Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2015

κεφάλαιο 4-επιθεώρηση εργασίας

«Ελπίζω να ξέρεις ότι πρέπει να φέρεις άνετα ρούχα μαζί σου» μου πέταξε την Πέμπτη το πρωί, μία μέρα πριν φύγουμε για Λίβερπουλ.
«Κι εγώ που έλεγα να ταξιδέψω με μια τουαλέτα…» απαντώ γλυκά. Εκείνος με στραβοκοιτά.
«Και άνετα παπούτσια. Μη σπάσεις κανά πόδι και τρέχουμε» συνεχίζει.
«Με συγκινεί το ενδιαφέρον σου. Θα φέρω ό,τι μου πεις» λέω και εκείνος αμέσως μου γυρίζει την πλάτη και κλείνεται στο γραφείο του μέχρι το μεσημέρι.
Κατά τη μία πάω σε ένα κοντινό μαγαζί να τσιμπήσω κάτι και κατά τη μιάμιση που γυρνάω στο γραφείο και χτυπάω την πόρτα του γραφείου του για να δω αν πεινάει και αν θέλει να του παραγγείλω κάτι (πάντα το κάνω αυτό γιατί αυτός είναι ικανός από την πολλή δουλειά να ξεχαστεί και να ψοφήσει από την πείνα) ακούω μια αντρική φωνή. Ο Λιούις!
«Πέρνα, κορίτσι μου» ακούω την ευγενική φωνή του πατέρα του αφεντικού μου. Τον χαιρετώ με χειραψία αλλά αυτός με φιλάει στο κεφάλι πατρικά.
«Πω πω τι όμορφο κορίτσι είσαι εσύ» μου λέει και κοκκινίζω. Ο Διάβολος με κοιτάει σα να μη με έχει ξαναδεί.
«Να σας παραγγείλω κάτι;» ρωτάω το αφεντικό μου κι εκείνος γρυλίζει κάτι που νομίζω ότι σημαίνει ότι δεν πεινάει.
«Ο Ντέιβιντ μού είπε ότι θα λείπετε το Σαββατοκύριακο και πολύ λυπήθηκα» είπε ο Λιουις και ξανακάθισε στην καρέκλα του. Εγώ στέκομαι όρθια ακόμα.
«Για ποιο πράγμα;» ρωτώ μπερδεμένη.
«Η Μιράντα θέλει  πολύ να έρθεις για δείπνο ένα βράδυ. Το λέει συνέχεια σε αυτόν εδώ τον ανάποδο» δείχνει τον Ντέιβιντ «αλλά αυτός ποτέ δε σε προσκαλεί».
«Αυτό είναι πολύ ευγενικό» απαντώ και από μέσα μου ευγνωμονώ το αφεντικό μου. Συμπαθώ πολύ τον Λιούις και τη Μιράντα και εκείνοι κάθε φορά που με βλέπουν κάνουν σαν τρελοί από χαρά αλλά νιώθω υποχρεωμένη απέναντί τους και ντρέπομαι αρκετά όταν τους συναναστρέφομαι. Είναι φυσικά και τόσο πλούσιοι που είμαι τελείως έξω από τα νερά μου όταν πάω σπίτι τους.
«Λέγαμε γι’ αυτό το Σαββατοκύριακο που θα είναι και η Ιλέιν, αλλά…» σούφρωσε τα χείλη του ο ασπρομάλλης άντρας.
«Ήρθε επιτέλους η μικρή σου αδερφή;» ρωτώ το αφεντικό μου που χαμογελάει διακριτικά.
«Το φαινόμενο Ελ Νίνιο να λες καλύτερα» γελάει ο πατέρας του. Η Ιλέιν είναι 27 χρόνων, δηλαδή τρία χρόνια μεγαλύτερη από μένα και το μόνο που κάνει είναι να ταξιδεύει και να ξοδεύει χρήματα.
«Γύρισε για να δουλέψει στην εταιρεία του πατέρα» λέει ο Διάβολος.
«Δεν την παίρνεις εσύ;» λέει ο πατέρας του και ο Διάβολος γελάει.
«Ούτε να το διανοηθείς!»
Χαμογελώ διακριτικά και σκέφτομαι να αποσυρθώ αλλά ο Λιούις με διακόπτει.
«Λοιπόν, την άλλη βδομάδα εμείς θα λείπουμε αλλά θα παραθέσουμε ένα δείπνο μια μέρα μετά τα Χριστούγεννα και θέλουμε να έρθεις. Και φυσικά, θέλουμε να γνωρίσουμε και τον Κρις σου!» λέει και ακούω το αφεντικό μου να καγχάζει. Τον καρφώνω με ένα άγριο βλέμμα,
«Τι σημαίνει αυτό;» Τον ρωτάω. Ο πατέρας του τον αγριοκοιτάζει προειδοποιητικά.
«Σημαίνει ότι εγώ τους λέω εδώ και καιρό ότι δεν υπάρχει Κρις» συνεχίζει να γελάει και τον κοιτάω απορημένη.
«Και πώς βγήκε αυτό το συμπέρασμα;» ρωτάω εκνευρισμένη. Ο Λιούις προσπαθεί να μας διακόψει αλλά εμείς δεν του δίνουμε σημασία.
«Δεν τον έχω δει ποτέ» μου λέει και σηκώνει το ένα δάχτυλο. Μετά το δεύτερο. «Δε σου έχει στείλει ποτέ λουλούδια. Είσαι πάντα διαθέσιμη να ταξιδέψεις μαζί μου και, ειλικρινά τώρα, δε φαίνεσαι να λάμπεις από ευτυχία» μου λέει και με κοιτάει με ένα αυτάρεσκο βλέμμα. Τον μισώ. Ειλικρινά τον μισώ. Θέλω να τον χαστουκίσω. Με λίγες μόνο λέξεις με ξεφτίλισε σε κάθε επίπεδο.
«Είναι διακριτικός, δεν μου αρέσουν τα λουλούδια, μου αρέσει η δουλειά μου, μου λείπει βιταμίνη C» του λέω και αφού χαιρετώ νευρικά τον Λιούις βγαίνω από το γραφείο του και κάθομαι στο δικό μου. Ακούω τον πατέρα του να φωνάζει αλλά  ο Διάβολος δεν φαίνεται να στενοχωριέται και πολύ.

