Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τρίτη, 31 Μαρτίου 2015

Κεφάλαιο 5-κανέλα ή σοκολάτα;

ΘΑ ΠΕΡΑΣΩ ΣΤΙΣ ΟΚΤΩ, ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΕΤΟΙΜΗ είναι το μήνυμα που λαμβάνω στο κινητό μου. Δυσκολεύομαι να καταλάβω τι εννοεί μιας και είμαι πολύ απορροφημένη στις σκέψεις μου. Μαζεύω ακόμα τα ρούχα στο μικρό βαλιτσάκι μου και δεν έχω ξεπεράσει το μεσημεριανό σοκ.
ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ του απαντάω μονολεκτικά και φυσικά δεν ξαναστέλνει. Τρέμω το αυριανό μαρτύριο. Συνήθως ταξιδεύουμε με αεροπλάνο και με όλες τις διαδικασίες πριν και μετά ουσιαστικά δε μένει ελεύθερος χρόνος για να…μη μιλήσουμε. Η αμηχανία είναι μικρότερη. Αύριο όμως θα είμαστε τέσσερις ώρες μέσα στο αμάξι και μετά μισή ώρα μέσα σε ένα μικρό σκάφος. Τι θα λέμε; Και ειδικά μετά από όσα έγιναν χθες. Βράζω ολόκληρη.

Μου έσπειρε αμφιβολίες το κάθαρμα. Αυτό είναι που με πείραξε περισσότερο. Ότι έφερε στην επιφάνεια σκέψεις που έχω κάνει κι εγώ για τη σχέση μου. Μπορεί να παραβλέπω πολλά και μπορεί να είμαι γενικά καλόβολη και ολιγαρκής αλλά δεν γίνεται να αγνοήσω το γεγονός ότι ο Κρις δε με διεκδικεί. Ξεφυσσάω δυνατά αλλά ο κόμπος στο στομάχι μου δεν χαλαρώνει.

Ξαπλώνω νωρίς και στις εφτά και μισή ξυπνάω από τον ήχο του ξυπνητηριού μου. Κάνω στα γρήγορα ένα ντους, μαζεύω τα μαλλιά μου κοτσίδα αντί για να τα αφήσω κάτω, φοράω ένα αγαπημένο μου τζιν και ορειβατικά μποτάκια, ένα πουλόβερ και μακρύ μπουφάν. Βάζω μπόλικη ενυδατική για το κρύο και λιπ μπαλμ. Είναι παρά δέκα και είμαι έτοιμη. Συγυρίζω λίγο το σπίτι και στις οκτώ ακριβώς κατεβαίνω κάτω. Με περιμένει μέσα στην μπλε Aston Martin Vanquish του. Το λατρεύω αυτό το αμάξι. Είναι το αγαπημένο μου από όλα όσα έχει. Δεν έχω ξαναμπεί εδώ μέσα. Μόνο σε μια Ferrari κόκκινη που έχει. Είχαμε πάει σε μια εκδήλωση μαζί.

«Καλημέρα, Ελιζαμπέτα» μου λέει και βγαίνει από το αμάξι για να πάρει το βαλιτσάκι μου και να το τακτοποιήσει στο πορτ μπαγκάζ. Κάτι νιώθω στο στομάχι μου. Είναι αυτό το ίδιο καυτό συναίσθημα που με πλημμυρίζει κάθε  φορά που τον ακούω να λέει το όνομά μου. Προφέρει σπάνια το μικρό μου, αλλά το κάνει με έναν τρόπο που με κάνει να ανατριχιάζω.
«Ελίζαμπεθ είναι το όνομά μου» τον διορθώνω για πολλοστή φορά. «’Η έστω Ελίζα, Λιζ ή Λίζι. Αυτό το Ελιζαμπέτα πώς έχει προκύψει, δεν καταλαβαίνω» του λέω και βολεύομαι δίπλα του. Φοράω τη ζώνη μου.
«Να σταματήσω για καφέ ή έχεις πιει;» με ρωτάει χωρίς να μπει στον κόπο να απαντήσει.
«Σταμάτησε αν μπορείς, αλλά σε καμιά ωρίτσα» του λέω και τον κοιτάω διακριτικά. Φοράει κι αυτός τζιν και ένα τέλειο κασμιρένιο ζιβάγκο. Δεν έχει ξυριστεί και είναι πιο σέξι από ποτέ. Και το άρωμά του…αψύ κι αυθάδικο όπως εκείνος.
«Μάλιστα» λέει και βάζει μπρος. Η οδήγησή του είναι ακριβής και μετρημένη. Τα δάχτυλά του, μακριά και δυνατά κρατούν το τιμόνι με σιγουριά. Τι στο καλό, μαλώνω τον εαυτό μου. Γιατί σκέφτομαι έτσι σήμερα;
«Θα σου πρότεινα να μοιραστούμε την οδήγηση αλλά φοβάμαι με αυτό το πράγμα που έφερες» του λέω και δείχνω το πολυτελές εσωτερικό με το λευκό δέρμα και τους ατελείωτους αυτοματισμούς.
«Ευχαριστώ, αλλά μου αρέσει η οδήγηση» λέει σοβαρά. Εκπλήσσομαι. Δε θα γελάσει; Δε θα με κοροϊδέψει; Δε θα μου πει ότι τα χέρια μου είναι μίασμα για το τιμόνι του και το πόδι μου ντροπή για το πεντάλ του;
«Καλώς, Ντέιβιντ» του λέω και με κοιτάει παραξενεμένος. Η προσοχή του στρέφεται ξανά στο δρόμο. Μάλλον αποφεύγω κι εγώ να λέω το όνομά του, σκέφτομαι και χαμογελώ.
Διαλέγει ένα σιντί με κλασική μουσική και οι χαλαροί ήχοι με κάνουν να αποκοιμηθώ. Στις εννιά και μισή, με ξυπνάει εκείνος με ένα απαλό σκούντημα στον ώμο.
«Συγγνώμη που σε ξυπνάω, αλλά θέλω λίγο καφέ» μου λέει και κοιτάω μπροστά μου ένα μικρό καφέ στην άκρη του δρόμου. Αργώ να συνειδητοποιήσω πού βρίσκομαι. Με κοιτάει σκυμμένος από πάνω μου και για κάποιον λόγο ένα ηλίθιο χαμόγελο ανθίζει στα χείλη μου.
«Μισό λεπτό, κατεβαίνω» ψελλίζω. Εκείνος συνεχίζει να με κοιτάει και τελικά μου λέει ότι δε χρειάζεται. «Όχι, όχι» επιμένω. «Θα πάμε μαζί».

Βγαίνει αστραπιαία από το αμάξι και μου ανοίγει την πόρτα. Δε δείχνω έκπληκτη αν και μου αρέσει που τουλάχιστον είναι τζέντλεμαν. Μπαίνουμε στην καφετέρια και παραγγέλνουμε δυο καπουτσίνο με μαύρη ζάχαρη (το μόνο μας κοινό είναι ο τρόπος που πίνουμε τον καφέ μας), ένα μάφιν με σοκολάτα και μια μπάρα δημητριακών. Κάνω να πληρώσω αλλά με σταματάει με μια δολοφονική ματιά.

Επιστρέφουμε στο αμάξι αφού με ρωτάει αν θέλω να πάω τουαλέτα και τον διαβεβαιώνω ότι κρατιέμαι. Με προειδοποιεί ότι δε θα ξανασταματήσει κι εγώ ανασηκώνω τους ώμους αδιάφορα.
«Αν κουραστείς να μου το πεις. Θα προσπαθήσω να μη στουκάρω το αμάξι σου» του λέω τελικά και εκείνος γελάει.
«Αν πάνε τα πράγματα καλά θα σε αφήσω να το οδηγήσεις στην επιστροφή» λέει και κάνει μια γκριμάτσα αστεία. Γελάω.
«Τι θα κάνουμε εκεί που πάμε;» ρωτάω για να αλλάξω θέμα. Παρατηρώ το προφίλ του ενώ οδηγεί και με δυσκολία παίρνω το βλέμμα μου από τα υπέροχα χαρακτηριστικά του.
«Μόλις φτάσουμε Λίβερπουλ θα κάνουμε αμέσως τσεκ ιν στο ξενοδοχείο και μετά θα πάμε στο νησί με το σκάφος για να προλάβουμε το φως. Θα πρέπει να συντάξουμε μια πλήρη περιγραφή του νησιού και των εγκαταστάσεων που θα βρούμε εκεί. Να βγάλουμε φωτογραφίες, να πάρουμε μέτρα, να μιλήσουμε με μερικούς δικηγόρους και να πάρεις πρακτικά και…»
«Φτάνει!» τον σταματώ γελώντας. «Φοβάμαι ότι δε θα μας φτάσει το τριήμερο».
«Κυριακή έξι το απόγευμα θα είμαστε σπίτια μας» με διαβεβαιώνει. «Έχω κάτι υποχρεώσεις στο Λονδίνο».
«Ξέρω, τη Λιάνα» του λέω ξερά. Εγώ της μετέφερα το μήνυμα για τη συνάντησή τους. Εγώ άκουσα τα τσιριχτά στο τηλέφωνο και την ατάκα «είμαι η πιο ευτυχισμένη γυναίκα στον κόσμο». Μπλιαχ.
«Εσύ δεν έχεις να βγεις με τον φανταστικό σου φίλο;» με ρωτάει και συνειδητοποιώ ότι επιμένει στην κακία του. Βγάζω το κινητό μου από την τσάντα μου. Του κολλάω την οθόνη στη μούρη για να δει μια φωτογραφία όπου ο Κρις με φιλάει στο μάγουλο.
«Ο αδερφός σου;» με ρωτάει εκείνος ειρωνικά. Ξεφυσάω. Είναι ζώον.
«Σου φαίνεται τόσο παράλογο να αρέσω σε κάποιον;» ρωτάω ειρωνικά προσπαθώντας να κρύψω το πόσο με έχει πειράξει όλο αυτό.
«Τι να σου πω;» λέει αργά και αλλάζει σιντί. Διαλέγει κάτι ρυθμικό. «Δεν είσαι και άσχημη» λέει αδιάφορα. «Απλώς είσαι λίγο…εκνευριστική» μου λέει και αρχίζω να γελάω. Με ειλικρινές κέφι.
«Εγώ είμαι η εκνευριστική;» τον ρωτάω και συνεχίζω να γελάω. «Εσύ είσαι ο πιο αντιπαθητικός άνθρωπος σε αυτόν τον πλανήτη!».
«Πολύ χαίρομαι» μου λέει χαμογελαστός «που η αντιπάθεια είναι αμοιβαία».



Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2015

κεφάλαιο 4-επιθεώρηση εργασίας

«Ελπίζω να ξέρεις ότι πρέπει να φέρεις άνετα ρούχα μαζί σου» μου πέταξε την Πέμπτη το πρωί, μία μέρα πριν φύγουμε για Λίβερπουλ.
«Κι εγώ που έλεγα να ταξιδέψω με μια τουαλέτα…» απαντώ γλυκά. Εκείνος με στραβοκοιτά.
«Και άνετα παπούτσια. Μη σπάσεις κανά πόδι και τρέχουμε» συνεχίζει.
«Με συγκινεί το ενδιαφέρον σου. Θα φέρω ό,τι μου πεις» λέω και εκείνος αμέσως μου γυρίζει την πλάτη και κλείνεται στο γραφείο του μέχρι το μεσημέρι.
Κατά τη μία πάω σε ένα κοντινό μαγαζί να τσιμπήσω κάτι και κατά τη μιάμιση που γυρνάω στο γραφείο και χτυπάω την πόρτα του γραφείου του για να δω αν πεινάει και αν θέλει να του παραγγείλω κάτι (πάντα το κάνω αυτό γιατί αυτός είναι ικανός από την πολλή δουλειά να ξεχαστεί και να ψοφήσει από την πείνα) ακούω μια αντρική φωνή. Ο Λιούις!
«Πέρνα, κορίτσι μου» ακούω την ευγενική φωνή του πατέρα του αφεντικού μου. Τον χαιρετώ με χειραψία αλλά αυτός με φιλάει στο κεφάλι πατρικά.
«Πω πω τι όμορφο κορίτσι είσαι εσύ» μου λέει και κοκκινίζω. Ο Διάβολος με κοιτάει σα να μη με έχει ξαναδεί.
«Να σας παραγγείλω κάτι;» ρωτάω το αφεντικό μου κι εκείνος γρυλίζει κάτι που νομίζω ότι σημαίνει ότι δεν πεινάει.
«Ο Ντέιβιντ μού είπε ότι θα λείπετε το Σαββατοκύριακο και πολύ λυπήθηκα» είπε ο Λιουις και ξανακάθισε στην καρέκλα του. Εγώ στέκομαι όρθια ακόμα.
«Για ποιο πράγμα;» ρωτώ μπερδεμένη.
«Η Μιράντα θέλει  πολύ να έρθεις για δείπνο ένα βράδυ. Το λέει συνέχεια σε αυτόν εδώ τον ανάποδο» δείχνει τον Ντέιβιντ «αλλά αυτός ποτέ δε σε προσκαλεί».
«Αυτό είναι πολύ ευγενικό» απαντώ και από μέσα μου ευγνωμονώ το αφεντικό μου. Συμπαθώ πολύ τον Λιούις και τη Μιράντα και εκείνοι κάθε φορά που με βλέπουν κάνουν σαν τρελοί από χαρά αλλά νιώθω υποχρεωμένη απέναντί τους και ντρέπομαι αρκετά όταν τους συναναστρέφομαι. Είναι φυσικά και τόσο πλούσιοι που είμαι τελείως έξω από τα νερά μου όταν πάω σπίτι τους.
«Λέγαμε γι’ αυτό το Σαββατοκύριακο που θα είναι και η Ιλέιν, αλλά…» σούφρωσε τα χείλη του ο ασπρομάλλης άντρας.
«Ήρθε επιτέλους η μικρή σου αδερφή;» ρωτώ το αφεντικό μου που χαμογελάει διακριτικά.
«Το φαινόμενο Ελ Νίνιο να λες καλύτερα» γελάει ο πατέρας του. Η Ιλέιν είναι 27 χρόνων, δηλαδή τρία χρόνια μεγαλύτερη από μένα και το μόνο που κάνει είναι να ταξιδεύει και να ξοδεύει χρήματα.
«Γύρισε για να δουλέψει στην εταιρεία του πατέρα» λέει ο Διάβολος.
«Δεν την παίρνεις εσύ;» λέει ο πατέρας του και ο Διάβολος γελάει.
«Ούτε να το διανοηθείς!»
Χαμογελώ διακριτικά και σκέφτομαι να αποσυρθώ αλλά ο Λιούις με διακόπτει.
«Λοιπόν, την άλλη βδομάδα εμείς θα λείπουμε αλλά θα παραθέσουμε ένα δείπνο μια μέρα μετά τα Χριστούγεννα και θέλουμε να έρθεις. Και φυσικά, θέλουμε να γνωρίσουμε και τον Κρις σου!» λέει και ακούω το αφεντικό μου να καγχάζει. Τον καρφώνω με ένα άγριο βλέμμα,
«Τι σημαίνει αυτό;» Τον ρωτάω. Ο πατέρας του τον αγριοκοιτάζει προειδοποιητικά.
«Σημαίνει ότι εγώ τους λέω εδώ και καιρό ότι δεν υπάρχει Κρις» συνεχίζει να γελάει και τον κοιτάω απορημένη.
«Και πώς βγήκε αυτό το συμπέρασμα;» ρωτάω εκνευρισμένη. Ο Λιούις προσπαθεί να μας διακόψει αλλά εμείς δεν του δίνουμε σημασία.
«Δεν τον έχω δει ποτέ» μου λέει και σηκώνει το ένα δάχτυλο. Μετά το δεύτερο. «Δε σου έχει στείλει ποτέ λουλούδια. Είσαι πάντα διαθέσιμη να ταξιδέψεις μαζί μου και, ειλικρινά τώρα, δε φαίνεσαι να λάμπεις από ευτυχία» μου λέει και με κοιτάει με ένα αυτάρεσκο βλέμμα. Τον μισώ. Ειλικρινά τον μισώ. Θέλω να τον χαστουκίσω. Με λίγες μόνο λέξεις με ξεφτίλισε σε κάθε επίπεδο.
«Είναι διακριτικός, δεν μου αρέσουν τα λουλούδια, μου αρέσει η δουλειά μου, μου λείπει βιταμίνη C» του λέω και αφού χαιρετώ νευρικά τον Λιούις βγαίνω από το γραφείο του και κάθομαι στο δικό μου. Ακούω τον πατέρα του να φωνάζει αλλά  ο Διάβολος δεν φαίνεται να στενοχωριέται και πολύ.

Συγκεντρώνομαι στην οθόνη χωρίς να διαβάζω. Δε θα κλάψω, όχι δε θα κλάψω. Πάνε σχεδόν οκτώ μήνες από την τελευταία φορά που έκλαψα. Στην αρχή έκλαιγα κάθε μέρα. Στην τουαλέτα, στο σπίτι μου, κάτω από το γραφείο. Με τον καιρό συνήθισα τη σκληρή στάση απέναντί μου και σταμάτησα να το παίρνω προσωπικά. Σήμερα όμως το παράκανε. Με χτύπησε σε αδύναμα σημεία και επιπλέον απέσπασε και την επιβεβαίωση ότι μου αρέσει η δουλειά μου. Του λέω συχνά πυκνά ότι ανυπομονώ να φύγω και σήμερα του πέταξα ότι μου αρέσει να δουλεύω εδώ. Άρα και μαζί του. Είναι ο πραγματικά Διάβολος. Σφίγγω και ξεσφίγγω ρυθμικά ένα μπαλάκι που έχω για τέτοιες περιπτώσεις. Έχει φθαρεί και πρέπει να πάρω καινούργιο. Πώς του επιτρέπω να μου μιλάει έτσι; Πόσο όμορφα ήταν τον πρώτο καιρό που ξεκίνησα στην εταιρεία και αυτός ο ηλίθιος έλειπε στο εξωτερικό. Γιατί επέστρεψε; Γιατί να τύχει αυτός σε μένα;

«Κορίτσι μου, άσε τον να λέει ό,τι θέλει» μου λέει ο Λιούις χαμογελώντας ζεστά και ανταποδίδω το πλατύ χαμόγελο. «Έτσι όπως το πάει θα μείνει μια ζωή μόνος του με την κακία του».
«Ε όχι και μόνος του» γελάω εγώ. Ο πατέρας του ξέρει ότι δεν είναι ακριβώς…ασκητής.
«Η μητέρα του κι εγώ τον πιέζουμε να παντρευτεί αλλά αυτός επιμένει ότι δεν είναι για γάμο. Να δεις που θα τσιλημπουρδίζει μέχρι τα 60 και μετά θα θυμηθεί να παντρευτεί» μου λέει. «Εσύ πάντως να έρθεις σπίτι τα Χριστούγεννα και θα χαρούμε πολύ να φέρεις τον Κρις».
«Ο Κρις θα λείπει σε ταξίδι» του λέω και σουφρώνω τα χείλη. Ελπίζω να μη πιστεύει κι ο Λιούις τα ίδια.
«Τότε έλα μόνη σου» μου λέει και αφού μου χαϊδεύει φευγαλέα τα μαλλιά φεύγει από το γραφείο μου. Κάθομαι βαριά στην καρέκλα μου και δουλεύω ήσυχα μέχρι το ρολόι να δείξει πέντε και μισή. Μετά σηκώνομαι, παίρνω το σακάκι και την τσάντα μου και χωρίς να του πω κουβέντα, εξαφανίζομαι. Χρειάζομαι λίγο φρέσκο αέρα.



Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2015

κεφάλαιο 3-μη μου μιλάς εμένα έτσι!

«Υπομονή» μου λέει η Κάρι, η κοπέλα που δουλεύει στη ρεσεψιόν, τη στιγμή που μπαίνω μέσα στο κτίριο όπου στεγάζονται τα γραφεία της εταιρείας μας. Χαμογελώ στην ιδέα ότι θεωρώ την εταιρεία και κομμάτι δικό μου μιας και έχω κοπιάσει πολύ για την επιτυχία της, αλλά ταυτόχρονα ένα παγωμένο ρεύμα με διαπερνά όταν τη βλέπω να κουνάει το κεφάλι της με νόημα. Αυτό σημαίνει μόνο ένα πράγμα: ο Κόκκινος Διάβολος έχει έρθει και έχει νεύρα. Η Κάρι με ενημερώνει για τη διάθεσή του καθημερινά.
«Πάντα» της λέω και χαμογελώ βεβιασμένα. Της αφήνω πάνω στο γραφείο ένα από τα ντόνατ που έχω αγοράσει για να συνοδεύσω τον καφέ μου και κατευθύνομαι στο ασανσέρ. Ανασαίνω αργά μέχρι να φτάσω στον τελευταίο όροφο. Τι με περιμένει σήμερα άραγε; Κλείνω φευγαλέα τα μάτια. Αρνούμαι να τρομοκρατηθώ. Αυτός ο άντρας δεν μπορεί να με βλάψει. Και αν με πικάρει έχω κι εγώ γλώσσα να απαντήσω. Σιγά μη φοβηθώ. Ηρεμώ κάπως και διασχίζω τον μεγάλο διάδρομο. Ακουμπώ την τσάντα μου δίπλα από το γραφείο και ανοίγω το παράθυρο. Λίγο οξυγόνο είναι ό,τι πρέπει. Τακτοποιώ τα χαρτιά μου και κάθομαι στην καρέκλα. Ο άλλος είναι μέσα και δουλεύει ήδη. Το γυαλί που μας χωρίζει είναι αδιαφανές αλλά από μια συγκεκριμένη γωνία μπορώ να δω περίπου τι κάνει. Σήμερα έχει πολύ φορτωμένο πρόγραμμα. Τρεις συναντήσεις με πελάτες και μια τηλεδιάσκεψη με Παρίσι. Εγώ χθες είχα άδεια γιατί έπρεπε να πάω στον γιατρό και λογικά θα έχει πελαγώσει τώρα αλλά άδικα. Του τα είχα όλα οργανωμένα από την Παρασκευή ώστε να μην έχει πρόβλημα τη Δευτέρα.

Δουλεύω απερίσπαστα μέχρι τις 11 σε μια υπόθεση που με δυσκολεύει πολύ. Ο Ρεντ λέει ότι είναι χαμένη υπόθεση και έτσι του απέσπασα την άδεια να ασχοληθώ εγώ. Ο πελάτης είναι ένας Γάλλος επιχειρηματίας που θέλει να πουλήσει ένα εξαώροφο κτίριο στο Σίτι, αλλά ζητάει ένα εξωφρενικό ποσό. Του μιλάω συχνά πυκνά προσπαθώντας να τον πείσω να ρίξει λίγο την εξωφρενική τιμή που έχει ορίσει αλλά εκείνος επιμένει ότι η θέση του κτιρίου είναι προνομιακή και μπλα μπλα μπλα. Ο Ρεντ λέει ότι ο μεσιέ Μπομόν είναι ένας ξεροκέφαλος βλάκας. Εγώ έχω μια διαφορετική προσέγγιση. Προετοίμασα μια παρουσίαση όπου θα του προσφέρω τη δυνατότητα να μας πουλήσει το κτίριο σε μικρότερη τιμή (αυτή που θέλει ο Ρεντ) και να έχει και ένα μικρό ποσοστό για δέκα χρόνια από τα κέρδη που θα έχουμε όταν εκμεταλλευτούμε το ακίνητο. Είμαι σίγουρη ότι ο Μπομόν θα δεχτεί την προσφορά μόλις του παρουσιάσω τα δεδομένα που έχω συλλέξει σχετικά με πιθανούς τρόπους εκμετάλλευσης του κτιρίου του. Έχω πολλές ιδέες και θέλω να…
«Μπα; Θυμήθηκες ότι έχεις και ένα γραφείο;» ακούω το αφεντικό μου να λέει και σηκώνω για λίγο το βλέμμα μου. Μόνο για λίγο όμως. Το θέαμα είναι πάντα συγκλονιστικό. Είναι κρίμα που είναι τόσο αντιπαθητικός.
«Είχα πάρει άδεια που δικαιούμαι και πήγα στο γιατρό μου. Δεν έχω να απολογηθώ για κάτι» του λέω και τείνω προς το μέρος του ένα ντόνατ με προσποιητή ευγένεια. Εκείνος αγνοεί την προσφορά μου.
«Ξέρεις πόση δουλειά έχουμε. Δεν μπορούσε να περιμένει;» με ρωτάει και σκέφτομαι να τον καρυδώσω.
«Ναι, όλα καλά» απαντώ  ειρωνικά. «Ο όγκος είναι καλοήθης» του λέω και τον βλέπω να αναστατώνεται.
«Τι; Τι όγκος; Λες αλήθεια;» με ρωτάει κατακόκκινος και ξεσπάω σε γέλια.
«Όχι, δε λέω αλήθεια. Απλώς ήθελα να σου δείξω πόσο γαϊδούρι είσαι» απαντώ. Ευτυχώς οι μάσκες έχουν πέσει και βριζόμαστε άνετα.
«Δεν κάνουν πλάκα με αυτά τα θέματα» με μαλώνει και συνεχίζει να με κοιτάει έντονα. Αποφεύγω το βλέμμα του.
«Να μάθεις να μου κάνεις κήρυγμα επειδή πήρα μία μέρα άδεια για να πάω στον γιατρό μου».
«Μπορούσες να γυρίσεις μετά το ραντεβού. Πόση ώρα σου πήρε πια;»
«Δε σου περνάει από το μυαλό να με ρωτήσεις αν είμαι καλά;» ρωτάω αγανακτισμένη.
«Καλά φαίνεσαι» λέει αδιάφορα.
«Κι εσύ φαίνεσαι φυσιολογικός αλλά δεν είσαι» του πετάω και στρέφομαι στον υπολογιστή μου.
«Είσαι αναιδέστατη» μου λέει «αλλά κάνω υπομονή μέχρι να τελειώσει η συνεργασία μας».
«Εσύ είσαι ο γιος του Λιούις τώρα;» τον ρωτάω και γελάω. «Ο πατέρας σου είναι ευγενέστατος. Εσύ από πού πήρες;»
«Από τον κουμπάρο» λέει ξερά και κάθεται στην καρέκλα απέναντι από το γραφείο μου. Ωχ. Έχει σκοπό να μιλήσουμε πολύ.
«Τι με θες;» ρωτάω. Μου εξηγεί κάποιες εξελίξεις που είχαμε χθες και με ενημερώνει ότι πρέπει στο τέλος της βδομάδας να πάμε οδικώς στο Λίβερπουλ και να περάσουμε με ένα σκάφος σε ένα νησάκι απέναντι. Ο Ρεντ θέλει να μεσολαβήσει ώστε να πουληθεί σε κάποιον πελάτη του για να το μετατρέψει σε θέρετρο και πρέπει να πάμε να επιθεωρήσουμε αν έχει προοπτικές. Γελάω.
«Τι προοπτικές μπορεί να έχει ένα ξερονήσι;» γελάω. Εκείνος με κοιτάει αυστηρά.
«Θεέ μου» λέει δραματικά «πόσο πολύ αδαής είσαι» κουνάει το κεφάλι του.
«Έχεις τη τηλεδιάσκεψη σε μισή ώρα. Να ετοιμάσω την αίθουσα και τη σύνδεση; Ρωτάω για να αλλάξω θέμα. Γνέφει θετικά. «Και σε δύο ώρες θα έρθει το ραντεβού σου. Φρόντισε να μην κρατήσει επί μακρώ η συζήτηση και πρέπει να κάνω παρέα στον πελάτη».
«Φυσικά και θα το κάνω» λέει και σηκώνεται. «Δε θέλω να πεθάνει από βαρεμάρα ο άνθρωπος» συμπληρώνει και γελάει.


Του βγάζω γλώσσα πίσω από την πλάτη του. Τον ακούω να γελάει ξανά. «Σε είδα» μου λέει και συνειδητοποιώ ότι η εικόνα μου καθρεπτίζεται στο ηλίθιο τζάμι.

Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2015

κεφάλαιο 2-bossy boss

Εμένα προσωπικά το έργο που παρακολουθήσαμε μου άρεσε αλλά ο Κρις γκρινιάζει λιγάκι ότι διαλέγω πάντα περίπλοκα θεατρικά που τον ψυχοπλακώνουν.  Είχα διαβάσει καλές κριτικές για τους πρωταγωνιστές και έτσι διάλεξα αυτό το συγκεκριμένο. Δεν είναι ότι εκτιμώ ιδιαίτερα τη βαριά διανόηση και τα βαθιά νοήματα. Σε κάθε περίπτωση όμως, δε μου αρέσουν οι προχειρότητες και οι ανάλαφρες κωμωδίες που περιστρέφονται γύρω από το σεξ.
«Αλήθεια λυπάμαι» του λέω τρίτη φορά ενώ μπαίνουμε σε ένα μικρό εστιατόριο όπου τρώμε πάντα. Είναι ζεστό και άνετο και το φαγητό είναι πάντα πεντανόστιμο. Οι σερβιτόροι μάς χαιρετούν φιλικά. «Την άλλη φορά μπορείς να διαλέξεις εσύ!».
«Όχι, όχι, μην ανησυχείς, δεν έχω πρόβλημα» λέει ήρεμα και το εννοεί μάλλον. Αυτό που ξέρω είναι ότι ποτέ δε λέει τη γνώμη του και πάντα το βάρος των επιλογών πέφτει πάνω μου. Και φυσικά η γκρίνια του!
Παραγγέλνουμε κοτόπουλο στη σχάρα, ριζότο με μανιτάρια, μια σαλάτα με ρόκα και παρμεζάνα και ψωμί ζυμωτό. Ο Κρις διαλέγει ένα μπουκάλι λευκό κρασί και τρώμε συζητώντας ανάλαφρα. Έχει πολλά ενδιαφέροντα και έχει δει τόσα πολλά όμορφα και εξωτικά μέρη που πραγματικά δε χορταίνεις να τον ακούς.
«Πόσο θα ήθελα να πάω μια φορά ένα ταξίδι για αναψυχή!» του λέω αναστενάζοντας. «Έχω πάει στη Νέα Υόρκη μία βδομάδα σε ένα συνέδριο με τον Διάβολο και μερικές μέρες στο Παρίσι για να τον βοηθήσω με ένα κτίριο που ήθελε να πουλήσει αλλά δεν πήγα πουθενά. Όλη τη μέρα είχαμε συναντήσεις και κρατούσα σημειώσεις και πρακτικά. Είναι κρίμα…» παραπονιέμαι.
«Θα πάμε μαζί κάποια στιγμή» μου λέει και μου χαμογελάει γλυκά. Ο Κρις είναι υπέροχος. Λέει πάντα αυτό που θέλω να ακούσω.
«Αν δεν έχω μπει στη φυλακή!» του λέω γελώντας. «Γιατί πολύ σύντομα θα τον σκοτώσω. Σου το λέω αλήθεια. Ξέρεις τι μου έκανε σήμερα; Με έβαλε να πληκτρολογήσω κάτι και όταν…»
«Εγώ την επόμενη βδομάδα θα συνοδεύσω ένα γκρουπ ηλικιωμένων στη Ρώμη» με διακόπτει. Ίσως έχει δίκιο. Μιλάω πολύ για τη δουλειά μου. «Θα λείψω μέχρι τις πέντε Δεκεμβρίου» μου λέει και χαμογελάω.
«Ελπίζω να μη λείπεις τα Χριστούγεννα» του λέω με συγκρατημένη αισιοδοξία.
«Είναι δύσκολο» απαντάει άχρωμα και μου προσφέρει μια μπουκιά από το πιάτο του. "Τα Χριστούγεννα έχει πολλή δουλειά και θέλω να εδραιωθώ στο χώρο" μου λέει. Τον καταλαβαίνω. Είναι ακόμα νέος, αλλά έχει πολλές φιλοδοξίες. Το ίδιο κι εγώ. Απλώς εγώ έχω μπλέξει με τον παρανοϊκό.

Με συνοδεύει ως το διαμέρισμά μου και μετά από ένα παρατεταμένο φιλί με αποχαιρετάει. Δε θα κοιμηθούμε μαζί απόψε γιατί είναι λίγο συναχωμένος. Μένει στην άλλη άκρη του Λονδίνου και πρέπει να αλλάξει δύο γραμμές του μετρό για να φτάσει σπίτι του.

Ανοίγω την πόρτα του διαμερίσματός μου και βγάζω τα παπούτσια μου με μια κλωτσιά στον αέρα. Είμαι κουρασμένη αλλά έχω αρκετή ενέργεια. Κάνω δουλειές και διαλέγω το ταγέρ που θα φορέσω αύριο. Θα βάλω το μπλε ραφ με τη στενή φούστα και ένα εκρού μεταξωτό πουκάμισο. Μου αρέσει να ντύνομαι προσεκτικά και γι’ αυτό συχνά μου κάνουν κομπλιμέντα για τα ρούχα μου. Κοιτάω την τεράστια ντουλάπα μου και το βλέμμα πλανάται στο χώρο γύρω και την λιτή πολυτέλεια που κυριαρχεί. Όταν ήρθα στο Λονδίνο από το Μάντσεστερ το μόνο που είχα μαζί μου ήταν μια βαλίτσα με συντηρητικά ρούχα και μερικά βιβλία. Κατά τη διάρκεια των σπουδών μου στο πανεπιστήμιο απέκτησα μερικά βασικά αλλά όταν έπιασα δουλειά στην εταιρεία Ρεντ η ζωή μου άλλαξε ριζικά. Ο πλουσιοπάροχος μισθός μού επέτρεψε να μείνω σε μια ασφαλή γειτονιά, να βοηθώ τη μητέρα μου, να αποταμιεύω και γενικά να περνάω καλά. Ο Διάβολος δεν έχει αναπροσαρμόσει τον μισθό μου και συνεχίζει να με πληρώνει καλά. Έχει μάλιστα προσθέσει ένα μικρό ποσό στην αρχή κάθε έτους για έξοδα «ντυσίματος». Επαναλαμβάνει συχνά ότι δε θέλει η γραμματέας του να κυκλοφορεί ρακένδυτη. Όταν το λέει, εγώ του απαντάω ότι ρακένδυτες είναι οι ξεβράκωτες που μπαινοβγαίνουν στο γραφείο του κάθε μέρα και εκείνος ρουθουνίζει άγρια και φεύγει από το γραφείο μου εκνευρισμένος.

Κάθομαι στο κρεβάτι μου φορώντας τις πιτζάμες μου. Μόλις έκανα μπάνιο και έχω χαλαρώσει πολύ. Ρυθμίζω το ξυπνητήρι μου για τις οκτώ. Ευτυχώς μένω κοντά στη δουλειά και προλαβαίνω στις εννιά ακριβώς να είμαι εκεί. Ο Ρεντ είναι πάντα εκεί πριν φτάσω αλλά δε μου ζητάει να πάω πιο νωρίς και αυτό με βολεύει. Δε μου αρέσει το πρωινό ξύπνημα. Κλείνω τα μάτια και το μυαλό μου επανέρχεται στις στρατιές γυναικών που έχουν περάσει από μπροστά μου τα δυο αυτά χρόνια. Είναι αστείο. Δεν ξέρω τι κάνουν όταν έρχονται. Άλλες μένουν πέντε λεπτά, άλλες μία ώρα. Κάποιες φεύγουν δακρυσμένες, κάποιες αναψοκοκκινισμένες. Πάντως είναι όλες πολύ εντυπωσιακές. Δεν έχει συγκεκριμένο γούστο. Έχω δει ξανθές, μελαχρινές και καστανές, γλυκές και ψυχρές, κοντές και ψηλές. Αλλά όλες είναι πολύ όμορφες. Και μετά είναι τα δώρα… «Στείλε στη Λάουρα λουλούδια», «στείλε στην Τζέιν κάτι για τα γενέθλιά της», «στείλε στη Σούζαν μια κολόνια». Έχω αρχίσει να γίνομαι πολύ καλή σε αυτό. Καμιά φορά όταν βγαίνω για ψώνια και βλέπω πράγματα σημειώνω νοερά τι θα αρέσει και σε ποια. Πραγματικά είναι αστείο.

Η επιτυχία του Ρεντ στις γυναίκες αποτυπώνεται και στα περιοδικά. Είναι ένας από τους πιο περιζήτητους εργένηδες και σε κάθε φιλανθρωπική εκδήλωση όλοι περιμένουν με κομμένη την ανάσα να δουν ποια τον συνοδεύει. Καμία όμως δεν έχει καταφέρει να τον συνοδεύσει πάνω από δυο τρεις φορές. Και παρόλο που τα μίντια του έχουν φορτώσει ένα σωρό σχέσεις, αυτός παραμένει ελεύθερος κι ωραίος. Πολύ ωραίος για να είμαι συγκεκριμένη. Γιατί δεν ξέρω αν το ανέφερα, αλλά το εκνευριστικό αφεντικό μου είναι μακράν ο πιο όμορφος άντρας που υπάρχει σε αυτή τη γη.



Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2015

Βοηθός στον Ερωτα_κεφ1/Verdana

Τον κοιτάω να περπατάει μέσα στο γραφείο του νευρικά και ξέρω ότι σε ελάχιστο χρόνο θα έρθει έξω να με βρίσει. Δέκα, εννιά, οκτώ , εφτά… Η πόρτα που χωρίζει το τεράστιο γραφείο με θέα στο ποτάμι και το δικό μου σχεδόν τρέμει από το τράνταγμά του. Κρατάει στα χέρια του τις σελίδες που του έδωσα για να δει. ‘Η όπως λέει αυτός, να «ελέγξει».
Πετάει με φόρα τον πάκο στο γραφείο μου και μερικές σελίδες ανεμίζουν μέχρι που προσγειώνονται στη μοκέτα.
«Πόσες φορές σου έχω πει να χρησιμοποιείς Times New Roman;» γαβγίζει προς το μέρος μου. Κάνω λίγο πίσω την καρέκλα μου και τον κοιτώ απαθής. Κάποτε με τρόμαζε, αλλά πια έχω πάθει ανοσία στις παράλογες απαιτήσεις του.
«Τόσο η Arial όσο και η Τimes New Roman είναι κοινώς αποδεκτές γραμματοσειρές τόσο ακαδημαϊκά όσο και επαγγελματικά» του λέω χωρίς να είμαι σίγουρη, αλλά με περίσσιο ύφος και αυτοπεποίθηση. Εκείνος κλείνει τα μάτια του και ξεφυσάει.
«Σου έχω πει ότι με ζαλίζει η arial. Επίτηδες το κάνεις; Φωνάζει ξανά και σταυρώνω τα χέρια στο στήθος με σοβαρότητα. «Δοκιμάζεις την υπομονή μου, παιδί μου;» με ρωτάει και χωρίς να περιμένει απάντηση συνεχίζει. «Είσαι εδώ δύο χρόνια και από την πρώτη μέρα δείχνεις ανίκανη να ακολουθήσεις τις εντολές μου. Τι σόι γραμματέας είσαι εσύ;» με ειρωνεύεται. Αυτή τη συζήτηση την έχουμε κάνει πάμπολλες φορές. Ο διάλογος έχει συνήθως την ίδια πορεία.
«Δεν είμαι καλή γραμματέας γιατί ΔΕΝ είμαι γραμματέας» του λέω μελιστάλαχτα. «Προσελήφθηκα για να κάνω την πρακτική μου και κατέληξα εδώ γιατί καμία γραμματέας δεν είχε αντέξει να δουλέψει μαζί σου πάνω από τρεις μήνες».
«Ο πατέρας μου φταίει για όλα!» λέει εκείνος και αφού κοπανάει την πόρτα πίσω του χώνεται στο γραφείο του. Μισεί τον ενικό και το κάνω επίτηδες.

Ο πατέρας του Ντέιβιντ Ρεντ, του αφεντικού μου, είναι ένας ευχάριστος και προσηνής άνθρωπος που παρά την αυτοκρατορία που έχει χτίσει στο χώρο της διαφήμισης παραμένει προσιτός. Ο Λιούις Ρεντ είχε γνωρίσει τον πατέρα μου στο στρατό και είχαν διατηρήσει καλές σχέσεις παρόλο που ο πατέρας μου ήταν ένας απλός ταχυδρόμος. Όταν ο πατέρας μου πέθανε, πριν από τρία χρόνια, ο Λιούις μού πρότεινε να δουλέψω στην επιχείρησή του στα πλαίσια της πρακτικής μου και μετά ό,τι προέκυπτε. Οι έξι μήνες έγιναν δύο χρόνια. Η αλήθεια είναι ότι χρωστάω πολλά στο Λιούις Ρεντ, αλλά ο γιος του με κάνει να μετανιώνω κάθε πένα που κερδίζω από αυτή την εταιρεία.

Ο Κόκκινος Διάβολος βγαίνει ξανά έξω. Πάντα έτσι κάνει. Πάντα επιστρέφει για να συνεχίσει τις φωνές. Τον ξέρω τόσο καλά που το διασκεδάζω.
«Το συμβόλαιό σου μαζί μας λήγει σε ένα μήνα. Δε φοβάσαι μήπως σε απολύσω;» μου λέει σκληρά και εγώ του χαμογελώ.
«Με αυτή την ελπίδα ζω» του απαντάω ήρεμα και κοιτάω την οθόνη του υπολογιστή μου. Έχω ένα μήνυμα.
«Πώς τολμάς να μου μιλάς έτσι;» με ρωτάει εκνευρισμένος. «Κάνεις πάντα του κεφαλιού σου και είσαι και θρασύτατη».
«Είμαι όμως η πιο ικανή βοηθός που είχες ποτέ» του λέω με απόλυτη γνώση της αξίας μου. «Μαζί στήσαμε την εταιρεία σου και χωρίς εμένα δεν ξέρεις ούτε καν το μικρό όνομα των υπαλλήλων σου, τους πελάτες σου και τα χούγια τους. Χωρίς εμένα δεν θα είχες κλείσει ποτέ το συμβόλαιο με τον Πίτερσον, χωρίς εμένα δεν θα είχες καταφέρει να βγάλεις το πρώτο σου εκατομμύριο μέσα σε μερικούς μήνες» συνεχίζω να χαμογελάω. Το πτυχίο μου στη Διοίκηση Επιχειρήσεων φάνηκε ιδιαίτερα χρήσιμο τόσο καιρό. Ο Κόκκινος Διάβολος έστησε μια δική του εταιρεία που εκμεταλλεύεται ακίνητα και ουσιαστικά ανεξαρτητοποιήθηκε από την πατρική περιουσία κρατώντας ένα μερίδιο από μετοχές που αντιστοιχούσαν σε κάτι εκατομμυριάκια λίρες. Το πώς εγώ κατέληξα να είμαι βοηθός του είναι ένα δράμα. Αν δεν μου το είχε ζητήσει ο Λιούις εγώ δεν υπήρχε περίπτωση να αντέξω λεπτό με αυτόν τον τύραννο.
«Κι εσύ χωρίς εμένα θα πεινούσες τώρα» μου λέει ειρωνικά. «Θα δούλευες σε κάποιο κάθαρμα που θα σκεφτόσουν πώς να σε ρίξει στο κρεβάτι. Δε θα είχες καταφέρει ποτέ να πάρεις το μεταπτυχιακό σου και…»
«Ωπα! Για στάσου!» Τον διακόπτω. Κάτι καινούργιο. Αυτό με το κρεβάτι το έχω ξανακούσει, αλλά αυτό με το μεταπτυχιακό είναι ολοκαίνουργιο. «Εσύ διάβασες;»
«Με υποτροφία του πατέρα μου σπούδασες! Και η πτυχιακή σου βασίστηκε στην εμπειρία που αποκόμισες από έναν τόσο τεράστιο όμιλο».  Γελάω.
«Άρα χρωστάω στον πατέρα σου» τον αποστομώνω. Ελπίζω δηλαδή. «Και του το ξεπληρώνω δουλεύοντας μαζί σου!» χαμογελώ σαρδόνια. Ξέρω ότι το μισεί. «Με παρακάλεσε να σε βοηθήσω αν θες να ξέρεις γιατί είσαι τόσο ανάποδος που δε σε χωνεύει ούτε το σκυλί σου!»
«Η Φρίντα με λατρεύει!» μου λέει αγανακτισμένος και αφού αρπάζει τα χαρτιά που μου πέταξε πριν επιστρέφει στο γραφείο του.

Χαλαρώνω στην καρέκλα μου. Συνήθως δεν ξανάρχεται μετά τη δεύτερη επίθεση. Η αλήθεια είναι ότι με δυσκολεύει στη συνεργασία αλλά έχω μάθει τις παραξενιές του και τον περισσότερο καιρό δεν είναι τόσο χάλια. Αλλά όταν είναι χάλια, είναι ΠΟΛΥ χάλια.

Στέλνω ένα γρήγορο γραπτό μήνυμα στον Κρις, το αγόρι μου. Του θυμίζω ότι απόψε έχουμε κλείσει εισιτήρια για θέατρο. Μου απαντάει αμέσως ότι το θυμάται και ανυπομονεί. Χαμογελάω στην οθόνη σαν χαζή. Ο Κρις δουλεύει ως ξεναγός και έχει πολύ άστατα ωράρια. Αλλά το καλό είναι ότι έχει πάντα χρόνο για μένα. Είμαστε μαζί ένα χρόνο τώρα και πιστεύω ότι έχουμε πολύ καλές βάσεις για ένα κοινό μέλλον.

Κοιτάω το ρολόι μου. Η ώρα είναι έξι παρά τέταρτο. Βάζω τα δυνατά μου να τελειώσω με τις εκκρεμότητές μου πριν φύγω. Ο Κόκκινος Διάβολος επιμένει να μην κάθομαι παραπάνω. Αυτός κάθεται πολύ πιο αργά και δουλεύει μόνος. Μαζεύω τα πράγματά μου και αφού τον ενημερώνω από την ενδοεπικοινωνία ότι φεύγω βάζω το παλτό μου και αποχωρώ από το γραφείο μου. Τα λίγα βήματα που με χωρίζουν από το ασανσέρ σχεδόν τα κάνω πετώντας. Αποχαιρετώ τις κοπέλες στο λόμπι και βγαίνω στον δροσερό αέρα. Άλλη μια δύσκολη μέρα τελείωσε και αρχίζει η χαλάρωση…


Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2015

Αποτελέσματα

Η 2η ανθοδέσμη πήρε 5 ψήφους
Η 3η ανθοδέσμη πήρε 8 ψήφους
Η 4η ανθοδέσμη πήρε 3 ψήφους
Η τελευταία (του αγοριού μου!χαχαχαχα) πήρε 3 ψήφους.
H 12η πήρε 2 ψήφους και
Η 1η, η 9η και η 10η πήραν από μία ψήφο.

Παράξενη διασπορά ψήφων. Περίμενα να μοιραστείτε περισσότερο. Εγώ προσωπικά τρελαίνομαι με τις τουλίπες...αλλά γενικά μου άρεσε ό,τι στείλατε.

Λοιπόν...η νικήτρια είμαι εγώ! χαχαχα! Εγώ έστειλα την 3η. Οπότε το δώρο θα πάρει η 2η ανθοδέσμη! Να μου στείλει μήνυμα η νικήτρια, γιατί έμπλεξα τα μπούτια μου με τις συμμετοχές σας!

Φιλιάααα



Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2015

Come on!

Κορίτσια, δεν έχετε ψηφίσει όλες! Ούτε καν εσείς που στείλατε συμμετοχή! Ελάτε!!! Πάμεεεεεε

Τετάρτη, 11 Μαρτίου 2015

Διαγωνισμός!

Μέχρι Κυριακή 15/03 και ώρα 23:59 μπορείτε να στέλνετε την πρότασή σας. Αυτή τη φορά το θέμα είναι "Νυφική Ανθοδέσμη". Στείλτε ό,τι σας κάνει κέφι! Μην περιοριστείτε λόγω του φορέματος που είδατε στη φωτό.

Paulinanikolidaki@gmail.com

Εντωμεταξύ εγώ θα ξεκουραστώ λιγάκι...

Καλή επιτυχία και πολλά φιλάκιαααααααααααα


Τρίτη, 10 Μαρτίου 2015

κεφάλαιο 73-και στο κεφαλάκι μας!

Ο γάμος του Ιαν και της Βαλέρια έγινε σε μια μικρή εκκλησία στην πόλη όπου μεγάλωσαν και αγαπήθηκαν. Οι καλεσμένοι δεν ήταν περισσότεροι από πενήντα.  Το ζευγάρι είχε καλέσει μόνο φίλους και συγγενείς και τον επόμενο μήνα θα έκανε ένα μεγάλο πάρτι για όλους τους υπόλοιπους στο Λονδίνο. Εκεί οι καλεσμένοι θα ξεπερνούσαν τους 500 καθώς θα παρευρίσκονταν και συνεργάτες του Ιαν και της Βαλέρια.
 «Πρέπει να είσαι η πιο όμορφη νύφη που έχει περπατήσει σε αυτή τη γη» της ψιθύρισε ο Ιαν ενώ χόρευαν ένα απαλό μπλουζ, ώρες μετά το τέλος της τελετής. Είχαν κλείσει μια αίθουσα εκδηλώσεων και είχαν φάει και χορέψει με τους φίλους τους σαν να μην υπήρχε αύριο. Είχαν διαλέξει απλή διακόσμηση τόσο για την εκκλησία όσο και για τη δεξίωση, με παστέλ χρώματα και κρεμαστές μπάλες από λευκά και ροζ τριαντάφυλλα.
«Και εσύ ο πιο όμορφος γαμπρός» του είπε και τον φίλησε. Η Βαλέρια φορούσε ένα μοναδικό λευκό και χρυσό φόρεμα που ταίριαζε με το λευκό δέρμα της ενώ ο Ιαν αρκέστηκε σε ένα απλό μαύρο κοστούμι με γκρι μάλλινη γραβάτα.
«Ο,τι μπορώ κάνω» την πείραξε εκείνος και της έκανε νόημα προς το μέρος των γονιών τους. Κάθονταν στην ίδια ροτόντα, μιας και τον τελευταίο καιρό είχαν αρχίσει να  μιλάνε. Όχι άνετα, αλλά μιλούσαν πολιτισμένα. Τους είχαν διαβεβαιώσει ότι δε θα επενέβαιναν ποτέ στη ζωή τους και ότι θα προσπαθούσαν να ξεχάσουν όσα έγιναν και να παρέχουν στα παιδιά τους ένα υγιές οικογενειακό περιβάλλον πια.
«Ζούμε μεγάλες στιγμές» γέλασε εκείνη ευχάριστα έκπληκτη.
«Και θα ζήσουμε ακόμα μεγαλύτερες» τη διαβεβαίωσε εκείνος και την έσφιξε πάνω του.
 Η Λάουρα χόρευε με τον Πίτερ κάπου δίπλα τους και το ίδιο και ο Σκοτ με τη γυναίκα του. Γύρω τους υπήρχαν μόνο οι αγαπημένοι τους άνθρωποι. Έτσι ακριβώς όπως το ήθελαν. Και οι δύο πίστευαν ότι η τελετή του γάμου ήταν ένα μυστήριο που μόνο με πολύ δικούς σου ανθρώπους μπορούσες να μοιραστείς.
«Με κάνεις πολύ ευτυχισμένη» του είπε εκείνη με κάθε ειλικρίνεια. «Μου προσφέρεις απλόχερη αγάπη και κάθε υλική απόλαυση. Νιώθω ότι θα σκάσω από χαρά».
«Εμένα μου φτάνει να με αγαπάς και να είσαι δίπλα μου στα εύκολα και στα δύσκολα. Όλα τα υπόλοιπα άφησέ τα πάνω μου. Θα φροντίσω να είσαι πάντα όσο ευτυχισμένη είσαι σήμερα, κυρία Κάρτερ».
«Μου αρέσει όπως ακούγεται» γουργούρισε ικανοποιημένη.
«Βαλέρια, σ’ αγαπώ πολύ. Το ξέρεις;» την κοίταξε στα μάτια. Εκείνη χαμογέλασε.
«Κι εγώ, Ιαν» του είπε γλυκά.
«Από σήμερα αρχίζει το παραμύθι μας» της είπε και τη σήκωσε ψηλά. Κάποιοι σφύριξαν και κάποιοι άλλοι χειροκρότησαν. Όλα τα βλέμματα ήταν στραμμένα πάνω τους.
«Μια φορά κι έναν καιρό…» ξεκίνησε εκείνη και ο Ιαν τη φίλησε για να επιβεβαιώσει την υπόσχεσή του.
 




Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2015

κεφάλαιο 72-I do!

Το ημερολόγιο έδειχνε 28 Δεκεμβρίου και η Βαλέρια βρισκόταν ξαπλωμένη στον καναπέ ενώ ο Ιαν περιπλανιόταν μέσα στο σαλόνι και έκανε τηλεφωνήματα. Είχαν γυρίσει χθες βράδυ από Νέα Υόρκη και υπήρχαν κάποιες επαγγελματικές εκκρεμότητες να διευθετήσει παρόλο που σήμερα ήταν Σάββατο. Μιλούσε με υπομονή στους συνεργάτες του αν και κατά την δεκαήμερη απουσία τους στη Νέα Υόρκη είχε δημιουργηθεί ένα μεγάλο θέμα με ένα τάνκερ του Ιαν στη Μεσόγειο για το οποίο έφταιγε η ομάδα στο τμήμα ναυλώσεων.   

Η Βαλέρια ήπιε μια γουλιά από τον καφέ της και κοίταξε έξω από το παράθυρο το χιόνι που έπεφτε. Ήταν όλα τόσο όμορφα που ένιωσε μια παράξενη αίσθηση απόλυτης γαλήνης και ευτυχίας που την τρόμαξε. Συχνά την έπιανε ο φόβος ότι αυτό το όνειρο δε θα κρατούσε για πολύ. Ήξερε ότι ήταν παράλογη γιατί ο Ιαν ήταν υπέροχος μαζί της. Στη Νέα Υόρκη πέρασαν τέλεια. Δείπνησαν σε πολυτελή εστιατόρια, πέρασαν χρόνο με τη Λάουρα και τη βοήθησαν με τη μετακόμιση πακετάροντας μαζί της και μεταφέροντας όλα της τα πράγματα με το αεροπλάνο του Ιαν, επισκέφτηκαν μουσεία και γκαλερί και ψώνισαν μέχρι τελικής πτώσης. Η Βαλέρια δεν ήθελε να γυρίσει πριν την Πρωτοχρονιά αλλά ο Ιαν είχε κάποιες υποχρεώσεις και έπρεπε να επιστρέψουν. Φυσικά της είπε υποσχεθεί να την ξαναπάει όποτε ήθελε και εκείνη του έβγαλε τη γλώσσα και του είπε δραματικά ότι θα του κάνει μούτρα μέχρι να ξαναμπούν στο αεροπλάνο. Εκείνος γέλασε.

«Έλα, κλείσε το τηλέφωνο, είναι Σάββατο!» του ψιθύρισε κι εκείνος της χαμογέλασε γνέφοντας θετικά. Η Βαλέρια συχνά του θύμιζε ότι  έπρεπε να ξεκουράζεται πιο πολύ κι εκείνος έδειχνε να το εκτιμά. Σε πέντε περίπου λεπτά ακουμπούσε το κινητό στο πάσο της κουζίνας και την πλησίασε. Κάθισε δίπλα της, την αγκάλιασε και τη φίλησε τρυφερά.  
«Θέλω να στολίσουμε δέντρο!» την αιφνιδίασε με τον αποφασιστικό τόνο του. Εκείνη γούρλωσε τα μάτια της και κούρνιασε στην αγκαλιά του.
«Μα σε λίγες μέρες τελειώνουν οι γιορτές!» του γέλασε εκείνη. «Εγώ μπορώ να το κάνω αλλά φοβάμαι ότι θα μου πάρει χρόνο».
«Δε σου είπα να το στολίσεις μόνη σου αλλά μαζί» είπε εκείνος θιγμένος. «Είναι τα πρώτα μας Χριστούγεννα μαζί, ξέρω πόσο αγαπάς αυτή τη γιορτή και θέλω να στολίσουμε ένα δέντρο. Δε ζητάω πολλά» επέμεινε.
«Μα ναι, φυσικά! Το θέλω κι εγώ» παραδέχτηκε η Βαλέρια.
«Και ξέρω ότι αργήσαμε λίγο, αλλά λείπαμε! Άλλωστε δε γίνεται να κάνουμε ρεβεγιόν Πρωτοχρονιάς χωρίς δέντρο. Και μπορούμε να το αφήσουμε λίγο παραπάνω μετά αφού το καθυστερήσαμε!» της είπε απνευστί.
«Καλά, καλά!» γέλασε η Βαλέρια. «Δε χρειάζεται τόση προσπάθεια να με πείσεις. Θέλω κι εγώ πολύ να στολίσουμε δέντρο. Θα ζεστάνει ο χώρος».

Μέσα σε μισή ώρα οι δυο τους βρίσκονταν μέσα στο αμάξι του Ιαν και κατευθύνονταν στο Κάμντεν, σε μια υπαίθρια αγορά. Διάλεξαν ένα πανύψηλο δέντρο, σχεδόν δύο μέτρα και είκοσι εκατοστά και κανόνισαν να τους το μεταφέρουν το απόγευμα στο σπίτι με μια επιπλέον επιβάρυνση. Μετά αγόρασαν μερικά στολίδια, κυρίως σε κόκκινο και ασημί χρώμα. Ο Ιαν τη διαβεβαίωσε ότι είχε μερικά στολίδια στην αποθήκη του, οπότε τους έφταναν γύρω στα πενήντα καινούργια στολίδια και μερικές γιρλάντες. Τα φόρτωσαν στο αμάξι όλα, μαζί με μερικά δώρα για φίλους και συγγενείς και γύρισαν σπίτι τους μισή ωρίτσα μόλις πριν παραδοθεί το δέντρο.
«Θα χρειαστούμε σκάλα!» είπε  Βαλέρια κοιτώντας το να κυριαρχεί στο χώρο γεμάτη δέος. Ανάμεσα στα άλλα δέντρα δεν της είχε φανεί τόσο μεγαλειώδες.
«Θα ζητήσω στον Τίμοθι μία» είπε ο Ιαν και έκανε ένα τηλέφωνο. Στη διάθεσή του είχε πάντα έναν κηπουρό που ερχόταν δύο φορές τη βδομάδα και τον Τίμοθι και την Μαριάννα, ένα ζευγάρι που ζούσε σε ένα διαμέρισμα περίπου 200 μέτρα μακριά από το σπίτι του Ιαν. Η Μαριάνα μαγείρευε και καθάριζε και ο Τίμοθι έκανε τεχνικές εργασίες.
«Ωραία» είπε η Βαλέρια. «Εγώ θα μας στύψω λίγο χυμό πορτοκάλι γιατί αυτό το θηρίο θα μας εξαντλήσει» γέλασε δείχνοντας το τεράστιο δέντρο. Ο Ιαν συμφώνησε χαρούμενος.

Ξεκίνησαν βρίσκοντας το κατάλληλο σημείο. Το έσυραν δίπλα από το μεγάλο παράθυρο και το έβαλαν σε αρκετή απόσταση από το τζάμι ώστε να αναδεικνύονται όλες οι μπάλες, που γέμιζαν δύο μεγάλες κούτες. Έβαλαν τις μεγάλες μπάλες πιο χαμηλά και τα μικρότερα στολίδια από τη μέση και πάνω. Τα πιο όμορφα στολίδια ήταν κάτι μικρές κρυστάλλινες φιγούρες swarovski που κρέμονταν από όμορφη λευκή κορδέλα.
«Έχουμε αφήσει μια τρύπα στη μέση» του είπε δείχνοντας ένα κενό στο μπροστινό σημείο.
«Αργότερα» απάντησε εκείνος αδιάφορα προσπαθώντας να στερεώσει μερικά αγγελάκια στα κλαδιά. Η Βαλέρια έκανε μερικά βήματα πίσω και επιθεώρησε το δέντρο. Ήταν μοναδικό. Στολισμένο με γούστο και υπομονή, έδωσε στον χώρο αμέσως μια γλυκιά θαλπωρή. Ο Ιαν είχε βάλει μερικά τραγούδια στο ηχοσύστημα και οι γλύκες νότες μιας τζαζ διασκευής του «All I want for Christmas is You» πλημμύρισαν το σαλόνι. Η Βαλέρια κάθισε στον καναπέ και κοιτούσε τον Ιαν να συνεχίζει άκοπα να τοποθετεί τα τελευταία δυο τρία στολιδάκια. Εκείνη είχε κουραστεί πολύ αλλά ήταν πολύ ευτυχισμένη.  Ο άντρας της ζωής της, ο έρωτας που την έκανε να νιώθει τόση πληρότητα, η οικογενειακή ζεστασιά την έκαναν να αισθάνεται η πιο γεμάτη γυναίκα στον κόσμο.
«Σήκω να βάλεις το τελευταίο στολίδι για το καλό» της είπε εκείνος και η Βαλέρια σηκώθηκε πρόθυμα. Ο Ιαν την κοίταξε με ένα ανεξιχνίαστο βλέμμα που την έκανε να ριγήσει. Έδειχνε ξαφνικά ταραγμένος. Της έδωσε στο χέρι ένα λευκό κουτί που περιείχε μια μπάλα που δεν είχαν διαλέξει μαζί. Ήταν μάλλον κάποια από αυτές που είχε ήδη. Η Βαλέρια την ξετύλιξε ανυπόμονα από το ριζόχαρτο που την προστάτευε και την κοίταξε. Μετά κοίταξε τον Ιαν και έβαλε τα κλάματα. Εκείνος την αγκάλιασε και μεταξύ τους βρισκόταν η μικρή κρυστάλλινη μπάλα, τυλιγμένη από τα χέρια της Βαλέριας η οποία είχε χάσει τη συνηθισμένη ετυμολογία της. Κοιτούσε αχόρταγα τη διάφανη μπάλα. Μέσα είχε διάφορα χαρτάκια με λέξεις όπως «Αγάπη», «έρωτας», πάντα μαζί», αλλά στο κέντρο μια φράση έκανε την καρδιά της να σπάσει. «Θέλεις να με παντρευτείς;» έγραφε.
«Πες ναι» της ψιθύρισε εκείνος γλυκά στο αυτί «και θα με κάνεις τον πιο ευτυχισμένο άνθρωπο στον κόσμο. Πες ναι και θα περάσω όλη μου τη ζωή προσπαθώντας να ικανοποιώ κάθε σου επιθυμία. Πες ναι και χάρισέ μου τα παιδιά σου, τα παιδιά μας. Πες ναι και μεγάλωσε μαζί μου, κρατώντας το χέρι μου στα εύκολα και στα δύσκολα. Πες ναι και υπόσχομαι ότι δε θα το μετανιώσεις» συμπλήρωσε φανερά συγκινημένος.
«Ναι!» είπε εκείνη και προσπάθησε να σκουπίσει τα δάκρυά της αλλά μάταια. Εκείνα συνέχισαν να ρέουν χωρίς σταματημό από τα μάτια της. Κάπου μέσα της προσευχόταν να συμβεί όλο αυτό, αλλά ποτέ δεν περίμενε να γίνει τόσο σύντομα και με τόσο όμορφο τρόπο. Ο Ιαν τη σήκωσε στην αγκαλιά του και τη στριφογύρισε πέντε έξι φορές. Όταν την άφησε κάτω η Βαλέρια τοποθέτησε την μπάλα της στο κέντρο και ο Ιαν έβγαλε από την τσέπη του ένα μικρό βελούδινο κουτάκι. Η Βαλέρια τον κοίταξε και εκείνος το άνοιξε μπροστά της. Σχεδόν τυφλώθηκε από τη λάμψη του διαμαντιού που στόλιζε το μονόπετρό της. Ο Ιαν το φόρεσε στο δάχτυλό της κι εκείνη το χάζεψε αχόρταγα. Της ταίριαζε απόλυτα.
«Πότε;» ρώτησε ανυπόμονα εκείνος.

«Όσο πιο γρήγορα γίνεται» απάντησε εκείνη και δάκρυσε ξανά. 





Πέμπτη, 5 Μαρτίου 2015

ευκολάκι μωρέ


κεφάλαιο 71-1.000 κομμάτια

«Ακόμα να οργανωθούμε. Είχαμε πει ότι θα ξεκινήσουμε αρχές Νοεμβρίου και κοντεύουν Χριστούγεννα, αγάπη μου!» γκρίνιαξε η Βαλέρια περπατώντας πάνω κάτω νευρικά μέσα στο σαλόνι τους. Είχαν γυρίσει στο Λονδίνο πριν από δύο μήνες και είχε αμέσως εγκατασταθεί στο σπίτι του Ιαν. Είχε μεταφέρει κάποια έπιπλά της εκεί αλλά τα περισσότερα τα έστειλε στο πατρικό της. Πόσο της είχε λείψει το Λονδίνο… Περνούσε υπέροχα στην Ιαπωνία μαζί με τον Ιαν, αλλά στη χώρα της ένιωθε πολύ διαφορετικά. Ήξερε να κυκλοφορήσει άνετα, είχε φίλους εκεί και αγαπούσε τον αλλοπρόσαλλο καιρό.
«Εγώ τι μπορώ να κάνω;» τη ρώτησε ο Ιαν, ο οποίος εκείνη την ώρα έφτιαχνε ένα παζλ. Συζητούσαν εδώ και ώρα για ένα μικρό ίδρυμα που είχε πρόσφατα στήσει ο Ιαν για να λύσει το θέμα της απασχόλησης της Βαλέρια. Εκείνη είχε σκεφτεί πολύ και είχε αποφασίσει ότι δεν ήθελε να δουλέψει στις επιχειρήσεις του και ότι δεν θα ήθελε να επιστρέψει πάλι σε κάποιο δικηγορικό γραφείο. Η Ιαν είχε σκεφτεί την ιδέα για το ίδρυμα το οποίο ουσιαστικά θα ήταν ένα μεγάλο δικηγορικό γραφείο με 5-10 νέους δικηγόρους οι οποίοι θα παρείχαν δωρεάν νομικές συμβουλές και εκπροσώπηση σε οικονομικά αδύναμες πληθυσμιακές ομάδες. Η Βαλέρια είχε ενθουσιαστεί. Πάντα τη συγκλόνιζε η άδικη μεταχείριση που μπορούσε να υποστεί ένας άνθρωπος με μη-προνομιούχο υπόβαθρο χωρίς τη σωστή υποστήριξη στο δικαστήριο. Το θέμα της αμοιβής της την έφερε σε λίγη αμηχανία αλλά ο Ιαν τη διαβεβαίωσε ότι ο μισθός τόσο εκείνης όσο και των δικηγόρων που εκείνη θα επέλεγε να συνεργαστούν μαζί της θα καλύπτονταν από τον προϋπολογισμό του ιδρύματος. Και η Βαλέρια είχε ενθουσιαστεί με το ποσό. Ο Ιαν είχε χαμογελάσει με την αντίδρασή της. «Δεν περίμενα ποτέ να μην αντιδράσεις!» της είχε πει εκείνος εμβρόντητος. «Να μην αρχίσεις να λες ότι δε θες τα λεφτά μου και να μην πλάθεις σενάρια για το αβέβαιο μέλλον σου μετά το χωρισμό μας». Η Βαλέρια τον είχε διαβεβαιώσει ότι δε σκεφτόταν πια έτσι. Αν ήθελε να την πληρώνει για μια δουλειά που έκανε, δεν είχε πρόβλημα. Και δε σκεφτόταν την πιθανότητα να χωρίσουν. Κι ας μην είχε θίξει ακόμα το θέμα του γάμου.
«Τι να κάνεις;» τον ρώτησε χωρίς να περιμένει απάντηση. «Μόνο το ίντερνετ περιμένω να εγκατασταθεί και ξεκινάμε. Αλλά πολλές αναποδιές, βρε παιδί μου» παραπονέθηκε ξανά. Είχαν αργήσει πολύ ήταν η αλήθεια και οι νέοι δικηγόροι που είχε προσλάβει είχαν αρχίσει να αμφιβάλουν για την έκβαση της συνεργασίας τους.
«Βαλέρια, κάθισε κάτω, μου φέρνεις ναυτία» είπε εκείνος εύθυμα και η Βαλέρια τον πλησίασε και κάθισε στην αγκαλιά του. Εκείνος άφησε το πρόθυμα το παζλ του και την κοίταξε με λατρεία.
«Είμαι δύο μήνες εδώ και είμαστε δέκα μήνες μαζί» του είπε εκείνη μην μπορώντας να πιστέψει την τύχη της.
«Νομίζω ότι είμαστε κάμποσα χρόνια μαζί για να είμαστε ακριβείς» είπε εκείνος και τη φίλησε.
«Ξέρεις τι εννοώ» τον μάλωσε εκείνη.
«Ελπίζω να εννοείς ότι είσαι ευτυχισμένη όπως είμαι κι εγώ» είπε εκείνος και της χάιδεψε τα μαλλιά. «Αυτή τη φορά είναι όλα διαφορετικά. Είμαι πιο ήρεμος. Κι εσύ…είσαι πιο χαλαρή. Η συγκατοίκηση μαζί σου είναι φανταστική εμπειρία. Ανυπομονώ κάθε μέρα να γυρίσω σπίτι».
«Κοκκινίζω» του είπε και έχωσε το πρόσωπό της στο λαιμό του. «Κι εγώ περνάω υπέροχα μαζί σου. Και ελπίζω να μην σε κουράζω με την γκρίνια μου» πρόσθεσε.
«Θέλεις να πάμε στη Νέα Υόρκη τα Χριστούγεννα;» την αιφνιδίασε και η Βαλέρια κόντεψε να πνιγεί.
«Πώς προέκυψε αυτό;» γέλασε.
«Μπορούμε να πάμε να επισκεφτούμε τη Λάουρα και να τη βοηθήσουμε με τη μετακόμιση». Η Λάουρα είχε ολοκληρώσει σχεδόν το πρόγραμμα που παρακολουθούσε και γυρνούσε λίγο πριν την πρωτοχρονιά. Η ιδέα του ήταν απίθανη.
«Μήπως είσαι απασχολημένος στη δουλειά; Κι εγώ ίσως έχω υποχρεώσεις με το ίδρυμα. Είσαι σίγουρος;» τον ρώτησε συννεφιασμένη και εκείνος χαμογέλασε καθησυχαστικά.
«Νιου Γιορκ, Νιου Γιορκ» της τραγούδησε ως άλλος Φρανκ Σινάτρα και την έσφιξε πάνω του. «Θα πάμε και θα πεις κι ένα τραγούδι».
«Καλά, καλά» είπε  η Βαλέρια με ένα αθώο ύφος.
«Είναι και ευκαιρία να πετάξουμε με το καινούργιο αεροσκάφος μας» είπε ο Ιαν.
«Τέλεια! Γιατί το είχα βαρεθεί το παλιό» τον πείραξε.
«Το καινούργιο έχει και φοβερή καμπίνα».
«Ναυτιλιακή δεν έχεις εσύ; Γιατί δεν παίρνουμε ένα γιωτ;»
«Έχουμε τέσσερα» την αποστόμωσε.
«Τρελαίνουμε για τον α’ πληθυντικό» γέλασε η Βαλέρια με την καρδιά της.
«Το εννοώ» είπε ο Ιαν με σοβαρό ύφος. «Ο,τι είναι δικό μου είναι και δικό σου».
«Δεν καταλαβαίνω πώς γίνεται αυτό» συνέχισε να γελάει η Βαλέρια γιατί στην πραγματικότητα ένιωθε φοβερή αμηχανία. Πώς ήταν δυνατόν να θεωρεί κάποια πράγματα δεδομένα εφόσον δεν είχαν παντρευτεί;
«Θέλω να νιώθεις άνετα, να κάνεις ό,τι θες» επανέλαβε εκείνος. Συνέχεια της το έλεγε αυτό. Μόνο που η Βαλέρια δεν αναφερόταν στα χρήματα και στα κότερα. Μιλούσε για μια πιο ουσιαστική ένωση που δεν είχε να κάνει με την τσέπη αλλά με δύο ανθρώπους που γίνονταν ένα ενώπιον Θεού.
«Ήδη συμβαίνει αυτό» του είπε ήρεμα χωρίς να δείξει ότι τη βασάνιζαν οι σκέψεις της.
«Άσε με τώρα να τελειώσω το παζλ μου» της είπε και της έριξε μια μαλακή ξυλιά στο γοφό. «Φυσικά μπορείς να συνεχίσεις να γκρινιάζεις» της γέλασε.
Η Βαλέρια σηκώθηκε και πήρε ένα περιοδικό για να το διαβάσει στον καναπέ δίπλα του. Δεν πειράζει, σκέφτηκε. Δεν είναι ανάγκη και όλες οι σχέσεις να καταλήγουν στην εκκλησία…



Τετάρτη, 4 Μαρτίου 2015

κεφάλαιο 70-ραφτείτε λέμε!

«Μπορείς να μου πεις γιατί κουράζεσαι; Μπορούμε να παραγγείλουμε, μπορούμε να φάμε έξω, μπορούμε να προσλάβουμε κάποια να μας μαγειρεύει» είπε ο Ιαν ενώ έμπαινε στο διαμέρισμα που είχε νοικιάσει. Τους δύο πρώτους μήνες είχαν μείνει στο ξενοδοχείο αλλά μετά η Βαλέρια είχε προτείνει να μεταφερθούν σε ένα επιπλωμένο διαμέρισμα ώστε να ζουν να φυσιολογικό ζευγάρι και όχι σαν τουρίστες. Ο Ιαν δεν είχε φέρει αντίρρηση. Δεν της έλεγε όχι σε τίποτα και η Βαλέρια ανταπέδιδε με το να τον βοηθάει στις νομικές του υποχρεώσεις παράλληλα με τη νομική του ομάδα αλλά και να του μαγειρεύει και να τον φροντίζει όσο μπορούσε.
«Μου αρέσει να σε περιποιούμαι!» του είπε για ακόμη μία φορά και αφού τύλιξε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του, τεντώθηκε και τον φίλησε απαλά. Εκείνος έβγαλε την γραβάτα του, ακούμπησε τον χαρτοφύλακα στον καναπέ τους και αφού ξέπλυνε τα χέρια του, κάθισε σε ένα από τα σκαμπό γύρω από το ψηλό πάσο που λειτουργούσε ως τραπέζι στην κουζίνα τους. Η Βαλέρια τού σέρβιρε ένα πιάτο με ψητό μπιφτέκι και βραστά λαχανικά και το ίδιο για τον εαυτό της. Εκείνος γέμισε με κόκκινο κρασί τα ποτήρια τους και άπλωσε μια πετσέτα στα πόδια του. Αυτό που μπορεί σε κάποιον να φαινόταν ως ρουτίνα, σε εκείνη φάνταζε ένα όμορφο όνειρο. Κάθε απόγευμα κατά τις εφτά ο Ιαν επέστρεφε «σπίτι», έτρωγαν μαζί και στη συνέχεια έβγαιναν βόλτα ή έμεναν σπίτι και διάβαζαν μαζί ή έβλεπαν κάποια ταινία. Πολλά Σαββατοκύριακα ταξίδευαν σε κοντινούς προορισμούς και είχαν κάνει ήδη ένα πενθήμερο ταξίδι στο Κυότο για να θαυμάσουν τους αρχαίους ναούς και τα ολάνθιστα πάρκα.
«Πώς πήγε η δουλειά σήμερα;» τον ρώτησε κι εκείνος άρχισε να της αφηγείται διεξοδικά ότι η εξαγορά έβαινε καλώς αν και χρειάζονταν ακόμα χρόνο ώστε να ολοκληρωθεί. Της εξήγησε τι εμπόδια είχαν συναντήσει. Η Βαλέρια τον άκουγε προσεκτικά.
«Εσύ με τι ασχολήθηκες;» ρώτησε εκείνος με ενδιαφέρον ενώ απολάμβανε εμφανώς το γεύμα του αν έκρινε καλά από το χαμόγελο στα υπέροχα χείλη του.
«Εγώ διάβασα λιγάκι για το εργατικό δίκαιο της χώρας και νομίζω ότι έχω κάτι να σου προτείνω αλλά πρέπει πρώτα να μιλήσω με τους δικηγόρους σου. Έχουμε ραντεβού αύριο» του έκλεισε το μάτι. «Μετά μίλησα λίγο με τη Λάουρα στο skype. Θέλει να έρθει, λέει».
«Να της κάνουμε δώρο τα εισιτήρια» πρότεινε ο Ιαν ήρεμα.
«Δε θα το δεχτεί! Είναι πολύ περήφανη!».
«Βρες έναν τρόπο να το δεχτεί! Είστε καλές φίλες και έχει στηρίξει πολύ…τη σχέση μας» είπε ο Ιαν, ο οποίος μιλούσε πάντα με εκτίμηση για τους φίλους της.
«Καλά, θα δω. Μετά μίλησα με τους δικούς μου. Μου είπαν…κρατήσου» του είπε και γέλασε «ότι δείπνησαν με τους δικούς σου!». Ο Ιαν άφησε κάτω το ποτήρι του και την κοίταξε με γουρλωμένα μάτια.
«Μα αυτό είναι τρέλα!» είπε μπερδεμένος. «Πώς είναι δυνατόν; Θα ένιωθαν πολύ άβολα και δεν ξέρω ακόμα αν είναι έτοιμοι για αυτό!».
«Ιαν, ηρέμησε» είπε η Βαλέρια εύθυμα. «Μεγάλα παιδιά είναι!».
«Μα τους έχουμε ξεκαθαρίσει ότι το γεγονός ότι εμείς είμαστε μαζί δεν τους υποχρεώνει να κάνουν παρέα».
«Ένα δείπνο ήταν, χαλάρωσε. Ο πατέρας μου μου είπε ότι επικρατούσε φοβερή αμηχανία αλλά έχουν περάσει πολλά χρόνια και είναι καιρός να ξεχάσουν».
«Θα ήθελα να είμαι από μια γωνιά να τους δω» είπε ξαφνικά ο Ιαν σε λίγο πιο χαρούμενο τόνο και η Βαλέρια γέλασε με την ιδέα.
«Εγώ λέω να τους αφήσουμε να κάνουν ό,τι θέλουν, αρκεί να μη μας επηρεάζουν» του είπε αποφασιστικά και ο Ιαν έγνεψε. Έδειχνε κουρασμένος και η Βαλέρια πρότεινε να μείνουν μέσα. Λάτρευε τη συγκατοίκηση με τον Ιαν. Η κοινή ζωή τους ήταν ένα όνειρο. Απολάμβανε τόσο τα συναρπαστικά κομμάτια όσο και τη βαρετή καθημερινότητα. Ήταν μαζί πέντε μήνες και ένιωθε σαν να τον είχε γνωρίσει χθες. Δε χόρταινε να περνάει χρόνο μαζί του αν και της έλειπε λίγο η χώρα της. Ήξερε ότι είχε μπροστά της πολλούς μήνες μέχρι να ολοκληρωθεί η εξαγορά. Ο χρόνος όμως δούλευε υπέρ της. Ο Ιαν χρειαζόταν χρόνο για να γαληνέψει, για να την εμπιστευτεί πλήρως ξανά. Μέχρι τότε, εκείνη ένιωθε λιγάκι ότι κάθε μέρα περνούσε τεστ, ότι την αγαπούσε απόλυτα αλλά οποιοδήποτε περαιτέρω βήμα έπρεπε να περιμένει. Δεν περίμενε φυσικά να πέσει στα πόδια της και να την παρακαλέσει να τον παντρευτεί. Εκείνη είχε προκαλέσει την δυσπιστία του οπότε προς το παρόν δεν είχε δικαίωμα να περιμένει από εκείνον πιο μόνιμες δεσμεύσεις παρόλο που βαθιά μέσα της ανυπομονούσε να γίνει γυναίκα του.
«Βαλέρια, περνάς καλά μαζί μου;» τη ρώτησε εκείνος ενώ φορούσε μια άνετη φόρμα. Τη ρωτούσε συχνά και περίμενε πάντα μια σοβαρή απάντηση. Η Βαλέρια του χαμογέλασε, όχι τόσο επειδή της φάνηκε αστεία η ερώτησή του αλλά επειδή της μπήκαν πολύ πονηρές ιδέες όταν τον είδε να φοράει ένα στενό φανελάκι που τόνιζε τα μπράτσα του και το φαρδύ στέρνο του.
«Πολύ, Ιαν!» του είπε και τον αγκάλιασε. Εκείνος την έσφιξε πάνω του.
«Σε αγαπώ πολύ. Το ξέρεις;» τη ρώτησε εκείνος και η Βαλέρια ακούμπησε τα χείλη της στο λαιμό της.
«Μμμ, θέλεις να μου δείξεις πάλι;» τον προκάλεσε και άρχισε να του βγάζει τα ρούχα.


Τρίτη, 3 Μαρτίου 2015

κεφάλαιο 69-ραφτείτε!

«Τόσες μέρες είμαι εδώ και πρώτη φορά απολαμβάνω γεύμα με την ψυχή μου» είπε η Βαλέρια προσπαθώντας να τρώει λίγο πιο κομψά και όχι καταβροχθίζοντας κάθε μπουκιά χωρίς να παίρνει ανάσα. Πραγματικά πεινούσε. «Πού το βρήκες αυτό το μέρος;» ρώτησε κοιτώντας γύρω της τον νεαρό κόσμο που έτρωγε και συζητούσε ζωηρά. Οι θαμώνες ήταν κυρίως ξένοι αλλά και ντόπιοι. Το μενού περιλάμβανε ιαπωνικές σπεσιαλιτέ σε συνδυασμό με ευρωπαϊκά πιάτα. Ο Ιαν είχε παραγγείλει λίγο πολύ…τα πάντα και η Βαλέρια έτρωγε σαν να μην υπήρχε αύριο.
«Έχω ξανάρθει στο Τόκιο» χαμογέλασε εκείνος ήρεμα τσιμπώντας ένα σούσι από το πιάτο της. Φαινόταν ξαφνικά πολύ ήρεμος και καλοδιάθετος. Η Βαλέρια είχε χαλαρώσει κι εκείνη και απολάμβανε την παρέα του παρόλο που η κατάσταση μεταξύ τους δεν είχε ξεκαθαρίσει. Εκείνη του είχε ανοίξει την καρδιά της κι εκείνος φαινόταν ευγενικός και γλυκός αλλά δεν της είχε πει αν την αγαπάει ακόμα.
«Πώς πάνε οι διαπραγματεύσεις;» ρώτησε εκείνη και ήπιε λίγο από το αναψυκτικό της. «Και παρεμπιπτόντως πού στο καλό γίνονται αυτές οι ρημάδες οι συνομιλίες; Κόντεψαν να με συλλάβουν επειδή την είχα στήσει έξω από την εταιρεία που προσπαθείς να εξαγοράσεις» του είπε τάχαμ θυμωμένη.
«Μα τι λες; Έχω νοικιάσει έναν όροφο στο Ριτζ-Κάρλτον. Μένω στη σουίτα και έχω διαμορφώσει στα υπόλοιπα δωμάτια μερικά γραφεία. Εκεί γίνονται οι συνομιλίες. Δεν ήθελα να δημιουργηθεί εκνευρισμός στους υπαλλήλους της εταιρείας και να ξέρουν τι πρόκειται να γίνει».
«Ναι, ίσως έχεις δίκιο» είπε εκείνη.
«Μα πες μου, αλήθεια περίμενες με τις ώρες έξω από την Ταϊλόν; Είσαι θεότρελη» γέλασε πάλι.
«Εδώ ήρθα στο Τόκιο. Δεν φτάνει αυτό ως απόδειξη;»
«Απόδειξη ότι είσαι τρελή ή ότι με αγαπάς;» τη ρώτησε ξαφνικά και το ύφος του μαλάκωσε κάπως. Η Βαλέρια κατέβασε το βλέμμα της στο πιάτο της. Το είχαν αποφύγει αρκετά. Ήταν η ώρα να ανοίξουν τα χαρτιά τους.
«Νόμιζα ότι αυτά τα δύο είναι αλληλένδετα» του είπε και ανέμισε το πιρούνι της.
«Υπεκφεύγεις» τη μάλωσε αλλά της χαμογέλασε γλυκά.
«Ιαν, τι θες να σου πω;» άφησε κάτω το πιρούνι και σκουπίστηκε με μια ζεστή πετσέτα. «Ήρθα ως εδώ και έκανα κάθε προσπάθεια για να σε πετύχω μέσα σε μια πόλη 33 εκατομμυρίων ανθρώπων. Το συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι ισχύουν τα δύο παραπάνω. Και είμαι τρελή και είμαι πολύ ερωτευμένη» κοκκίνισε.
«Πολύ κιόλας;» χαμογέλασε εκείνος πλατιά και πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Πολύ πολύ» είπε εκείνη ζωηρά «και αν θες μπορώ να μείνω λίγο καιρό και να δώσουμε μια ευκαιρία στη σχέση μας. Δεν έχω καμία υποχρέωση και ο χρόνος μου σου ανήκει» συμπλήρωσε χωρίς να πάρει ανάσα. Ο Ιαν δεν απάντησε όμως και η Βαλέρια έχασε λίγη από την αυτοπεποίθησή της. Μόνο της χαμογελούσε. Τι να σκεφτόταν άραγε;
«Κάθε φορά που σου φερόμουν σκληρά έλεγα από μέσα μου ότι αυτή θα είναι η τελευταία και ότι αν γυρίσεις κοντά μου αυτό θα είναι απόδειξη ότι αξίζει να σε συγχωρήσω» της είπε τελικά και συννέφιασε. Η Βαλέρια τον προέτρεψε να συνεχίσει με ένα νεύμα. «Ο εγωισμός μου όμως ήταν κακός σύμβουλος» παραδέχτηκε με σφιγμένα δόντια. «Γιατί κάθε φορά σε πλήγωνα και πιο πολύ, με αποκορύφωμα εκείνο το βράδυ» είπε και έστρεψε το βλέμμα του στο χώρο. Ντρεπόταν. «Δεν περίμενα ποτέ ότι θα με ψάξεις μετά από αυτή την απαίσια συμπεριφορά. Ονειρευόμουν ότι ίσως ότι θα έβρισκες τρόπο να επικοινωνήσεις μαζί μου, αλλά δεν περίμενα ποτέ να σε δω στο Τόκιο. Μου φαίνεται σαν ψέμα».
«Κι όμως» γέλασε η Βαλέρια για να απαλύνει το κλίμα. «Ήρθα και αν θες θα μείνω» του είπε προσπαθώντας να εκμαιεύσει κάποια απάντηση.
«Πώς μπορείς να το λες αυτό; Σε πρόσβαλα, σε εγκατέλειψα. Σου φέρθηκα απαίσια» της είπε εκείνος κάνοντας νεύμα στον σερβιτόρο που ερχόταν να μην τους διακόψει.
«Κι εγώ επίσης, οπότε ας πούμε ότι είμαστε πάτσι» ανασήκωσε τους ώμους της. Ο Ιαν την κοιτούσε με ένα βλέμμα που δυσκολευόταν να αποκρυπτογραφήσει.
«Έφαγες;» τη ρώτησε τελικά και η Βαλέρια έγνεψε θετικά. Ο Ιαν ζήτησε τον λογαριασμό και πλήρωσε με την κάρτα του. Σε ελάχιστα λεπτά βρίσκονταν στο δρόμο.
«Θα πάμε στο ξενοδοχείο σου να μαζέψεις τα πράγματά σου και θα έρθεις στο δικό μου. Συμφωνείς;» της είπε αυστηρά.
«Συμφωνώ» είπε εκείνη περπατώντας δίπλα του.
«Και θα μείνεις μαζί μου για όσο μείνω εγώ εδώ. Συμφωνείς;» επέμεινε εκείνος.
«Συμφωνώ».
«Και θα με βοηθήσεις με τα συμβόλαια. Συμφωνείς;»
«Συμφωνώ».
«Και δε θα φεύγεις στιγμή από το πλάι μου μέχρι να μου περάσει αυτή η ηλίθια ανασφάλεια που έχω ότι θα σε χάσω ξανά. Συμφωνείς;»
«Συμφωνώ» χαμογέλασε εκείνη. Ο Ιαν έκανε νόημα σε ένα ταξί και είπε τη διεύθυνση του ξενοδοχείου της.
«Και θα με αγαπάς όσο απόλυτα, όσο παθιασμένα και απελπισμένα σε αγαπώ εγώ για όσο ζούμε. Συμφωνείς;» τη ρώτησε με αγωνία.
«Συμφωνώ!» του είπε και τον φίλησε.



Δευτέρα, 2 Μαρτίου 2015

κεφάλαιο 68-Daisuki

Η ορμή του Ιαν ήταν τόσο μεγάλη, που η Βαλέρια θα έπεφτε αν δεν την άρπαζε στην αγκαλιά του. Το σοκ, η χαρά και η κούραση δεν ήταν καλός σύμμαχος. Σχεδόν λιποθύμησε στα χέρια του κι εκείνος χρειάστηκε να τη μεταφέρει σαν πάνινη κούκλα σε ένα μικρό παγκάκι και να  της χαϊδέψει απαλά τον αυχένα για να ζωντανέψει.
«Τι κάνεις εσύ εδώ;» τη ρώτησε όταν συνήλθε κάπως. Την είχε καθίσει στην αγκαλιά του και η Βαλέρια ανέπνεε το άρωμά του. Δεν πίστευε ακόμα την καλή της τύχη, δεν χόρταινε να τον κοιτάει να ακτινοβολεί μέσα στο σκούρο μπλε κοστούμι. «Πες μου, διάολε!» είπε ανυπόμονα εκείνος και μόνο τότε η Βαλέρια συνειδητοποίησε ότι τον κοιτούσε σαν χαζή και δε μιλούσε. Μα δεν έφταιγε εκείνη. Της φαινόταν σαν να είχε περάσει ένας αιώνας από την τελευταία φορά που τον είδε κι ας ήταν μόνο λίγες μέρες. Ο χρόνος για τους ερωτευμένους κυλάει αργά όταν δεν είσαι με αυτόν που αγαπάς, σκέφτηκε και ρίγησε. «Κρυώνεις;» ρώτησε ο Ιαν και τη σκέπασε με το σακάκι του. Η Βαλέρια έγνεψε αρνητικά Δεν ήθελε να μιλήσει. Πίστευε ότι θα διαλύσει την ομίχλη του ονείρου με κάτι ανόητο που μπορεί να έλεγε.
«Βαλέρια, τι έχεις πάθει; Γιατί δεν μιλάς;» επέμεινε ο Ιαν, πιο ήρεμα αυτή τη φορά. Μάλλον συνειδητοποιούσε ότι είχε πάθει σοκ.
«Είμαι καλά, ευχαριστώ» ψέλλισε εκείνη και κατέβασε ντροπαλά το κεφάλι της. Ο Ιαν δεν έδειχνε πια θυμωμένος. Απλώς ήταν τελείως μπερδεμένος.
«Πες μου τι κάνεις εδώ, κοντεύω να τρελαθώ» της είπε.
«Ήρθα να δω την έκθεση» του χαμογέλασε, καθώς ήξερε ότι απέφευγε την ερώτησή του. «Και το πάρκο φυσικά. Μένω εδώ δίπλα» είπε και έδειξε αόριστα βόρεια.
«Μάλιστα…» χαμογέλασε κι εκείνος ήρεμα. «Και πώς σου φαίνεται το Τόκιο; Σου αρέσει το φαγητό;» ρώτησε και χωρίς να περιμένει απάντηση άλλαξε τόνο. «Είσαι καλά, κορίτσι μου; Σε βλέπω στο Τόκιο και μου πουλάς τρέλα;»
«Δημόσιος είναι ο χώρος» του είπε εκείνη και ανασήκωσε τους ώμους. Απολάμβανε πολύ να κάθεται κουρνιασμένη στην αγκαλιά του και προσπαθούσε να το παρατείνει.
Ο Ιαν πήρε βίαια το χέρι της και αφού άνοιξε την παλάμη της την ακούμπησε πάνω στην καρδιά του.
«Βλέπεις; Βλέπεις τι μου κάνεις;» της είπε μελαγχολικά. «Είμαι καλεσμένος σε μια εκδήλωση και ξαφνικά σε βλέπω ανάμεσα στο πλήθος, να περιφέρεσαι σαν νεράιδα και να κοιτάς τις προθήκες με τα παραμύθια».
«Σαν νεράιδα;» χαμογέλασε η Βαλέρια με το κομπλιμέντο.
«Ω έλα τώρα!» διαμαρτυρήθηκε εκείνος και ανασκουμπώθηκε αλλά δεν την άφησε από την αγκαλιά του. «ξέρεις πόσο εύκολα αποδιοργανώνεις τη σκέψη μου με την ομορφιά σου».
«Ιαν, εγώ…»
«Δεν ήμουν σίγουρος όμως!» τη διέκοψε εκείνος. «Είναι τόσες οι φορές αυτά τα χρόνια που νόμιζα ότι σε είδα κάπου και δεν ήσουν εκεί, που μπερδεύτηκα. Νόμιζα ότι μου έπαιζε κάποιο παράξενο παιχνίδι το μυαλό μου».
«Κι εγώ, Ιαν, κι εγώ έτσι ένιωσα όταν σε άκουσα να με φωνάζεις!»
«Τι ήρθες να κάνεις εδώ; Γιατί με τυραννάς;» τη ρώτησε με φωνή που έτρεμε. Η Βαλέρια ντράπηκε για όσα του είχε κάνει.
«Ήρθα…για σένα» του είπε απλά και το βλέμμα του θαρρείς πώς άστραψε.
«Γιατί;» επέμεινε εκείνος. Η Βαλέρια είχε προβάρει πολλές φορές στο μυαλό της τι θα του έλεγε αλλά αυτή τη στιγμή δεν είχε ιδέα τι να πει.
«Ιαν, ξέρω ότι έχεις σχέση…» ξεκίνησε ήρεμα «αλλά δεν μπορούσα να βρίσκομαι στο Λονδίνο και εσύ τόσο μακριά…μου φαινόταν εξωπραγματικό».
«Μίλα μου» την παρότρυνε ευγενικά.
«Ξέρω ότι δε με θες πια ή έστω όχι όσο παλιά και ξέρω ότι η άλλη κοπέλα…η Μίκα…έχει κάθε δικαίωμα να είναι εδώ μαζί σου επίσημα. Εγώ απλώς ήρθα για να σου πω από κοντά» δάκρυσε, αλλά εκείνος χάιδεψε το μάγουλό της απαλά «ότι σε αγαπάω πολύ και τα παράτησα όλα για να είμαι κοντά σου» κόμπιασε.
«Τι εννοείς;»
«Εννοώ ότι παραιτήθηκα, μάζεψα τα πράγματά μου και ήρθα» του είπε και ανασήκωσε τους ώμους.
«Και οι δικοί σου;»
«Σου έδωσαν την ευχή τους. ΜΑΣ έδωσαν την ευχή τους» του είπε χαμογελώντας δειλά.
«Πλάκα κάνεις;» τη ρώτησε απορημένος. «Οι Καπουλέτοι μαλάκωσαν;»
«Ιαν, μην αλλάζεις θέμα» τον μάλωσε εκείνη. «Θέλω μόνο να σου πω ότι είμαι στη διάθεσή σου» κατέληξε. Εκείνος ξεκαρδίστηκε. Η Βαλέρια έμεινε να τον κοιτάει.
«Στη διάθεσή μου;» επανέλαβε εκείνος. «Τα παράτησες όλα, δουλειά, φίλους οικογένεια και ήρθες ως εδώ για να μου πεις ότι είσαι στη διάθεσή μου;»
«Δε βλέπω πού είναι το αστείο» του είπε εκείνη και έκανε να σηκωθεί αλλά ο Ιαν την έσφιξε πάνω του. Τι μαρτύριο ήταν αυτό; Θα την ξεφτίλιζε; Αν ναι, ίσως της άξιζε. Απλώς αυτή θα ήταν η τελευταία φορά.
«Ολιγαρκής είσαι, Βαλέρια» της είπε εκείνος. Η Βαλέρια δεν κατάλαβε. Απλά τον κοίταξε. Εκείνος την έσφιξε ξανά πάνω του και φίλησε το κεφάλι της. «Δεν το πιστεύω ότι είσαι εδώ, τρελή γυναίκα» τη μάλωσε. «Βλέπω όνειρο;»
«Μένω σε ένα ξενοδοχείο εδώ κοντά» είπε εκείνη τελικά. «Μπορεί να είσαι λίγο μπερδεμένος τώρα και να θες χρόνο, αλλά εγώ μπορώ να περιμένω».
«Βαλέρια, τι μου λες;» ρώτησε εκείνος ευθεία.
«Ότι είμαι δική σου, αν με θες. Θα μείνω λίγο καιρό εδώ και αν δε σου βγει, θα φύγω. Αλλά δεν είσαι υποχρεωμένος να απαντήσεις τώρα. Ξέρω ότι έχεις σχέση και…».
«Δεν έχω» την ξάφνιασε.
«Και η Μίκα;» ρώτησε η Βαλέρια προσπαθώντας να κρύψει τον ενθουσιασμό της.
«Χωρίσαμε λίγο πριν έρθω. Πώς θα μπορούσα να…» διέκοψε τη σκέψη του ο Ιαν.
«Μίλα μου» τον παρότρυνε εκείνη.
«Δεν το πιστεύω ότι είσαι εδώ» της χάιδεψε τα μαλλιά. «Δεν το πιστεύω ότι τα παράτησες όλα για μένα. Φοβάμαι ότι υπήρξα άδικος και σκληρός μαζί σου».
«Είχες κάθε δικαίωμα να αμφισβητείς την αγάπη μου» του είπε εκείνη με ειλικρίνεια.
«Σε απογοήτευσα με κάθε τρόπο».
«Γι αυτό ήρθες; Για να μου αποδείξεις ότι μετάνιωσες;».
«Για να σου αποδείξω ότι σε αγαπάω, βλάκα» φώναξε ξαφνική εκείνη. «Είμαι εδώ και θα μείνω για όσο με θες. Δεν έχω τίποτα να με κρατάει πίσω» του είπε. «Δεν περιμένω να με αγαπάς, αλλά αν υπάρχει κάτι μέσα σου για μένα» άρχισε να κλαίει χωρίς λυγμούς «κάτι ελάχιστο, μπορούμε να προσπαθήσουμε ξανά και υπόσχομαι αυτή τη φορά ότι θα τα κάνω όλα σωστά».
«Εσύ γεννήθηκες για να με τρελάνεις» της είπε εκείνος. Η Βαλέρια σηκώθηκε άτσαλα και στάθηκε όρια μπροστά του. Του έτεινε το σακάκι του κι εκείνος το φόρεσε.
«Όποτε έχεις χρόνο, επικοινώνησε μαζί μου» του είπε προσπαθώντας να περισώσει την περηφάνια της. Παταγώδης καταστροφή, σκέφτηκε. Δε με θέλει. Με εμπαίζει.
«Έχω χρόνο τώρα» της είπε εκείνος σταθερά. «Θα σε συνοδεύσω στο ξενοδοχείο σου και αν θες μπορούμε να δειπνήσουμε μαζί. Έχεις φάει;».
«Και η εκδήλωση;»
«Θα τους πω ότι πρέπει να φύγω. Θα καταλάβουν. Είσαι εδώ!» ξεφώνισε εκείνος. «Είσαι εσύ εδώ και εγώ θα κάνω δημόσιες σχέσεις;».
«Δεν είχα καταλάβει ότι χάρηκες τόσο» του είπε και άρχισε ξανά να κλαίει.
«Με έκανες τον πιο ευτυχισμένο άνθρωπο στον κόσμο όταν σε είδα μπροστά μου. Ξαφνικά ξεκαθάρισαν όλα μέσα μου».
«Τι ξεκαθάρισε;» ρώτησε η Βαλέρια προσπαθώντας να ηρεμήσει τους παλμούς της καρδιάς της.
«Πάμε να φάμε κάτι» είπε εκείνος αυστηρά. «Και μετά εμείς οι δύο θα έχουμε πολύ χρόνο να τα συζητήσουμε όλα».