Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2015

κεφάλαιο 67-θα'ναι σαν να μπαίνει η άνοιξη...(μικρές, το ξέρετε το τραγούδι;)

Η Βαλέρια ήταν σίγουρη ότι έπρεπε να τα παρατήσει πια. Είχε κάνει τα πάντα και συνέχιζε να μην έχει ιδέα πού ήταν ο Ιαν ή τι έκανε αυτή στο Τόκυο. Την ιδέα να τα εγκαταλείψει την πήρε καθώς γυρνούσε στο ξενοδοχείο μετά από πέντε μέρες που ήταν στην πόλη και χάθηκε ξανά. Χρειάστηκε να ζητήσει οδηγίες και γύρισε μία ώρα μετά, κατάκοπη και ιδρωμένη. Και δεν ήταν μόνο αυτό. Μετά από πέντε συνεχείς μέρες που ξημεροβραδιαζόταν έξω από την ιαπωνική εταιρεία που πίστευε ότι θα εξαγόραζε ο Ιαν, ένας γεροδεμένος άντρας βγήκε από μέσα και της είπε ότι είναι από την ασφάλεια του κτιρίου και ότι τη βλέπουν από τις κάμερες τόσες μέρες να κάθεται με τις ώρες απέξω. Εν ολίγοις της είπαν ότι αν την ξαναδούν να χασομεράει απ έξω θα φώναζαν την αστυνομία. Η Βαλέρια έγινε κατακόκκινη και γύρισε στο ξενοδοχείο μετά από μια σύντομη βόλτα στα μουσεία με σκοπό να ξεχαστεί λιγάκι. Δεν τα κατάφερε. Αλλά εκτίμησε πολύ την ιαπωνική τέχνη.

Η Λάουρα είχε ξεμείνει από ιδέες και οι γονείς της της είπαν ότι ήταν στο χέρι της η απόφαση να γυρίσει. Όλα της άνοιγαν το δρόμο για να το κάνει. Ο τραπεζικός λογαριασμός της μειωνόταν δραστικά, δεν της άρεσε το φαγητό, είχε ξεβιδωθεί στο περπάτημα και είχε βγάλει φουσκάλες στις φτέρνες, χανόταν συνέχεια και ειλικρινά, ήθελε να δει τον Ιαν. Της ερχόταν να βάλει τα κλάματα κάθε φορά που σκεφτόταν ότι τον είχε χάσει από την ηλιθιότητά της. Αλλά σήμερα, ο άντρας από την ασφάλεια την είχε τρομάξει. Μήπως είχε έρθει η ώρα να τον πάρει τηλέφωνο; Αλλά έτσι θα έχανε το στοιχείο του αιφνιδιασμού, την έκπληξη. Το όλο θέμα, ο στόχος του τρελού αυτού ταξιδιού ήταν να τη δει μπροστά του, όχι να τον πάρει τηλέφωνο και να του πει «γεια σου, ήρθα». Γιατί έτσι, το πιο πιθανό ήταν να της πει να πάει στον αγύριστο. Ενώ από κοντά…ίσως κατάφερνε να αποκρυπτογραφήσει κάποιο βλέμμα, ίσως καταλάβαινε ότι χάρηκε.

Γύρισε στο ξενοδοχείο και ξάπλωσε λίγο. Κάποιες μέρες οι μόνες κουβέντες που έβγαζε από το στόμα της όλη τη μέρα ήταν «ένα εισιτήριο παρακαλώ» ή «ένα χάμπουργκερ και πατάτες». Αν δεν κατάφερνε να μιλήσει με τους δικούς της μπορεί να περνούσε ένα 24ωρο χωρίς να μιλήσει με κανέναν. Ήταν φοβερό. Ένιωθε απίστευτη μοναξιά. Και η μοναξιά ήταν θερμοκήπιο για σκέψεις. Ατελείωτες, βασανιστικές σκέψεις.

Σήμερα το απόγευμα θα πήγαινε σε ένα πάρκο, κοντά στο ξενοδοχείο της. Ήταν ένα πάρκο που ήξερε ότι ήταν πολύ όμορφο αλλά μιας και ήταν κοντά της είχε σκεφτεί να το αφήσει για κάποια μέρα που θα ήταν εξαντλημένη. Όπως σήμερα. Στο πάρκο αυτό υπήρχε μια υπαίθρια μουσική σκηνή και αυτή την περίοδο είχε κάποια έκθεση με παραμύθια από όλο τον κόσμο σε κάποια από τις αίθουσες ενός όμορφου κτιρίου που υπήρχε μέσα σε αυτό. Ήταν η τέλεια ευκαιρία για να ηρεμήσει κάπως, σκέφτηκε. Θα έκανε βόλτα, θα έβγαζε φωτογραφίες τις ανθισμένες κερασιές και μετά θα πήγαινε στην έκθεση. Το βράδυ θα μιλούσε με τη Λάουρα και αν δεν κατέληγαν σε κάποια πιο έξυπνη λύση, θα του έστελνε ένα μέιλ και θα του έλεγε ότι είναι στο Τόκυο, μένει στο τάδε ξενοδοχείο και ότι τον περιμένει. Και κάτι μέσα της της έλεγε ότι θα περίμενε για πολύ…

Κατά τις τέσσερις και μισή βγήκε από το ξενοδοχείο τυλιγμένη σε μια μακριά ζακέτα. Είχε λίγη δροσιά και το βράδυ έπεφτε κι άλλο η θερμοκρασία. Περπάτησε ως τη στάση του λεωφορείου που της είχε υποδείξει η ρεσεψιονίστ και σε ένα τέταρτο περίπου βρισκόταν έξω από το μαγευτικό πάρκο. Κοίταξε το χάρτη και σκέφτηκε να περπατήσει προς τη λίμνη Σίντζι και να καταλήξει στο περίφημο σιντριβάνι με τα φαντασμαγορικά φώτα όταν θα είχε πια νυχτώσει. Μετά θα επισκεπτόταν την έκθεση και αργότερα θα γυρνούσε στο δωμάτιό της. ‘Η καλύτερα, στο κελί της.

Έβαλε στα αυτιά της ακουστικά και οι γλυκές νότες ενός αγγλικού τραγουδιού αμέσως χαλάρωσαν το κορμί της. Είχε φορέσει αθλητικά παπούτσια σήμερα και απόλαυσε το περπάτημα. Ήταν όλα τόσο όμορφα…Ήθελε με κάποιον να το μοιραστεί. Τα ατελείωτα ανθισμένα λουλούδια, τα παράξενα δέντρα, τα ασυνήθιστα αγάλματα. Το πάρκο αυτό θύμιζε περισσότερο λούνα παρκ αν έκρινες από τα ενθουσιασμένα πρόσωπα των ανθρώπων γύρω της. Τα παιδιά έτρεχαν ανέμελα και οι γονείς απολάμβαναν δραστηριότητες όπως υπαίθρια μαθήματα γυμναστικής και ποδηλατάδες. Μόνο εκείνη ήταν μόνη. Και όχι μόνο αυτή τη στιγμή. Γενικά μόνη, εφόσον δεν είχε τον Ιαν στη ζωή της.

Σκοτείνιασε σχετικά απότομα και πήρε κάτι που θύμιζε σάντουιτς για να το φάει κοιτώντας τα φώτα στο σιντριβάνι. Άλλαζαν συνεχώς και όλος ο κόσμος άφηνε επιφωνήματα κάθε φορά. Το θέαμα ήταν μοναδικό και η Βαλέρια βρήκε κάπως το κέφι της. Περπάτησε μέχρι το κτίριο όπου στεγαζόταν η έκθεση με τα παραμύθια και πλήρωσε ένα μικρό ποσό για να μπει. Όμως το κτίριο ήταν γεμάτο κόσμο. Και όλοι ήταν  πολύ καλοντυμένοι. Πρέπει να ήταν κάποια εκδήλωση, γιατί έβλεπε και φωτογράφους γύρω της. Το μόνο που ήθελε ήταν να ρίξει μια ματιά στα παραμύθια που έβλεπε στις γυάλινες προθήκες και να φύγει από εκεί μέσα. Είχε πολύ κόσμο και είχε αρχίσει να δυσφορεί.

Είδε σπάνιες εκδόσεις της Σταχτοπούτας και ένα βιβλίο των αδερφών Γκριμ από τον 19ο αιώνα, με παραμύθια που δεν είχαν γίνει γνωστά. Τα ιαπωνικά παραμύθια ήταν σε μια ξεχωριστή αίθουσα και συνοδεύονταν ευτυχώς από μια σύντομη περίληψη στα αγγλικά. Ξεχώρισε ένα μικρό χρυσό βιβλίο με περίτεχνα σχέδια σχεδόν κεντημένα πάνω του. Η περίληψη του παραμυθιού ήταν γραμμένη σε ένα φύλλο μπροστά της γιατί δεν επιτρεπόταν να αγγίξεις το βιβλίο. Όχι πως θα καταλάβαινε και πολλά αν το άνοιγε δηλαδή…Διάβασε για έναν πρίγκιπα 17 χρονών που ερωτεύτηκε μια φτωχή κοπέλα και επειδή δεν τον άφησαν να την παντρευτεί πνίγηκε σε μια λίμνη. Συγκινήθηκε πολύ από την ιστορία, επειδή θυμήθηκε την απελπισία που ένιωθε κι εκείνη στην ηλικία των 17, όταν, χωρισμένη πια από τον Ιαν, δεν έβλεπε κανένα μέλλον στη ζωή της.

Κοίταξε το ρολόι της. Είχε πάει οκτώ! Έπρεπε να γυρίσει πίσω για να δειπνήσει και να ξεκουραστεί. Άλλη μια μέρα χαμένη, σκέφτηκε απογοητευμένη. Άλλη μια μέρα που δεν είχε δει τον Ιαν, που ήταν μακριά του. Ήταν τόσο χαζή…μα τι σκεφτόταν όταν αποφάσιζε να έρθει; Ανάμεσα σε 32 εκατομμύρια ανθρώπους πού θα έβρισκε τον άνθρωπό της; Περπατούσε με γρήγορα βήματα μέσα στο σκοτάδι και δάκρυα άρχισαν να κυλούν από τα μάτια της. Είχε ορκιστεί να μην κλάψει και τόσες μέρες τα είχε καταφέρει. Αλλά δεν άντεχε άλλο. Ο κόσμος, τα παραμύθια, όλο αυτό το ειδυλλιακό τοπίο γύρω της, την έκαναν να νομίζει ότι την κορόιδευαν. Τι έκανε αυτή ανάμεσα σε τόση ευτυχία; Έσυρε βαριά τα βήματά της μέχρι την νότια είσοδο του πάρκου, για να πάρει το λεωφορείο. Πονούσε ολόκληρη από την ταλαιπωρία αλλά είχε ακόμα επίγνωση του περιβάλλοντος. Γι αυτό όταν άκουσε ένα ποδοβολητό πίσω της γύρισε τρομαγμένη να δει ποιος ήταν. Μέσα στο σκοτάδι δεν έβλεπε τη φιγούρα που έτρεχε προς το μέρος της. Μόνο όταν άκουσε μια αντρική φωνή να ουρλιάζει το όνομά της κατάλαβε ότι η τύχη τής είχε χαμογελάσει.

«Βαλέρια, στάσου!»

6 σχόλια:

  1. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Επιτέλους!!!! Ανυπομονώ για τη συνέχεια....... (θα αποφύγω να πω για άλλη μια φορά πόσο τέλεια γράφεις γιατί θα γίνω κουραστική................ αλλά ισχύει!!!!!!!!!!!!!) <3

      Διαγραφή
  2. Αχχχ τι ωραια επιτελους! Οντως της χαμογελασε η τυχη χαχαχα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. ΑΑΑΑΑΑ!!!! επιτελους τον πετυχε ελπιζω τωρα να της χαμογελασε πραγματικα η τυχη

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Πω πω... Ενα θα σου πω... Ανατρίχιασα ολόκληρη οταν διάβασα το κεφάλαιο αυτο... Νομίζω ειναι απο τα καλύτερα κεφάλαια...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Αχ κατι τετοια γραφεις και μας κανεις να ονειρευομαστε το απιαστο...
    #Μαιρη

    ΑπάντησηΔιαγραφή