Συγκεντρώνομαι στην οθόνη χωρίς να διαβάζω. Δε θα κλάψω, όχι δε θα κλάψω. Πάνε σχεδόν οκτώ μήνες από την τελευταία φορά που έκλαψα. Στην αρχή έκλαιγα κάθε μέρα. Στην τουαλέτα, στο σπίτι μου, κάτω από το γραφείο. Με τον καιρό συνήθισα τη σκληρή στάση απέναντί μου και σταμάτησα να το παίρνω προσωπικά. Σήμερα όμως το παράκανε. Με χτύπησε σε αδύναμα σημεία και επιπλέον απέσπασε και την επιβεβαίωση ότι μου αρέσει η δουλειά μου. Του λέω συχνά πυκνά ότι ανυπομονώ να φύγω και σήμερα του πέταξα ότι μου αρέσει να δουλεύω εδώ. Άρα και μαζί του. Είναι ο πραγματικά Διάβολος. Σφίγγω και ξεσφίγγω ρυθμικά ένα μπαλάκι που έχω για τέτοιες περιπτώσεις. Έχει φθαρεί και πρέπει να πάρω καινούργιο. Πώς του επιτρέπω να μου μιλάει έτσι; Πόσο όμορφα ήταν τον πρώτο καιρό που ξεκίνησα στην εταιρεία και αυτός ο ηλίθιος έλειπε στο εξωτερικό. Γιατί επέστρεψε; Γιατί να τύχει αυτός σε μένα;

«Κορίτσι μου, άσε τον να λέει ό,τι θέλει» μου λέει ο Λιούις χαμογελώντας ζεστά και ανταποδίδω το πλατύ χαμόγελο. «Έτσι όπως το πάει θα μείνει μια ζωή μόνος του με την κακία του».
«Ε όχι και μόνος του» γελάω εγώ. Ο πατέρας του ξέρει ότι δεν είναι ακριβώς…ασκητής.
«Η μητέρα του κι εγώ τον πιέζουμε να παντρευτεί αλλά αυτός επιμένει ότι δεν είναι για γάμο. Να δεις που θα τσιλημπουρδίζει μέχρι τα 60 και μετά θα θυμηθεί να παντρευτεί» μου λέει. «Εσύ πάντως να έρθεις σπίτι τα Χριστούγεννα και θα χαρούμε πολύ να φέρεις τον Κρις».
«Ο Κρις θα λείπει σε ταξίδι» του λέω και σουφρώνω τα χείλη. Ελπίζω να μη πιστεύει κι ο Λιούις τα ίδια.
«Τότε έλα μόνη σου» μου λέει και αφού μου χαϊδεύει φευγαλέα τα μαλλιά φεύγει από το γραφείο μου. Κάθομαι βαριά στην καρέκλα μου και δουλεύω ήσυχα μέχρι το ρολόι να δείξει πέντε και μισή. Μετά σηκώνομαι, παίρνω το σακάκι και την τσάντα μου και χωρίς να του πω κουβέντα, εξαφανίζομαι. Χρειάζομαι λίγο φρέσκο αέρα.



3 σχόλια:

  1. Τι χαζος που κανει το κοριτσι μας να στεναχωριεται!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. τι βλακας χριστε μου αυτος ειναι τελειως γουρουνι δεν υπαρχη περισσοτερο

    ΑπάντησηΔιαγραφή