Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τρίτη, 31 Μαρτίου 2015

Κεφάλαιο 5-κανέλα ή σοκολάτα;

ΘΑ ΠΕΡΑΣΩ ΣΤΙΣ ΟΚΤΩ, ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΕΤΟΙΜΗ είναι το μήνυμα που λαμβάνω στο κινητό μου. Δυσκολεύομαι να καταλάβω τι εννοεί μιας και είμαι πολύ απορροφημένη στις σκέψεις μου. Μαζεύω ακόμα τα ρούχα στο μικρό βαλιτσάκι μου και δεν έχω ξεπεράσει το μεσημεριανό σοκ.
ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ του απαντάω μονολεκτικά και φυσικά δεν ξαναστέλνει. Τρέμω το αυριανό μαρτύριο. Συνήθως ταξιδεύουμε με αεροπλάνο και με όλες τις διαδικασίες πριν και μετά ουσιαστικά δε μένει ελεύθερος χρόνος για να…μη μιλήσουμε. Η αμηχανία είναι μικρότερη. Αύριο όμως θα είμαστε τέσσερις ώρες μέσα στο αμάξι και μετά μισή ώρα μέσα σε ένα μικρό σκάφος. Τι θα λέμε; Και ειδικά μετά από όσα έγιναν χθες. Βράζω ολόκληρη.

Μου έσπειρε αμφιβολίες το κάθαρμα. Αυτό είναι που με πείραξε περισσότερο. Ότι έφερε στην επιφάνεια σκέψεις που έχω κάνει κι εγώ για τη σχέση μου. Μπορεί να παραβλέπω πολλά και μπορεί να είμαι γενικά καλόβολη και ολιγαρκής αλλά δεν γίνεται να αγνοήσω το γεγονός ότι ο Κρις δε με διεκδικεί. Ξεφυσσάω δυνατά αλλά ο κόμπος στο στομάχι μου δεν χαλαρώνει.

Ξαπλώνω νωρίς και στις εφτά και μισή ξυπνάω από τον ήχο του ξυπνητηριού μου. Κάνω στα γρήγορα ένα ντους, μαζεύω τα μαλλιά μου κοτσίδα αντί για να τα αφήσω κάτω, φοράω ένα αγαπημένο μου τζιν και ορειβατικά μποτάκια, ένα πουλόβερ και μακρύ μπουφάν. Βάζω μπόλικη ενυδατική για το κρύο και λιπ μπαλμ. Είναι παρά δέκα και είμαι έτοιμη. Συγυρίζω λίγο το σπίτι και στις οκτώ ακριβώς κατεβαίνω κάτω. Με περιμένει μέσα στην μπλε Aston Martin Vanquish του. Το λατρεύω αυτό το αμάξι. Είναι το αγαπημένο μου από όλα όσα έχει. Δεν έχω ξαναμπεί εδώ μέσα. Μόνο σε μια Ferrari κόκκινη που έχει. Είχαμε πάει σε μια εκδήλωση μαζί.

«Καλημέρα, Ελιζαμπέτα» μου λέει και βγαίνει από το αμάξι για να πάρει το βαλιτσάκι μου και να το τακτοποιήσει στο πορτ μπαγκάζ. Κάτι νιώθω στο στομάχι μου. Είναι αυτό το ίδιο καυτό συναίσθημα που με πλημμυρίζει κάθε  φορά που τον ακούω να λέει το όνομά μου. Προφέρει σπάνια το μικρό μου, αλλά το κάνει με έναν τρόπο που με κάνει να ανατριχιάζω.
«Ελίζαμπεθ είναι το όνομά μου» τον διορθώνω για πολλοστή φορά. «’Η έστω Ελίζα, Λιζ ή Λίζι. Αυτό το Ελιζαμπέτα πώς έχει προκύψει, δεν καταλαβαίνω» του λέω και βολεύομαι δίπλα του. Φοράω τη ζώνη μου.
«Να σταματήσω για καφέ ή έχεις πιει;» με ρωτάει χωρίς να μπει στον κόπο να απαντήσει.
«Σταμάτησε αν μπορείς, αλλά σε καμιά ωρίτσα» του λέω και τον κοιτάω διακριτικά. Φοράει κι αυτός τζιν και ένα τέλειο κασμιρένιο ζιβάγκο. Δεν έχει ξυριστεί και είναι πιο σέξι από ποτέ. Και το άρωμά του…αψύ κι αυθάδικο όπως εκείνος.
«Μάλιστα» λέει και βάζει μπρος. Η οδήγησή του είναι ακριβής και μετρημένη. Τα δάχτυλά του, μακριά και δυνατά κρατούν το τιμόνι με σιγουριά. Τι στο καλό, μαλώνω τον εαυτό μου. Γιατί σκέφτομαι έτσι σήμερα;
«Θα σου πρότεινα να μοιραστούμε την οδήγηση αλλά φοβάμαι με αυτό το πράγμα που έφερες» του λέω και δείχνω το πολυτελές εσωτερικό με το λευκό δέρμα και τους ατελείωτους αυτοματισμούς.
«Ευχαριστώ, αλλά μου αρέσει η οδήγηση» λέει σοβαρά. Εκπλήσσομαι. Δε θα γελάσει; Δε θα με κοροϊδέψει; Δε θα μου πει ότι τα χέρια μου είναι μίασμα για το τιμόνι του και το πόδι μου ντροπή για το πεντάλ του;
«Καλώς, Ντέιβιντ» του λέω και με κοιτάει παραξενεμένος. Η προσοχή του στρέφεται ξανά στο δρόμο. Μάλλον αποφεύγω κι εγώ να λέω το όνομά του, σκέφτομαι και χαμογελώ.
Διαλέγει ένα σιντί με κλασική μουσική και οι χαλαροί ήχοι με κάνουν να αποκοιμηθώ. Στις εννιά και μισή, με ξυπνάει εκείνος με ένα απαλό σκούντημα στον ώμο.
«Συγγνώμη που σε ξυπνάω, αλλά θέλω λίγο καφέ» μου λέει και κοιτάω μπροστά μου ένα μικρό καφέ στην άκρη του δρόμου. Αργώ να συνειδητοποιήσω πού βρίσκομαι. Με κοιτάει σκυμμένος από πάνω μου και για κάποιον λόγο ένα ηλίθιο χαμόγελο ανθίζει στα χείλη μου.
«Μισό λεπτό, κατεβαίνω» ψελλίζω. Εκείνος συνεχίζει να με κοιτάει και τελικά μου λέει ότι δε χρειάζεται. «Όχι, όχι» επιμένω. «Θα πάμε μαζί».

Βγαίνει αστραπιαία από το αμάξι και μου ανοίγει την πόρτα. Δε δείχνω έκπληκτη αν και μου αρέσει που τουλάχιστον είναι τζέντλεμαν. Μπαίνουμε στην καφετέρια και παραγγέλνουμε δυο καπουτσίνο με μαύρη ζάχαρη (το μόνο μας κοινό είναι ο τρόπος που πίνουμε τον καφέ μας), ένα μάφιν με σοκολάτα και μια μπάρα δημητριακών. Κάνω να πληρώσω αλλά με σταματάει με μια δολοφονική ματιά.

Επιστρέφουμε στο αμάξι αφού με ρωτάει αν θέλω να πάω τουαλέτα και τον διαβεβαιώνω ότι κρατιέμαι. Με προειδοποιεί ότι δε θα ξανασταματήσει κι εγώ ανασηκώνω τους ώμους αδιάφορα.
«Αν κουραστείς να μου το πεις. Θα προσπαθήσω να μη στουκάρω το αμάξι σου» του λέω τελικά και εκείνος γελάει.
«Αν πάνε τα πράγματα καλά θα σε αφήσω να το οδηγήσεις στην επιστροφή» λέει και κάνει μια γκριμάτσα αστεία. Γελάω.
«Τι θα κάνουμε εκεί που πάμε;» ρωτάω για να αλλάξω θέμα. Παρατηρώ το προφίλ του ενώ οδηγεί και με δυσκολία παίρνω το βλέμμα μου από τα υπέροχα χαρακτηριστικά του.
«Μόλις φτάσουμε Λίβερπουλ θα κάνουμε αμέσως τσεκ ιν στο ξενοδοχείο και μετά θα πάμε στο νησί με το σκάφος για να προλάβουμε το φως. Θα πρέπει να συντάξουμε μια πλήρη περιγραφή του νησιού και των εγκαταστάσεων που θα βρούμε εκεί. Να βγάλουμε φωτογραφίες, να πάρουμε μέτρα, να μιλήσουμε με μερικούς δικηγόρους και να πάρεις πρακτικά και…»
«Φτάνει!» τον σταματώ γελώντας. «Φοβάμαι ότι δε θα μας φτάσει το τριήμερο».
«Κυριακή έξι το απόγευμα θα είμαστε σπίτια μας» με διαβεβαιώνει. «Έχω κάτι υποχρεώσεις στο Λονδίνο».
«Ξέρω, τη Λιάνα» του λέω ξερά. Εγώ της μετέφερα το μήνυμα για τη συνάντησή τους. Εγώ άκουσα τα τσιριχτά στο τηλέφωνο και την ατάκα «είμαι η πιο ευτυχισμένη γυναίκα στον κόσμο». Μπλιαχ.
«Εσύ δεν έχεις να βγεις με τον φανταστικό σου φίλο;» με ρωτάει και συνειδητοποιώ ότι επιμένει στην κακία του. Βγάζω το κινητό μου από την τσάντα μου. Του κολλάω την οθόνη στη μούρη για να δει μια φωτογραφία όπου ο Κρις με φιλάει στο μάγουλο.
«Ο αδερφός σου;» με ρωτάει εκείνος ειρωνικά. Ξεφυσάω. Είναι ζώον.
«Σου φαίνεται τόσο παράλογο να αρέσω σε κάποιον;» ρωτάω ειρωνικά προσπαθώντας να κρύψω το πόσο με έχει πειράξει όλο αυτό.
«Τι να σου πω;» λέει αργά και αλλάζει σιντί. Διαλέγει κάτι ρυθμικό. «Δεν είσαι και άσχημη» λέει αδιάφορα. «Απλώς είσαι λίγο…εκνευριστική» μου λέει και αρχίζω να γελάω. Με ειλικρινές κέφι.
«Εγώ είμαι η εκνευριστική;» τον ρωτάω και συνεχίζω να γελάω. «Εσύ είσαι ο πιο αντιπαθητικός άνθρωπος σε αυτόν τον πλανήτη!».
«Πολύ χαίρομαι» μου λέει χαμογελαστός «που η αντιπάθεια είναι αμοιβαία».



4 σχόλια:

  1. Είναι καταδικασμένοι και οι δύο. Την έχουν δαγκώσει πολύ άσχημα. Ειδικά το ψώνιο ο τύπος. Κατερίνα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Στην αρχή του κεφάλαιυ μπερδεύτηκα ηταν τοσο ευγενικός κ γλυκομιλητος αλλΑ μετά βρήκε τον εαυτό του πάλι

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. μμμ... ξέρεις τι λένε για τα μεγάλα μίση και τους μεγάλους έρωτες...... χαχαχα θα συμφωνήσω με την Κατερίνα.... είναι καταδικασμένοι!!!!!!!!!!!!!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή