Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2015

κεφάλαιο 58-ο νόμος του Ωμ

Η Βαλέρια σκέφτηκε ότι ήταν το πιο ζεστό σπίτι που είχε δει τα τελευταία χρόνια όταν πέρασε το κατώφλι του σπιτιού της Εμμα. Είχαν μετακομίσει σε αυτό το διαμέρισμα πριν από δύο χρόνια και έτσι δεν το είχε δει. Όσα είχαν κάνει με τη διακόσμηση έδειχναν ότι με λίγα χρήματα αλλά με πολύ γούστο μπορούσες να κάνεις θαύματα. Ο χώρος ήταν μικρός αλλά τα έπιπλα ήταν τόσο έξυπνα τοποθετημένα στο χώρο που δεν σε έπνιγαν. Πάνω στους καφέ καναπέδες η Εμμα είχε ρίξει ένα εκρού ριχτάρι με χρυσά σχέδια και στους τοίχους υπήρχαν ασπρόμαυρες φωτογραφίες που είχε τραβήξει ο Σκωτ με τη μηχανή του. Έδειχναν σχεδόν επαγγελματικές.
«Πέρνα, πέρνα!» την παρότρυνε η Εμμα και πήρε το κρασί που είχε φέρει από τα χέρια της. Την οδήγησε στο εσωτερικό και η Βαλέρια γνώρισε τον Πωλ, ένα φίλο του Σκωτ από το νοσοκομείο, επίσης νοσοκόμο, την Κέλι, φίλη της Εμμα και δασκάλα στο χωριό και τον Τόνι, γείτονα των παιδιών και υδραυλικό στο επάγγελμα.
«Πού είναι το παιδί;» ρώτησε η Βαλέρια ανυπομονώντας. «Του έφερα αυτό» είπε και έδωσε στη φίλη της ένα μικρό κουτί που είχε στην τσάντα της. Ήταν ένα αυτοκινητάκι.
«Δεν έπρεπε!» τη μάλωσε η φίλη της. «Θα έρθει σε λίγο ο μικρός. Τον κρατάει η μαμά μου για να μην μας τρελάνει με τις φωνές του. Θα έρθει κατά τις δέκα για να κοιμηθεί κατευθείαν».
«Εντάξει» είπε η Βαλέρια και πήρε από το χέρι του Σκωτ ένα ποτήρι με κόκκινο κρασί. Η συζήτηση είχε ανάψει ήδη ανάμεσα στους καλεσμένους. Μιλούσαν για μια ηθοποιό και οι μεν έλεγαν ότι ήταν ταλαντούχα και οι δε έλεγαν ότι ήταν πολύ άνευρη.
«Πες μας κι εσύ τη γνώμη σου» της είπε ο Πωλ. Ήταν ένας πολύ συμπαθητικός άντρας, γύρω στα 35, με γκρίζους κροτάφους και σπινθηροβόλα μάτια. Μάτια που την κοιτούσαν με έκδηλο ενδιαφέρον από τη στιγμή που είχε μπει.
«Τι να πω; Την έχω δει μόνο σε δύο ταινίες και δεν εντυπωσιάστηκα» είπε η Βαλέρια και όσοι συμφώνησαν μαζί της χειροκρότησαν.
«Μου αρέσει πολύ αυτό που φοράς» της είπε η Κέλι μετά από λίγο και η Βαλέρια κοίταξε ενστικτωδώς το ροζ μαλακό σακάκι της, το λευκό τοπ και το απλό τζιν. Δεν φορούσε κάτι ιδιαίτερο, αλλά αυτός ο συνδυασμός αποσπούσε πάντα κολακευτικά σχόλια.
«Σε ευχαριστώ» είπε η Βαλέρια. «Και είπαμε σε ποια τάξη διδάσκεις;» τη ρώτησε και έπιασαν μια ζωηρή συζήτηση για τα παιδάκια του χωριού.

Κατά τις οκτώ κάθισαν στην τραπεζαρία για να φάνε. Ο Πωλ έκατσε δίπλα της και μονοπώλησε το χρόνο της. Η Βαλέρια δε δυσανασχετούσε γιατί της άρεσε η συζήτηση μαζί του αλλά ένιωθε ότι μπορεί να υπήρχαν ελπίδες από εκείνον ή την Εμμα η οποία μάλλον θα ήθελε να της κάνει προξενιό. Απόλαυσαν τορτελίνια με τέσσερα τυριά, πίτα με κιμά, ψητά λουκάνικα και σαλάτα. Η Εμμα είχε φτιάξει και ένα υπέροχο γλυκό με γιαούρτι και φράουλες. Ήταν συνολικά ένα υπέροχο δείπνο.

«Λέω να δούμε τίποτα. Τι λέτε;» πρότεινε ο Τόνι και όλοι συμφώνησαν. Εκτός από τον Σκωτ.
«Εγώ λέω να μη δούμε ταινία. Καλύτερα να τα πούμε λιγάκι. Ας την έχουμε ανοιχτή».
«Εντάξει, αλλά να παίξουμε επιτραπέζιο μετά» είπε παραπονιάρικα η Κέλι και η Βαλέρια δεν έκρυψε τη χαρά της.
«Κι εγώ το θέλω. Έχω καιρό να παίξω!» συμφώνησε και ο Σκωτ χαμογέλασε.
«Καλά! Ο,τι πουν οι γυναίκες» είπε.
«Μόνο τη δική σου γυναίκα δεν ακούς» γέλασε η Εμμα και τη μιμήθηκαν όλοι. Το ζευγάρι έδειχνε πολύ ευτυχισμένο και τα πειράγματα μεταξύ τους ήταν συχνά. Η Βαλέρια περνούσε πραγματικά καλά. Είχε χαλαρώσει απόλυτα με το κρασάκι και την καλή παρέα και μάλιστα σκεφτόταν ότι ήθελε πολύ σύντομα να τους ξαναδεί. Ήταν οι μόνοι που δεν ήξεραν τίποτα για τον Ιαν και την ανακούφιζε η παρέα μαζί τους. Η Λάουρα και ο Πίτερ μπορεί να μην της έλεγαν τίποτα αλλά η Βαλέρια ένιωθε πάντα ότι αναρωτιούνταν για την εξέλιξη της κατάστασης και οι γονείς της ήταν μόνιμα μαγκωμένοι με το θέμα.
«Η μαμά θα είναι» είπε η Εμμα όταν άκουσε το κουδούνι της πόρτας. Άνοιξε τρέχοντας και η Βαλέρια είδε έναν ξανθό σίφουνα να χώνεται στην αγκαλιά της. Η Εμμα πήρε αγκαλιά τον γιο της και τον σύστησε στην Βαλέρια που ήταν και η μόνη που δεν ήξερε ο μικρός. Εκείνος της έδωσε το χέρι του ντροπαλά και η Βαλέρια πρόσεξε τα καταπράσινα μάτια και τα ροδαλά μάγουλα.
«Με λένε Γκαμπριέλ» είπε ο μικρός και η Βαλέρια τού χαμογέλασε.
«Τι όμορφο όνομα που έχεις! Εγω είμαι η Βαλέρια» του είπε.
Η Εμμα κατέβασε το παιδί και του έβγαλε το μπουφάν. Η Βαλέρια συστήθηκε και στη μαμά της Εμμα που έφυγε γρήγορα γιατί είχε παρκάρει άσχημα. «Ο νονός του διάλεξε μόνος του το όνομα» είπε η Εμμα στη Βαλέρια και η Βαλέρια έγνεψε.
«Πρωτότυπο!»
«Από τον αγαπημένο του συγγραφέα» είπε ο Σκωτ ο οποίος πήρε αγκαλιά το παιδί.
«Μπόμπιρα, πάμε να βάλεις πιτζάμες» είπε στον γιο του και τον πήγε μέσα.

Η Βαλέρια κάθισε ξανά και μίλησε λίγο με τον Πωλ. Της είπε ότι του άρεσε η τζαζ και εμμέσως τη ρώτησε αν την ενδιέφερε να πάνε να ακούσουν κάποιο συγκρότημα. Η Βαλέρια είχε ότι είναι απασχολημένη και ότι έχει θέματα στη δουλειά και το άφησε φλου. Δεν ήθελε να του δώσει ελπίδες, όμως δεν ήθελε να την περάσουν και για ξινή.

Η Βαλέρια ζήτησε συγγνώμη από την παρέα και πήγε μέχρι την κουζίνα για να βοηθήσει την Εμμα με το μάζεμα.
«Ο Πωλ φαίνεται να ενδιαφέρεται» της είπε αμέσως και η Βαλέρια γέλασε με την αμεσότητα της φίλη της.
«Είναι πολύ καλός αλλά με ενδιαφέρει κάποιος άλλος» είπε μόνο.
«Και τι; Τυφλός είναι;» την πείραξε η φίλη της.
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε το κουδούνι και η Εμμα φώναξε στον άντρα της. «Λες;»
Η Βαλέρια άκουσε τον μικρό να τρέχει βολίδα προς την πόρτα στριγγλίζοντας «νονέ, νονέ!». Η Εμμα γέλασε με τον γιο της και σκούπισε τα χέρια της σε μια πετσέτα.
«Τι ευχάριστη έκπληξη!» είπε και πήγε προς την πόρτα. Η Βαλέρια έβαλε λίγο νερό στο ποτήρι της και βγήκε στο σαλόνι.

Η έκπληξη που την περίμενε ήταν τόση που το ποτήρι κόντεψε να της πέσει από τα χέρια. Ο Ιαν, με τον μικρό στην αγκαλιά, μιλούσε με τον Σκωτ φιλικά. Όταν την είδε, το χαμόγελο πάγωσε στα χείλη του λες και του είχαν ρίξει παγωμένο νερό. Όλη η απέχθειά του για εκείνη ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του. Το αίμα στράγγισε από το πρόσωπό του. Πάγωσε κυριαλεκτικά.
«Να σου στήσουμε τη Βαλέρια» είπε η Εμμα και η Βαλέρια έτεινε το χέρι της νευρικά προς το μέρος του Ιαν.
«Γνωριζόμαστε με την κυρία» είπε σφιγμένα εκείνος. «Είμαστε…γείτονες» διευκρίνισε. Η ένταση και η αμηχανία ήταν τόση που η Εμμα και ο Σκωτ τους κοιτούσαν διαδοχικά. Η υπόλοιπη παρέα χάζευε κάτι στα νέα. Ευτυχώς.
«Ναι, φυσικά. Γείτονες» είπε η Βαλέρια ευγενικά. Το χέρι του την έσφιγγε τόσο που κόντεψε να μορφάσει.
«Πέρνα, πέρνα!» είπε ο Σκωτ στον Ιαν και πέρασαν όλοι μπροστά. Ο Ιαν και η Βαλέρια έμειναν λίγο πιο πίσω.
«Είσαι καλά;» τον ρώτησε ευγενικά.
«Τώρα όχι και τόσο» απάντησε κοφτά εκείνος και έκανε να απομακρυνθεί, αλλά η Βαλέρια τον έπιασε δυνατά από τον ώμο. Γύρισε και την κοίταξε και το βλέμμα του την έκανε να ανατριχιάσει. «Τι θες πάλι;» τη ρώτησε με σφιγμένα δόντια.
«Εσένα» απάντησε εκείνη πολύ απλά, και αφού του χαμογέλασε γλυκά, τον άφησε μόνο του.


3 σχόλια:

  1. Μα τι γινεται; το συμπαν συνομωτει παλι;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. χαχαχα οντως! Ασ του λεει τετοια και μετα θα τονν δουμε γονατιστο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. οοοο τελος η μοιρα τους θελει μαζι <3 κοντεψα να μεινω με την ατακα που του εριξε :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή