κάτι στη μέση και ότι χρειάζομαι μισή ώρα. Επιμένει ότι δεν πρέπει να μείνω παραπάνω. Σήμερα είναι 31  Δεκεμβρίου. Κανονικά είχαμε πει να μη δουλέψουμε, αλλά προέκυψε μια προσφορά την τελευταία στιγμή και δεν μπορούσαμε να την αγνοήσουμε. Σε λίγες ώρες αλλάζει ο χρόνος όμως, και έχω να κάνω ψώνια.

Χτυπάω την πόρτα του γραφείου του και αμέσως μου λέει να περάσω. Κάθομαι απέναντί του και καθαρίζω τον λαιμό μου. Είναι πολύ όμορφος σήμερα. Πάντα είναι πολύ όμορφος, αλλά σήμερα τα έχει δώσει όλα. Φοράει ένα μαύρο ζιβάγκο και τζιν. Μιας και είμαστε μόνοι στην εταιρεία, δεν υπήρχε λόγος να φορέσει κοστούμι. Κι εγώ φοράω τζιν και ένα φούτερ. Αλλά αυτός κάνει και τα πιο κάζουαλ ρούχα να δείχνουν σούπερ επίσημα και σέξι πάνω του. Παρατηρώ τις έντονες γωνίες στο πρόσωπό του, την ελαφρά στραβή μύτη του, το θεληματικό πηγούνι. Θεέ μου, πόσο όμορφος είναι.
«Θες κάτι να μου πεις ή σου αρέσει αυτό που βλέπεις;» με ρωτάει προκλητικά χωρίς να σηκώσει το βλέμμα του. Το κάθαρμα. Με παίζει.
«Και τα δύο» απαντώ ανάλαφρα και το βλέμμα του καρφώνεται στο δικό μου σε χρόνο μηδέν. Χαμογελώ με την απορημένη έκφρασή του. Τι νομίζει; Ότι μόνο αυτός μπορεί να αιφνιδιάζει;
«Τι μπορώ να κάνω γι’ αυτό;» ρωτάει και κάνει πίσω την καρέκλα του. Σταυρώνει τα μπράτσα στο στήθος και με κοιτάει σταθερά.
«Θέλω να σου μιλήσω για κάτι» του λέω προσπαθώντας να αλλάξω θέμα. Με αποδιοργανώνει όταν με κοιτάει έτσι. Αν δεν ήξερα πόσο με αντιπαθεί, θα έλεγα…
«Ακούω» με παροτρύνει και στρέφεται πάλι στον υπολογιστή του.
«Φεύγοντας από εδώ λέω να πάω να ψωνίσω κάτι για το γκαλά» τον ενημερώνω σχεδόν ντροπαλά.
«Θα έρθεις δηλαδή;» με ρωτάει ανέκφραστος. Τι σημαίνει τώρα αυτό; Θέλει ή δε θέλει;
«Έτσι έλεγα…» ψελλίζω. Μα γιατί φέρομαι έτσι; «Στην αρχή μόνη μου και ό,τι ώρα τελειώσει ο Κρις θα έρθει και αυτός» διευκρινίζω. Ο Διάβολος δεν απαντάει. «Ήθελα λοιπόν να σε ρωτήσω τι περίπου φοράτε σε αυτά τα περίφημα γκαλά για να διαλέξω κάτι…σχετικό» αποτολμώ. Σταματάει τη νευρική πληκτρολόγηση και με κοιτάει ξανά μπερδεμένος.
«Δεν καταλαβαίνω» λέει ήρεμα.
«Τι να αγοράσω; Τουαλέτα; Κοκτέιλ φόρεμα, κάτι απλό; Τι φοράτε εσείς…οι πλούσιοι;» του εξηγώ την απορία μου αλλά εκείνος δε δείχνει να καταλαβαίνει. Ξαφνικά αρχίζει να γελάει.
«Εμείς οι πλούσιοι;» επαναλαμβάνει τα λόγια μου και συνεχίζει να γελάει με την καρδιά του. «Δεν ήξερα ότι είσαι σνομπ».
«Δεν είμαι σνομπ» τον διορθώνω «αλλά δε θέλω να είμαι σαν το φτωχό συγγενή». Σκέφτομαι ότι αυτό ακριβώς είμαι. Με κοιτάει παράξενα. Σκέφτηκε το ίδιο;
«Η μητέρα μου το έχει ονομάσει γκαλά ειρωνικά. Επειδή οι φίλοι μας κάνουν γκαλά για ψύλλου πήδημα. Εμείς κι εμείς θα ήμαστε. Φόρα ό,τι θέλεις!» μου λέει και μένω εμβρόντητη. Δηλαδή δεν θα είναι γκαλά; Ανακουφίζομαι κάπως.
«Να αγοράσω ένα απλό καλό φόρεμα δηλαδή;» επιμένω. Ξανασταματάει τη δουλειά του και με κοιτάει ανυπόμονα αυτή τη φορά.
«Θέλεις να το κανονίσω εγώ;» ρωτάει σοβαρά. «Να κανονίσω να πας στο Fenwick  να διαλέξεις ό,τι θες;» προτείνει.
«Δεν είμαι σαν τις μετρέσες σου για να με ντύνεις» λέω εκνευρισμένη και κάνω να φύγω σαν σίφουνας από το γραφείο του ειλικρινά θιγμένη με την πρότασή του.
«Κάτσε κάτω αμέσως» τον ακούω να λέει απότομα πίσω από την πλάτη μου και το σώμα μου ακινητοποιείται. Θέλω να φύγω αλλά δε θέλω κιόλας.
«Τι θες;» ρωτάω επιθετικά.
«Να σε διευκολύνω ήθελα» λέει θυμωμένος. «Είσαι αχάριστη και αγενής. Και δεν σου επιτρέπω να μιλάς για μετρέσες. Η προσωπική μου ζωή δε σε αφορά».
«Καλώς. Μπορώ να φύγω τώρα;»
«Θα φύγεις όταν σου δώσω εγώ την άδεια».
«Δεν είμαι φυλακισμένη» του διευκρινίζω.
«Ανυπομονώ να λήξει το συμβόλαιό μας. Είσαι αφόρητη!»
«Κι εσύ είσαι ένας απαίσιος εργοδότης!».
«Ελιζαμπέτα» μου λέει ξαφνικά. Ο τρόπος που προφέρει το όνομά μου με κάνει και ανατριχιάζω πάντα. «Φόρα ό,τι θες» λέει τελικά. «Ένα από αυτά τα φορέματα που φοράς στη δουλειά ή κάτι παρόμοιο θα είναι μια χαρά. Γενικά είσαι καλοντυμένη» λέει και αφού παίρνει μια βαθιά ανάσα, προφανώς για να συγκρατήσει τα νεύρα του, αρχίζει να δουλεύει πάλι. Ξαφνικά νιώθω λίγο άσχημα για την έκβαση της συζήτησης. Γιατί πρέπει πάντα να τσακωνόμαστε;
«Τι θα κάνεις απόψε;» τον ρωτάω μαλακά. Χωρίς να σηκώσει το κεφάλι του μου απαντάει ξερά «σεξ». Υποθέτω με τη Λουίζα. Αυτή κάλεσε πριν από δύο ώρες. Μα καλά…ο καινούργιος χρόνος θα τον βρει…ανάσκελα; Η μπρούμυτα; Τι να προτιμάει άραγε; Μα τι σκέφτομαι πια; «Εσύ;» με ρωτάει εκείνος.
«Θα αλλάξουμε χρόνο στο Club77 στο Σόχο με κάτι φίλες και τα αγόρια μας» λέω και ντρέπομαι που θα κάνω κάτι τόσο…mainstream.
«Καλώς» λέει εκείνος αδιάφορα και κατευθύνομαι προς την πόρτα. Δε θέλω να φύγω αλλά δεν καταλαβαίνω το λόγο.
«Ελιζαμπέτα» μου λέει ξαφνικά την ώρα που κλείνω την πόρτα πίσω μου. Τον κοιτάω και με κοιτάει χωρίς να μιλάμε αλλά εκείνος τελικά λέει κάτι παράξενο. «Διάλεξε κάτι λευκό. Σου πάει πολύ».





Δευτέρα, 20 Απριλίου 2015

κεφάλαιο 16-ανασφάλειες ΧΥ

Τι απαίσια μέρα. Έχω πάρει ένα ποτήρι μπράντι στο χέρι και χαζεύω τα βιβλία στην τεράστια βιβλιοθήκη του πατέρα μου λες και δεν τα έχω ξαναδεί. Με εκνευρίζουν όλοι σήμερα και θέλω επιτέλους να απομονωθώ.. Ο πατέρας μου δεν έχει σταματήσει να τσουγκρίζει ποτήρια και να λέει ότι θέλει επιτέλους να δει εγγόνια, η μητέρα μου ρωτάει αν φάγαμε και μας γεμίζει τα πιάτα λες και είμαστε δέκα χρονών, η αδερφή μου μιλάει συνεχώς για μόδα και νύχια λες και όλα τα προβλήματα του κόσμου είναι λυμένα και οι θείοι μου από την πλευρά της μητέρας μου γκρινιάζουν συνεχώς για τον καιρό. Σαν να γεννήθηκαν στα Μπαρμπέιντος και όχι στο Λονδίνο. Δε ξέρω τι με έχει πιάσει. Ασφυκτιώ εδώ μέσα, παρόλο που η ατμόσφαιρα είναι γιορτινή, το φαγητό πεντανόστιμο και όλοι είναι κεφάτοι. Ο μόνος που ίσως βαριέται όσο εγώ είναι ο κολλητός μου, ο Μαξ. Τον ξέρω από το πανεπιστήμιο, οπότε 15 χρόνια τώρα ξέρει τι σκέφτομαι για τα περισσότερα θέματα. Και αυτή τη στιγμή θα γκρίνιαζα σε αυτόν αλλά δεν είναι διαθέσιμος. Έχει πλησιάσει την αδερφή μου και προσπαθεί να κάνει σοβαρή κουβέντα μαζί της. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, θεωρεί ότι η Ιλέιν «έχει πολλά να δώσει». Εγώ το μόνο που βλέπω ότι μπορεί να δώσει είναι πολλά ρούχα. Στους άστεγους.

Άλλο ένα άτομο που δεν με εκνευρίζει αυτή τη στιγμή είναι η γιαγιά μου. Η γιαγιά μου είναι ο πιο αγαπημένος μου άνθρωπος σε αυτό τον κόσμο και ουσιαστικά αυτή με μεγάλωσε. Οι γονείς μου ταξίδευαν πολύ και εγώ λάτρευα να μένω μόνος μου μαζί της γιατί με κακομάθαινε μέχρι αηδίας. Τώρα έχει αρχίσει κι αυτή τον πόλεμο «παντρέψου να σε δω γαμπρό πριν κλείσω τα μάτια μου» αλλά εγώ απλώς της χαμογελώ και της λέω ότι είμαι ευτυχισμένος έτσι όπως είμαι. Αυτή λέει ότι κανείς άνθρωπος δεν είναι ευτυχισμένος μόνος του. Εγώ της απαντάω ότι δεν είμαι μόνος και της κλείνω το μάτι. Δε νομίζω ότι συνειδητοποιεί τι ακριβώς της λέω. Μάλλον νομίζει ότι έχω κάποια σχέση. Αλλά αφού εκεί τελειώνει η συζήτηση, με βολεύει. Οι γονείς μου και η γιαγιά μου είναι λίγο…οπισθοδρομικοί. Δεν καταλαβαίνουν ότι μπορεί να ολοκληρωθεί κάποιος ως άνθρωπος και χωρίς να κάνει οικογένεια.

Πότε θα τελειώσουν οι διακοπές; Βαρέθηκα να ξεκουράζομαι. Θέλω να γυρίσω στο γραφείο μου, στη δουλίτσα μου. Να μπω πάλι στους ρυθμούς μου αν και μετά έχουμε και την Πρωτοχρονιά. Ουφ, όλα βουνό μου φαίνονται σήμερα. Ίσως φταίει ότι δεν κοιμήθηκα καλά. Είδα ένα όνειρο πολύ παράξενο. Με έβαλε σε προβληματισμό. Ήταν από αυτά τα όνειρα που ξέρεις ότι βλέπεις όνειρο αλλά δεν μπορείς να ελέγξεις τα γεγονότα και τις αντιδράσεις σου.

 Ήμουν μόνος σε ένα τοπίο άγονο, σε έναν τόπο που δεν έχω πάει. Μου θύμιζε φαράγγι στην Αμερική, με κόκκινο χώμα και μεγάλες πέτρες. Ο ήλιος έκαιγε και εγώ σκαρφάλωνα αργά σε έναν ψηλό βράχο χωρίς εξοπλισμό ασφαλείας. Καταλάβαινα ότι κάνω κάτι επικίνδυνο αλλά δεν ήθελα να σταματήσω. Κοιτούσα κάτω την απόσταση από το έδαφος να μεγαλώνει και αντί να τρομάζω χαιρόμουν για τον άθλο μου. Όταν έφτασα στην κορυφή πήρα μια βαθιά ανάσα και όταν γύρισα από την άλλη πλευρά είδα ένα παράξενο θέαμα. Μπροστά μου, ανάμεσα στις πέτρες και την ξηρασία ήταν ένα μικρό παρτέρι με λευκά λουλούδια. Έμοιαζαν με τριαντάφυλλα γιατί είχαν αγκάθια αλλά είχαν πιο φουντωτά πέταλα. Ανάμεσά τους ήταν ένα κόκκινο. Ένα λουλούδι τόσο διαφορετικό και τόσο όμορφο που παρόλο που μέσα στον ύπνο μου σκέφτηκα ότι όλο αυτό είναι πολύ παράλογο με έπιασε μια ακατανίκητη επιθυμία να το κόψω. Να το ξεριζώσω από το παρτέρι και να το κάνω δικό μου. Έδειχνε απόλυτα εναρμονισμένο ανάμεσα στα άλλα λουλούδια αν και ξεχώριζε, αλλά εγώ το ήθελα. Το έκοψα με μια απότομη κίνηση και για να μην το χάσω άνοιξα το πουκάμισό μου και το έχωσα μέσα, κοντά στο στήθος μου. Το λουλούδι με τσιμπούσε συνεχώς μέχρι να κατέβω και όταν έφτασα κάτω είχα γεμίσει αίματα αλλά ένιωσα ένα παράξενο αίσθημα ευφορίας που αυτό το λουλούδι μου ανήκε.  Ξύπνησα λυπημένος που τέλειωσε το όνειρο.

Δεν μπορώ να καταλάβω τι συμβολίζει αυτό το όνειρο, αλλά με τάραξε τόσο που δυσκολεύτηκα να κοιμηθώ ξανά και τώρα είμαι μέσα στα νεύρα. Η μητέρα μου μου κάνει νόημα. Την πλησιάζω για να δω τι θέλει. Μου υπενθυμίζει να καλέσω την Ελίζαμπεθ στο πρωτοχρονιάτικο γκαλά. Σφίγγω τα δόντια και της απαντώ ότι την ενημέρωσα και ότι δεν μπορώ να την πιέσω. Η μητέρα μου λέει ότι όπως την πιέζω σε άλλα μπορώ και σε αυτό. Γελάει. Εγώ πάλι όχι.


Γιατί όλοι τη συμπαθούν πια τόσο πολύ; Μόνο εγώ θεωρώ ότι είναι εκνευριστική; Είναι η μόνη γυναίκα που μου αντιμιλάει, κάνει πάντα το δικό της και επιμένει ότι έχει δίκιο. Με βγάζει έξω από τα νερά μου. Από δεκαπέντε χρονών όλες οι γυναίκες υπακούν στις επιθυμίες μου. Από τη στιγμή που άρχισα να αναπτύσσομαι και το άλλο φύλο με πρόσεξε, είχα στη διάθεσή μου όποια ήθελα. Και όλες ανταποκρίνονται τόσο εύκολα στην όποια γοητεία μου. Ξέρω καλά πώς να χειραγωγήσω μια γυναίκα, πώς να την κάνω να κάνει ό,τι θέλω και να νομίζει ότι αυτό ήθελε κι εκείνη εξαρχής. Ξέρω να αντιμετωπίζω βλέμματα λατρείας, πόθου και πρόκλησης. Αλλά αυτή…αυτή με κοιτάει λες και είμαι…ο οποιοσδήποτε. Στο Λίβερπουλ μού είπε ότι με θεωρεί ωραίο, αλλά μάλλον επειδή πειράχτηκα με τα προηγούμενα σχόλιά της. Πώς γίνεται να μη την ενδιαφέρω καθόλου; Πόσο φοβερός είναι πια αυτός ο Κρις; Είναι πιο ωραίος, πιο έξυπνος, πιο πλούσιος από μένα; Αποκλείεται. Πόσω μάλλον και τα τρία μαζί. Μπορεί κάποιος να έλεγε ότι είμαι αλαζόνας, αλλά δε με νοιάζει. Ξέρω τις δυνατότητές μου και, συγγνώμη κιόλας, σιγά τον δύσκολο στόχο. Αν αποφάσιζα να την κάνω δική μου, δε θα είχε επιλογή. Απλώς είμαι κύριος. Κι ας με προκαλεί με την αδιαφορία της. Πολλές φορές θα ήθελα να ξέρω τι σκέφτεται. Συχνά λέει ότι με θεωρεί γέρο και αυτό με κάνει έξω φρενών. Η διαφορά ηλικίας μεταξύ μας είναι κόμπος στο στομάχι μου. Αλλά θα ήθελα πολύ να ξέρω αν της αρέσω. Δε γίνεται να μην της αρέσω; Γίνεται;

Παρασκευή, 17 Απριλίου 2015

Για όποια ήδη διάβασε το κεφάλαιο 15...

Οποια διάβασε το 15 ας το ξαναδιαβάσει! Το είχα ανεβάσει μισό! Ευχαριστώ Elenii!

κεφάλαιο 15-Τόσκα-Τόσκα-Τόσκα

«Ξέρω τι κάνεις και το εκτιμώ, αλλά μπορώ να φύγω;» τον ρωτάω κατά τις εφτά το απόγευμα. Μου έχει δώσει πολλή δουλειά και δε με βλέπω να τελειώνω ούτε αύριο. Πηγαινοέρχεται στο γραφείο μου τόσο συχνά που του πρότεινα να μείνει εδώ από το να κουράζεται στα πηγαινέλα.
«Τι εννοείς;» με ρωτάει με αθώο βλέμμα.
«Εννοώ ότι δε θες να μείνω μόνη, αλλά έχω φίλους και έχω και τον Κρις…» ψελλίζω. «Θα είμαι καλά. Και είμαι και λίγο κουρασμένη…» εξηγώ.  Αλλά στου κουφού την πόρτα…
«Δεν καταλαβαίνω τι λες. Έχεις δουλειά και πρέπει να μείνεις εδώ» επιμένει. Από την ώρα που του είπα τι έγινε είναι τόσο εκνευρισμένος που με κάνει να φοβάμαι. Πάει, έρχεται, σηκώνει το ακουστικό και το κατεβάζει. Δεν έχει φάει τίποτα, φωνάζει σε όλο τον κόσμο και το χειρότερο; Δε με αφήνει να φύγω.
«Κάποια στιγμή θα πρέπει να γυρίσω σπίτι μου. Τι θα κάνεις; Θα με φυλακίσεις;» γελάω. Είναι πολύ προστατευτικός. Πώς δεν το είχα πάρει χαμπάρι.
«Έχω αδερφή στην ηλικία σου!» φωνάζει ξαφνικά και κλείνω ενστικτωδώς τα μάτια. Αμέσως σταματάει και μου ζητάει συγγνώμη. «Αν το είχε κάνει στην Ιλέιν; Σε κάποια φίλη μου;» μονολογεί. Ώστε με βλέπει σαν αδερφή του; Ωραία. Σχεδόν με προκαλεί να του δείξω ότι δεν είμαι.
«Ελπίζω η Ιλέιν να μην είναι ηλίθια όπως κι εγώ» κάνω την αυτοκριτική μου. Βγάζει τη γραβάτα του νευρικά. Δείχνει κουρασμένος. Κι εγώ είμαι, αλλά όχι αρκετά ώστε το μυαλό μου να μην ανατρέξει στη γυμνή εικόνα του. Ουάο. Απλά ουάο.
«Μπα…κι αυτή τα ίδια χάλια είναι» λέει με κάθε ειλικρίνεια και γελάω ξανά. «Θα έχεις την ευκαιρία να τη γνωρίσεις τις γιορτές» λέει αποφασιστικά.
«Μου αρέσει που το θεωρείς δεδομένο, αλλά θα είμαι στο Μάντσεστερ Χριστούγεννα» ανακοινώνω.
«Γιατί; Είναι καλά η μητέρα σου;» με ρωτάει με ειλικρινές ενδιαφέρον.
«Καλά είναι, ναι. Αλλά δεν είναι λογικό να κάνω Χριστούγεννα μαζί της;»
«Υποθέτω πως ναι» λέει απρόθυμα. «Εγώ καταλαβαίνω αλλά ο πατέρας μου επιμένει να σε καλέσω. Δεν ξέρω γιατί έχει κολλήσει τόσο. Μάλλον θέλει να συνετίσεις την Ιλέιν»,
«Εγώ; Πώς;» ξεκαρδίζομαι.
«Ο πατέρας μου πιστεύει ότι είσαι ένα υγιές πρότυπο μιας κοπέλας που εργάζεται με αξιοπρέπεια και ταυτόχρονα ζει τη ζωή της, έχει σχέση, παρέες κλπ. Πιστεύει ότι η Ιλέιν πρέπει να δει και αυτή την πλευρά της ζωής» λέει με μια γκριμάτσα που δείχνει ότι δε συμφωνεί με τον πατέρα του.
«Όπως και να χει, η Ιλέιν θα πρέπει να ζήσει χωρίς εμένα!» γελάω με το ύφος του.
«Εγώ θα το πω στον πατέρα μου, αλλά δεν την γλυτώνεις» λέει και κάθεται στην καρέκλα απέναντί μου. Γιατί κάθεται; Τι άλλη εκκρεμότητα έχουμε; Θεέ μου, τι μαρτύριο. «Κάτι έχει στο νου του για ένα πρωτοχρονιάτικο γκαλά» λέει και η αποστροφή ξεχειλίζει στο ύφος του.
«Εγώ θα περάσω τη μέρα με τον Κρις» ξεκαθαρίζω. «Δηλαδή εκείνος θα λείψει μερικές ώρες…» ψελλίζω ντροπαλά., «αλλά μετά θα…».
«Πες μου ότι θα σε αφήσει μόνη σου τέτοια μέρα» γελάει σκληρά. Πώς καταλήξαμε σε αυτή τη συζήτηση;
«Είναι τώρα συζήτηση αυτή μεταξύ δύο συνεργατών;» τον επαναφέρω στην τάξη. ‘Η τουλάχιστον έτσι νομίζω. «Δεν υπερβαίνεις λίγο τα όρια;»
«Είπα μιας και τα ξεχειλώσαμε λίγο τα όρια σήμερα, να το εκμεταλλευτώ» γελάνε και τα μουστάκια του.
«Θα φάει με την οικογένειά του. Έχουμε συμφωνήσει να μην γνωρίσουμε ακόμα τα σόγια» του λέω με σιγουριά. Ελπίζω να τον έπεισα.
«Είναι Πρωτοχρονιά» επιμένει.
«Έχω ένα σωρό φίλες από το μεταπτυχιακό, Ρεντ» του λέω χαμογελαστή. «Δε θα μείνω μόνη μου».
«Κάνε ό,τι θες» ανασηκώνει τους ώμους. «Αλλά αν μπορείς έλα στο γκαλά να ησυχάσω κι εγώ. Ο πατέρας μου πιστεύει ότι μας αποφεύγεις επειδή σου κάνω τη ζωή μαύρη»,
«Άκου πράγματα» τον ειρωνεύομαι.
«Και μετά ακούω πάντα το γνωστό κήρυγμα για το πόσο αγαπούσε τον πατέρα σου και πόσο αξιόλογη είναι η μητέρα σου» λέει καρτερικά. «Και εγώ μετά του λέω ότι οι γονείς σου μπορεί να είναι μια χαρά αλλά εσύ δεν υποφέρεσαι» γελάει. Το ίδιο και εγώ. «Θυμάμαι ότι όταν ήμουν έφηβος, με πήγαινε στο σπίτι σας στο Μάντσεστερ. Έχω δουλέψει μερικά καλοκαίρια σαν βοηθός του πατέρα σου. Για να μάθω…την αξία της δουλειάς» λέει και τον κοιτάω εμβρόντητη.
«Δεν ήξερα…» ψελλίζω. «Δε σε θυμάμαι».
«Έχουμε 14 χρόνια διαφορά» μου λέει.
«Δεκατρία» τον διορθώνω. Δεν ξέρω γιατί. Είναι ανούσιο.
«Ήσουν μωρό. Όταν έγινες τεσσάρων εγώ…μπήκα στο πανεπιστήμιο και…» τον βλέπω να ντρέπεται.
«Θεέ μου, πόσο μεγάλος είσαι!» γελάω. Με κοιτάει εκνευρισμένος. Την εύθυμη συζήτηση διακόπτει ο ήχος δυναμικού βαδίσματος πάνω σε δολοφονικά τακούνια. Γυρνάμε και οι δύο προς την πόρτα. Η ώρα είναι εφτά. Ποιος μπορεί να είναι τέτοια ώρα; Οι ορδές καλοντυμένων υπαλλήλων με απώτερο σκοπό να εντυπωσιάσουν το αφεντικό έχουν σχολάσει προ πολλού. Άρα…
«Συγγνώμη, γλυκέ μου» γουργουρίζει μια πανέμορφη γυναίκα που δε γυρνάει καν να με κοιτάξει. Πόσω μάλλον να με χαιρετίσει. Ο Ρεντ τής χαμογελάει. «Αλλά έχει φοβερή κίνηση και έπρεπε οπωσδήποτε να φτιάξω τα νύχια μου» λέει και τα τεντώνει το άψογο γαλλικό μανικιούρ της προς το μέρος του. Εγώ αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατόν να φτιάχνεις τα νύχια σου ενώ σε περιμένει ένας τέτοιος άντρας. Κουνάω λίγο το κεφάλι μου. Είμαι τελείως τρελή που σκέφτομαι έτσι. Τον κοιτάω. Δείχνει χαλαρός. Πόσες φορές έχουμε ζήσει κάτι παρόμοιο; Αυτή η εντυπωσιακή ξανθιά είναι η Λίλιαν. Μου απευθύνει το λόγο σπάνια. Είναι σχεδόν αγενής. Αλλά κατά τη γνώμη μου, είναι  πιο όμορφη από όλες. Έχει πολύ μακριά και πυκνά ξανθά μαλλιά, μελί μάτια με μακριές βλεφαρίδες και αποπνέει φοβερή σιγουριά για την εμφάνισή της. Σήμερα φοράει εκρού παντελόνι, γόβες από δέρμα κροκόδειλου, ένα φανταστικό παλτό με γούνα στο λαιμό και ασορτί δερμάτινα γάντια. Αναρωτιέμαι πόσα ζώα έχουν εκτελεστεί για χάρη της. Μα καλά, δεν έχει καθόλου οικολογική συνείδηση; Ένα κομψό χρυσό βραχιόλι στολίζει τον λεπτό καρπό της. Είναι αυτό που της έχει χαρίσει ο Ρεντ για τα γενέθλιά της. Το οποίο φυσικά διάλεξα εγώ. Και με τα λεφτά του Ρεντ, δεν κάνω τσιγκουνιές. Πήγα καρφί στην Van Cleef & Arpels. Έχω πολύ γούστο η άτιμη. Εκείνος δεν κουνάει ούτε το δαχτυλάκι του αλλά ό,τι τους έχω διαλέξει το φοράνε πάντα. Αναρωτιέμαι αν ξέρουν ότι το κάνουν εγώ. Χαμογελώ.
«Η παράσταση είναι στις οκτώ. Προλαβαίνουμε» λέει εκείνος ήρεμα. Θα πάνε σινεμά; Θέατρο; Αυτή ντύθηκε έτσι για να πάει σινεμά; Μπα, μπορεί να πάνε όπερα. Ποιος ξέρει; Και κυρίως, τι με νοιάζει; Εκείνη δεν περιμένει πρόσκληση και μπαίνει στο γραφείο του. Ο Ρεντ την ακολουθεί. Λίγο πριν κλείσει την πόρτα μου φωνάζει «είσαι ελεύθερη».
Ντύνομαι βιαστικά και φεύγω λες και φοβάμαι μήπως το μετανιώσει




κεφάλαιο 14-δεν ξέρω, δεν είδα...

«Τι στο καλό έχεις εσύ σήμερα; Μου λες;» με ρωτάει την Τρίτη το μεσημέρι. Το στομάχι μου φέρνει μερικές βόλτες. Ακόμα δεν έχω συνέλθει. Ένα κουτί μπισκότα πάνω στο γραφείο μου παραμένει κλειστό. Κάτι πρέπει να φάω.
«Δεν καταλαβαίνω τι λες» του λέω και συνεχίζω να κοιτάω την οθόνη του υπολογιστή μου, αποφεύγοντας το οξύ βλέμμα του. Με έχει ρωτήσει ήδη δύο φορές από το πρωί αν είμαι καλά και του έχω απαντήσει ανάλογα. Ειλικρινά, δεν μπορώ να είμαι πιο πειστική. Φοβάμαι ότι αν μιλήσω περισσότερο, θα κάνω εμετό.
«Από το πρωί είσαι γκρι σαν τη στάχτη» επιμένει εκείνος. «Χθες έφυγες μια χαρά από το γραφείο. Σιγοτραγουδούσες κάτι. Σήμερα δεν έχεις σηκωθεί ούτε να πας να φας. Και απαντάς μονολεκτικά» αναλύει τις παρατηρήσεις του.
«Να γίνεις ντετέκτιβ» λέω ξερά και τον αγνοώ. Φαινομενικά.
«Και έκανα όλα όσα σε εκνευρίζουν και δεν αντέδρασες καθόλου. Εσύ είσαι χάλια. Λέγε!» με διατάζει. Τον κοιτάζω φευγαλέα κουρασμένη. Δεν έχω όρεξη για όλο αυτό.
«Τι έκανες δηλαδή;» προσπαθώ να αλλάξω θέμα συζήτησης.
«Σου είπα να κάνεις απομαγνητοφώνηση και δεν γκρίνιαξες. Εσύ συνήθως βγάζεις μια γλώσσα μέχρι απέναντι αν σου πω να κάνεις κάτι τέτοιο. Αρχίζεις να λες ότι δε σπούδασες για αυτό και άλλα τέτοια επαναστατικά! Και μετά σηκώθηκα και σου πήρα ένα μολύβι από τη μολυβοθήκη. Και δεν είπες κουβέντα! Εσύ συνήθως γκρινιάζεις ότι ξεμένεις από μολύβια γιατί δεν μπαίνω στον κόπο να πάρω τα δικά μου» χαμογελάει.
«Όλα δικά σου είναι εδώ μέσα» λέω ξερά. Με κοιτάει απορημένος.
«Αυτή είναι δική μου ατάκα» λέει.
«Ήρθε καιρός να το καταλάβω» λέω ήρεμα. Συνεχίζει να με κοιτάει και ξαφνικά κάθεται στην καρέκλα απέναντί μου. Πάντα όμορφος. Πάντα εντυπωσιακός.
«Πες μου τι έχεις γιατί έχω αρχίσει να χάνω την υπομονή μου» λέει άγρια και ανατριχιάζω. «Χώρισες με τον φίλο σου; Έπαθε κάτι κάποιος δικός σου; Έκανα κάτι…εγώ;» επιμένει.
«Είμαι καλά και άσε με να δουλέψω» λέω λίγο πιο πειστικά. «Απλώς…είναι εκείνες οι μέρες του μήνα» του λέω. Ξέρω ότι αυτό κάνει όλους τους άντρες να σε κοιτάνε με κατανόηση. Μετά από αυτό δε σε ρωτάνε τίποτα. Απλώς γνέφουν θετικά και δεν επιμένουν άλλο. Τον βλέπω να ξύνει το σαγόνι του.
«Περίοδο είχες πριν από τρεις βδομάδες. Είχες τα νεύρα σου και είδα ότι πήρες ένα ροζ χαπάκι για πόνους περιόδου. Άρα δεν έχεις περίοδο» λέει θριαμβευτικά. Καμιά φορά ξεχνάω πόσο σατανικά έξυπνος είναι και πόσο στενά δουλεύουμε. Αλλά δεν είχα ιδέα ότι ξέρει πότε έχω περίοδο. Είναι λίγο..ανατριχιαστικό.
«Έχω άστατο κύκλο» χαμογελώ ξινά.
«Μα πήγες στο γυναικολόγο πριν από λίγο καιρό. Δεν το φτιάξατε;» χαμογελάει εξίσου ξινά.
«Μα τι κάνεις; Με παρακολουθείς;» τον ρωτάω με σκοπό να τον κάνω να νιώσει άβολα αλλά δεν ανοιγοκλείνει ούτε βλέφαρο.
«Η περίοδός σου μου κεντρίζει το ενδιαφέρον» με ειρωνεύεται. Ωραία, σκέπτομαι. Αλλάξαμε θέμα. «Λέγε τώρα τι έχεις» επιμένει και ξεφυσάω. Δεν κράτησε πολύ. Με κοιτάει με έναν τρόπο που με κάνει να νιώθει τρωτή. Δεν ξέρω τι πρέπει να κάνω. Δε θα αντέξω αυτά που θα μου πει αλλά νιώθω ότι κάπου πρέπει να μιλήσω. Αν δεν το κάνω φοβάμαι ότι θα σκάσω. Αξίζει άραγε την εμπιστοσύνη μου ή θα χλευάσει την ηλιθιότητά μου; Θα με καταλάβει ή θα θριαμβολογήσει;
«Δεν είναι κάτι που σε αφορά» λέω και κομπιάζω. «Δηλαδή σε αφορά…αλλά έχει να κάνει με μένα. Και θέλω να μου εγγυηθείς ότι δε θα σχολιάσεις τίποτα και…»
«Λέγε επιτέλους!» σηκώνει τον τόνο της φωνής του. Αναπηδώ στο κάθισμά μου και εκείνος σμίγει τα φρύδια. «Λέγε» επαναλαμβάνει πιο ήρεμα. Νόμιζα ότι τον ξέρω καλά αλλά με μπερδεύει αυτός ο άνθρωπος. Με αποσυντονίζει συνεχώς. Περνάει πρώτη φορά από το μυαλό μου ότι ενδιαφέρεται. Ανθρώπινα.
«Θυμάσαι που μου είχες πει να μην ασχοληθώ με την υπόθεση Μπομόν;» του λέω μετά από μια μεγάλη παύση. Εκείνος γνέφει θετικά αλλά ένα σύννεφο περνάει μπροστά από τα μάτια του. Ο,τι κι αν σκέφτεται το κρατάει μέσα του όμως. «Εγώ είχα μια καλή ιδέα και σκέφτηκα να δουλέψω την πρόταση ώστε να αποδείξω ότι μπορώ…» λέω και σταματάω. Παίρνω μια βαθιά ανάσα. Μου έρχεται πάλι εμετός.
«Θεέ μου» λέει εκείνος τρομαγμένος. «Συνέχισε».
«Έχω αφιερώσει στο πρότζεκτ πάνω από 50 ώρες δουλειάς και είχα κάνει φοβερή πρόοδο. Είχα σκοπό να του δώσουμε μερικά ποσοστά από τα κέρδη του κτιρίου του μετά την εκμετάλλευση που θα έκανε η εταιρεία σου» του εξηγώ.
«Καλή ιδέα» λέει και σουφρώνει τα χείλη. «Τι συνέβη όμως; Αυτό που φοβάμαι;»
«Είχα εκνευριστεί που μου απαγόρευσες να ασχοληθώ και ήθελα να τα καταφέρω. Μπορούσα να τα καταφέρω. Αλήθεια μπορούσα» λέω και ξαφνικά ένας κόμπος φράσει το λαιμό μου. Κατεβάζω το βλέμμα και προσπαθώ να μην κλείσω τα μάτια μου. Θα αρχίσω να κλαίω. Θα βάλω τα κλάματα μπροστά στον πιο ακατάλληλο άνθρωπο. Ωραίο επαγγελματισμό δείχνω. Τελικά έχει δίκιο. Είμαι απλώς…πώς με είχε χαρακτηρίσει; «Ένα κοριτσάκι με καλά πτυχία».
«Δεν είναι έτσι τα πράγματα αλλά σε ακούω» μου λέει. Παίρνω μια βαθιά ανάσα.
«Χθες το βράδυ με κάλεσε σπίτι του για να παρουσιάσω το πρότζεκτ» λέω και εικόνες περνάνε από μπροστά μου. Κλείνω τα μάτια. Το στομάχι μου σφίγγεται.
«Γιατί σπίτι του;» με ρωτάει εύλογα.
«Για να είναι εκτός ωρών εργασίας και να μη μας πάρει κανένα μάτι» του εξηγώ.
«Το αντιδεοντολογικό του πράγματος, το ότι με παρέκαμψες, μου είπες ψέματα και έδρασες πίσω από την πλάτη μου αγνοώντας τις εντολές μου θα το αναλύσουμε μετά. Προς το παρόν μίλα λίγο πιο γρήγορα. Με έχει πιάσει εκνευρισμός» λέει.
«Τι θες να σου πω; Είχε βάλει χαμηλή μουσική και δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον για το πρότζεκτ» λέω και κομπιάζω. «Σε κάποια φάση με άγγιξε φευγαλέα στο στήθος αλλά νόμιζα ότι ήταν κατά λάθος» του λέω και τελικά δεν συγκρατώ τα δάκρυά μου. Με κοιτάει εμβρόντητος. «Είναι τόσο μεγάλος…δεν περίμενα ποτέ…Δεν τον προκάλεσα. Αλήθεια σου λέω. Δεν έχω ιδέα τι μπορεί να σκέφτηκε» ψελλίζω αηδιασμένη. Ο Μπομόν έχει την ηλικία του πατέρα μου αν ζούσε ή του Λιούις!
«Σε πείραξε;» με ρωτάει πραγματικά εκνευρισμένος και σηκώνεται απότομα όρθιος. Τον σταματώ με μια αρνητική χειρονομία.
«Όχι, όχι. Απλώς τη δεύτερη φορά προσπάθησε να με φιλήσει και έτσι κατάλαβα τι άρρωστες ιδέες είχε. Σηκώθηκα και άρχισα να τρέχω προς την πόρτα. Με άρπαξε από το χέρι» του είπα και του έδειξα τον μελανιασμένο καρπό μου «και με τράνταξε. Μου είπε ότι έπρεπε να έχω καταλάβει τι ήθελε και άλλα χυδαία πράγματα» του λέω και συνεχίζω να κλαίω. «Μα γιατί πίστεψα ότι τον ενδιέφεραν οι ιδέες μου;» λέω μέσα στα αναφιλητά μου. Εκείνος συνεχίζει να βηματίζει νευρικά μπροστά μου κοπανώντας τη γροθιά του μέσα στην παλάμη του.
«Λυπάμαι που χρειάστηκε να μάθεις με αυτόν τον τρόπο ότι έχω πάντα δίκιο» λέει τελικά και γελάω μέσα στο κλάμα μου. Είναι απαράδεκτος. «Σταμάτησα τη συνεργασία μαζί του μαχαίρι όταν με ρώτησε αν είσαι καλή στο κρεβάτι» συνεχίζει και τον κοιτάω με ανοιχτό το στόμα. «Του εξήγησα ότι η συνεργασία μας δεν έχει τέτοιο χαρακτήρα και μου ζήτησε την άδεια να προσπαθήσει. Σταμάτησα να συνεργάζομαι μαζί του και εσύ πήγες πίσω από την πλάτη μου και δούλεψες για αυτόν. Κατάλαβες τι θα νόμιζε; Ότι ήξερες και ότι του προσφέρθηκες! Η ότι σε έστειλα εγώ!».
«Εγώ…δεν είχα ιδέα…μα πώς σκέφτεται έτσι ο κόσμος;» ψελλίζω και εκείνος κάνει μια γκριμάτσα.
«Πού ζεις; Ο χώρος μας έχει πολλά τέτοια. Μέχρι να καταξιωθείς πρέπει να προσέχεις. Είσαι νέα και…συμπαθητική» λέει. Τον κοιτάω νευριασμένη. Πες ένα «όμορφη»! Δεν κάνει τίποτα!
«Νιώθω τόσο βρώμικη» του λέω και ακούσια τρίβω το δέρμα μου. «Έκανα τρία ντους χθες το βράδυ. Θέλω συνέχεια να κάνω εμετό. Δεν θέλω να δω ούτε τον Κρις. Φοβάμαι κάθε άντρα. Πώς θα το ξεπεράσω;» μονολογώ. Εκείνος με ακούει με προσοχή.
«Εγώ σκέφτομαι ότι θα πρέπει να σε ανεχτώ άλλες πέντε μέρες» λέει ξαφνικά. Το ύφος του δείχνει ότι με πειράζει.
«Τι εννοείς;» ρωτάω.
«Εννοώ ότι σπαταλούσες το χρόνο για τον οποίο πληρώνεσαι αδρά από εμένα για να δουλεύεις για τον Μπομόν. Άρα πρέπει να επιμηκυνθεί κατά 50 ώρες το συμβόλαιό μας» καταλήγει.
«Κάνεις πλάκα; Δεν το εννοείς. Εσύ είσαι τρελός!» φωνάζω αλλά το ύφος του με σταματάει. Κάνει πλάκα.
«Τι θες να κάνω;» με ρωτάει τελικά και κάθεται στο γραφείο μου. Σηκώνω το κεφάλι  μου. Με κοιτάει σταθερά και κοκκινίζω. Έχει ένα διεισδυτικό βλέμμα που σε κάνει να νιώθεις γυμνή. «Θες να τον σαπίσω στο ξύλο; Θες να φροντίσω να μην πουλήσει ποτέ το βρωμοκτίριό του; Θες να του κάνω μήνυση; Θες να τον ξεφτιλίσω στο χώρο μας; Πες μου τι θες» μου λέει αποφασιστικά. Δε θέλω τίποτα, αλλά μου αρέσει που προσφέρεται να με προστατεύσει.
«Όχι, όχι, μην μπλεχτείς» του λέω και το εννοώ. Το φταίξιμο είναι 100% δικό μου.
«Ξέρεις πόσο σε αντιπαθώ» μου λέει και τον κοιτάω με μάτια δακρυσμένα. Γνέφω θετικά. Τα αισθήματα είναι αμοιβαία και ευτυχώς πολύ ειλικρινή. «Αλλά όποιος τα βάζει μαζί σου, θα πρέπει να είναι έτοιμος για πόλεμο».






Τετάρτη, 15 Απριλίου 2015

κεφάλαιο 13-λείπει ο γάτος και χορεύει η μίνι μάους

Τι όμορφη βδομάδα, σκέφτομαι την ώρα που φεύγω από το γραφείο μου εκείνη την Παρασκευή, κουρασμένη αλλά και χαρούμενη ταυτόχρονα. Τη Δευτέρα που πήγα στη δουλειά ο Διάβολος δεν ήρθε. Μου έστειλε ένα μήνυμα ότι είχε γρίπη και δεν τον είδα όλη τη βδομάδα. Κάπου την Τετάρτη πρέπει να ένιωσε καλύτερα, γιατί έφυγε για ένα ταξίδι-αστραπή στη Σκωτία. Το μόνο που μου ζήτησε ήταν να του στείλω κάτι λίστες που χρειαζόταν και να του κλείσω διαμονή. Διάλεξα ένα υπέροχο ξενοδοχείο στο κέντρο του Εδιμβούργου αλλά πολύ που τον ένοιαξε. Ούτε ευχαριστώ δε μου είπε. Το αποτέλεσμα της απουσίας του όμως είναι πολύ ευχάριστο. Είχα την ευκαιρία να δουλέψω στην υπόθεση Μπομόν και επιτέλους κατάφερα να την ολοκληρώσω. Πιστεύω ότι έχει πάει καλά. Ο κύριος Μπομόν δέχτηκε να με συναντήσει τη Δευτέρα κατά τις οκτώ το απόγευμα στο σπίτι του. Είναι μια ευτυχής συγκυρία. Δεν ήθελα να τον συναντήσω εργάσιμη μέρα και ώρα, αλλά ούτε και σε κάποιο εστιατόριο. Αν μας έπαιρνε κανένα μάτι θα το μάθαινε ο Ρεντ αμέσως ότι κάνω δουλειές πίσω από την πλάτη του. Το οποίο εν μέρει ισχύει, αλλά το κάνω για καλό. Αν πάνε καλά οι διαπραγματεύσεις θα κάνω δώρο στον Ρεντ ένα μεγάλο συμβόλαιο. Βασικά θα του το τρίψω στη μούρη, για να είμαι πιο συγκεκριμένη. Και μετά θα το καταθέσω σε ένα διαγωνισμό νεανικής επιχειρηματικότητας που δίνει μια φοβερή υποτροφία και σίγουρα θα κερδίσω. Αλλά αν δεν πάει καλά, δε θα το μάθει ποτέ, και έτσι δε θα ακούω συνέχεια «σου τα ‘λεγα εγώ»

Είμαστε λίγες μέρες πριν τις γιορτές και προσπαθώ να βάλω σε λίγη τάξη το πρόγραμμά μου. Ο Κρις θα λείπει και το πιο πιθανό είναι να πάω για γιορτές στη μητέρα μου. Χθες της ανέβηκε λίγο ο σφυγμός και την πήγαν στο νοσοκομείο αλλά ευτυχώς πήρε αμέσως εξιτήριο. Η Μάιρα με διαβεβαίωσε ότι όλα είναι καλά και έτσι ηρέμησα κάπως αν και ποτέ απόλυτα. Η καρδιά της μητέρας μου είναι σαν ωρολογιακή βόμβα, μας είχε πει κάποτε ένας καθηγητής καρδιολογίας. Και αυτό μου έκοψε τα πόδια.

Ευτυχώς αυτό το σαββατοκύριακο θα είναι στο Λονδίνο ο Κρις και έτσι είναι ευκαιρία να περάσουμε λίγο χρόνο μαζί. Το επόμενο Σαββατοκύριακο είναι Χριστούγεννα και θα λείπει στη Βιέννη. Του τηλεφωνώ βγαίνοντας στο δρόμο και εκείνος απαντάει αμέσως.
«Αγάπη μου!» λέει όλο χαρά και η καρδιά μου λιώνει. Είναι πολύ γλυκός. «Σε περίμενα!».
«Μόλις τέλειωσα και είπα να συνεννοηθούμε για τα σχέδιά μας απόψε» του λέω. Ακούω φασαρία από πίσω. Μάλλον δεν είναι μόνος.
«Πάμε για φαγητό στο μεξικάνικο; Και μετά λέω να κοιμηθώ σε σένα» λέει.
«Τέλεια ιδέα!» συμφωνώ αμέσως. Αυτό είχα στο νου μου.
«Και σου έχω καλά νέα! Θα λείπω από 24 μέχρι 29 Δεκεμβρίου, αλλά θα είμαι εδώ Πρωτοχρονιά» μου λέει και ενθουσιάζομαι. Ανέλπιστο νέο!
«Μα δεν είχες ένα ταξίδι; Τι έγινε;» τον ρωτάω.
«Ακυρώθηκε, αλλά θα πληρωθούμε κανονικά γιατί η υπαιτιότητα δεν είναι δική μας» μου λέει και τσιρίζω ενθουσιασμένη. «Αν δεν έχεις κανονίσει μπορούμε να αλλάξουμε το χρόνο μαζί» προτείνει.
«Μα αυτό είναι τέλειο νέο! Και φυσικά θα περάσουμε μαζί την Πρωτοχρονιά! Εγώ θα πάω Χριστούγεννα στη μητέρα μου και τις υπόλοιπες μέρες θα τις περάσουμε μαζί».
«Κοίτα…με έχουν καλέσει οι δικοί μου για γεύμα την πρωτοχρονιά αλλά θα λείψω μόνο για λιγάκι» μου λέει και η σπονδυλική μου στήλη τεντώνεται αυτόματα.  
«Ναι, ναι, φυσικά» λέω με πολύ κουλ ύφος αλλά από μέσα μου αναρωτιέμαι γιατί δεν με καλεί ποτέ να γνωρίσω τους δικούς του. Εγώ του έχω πει πολλές φορές να έρθει στο Μάντσεστερ αλλά αυτός λέει συνέχεια ότι δεν είναι έτοιμος. Αλλά το να με αφήσει μόνη πρωτοχρονιά ενώ εκείνος θα είναι με την οικογένειά του είναι λίγο αγένεια. Δεν επιμένω όμως. Έτσι είναι οι άντρες. Δεν έχουν τις ίδιες προτεραιότητες.
«Απογευματάκι μετά το γεύμα μπορούμε να πάμε στο παγοδρόμιο και μετά θέατρο» προτείνει.
«Όλο ωραίες ιδέες έχεις» του λέω και γελάμε.
Γυρνάω σπίτι μου και αφού κάνω ντους και ετοιμάζομαι για την παμπ όπου θα συναντήσω αργότερα τον Κρις και κάτι φίλες μου από το πανεπιστήμιο κάθομαι στο λάπτοπ μου για να βάλω τις τελικές πινελιές στην υπόθεση Μπομόν. Νομίζω ότι τα έχω σκεφτεί όλα και ανυπομονώ να κλείσω τη συμφωνία. Έχω αφιερώσει πολλές ώρες σε αυτό το έργο και είναι προσωπικό στοίχημα. Είναι η απόδειξη ότι μπορώ και μόνη μου.

Ανοίγω τα μέιλ μου. Με περιμένει ένα μήνυμα από τον Ρεντ. Μέχρι να ανοίξει προσεύχομαι να μου στέλνει ότι θα μείνει στη Σκωτία μέχρι να φωτογραφίσει το τέρας του Λοχ Νες.

Σου στέλνω αυτά τα αρχεία για να τα έχεις έτοιμα μέχρι τη Δευτέρα το πρωί. Πρέπει να ελέγξεις τις δύο πρώτες στήλες και μετά να γράψεις μια αναφορά περίπου 2.000 λέξεων για τη νέα προσφορά.
Λυπάμαι αν σου χαλάω τα σχέδια για το Σαββατοκύριακο.
Ντέιβιντ Ρεντ

Σφίγγω τα δόντια και παίρνω μια βαθιά ανάσα. Πέντε έξι ωρίτσες δουλειά είναι και τέλειωσα. Δεν έγινε τίποτα. Είναι φυσιολογικό σε μια απαιτητική θέση να προκύπτουν και αυτά. Και πληρώνομαι καλά για να είμαι συνεχώς στη διάθεσή του. Γιατί με εκνευρίζει τόσο όμως; Γιατί αναστατώνομαι κάθε φορά που στέλνει μέιλ; Επειδή ξέρω ότι έχει την εξουσία να μου αναθέσει ακόμα και κάτι υπεράνθρωπο;

Είμαι σίγουρη ότι δε λυπάσαι καθόλου :-P του γράφω και πατάω αποστολή. Δε θέλω να ξέρει ότι μου δυσκολεύει τη ζωή. Το παίζω άνετη. Κάποια στιγμή θα πείσω και τον εαυτό μου!



Τρίτη, 14 Απριλίου 2015

κεφάλαιο 12-τέλος η εκδρομή...

«Θεέ μου, τι ντροπή!» λέει ξεφυσώντας και εγώ χαμογελάω πονηρά. Για κάποιο λόγο όλη αυτή η συζήτηση μού φαίνεται πολύ διασκεδαστική.
«Σιγά το πράγμα» λέω με ηρεμία και προσπαθώ να καταπνίξω ένα γελάκι.
«Ε όχι δα και σιγά το πράγμα! Πήγαμε στον άνθρωπο και εσένα κόντεψε να σου ξεκολλήσει το σαγόνι από το χασμουρητό!» μου φωνάζει άγρια. Η αλήθεια είναι ότι έχει δίκιο, αλλά δεν είναι πια και το τέλος του κόσμου. Ευτυχώς έχουμε ήδη πάρει το δρόμο της επιστροφής και σε λίγες ώρες τελειώνει το μαρτύριο της γκρίνιας του.
«Ήμουν κουρασμένη» του λέω απλά και εκείνος γυρνάει και με κοιτάει θυμωμένος. Αμέσως στρέφει την προσοχή του στο δρόμο. Ευτυχώς.
«Σου είπα εκατό φορές το πρωί που ξυπνήσαμε να μείνεις στο κρεβάτι και να μην έρθεις» μου λέει και γνέφω. Ισχύει. «Σου είπα να ξεκουραστείς και ότι θα κατέγραφα τη συνομιλία με ένα πρόγραμμα που έχω στο κινητό μου. Η ουσία ήταν να έρθεις να κρατήσεις πρακτικά και να βοηθήσεις. Όχι να κάθεσαι σαν ζόμπι και να χασμουριέσαι. Ο άνθρωπος με κοιτούσε λες και ήμουν κανένας δουλέμπορος που σέρνει τη βοηθό του στη δουλειά ενώ εκείνη είναι…ανίκανη!»
«Μια χαρά σημειώσεις κράτησα. Όσο για το χασμουρητό, είναι ακούσια διεργασία και δεν μπορείς να την ελέγξεις. Σαν το βήχα και το φτέρνισμα» λέω όχι και πολύ πειστικά.
«Και κάνω του γαϊδάρου την υπομονή να μην σου πω ότι δεν έπρεπε να βγεις με τη φίλη σου την Παρασκευή αλλά είναι εξόφθαλμα ηλίθιο αυτό που έκανες» λέει μετά από μια μικρή παύση και γκαζώνει αλλάζοντας νευρικά λωρίδα. «Δεν έχεις δικαίωμα να δυναμιτίζεις έτσι μια τόσο μεγάλη επιχείρηση και να πλήττεις το κύρος μου επειδή είσαι κοινωνικά…αχόρταγη». Γελάω με την επιλογή λέξεων αλλά αμέσως αντιδρώ.
«Δεν έπληξα το κύρος σου επειδή χασμουρήθηκα. Ακόμα και κουρασμένη, είμαι η καλύτερη βοηθός που είχες ποτέ» λέω με απόλυτη σιγουριά. 
«Ναι, σίγουρα!» καγχάζει απότομα και τρομάζω. «Η καλύτερη βοηθός που είχα, που κάνει του κεφαλιού της και βγαίνει για ποτάκια. Γυρνάει κομμάτια και όλη η υπόλοιπη μέρα πάει κατά διαόλου. Και η επόμενη!»
«Πώς κάνεις έτσι; Δεν κράτησα σημειώσεις; Δεν πήγαν όλα πολύ καλά; Δεν πήρε ο πελάτης ένα περίφημο powerpoint; Δεν γυρνάμε πίσω νωρίς νωρίς ώστε να έχουμε χρόνο να ξεκουραστούμε μέχρι αύριο;» τον ρωτάω και πιστεύω ότι έχω δίκιο. Όλα κρίνονται εκ του αποτελέσματος, Σωστά;
«Το θέμα είναι να είμαστε προετοιμασμένοι και να αποφεύγουμε τους κινδύνους. Κι εσύ σήμερα δεν ήσουν σε επιφυλακή. Σε κάποια φάση που η συζήτηση πήρε περίεργη τροπή, έδειχνες τελείως εκτός τόπου και χρόνου. Αντί να βοηθήσεις, κόντευες να αποκοιμηθείς!».
«Κάθε φορά που επεμβαίνω για να βοηθήσω, μου λες να κοιτάω τη δουλειά μου» του υπενθυμίζω. «Αφού με θες άβουλη γραμματέα, αυτό θα είμαι».
«Άλλο να μην κάνεις του κεφαλιού σου, άλλο να κοιμάσαι όρθια!».
«Μα δυσκολεύτηκα τόσο να κοιμηθώ χθες βράδυ και…» ψελλίζω.
«Γιατί δυσκολεύτηκες; Μήπως ροχάλιζα;» ξινίζει τα μούτρα του. «Μήπως δε βολεύτηκες στο αφράτο κρεβάτι μου;» συνεχίζει την ειρωνεία. Η αλήθεια είναι ότι απόλαυσα τον ύπνο, αλλά άργησα να κοιμηθώ. Η ιδέα ότι εκείνος κοιμόταν τόσο κοντά μου με αναστάτωνε και το καρδιοχτύπι μου με έκανε να μείνω ξάγρυπνη μέχρι τα ξημερώματα.
«Όχι, όλα καλά» λέω και αλλάζω το σταθμό που ακούμε. Η ρομαντική μελωδία φαίνεται να μας κοροϊδεύει. Διαλέγω κάτι χορευτικό. «Απλώς δεν ένιωθα πολύ άνετα».
«Μη μου πεις ότι φοβόσουν μήπως σου ριχτώ;» γελάει ξαφνικά και με εκνευρίζει τόσο που θέλω να τον χαστουκίσω.
«Όχι, βέβαια. Έχεις ξεκαθαρίσει ότι δεν είμαι ο τύπος σου. Απλώς ήταν λίγο άβολο όλο αυτό…Τέλοσπάντων. Θα τσακωνόμαστε μέχρι να φτάσουμε Λονδίνο; Δε θα αντέξω τρεις ώρες γκρίνια».
«Αυτό που με κάνει έξαλλο είναι ότι δε σε νοιάζει να βελτιωθείς σαν άνθρωπος και επαγγελματίας. Κάνεις αυτό που θες και μόνο αυτό!» επιμένει εκείνος.
«Αν έκανα αυτό που ήθελα δε θα ήμουν εδώ τώρα» λέω ξερά.
«Μήπως θες να σταματήσω και να γυρίσεις με τα πόδια;» απαντάει ειρωνικά. Κοιτάω τριγύρω μου το άδειο τοπίο. Θεέ μου, αν έμενα εδώ πέρα μόνη μου, θα έβρισκαν το κοκαλάκι μου μετά από 50 χρόνια. Στην καλύτερη.
«Θέλω να σταματήσεις την γκρίνια και να ταξιδέψουμε ήρεμα» λέω αποφασιστικά. Το εννοώ. Διασκεδάζω όταν τσακωνόμαστε αλλά αυτή τη στιγμή έχω αρχίσει να κουράζομαι.
«Έχεις δίκιο» μου λέει τελικά και γυρνάει φευγαλέα προς το μέρος μου. Δείχνει κι αυτός κουρασμένος. Μέσα στο ατελείωτο εγωισμό μου ξέχασα να σκεφτώ πόσο δύσκολο θα ήταν για εκείνον να κοιμηθεί στον καναπέ.

Οδηγεί μέσα στην απόλυτη σιωπή εκτός από μερικά διαλείμματα διαλόγων ίσα ίσα για να μην γιγαντωθεί η αμηχανία. Με ρωτάει αν θέλω να σταματήσουμε για καφέ, αν έχω κανονίσει κάτι για το βράδυ και μου προτείνει να πάρω τη Δευτέρα ρεπό μιας και με απασχόλησε το Σαββατοκύριακο. Του απαντώ αρνητικά και στα τρία αλλά δε δείχνει να σοκάρεται. Σήμερα ήμουν όντως σαν ζόμπι, αλλά αγαπώ τη δουλειά μου και δεν διανοούμαι να πάρω ρεπό εφόσον δεν είμαι άρρωστη.
«Εσύ τι θα κάνεις το βράδυ;» ρωτάω για να σπάσει λίγο πάγος. Του τείνω μια μπάρα δημητριακών για να φάει κι αυτός κάτι. Με αιφνιδιάζει δαγκώνοντας κατευθείαν ένα κομμάτι από την άκρη. Το χέρι μου τινάζεται νευρικά από το ανεπαίσθητο άγγιγμα των χειλιών του στα δάχτυλά μου. Χαμογελάει. Το κάθαρμα ξέρει τι επίδραση έχει στις γυναίκες. Ακόμα και σε αυτές που τον αντιπαθούν.
Δαγκώνω την υπόλοιπη μπάρα και σιγομουρμουρίζω το τραγούδι που παίζει στο ράδιο.
«Νόμιζα ότι με σιχαίνεσαι» μου λέει πριν προλάβω να καταπιώ. Τα λόγια του είναι διφορούμενα. Είναι δεξιοτέχνης στα λογοπαίγνια. Η αλήθεια είναι ότι η κίνησή μου δείχνει λίγη περισσότερη οικειότητα από αυτή που θέλουμε να παραδεχτούμε.
«Κοιμηθήκαμε μαζί. Απλώς πάω τη σχέση μας στο επόμενο στάδιο» του λέω με ήρεμο τόνο. Τον ακούω να γελάει και γελάω κι εγώ μαζί του. Όταν γελάει με την καρδιά του, σε παρασέρνει.

Παρκάρει έξω από το διαμέρισμά μου και βγάζει την αποσκευή μου από το αμάξι. Επιμένει να την ανεβάσει ως πάνω αν και εγώ του λέω ότι δε χρειάζεται. Ανοίγω την πόρτα του διαμερίσματός μου και εκείνος ακουμπάει την τσάντα μέσα. Κοιτάει διερευνητικά το χώρο για μερικά δευτερόλεπτα, μετά εμένα και ανέκφραστος με καληνυχτίζει. Με μια μικρή υπόκλιση του κεφαλιού, χάνεται από μπροστά μου.

Κλείνω την πόρτα πίσω του και σωριάζομαι στον καναπέ μου. Ο μόνος παρθένος χώρος που είχα τώρα μολύνθηκε από την παρουσία του. Γιατί με ενδιαφέρει ξαφνικά αν του άρεσε η διακόσμηση; Με κάνει να νιώθω τόσο κατώτερη. Μου τη σπάει αυτό. Αυτός σίγουρα θα έχει δάπεδα από όνυχα και επιχρυσωμένη μπανιέρα.


Μπαίνω για ένα καυτό ντους και τηλεφωνώ στον Κρις. Επιτέλους χαλάρωση.

Παρασκευή, 10 Απριλίου 2015

Koritsakia m!

Διαβάστε δύο κεφαλαιάκια από εμένα για εσάς με πολλή αγάπη!
Ελπίζω να περάσετε τέλεια τις γιορτές! Θα ξαναγράψω την Τρίτη μάλλον! 
Εκτός αν βαρεθώ αφόρητα και γράφω παράλληλα με το σούβλισμα του αρνιού!

Καλό Πάσχα, αγαπημένες μου!



ΥΓ. Πολύ μου αρέσει ο άντρας αυτής της ιστορίας!

Κεφάλαιο 11-ζζζζζζ

Μπανγκ, μπανγκ, μπανγκ!

«Τι στο διάολο» ακούω να λέει και με το που ανοίγει την πόρτα του δωματίου του ξεχνάω το λόγο για τον οποίο ήρθα μέχρι εδώ μέσα στη νύχτα. Είμαι σίγουρη ότι ο λόγος ήταν πολύ σημαντικός. Αλλά πώς μπορώ να σκεφτώ όταν στέκεται μπροστά μου φορώντας μόνο ένα μαύρο μποξεράκι; Το σώμα του είναι περίπου 10 φορές καλύτερο από αυτό που φανταζόμουν, γυμνασμένο και δυνατό, σαν ένα τεράστιο κομμάτι γρανίτη φτιαγμένο για αμαρτίες. Ουάο. «Τι κάνεις εδώ;» με ρωτάει εκνευρισμένος και αρπάζει ένα φανελάκι. «Σταμάτα να με κοιτάς έτσι» με διατάζει και εγώ μπαίνω στο δωμάτιό του. Μυρίζω στον αέρα το άρωμά του και κάτι άλλο. Θαλπωρή κρεβατιού.
«Συγγνώμη, δεν ήξερα ότι είχες τατουάζ» του λέω τάχαμ αδιάφορα ενώ μέσα μου ξέρω ότι ούτε καν πρόσεξα τι απεικόνιζε.
«Τι στο καλό κάνεις εδώ και μάλιστα ντυμένη έτσι;» με ρωτάει νευρικά και δείχνει το σατέν νυχτικό μου. Δεν είναι προκλητικό, αλλά κολλάει πάνω μου και μπορεί κάποιος με φαντασία να το θεωρήσει σέξι. Σίγουρα όχι αυτός.
«Τι ξενοδοχείο είναι αυτό ακριβώς;» του επιτίθεμαι τελικά. «Είσαι τόσο τσιγκούνης που πήγες και έκλεισες σεξοξενοδοχείο για να γλυτώσεις λεφτά;» επιμένω. Το μισάνοιχτο στόμα του μου δείχνει ότι δεν καταλαβαίνει τι λέω.
«Έχω κλείσει ποτέ ξενοδοχείο με λιγότερο από τέσσερα αστέρια; Τι λες βραδιάτικα; Έβλεπες κάποιον εφιάλτη; Άσε με να κοιμηθώ» λέει και με σπρώχνει προς την πόρτα αλλά δεν κουνιέμαι από τη θέση μου.
«Κι εγώ θέλω να κοιμηθώ αλλά δεν μπορώ!» φωνάζω μέσα στη νύχτα και τον βλέπω να αναστατώνεται.
«Μη φωνάζεις! Θα μας κάνουν παρατήρηση!» λέει και χασμουριέται.
«Σε εμένα θα κάνουν παρατήρηση;» λέω εκνευρισμένη και σταυρώνω τα χέρια στο στήθος γιατί ξαφνικά νιώθω αμηχανία για την εμφάνιση μου. «Εδώ οι διπλανοί μου προσπαθούν να σπάσουν το ρεκόρ ουρλιαχτών κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής πράξης!» του λέω επιτέλους το λόγο για τον οποίο ήρθα. «Κάνουν σεξ εδώ και δύο ώρες και κοπανιούνται, στριγγλίζουν, βογγάνε και γενικά…δε με αφήνουν να κοιμηθώ! Και είμαι πολύ κουρασμένη!» του λέω και η φωνή μου αρχίζει να τρέμει. Εδώ και δύο ώρες προσπαθώ να ηρεμήσω και αυτοί οι δίπλα κάνουν ό,τι μπορούν για να μην κοιμηθώ. Αλήθεια είμαι κουρασμένη και θέλω να χαλαρώσω λιγάκι.
«Βάλε ωτοασπίδες» μου λέει και ξέρω ότι από μέσα του γελάει. Δείχνει πολύ εύθυμος.
«Δεν έχω! Λες να μην το σκέφτηκα;» θυμώνω με την προφανή ιδέα του. «Αυτοί οι δύο όμως ουρλιάζουν τόσο που δεν θα ωφελούσε! Θεέ μου, πόση υποκρισία πια!» λέω και κάθομαι σε ένα σκαμνάκι με το κεφάλι σκυφτό. Εκείνος κάθεται στο κρεβάτι του και με κοιτάει.
«Τι εννοείς;» ρωτάει με περιέργεια.
«Εννοώ ότι κανείς φυσιολογικός άνθρωπος δεν κάνει τόσους ήχους στο σεξ! Σίγουρα αυτή δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας για να μην τον στενοχωρήσει!» αναλύω τη σκέψη μου. Συνεχίζει να με κοιτάει προβληματισμένος.
«Φυσικά και υπάρχουν γυναίκες που φωνάζουν στο σεξ και το εννοούν» λέει ήρεμα. Πώς πήρε τέτοια εξέλιξη η συζήτηση;
«Δεν το πιστεύω» επιμένω και τον κοιτάω.
«Μάλλον ο Κρις δεν είναι καλός εραστής» λέει χαμογελαστός.
«Μια χαρά είναι ο Κρις. Και απολαμβάνω το σεξ μαζί του. Δε χρειάζεται να μας ακούει όλο το τετράγωνο».
«Καμιά φορά δεν είναι θέμα επιλογής. Σου βγαίνει…φυσικά» λέει και συνεχίζει να χαμογελάει με έναν τρόπο που με κάνει να τρέμω. Άθλιο κάθαρμα.
«Να υποθέσω λοιπόν ότι ούτε εσύ είσαι καλός εραστής;» τον προκαλώ και με κοιτάει ξαφνιασμένος.
«Από πού βγαίνει αυτό το συμπέρασμα;»
«Δεν έχω ακούσει καμία από αυτές που μπαινοβγαίνουν στο γραφείο σου να ουρλιάζει!»
«Μα τι λες;» ρωτάει σοκαρισμένος. «Πιστεύεις ότι κάνω σεξ μέσα στο γραφείο μου;».
«Γιατί όχι;» ρωτώ ήρεμα. Παραμένει κεραυνοβολημένος.
«Με σένα έξω;» με ρωτάει μπερδεμένος. «Πιστεύεις ότι θα έκανα σεξ μέσα στο γραφείο μου ενώ εσύ είσαι έξω και δουλεύεις; Για πόσο κάθαρμα με έχεις περάσει;»
«Για πολύ» απαντάω χιουμοριστικά αλλά στην πραγματικότητα με έχει ντροπιάσει με την απάντησή του. Μήπως τον παρεξηγώ πολλές φορές;
«Ωραία. Τώρα που το ξεκαθαρίσαμε, μπορώ να κοιμηθώ;» λέει και σηκώνεται. Είναι προφανές ότι θέλει να φύγω.
«Μα νυστάζω και δίπλα δεν μπορώ να κοιμηθώ!» επιμένω.
«Πάρε να δεις αν έχουν άλλο δωμάτιο» λέει και γνέφω.
«Το έκανα ήδη. Είναι όλα κλεισμένα. Εσύ φταις που διάλεξες αυτό το ηλίθιο ξενοδοχείο. Πήγαινε να κοιμηθείς στο δωμάτιό μου και θα κοιμηθώ εγώ εδώ!» προτείνω και ελπίζω να δεχτεί.
«Μα τι λες, τρελή γυναίκα;» γελάει. «Γιατί να ταλαιπωρηθώ εγώ; Στην τελική εσύ διάλεξες πρώτη δωμάτιο. Άσε με στην ησυχία μου!» λέει και ξαπλώνει στο κρεβάτι του. Τραβάει τα σκεπάσματα και προσποιείται ότι κοιμάται.
«Είσαι ανυπόφορος. Το ξέρεις;» τον ρωτάω. Δεν απαντάει αμέσως.
«Κάτι μου έχεις πει» λέει ειρωνικά.
«Τι να κάνω; Βρες μια λύση. Δεν έχεις ιδέα τι θόρυβο κάνουν!» του λέω παρακλητικά.
«Έλεος πια!» λέει νευριασμένος και σηκώνεται. «Κοιμήσου στο κρεβάτι μου και εγώ θα κοιμηθώ στον καναπέ!» λέει παραχωρητικά και ξαπλώνει στον καναπέ.
«Μα δε θα χωρέσεις. Είσαι τόσο ψηλός…» λέω ντροπαλά. «Καλύτερα να κοιμηθώ εγώ στον καναπέ και εσύ στο κρεβάτι σου».
«Επιμένω. Κοιμήσου στο κρεβάτι μου και θα κοιμηθώ εγώ στον καναπέ ή στο πάτωμα. Μόνο σταμάτα να περιφέρεσαι και να με εκνευρίζεις!» μου λέει τελικά και συμμορφώνομαι. Χώνομαι στο ζεστό κρεβάτι του και το μυαλό μου παίζει παράξενα παιχνίδια. Μυρίζει Διάβολο εδώ μέσα. Είναι σχεδόν σαν να είμαι στην αγκαλιά του. Σχεδόν. Εκείνος προσπαθεί να βολευτεί και τα καταφέρνει κάπως, αλλά τα πόδια του κρέμονται. Πώς θα κοιμηθεί έτσι;
«Μα θα είσαι άνετα;» ρωτάω μετά από μερικά δευτερόλεπτα.
«Τι αμαρτίες πληρώνω ο έρημος;» αναφωνεί εκείνος.
«Η μόνη λύση είναι να κοιμηθούμε μαζί αλλά προσπαθώ να φανώ κύριος. Έχεις σχέση και εγώ…τελοσπάντων. Παράτα με ήσυχο να κοιμηθώ» λέει και ντρέπομαι ειλικρινά. «Θα τα πούμε αύριο» συμπληρώνει τελεσίδικα.
«Καληνύχτα, Ντέιβιντ» του λέω τελικά.
«Καληνύχτα, Ελιζαμπέτα» μου λέει. Σε λίγο η αναπνοή του ακούγεται ρυθμική.