Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Πέμπτη, 5 Φεβρουαρίου 2015

κεφάλαιο 56-ηρεμία...

Ήταν από εκείνες τις Παρασκευές που δεν είχε τίποτα να κάνει. Έλειπαν όλοι από το Λονδίνο και ο καιρός ήταν πολύ όμορφος για να μείνει μέσα. Ένα πράγμα είχε να κάνει. Το είχε καθυστερήσει πολύ. Έπρεπε να επισκεφτεί τους γονείς της.

 Ο πατέρας της της έλεγε συνέχεια ότι είχε καιρό να πάει και ότι η μητέρα της μαράζωνε. Είχαν διαπληκτιστεί επανειλημμένα αλλά η Βαλέρια παρέμενε αμετακίνητη τη θέση της. Οι δύο γυναίκες μιλούσαν βέβαια στο τηλέφωνο συχνά πυκνά, αλλά δεν έλεγαν κάτι σημαντικό. Δηλαδή η Βαλέρια. Η μητέρα της φλυαρούσε νευρικά περί ανέμων και υδάτων και η Βαλέρια απαντούσε μονολεκτικά κυρίως. Αλλά μέσα της ήξερε ότι δεν ήταν ώριμη η συμπεριφορά της και έπρεπε επιτέλους να αντιμετωπίσει το ζήτημα.

Έριξε σε μια τσάντα μερικά ρούχα και βιβλία και μπήκε στο αμάξι της βιαστικά. Είχε γυρίσει σπίτι κατά τις έξι και δεν ήθελε να αργήσει πολύ. Έστειλε ένα μήνυμα στον πατέρα της για να την περιμένουν και βγήκε στον αυτοκινητόδρομο. Μπροστά της είχε λίγη ώρα οδήγησης και θα εκμεταλλευόταν το χρόνο για να βάλει σε τάξη τις σκέψεις της. Η κατάσταση με τον Ιαν δεν προχωρούσε και είχε απελπιστεί λιγάκι. Μετά την ηλεκτρονική επικοινωνία τους, είχε προσπαθήσει να τον συναντήσει «τυχαία» σε μέρη που ήξερε ότι σύχναζε, όπως στο αγαπημένο του εστιατόριο, σε ένα φιλανθρωπικό γκαλά, και στο μπαρ που τον είχε συναντήσει εκείνο το βράδυ με τη Λάουρα και τον Πίτερ. Πουθενά. Άφαντος. Είχε χαθεί ακόμα και από τη δημοσιότητα. Διάβαζε τα περιοδικά και έβλεπε ειδήσεις αλλά ο Ιαν φαινόταν να απέχει από τα κοσμικά. Η Βαλέρια είχε αρχίσει να ανησυχεί ότι κάτι του συνέβη.

Δεν ήταν μόνο αυτό που την απασχολούσε όμως. Άλλωστε λίγη απογοήτευση ήταν πάντα μέρος της μάχης. Και οι «κατασκοπικές» της απόπειρες ήταν χαρτιά που μπορούσε να παίξει κι άλλη φορά. Το μπαρ, το εστιατόριο και τα γκαλά ήταν εκεί. Κάποια στιγμή θα τον πετύχαινε. Τι θα του έλεγε, δεν είχε ιδέα. Αλλά ήθελε πολύ να τον συναντήσει και να του μιλήσει λιγάκι. Να κάνει μια προσπάθεια να τον φλερτάρει. Αυτό που την απασχολούσε τώρα όμως ήταν ότι θα επέστρεφε στο πατρικό της μετά από τόσο καιρό. Ήταν αναπόφευκτο να βουτήξει ξανά σε αρνητικές αναμνήσεις, στο σοκ εκείνο που ένιωσε εκείνη τη μέρα. Θα θυμόταν στιγμή στιγμή πώς γκρεμίστηκαν όλα, πώς η μητέρα της ξέπεσε στα μάτια της, πώς έχασε τον αυτοέλεγχό της και στη συνέχεια τον Ιαν.

Έκανε μια μικρή στάση γιατί δεν ήξερε πώς να συμπεριφερθεί όταν θα φτάσει, αλλά τελικά κατά τις 7.30 πέρασε την πύλη του σπιτιού της. Ο πατέρας της έκοβε ξύλα έξω και τη χαιρέτησε ζωηρά. Η μητέρα της άκουσε το αυτοκίνητο και σε μερικά δευτερόλεπτα είχε βγει κι εκείνη έξω. Τη χαιρέτισαν και οι δύο θερμά και η Βαλέρια ανταπέδωσε. Δεν υπήρχε λόγος να κάνει μούτρα στη μητέρα της. Ένιωθε πολύ πληγωμένη αλλά κάπου μέσα της ήξερε ότι όσα έγιναν έγιναν πριν γεννηθεί και εφόσον την είχε συγχωρήσει ο πατέρας της εκείνη δεν είχε δικαίωμα να την κρίνει. Παρέμενε λίγο παγωμένη, αλλά θα έκανε κάθε προσπάθεια να χαλαρώσει λιγάκι.

Το δωμάτιό της την περίμενε χωρίς πολλές αλλαγές. Η δύναμη της συνήθειας την οδήγησε αμέσως στο παράθυρό της. Από εκεί έβλεπε το σπίτι του Ιαν, και όταν ήταν μικρότερη περνούσε ώρες κοιτώντας το παράθυρό του. Καταλάβαινε πότε γυρνούσε σπίτι και ένιωθε πιο κοντά του. Σήμερα φυσικά δεν άναβε κανένα φως.

Κατέβηκε στον κάτω όροφο και δείπνησε με τους γονείς της. Έδειχναν αγαπημένοι ως συνήθως, αλλά λίγο πιο νευρικοί. Μάλλον η παρουσία της εκεί τους είχε αγχώσει λιγάκι. Ηλπιζε ότι με τη στάση της θα τους έκανε να καταλάβουν ότι όλα θα πήγαιναν καλά.
«Και πώς πάει η καινούργια δουλειά; Ο μπαμπάς μού είπε ότι το παλιό αφεντικό σου σου φερόταν άσχημα. Δεν έπρεπε να μας το κρύψεις, Βαλέρια» είπε η μητέρα της λυπημένη.
«Ήταν λίγο αγενής, αλλά δεν πειράζει» της είπε η Βαλέρια προσπαθώντας να την ηρεμήσει. Δεν ήθελε να τους φορτώσει με ενοχές για όσα είχε υποστεί για να μπορεί να πληρώνει το δάνειο. «Πήρα ένα σημαντικό μάθημα όσο καιρό έμεινα μαζί του. Έπρεπε να βάλω τα όριά μου πιο νωρίς».
«Και τώρα;» επέμεινε η μητέρα της.
«Τώρα είμαι σε μια μικρή εταιρεία και οι ρυθμοί της δουλειάς είναι πιο χαλαροί» τους είπε απολαμβάνοντας μια κουταλιά από την κρέμα καραμελέ που είχε φτιάξει η μητέρα της. «Αλλά θέλω να μάθω λίγο τη δουλειά και μετά να αποφασίσω με ποιον τομέα της νομικής θέλω να ασχοληθώ».
«Τι επιλογές έχεις;» ρώτησε ο μπαμπάς της.
«Δεν ξέρω αν θέλω να δουλεύω σε εταιρεία ή μόνη μου. Θα δω».
«Εμείς πάντως είμαστε σίγουροι ότι θα διαλέξεις το καλύτερο» είπε ο μπαμπάς της. Η Βαλέρια έγνεψε.
«Και να ξέρεις ότι σκοπεύουμε να σε βοηθήσουμε αν κάνεις κάποιο ξεκίνημα. Κάναμε μια μικρή επένδυση και σύντομα θα αποπληρώσουμε το δάνειο και θα μας περισσεύουν κιόλας» καμάρωσε η μητέρα της.
«Δεν ξέρετε πόσο χαίρομαι που τελειώσαμε με αυτόν τον βραχνά» είπε η Βαλέρια. Κάτι ήξερε για τις μετοχές που είχαν αγοράσει οι γονείς της μετά από παρότρυνση ενός φίλου. «Αλλά δε θέλω άλλη βοήθεια. Αρκετά κάνατε για μένα!» είπε και τεντώθηκε. Είχε αρχίσει να νυστάζει. Την επόμενη μέρα είχε σκοπό να την περάσει με ένα βιβλίο δίπλα στην πισίνα τους. Τώρα που δεν ήταν πια υποθηκευμένα όλα δεν θα ένιωθε ένοχη!
«Να πας για ύπνο, κορίτσι μου, φαίνεσαι κουρασμένη» της είπε ο μπαμπάς της κι εκείνη σηκώθηκε για να πάει πάνω. «Μόνο που αύριο θέλω να πεταχτείς να μου φέρεις μερικά πράγματα από το μαγαζί της Εμμα. Μόνο εσύ βρίσκεις αυτό που θέλω, κι εγώ δε θέλω να βγω αύριο από το σπίτι γιατί πονάει λίγο η μέση μου».
«Φυσικά, μπαμπά» του είπε και τον αγκάλιασε. Μετά την εξέταση, είχαν αρχίσει να περνάνε χρόνο μαζί, να μιλάνε πιο πολύ, να είναι πιο ζεστοί μεταξύ τους. Η Βαλέρια φυσικά τον είχε πάρει αμέσως μόλις έμαθε τα αποτελέσματα του DNA. Ποτέ δε θα ξεχνούσε τους λυγμούς του πατέρα της στο τηλέφωνο. Της είχε πει ότι τον είχε κάνει δεύτερη φορά τον πιο ευτυχισμένο άνθρωπο στον κόσμο. Μια φορά όταν γεννήθηκε και τη δεύτερη τώρα, που αποδείχτηκε ότι ήταν ο πραγματικός της πατέρας. Η Βαλέρια σκέφτηκε ότι το μόνο καλό που είχε βγει από όλο αυτό ήταν ότι επιτέλους μαθεύτηκε η αλήθεια, άνοιξε το απόστημα του παρελθόντος, ανακουφίστηκε ο πατέρας της και ήρθαν πιο κοντά. Μόνο αυτό το καλό. Γιατί κατά τα άλλα…η προσωπική της ζωή έγινε κομμάτια.

Ξάπλωσε στο κρεβάτι της και το βλέμμα της έπεσε ξανά στο σπίτι των Κάρτερ. Η έπαυλη φωτιζόταν γύρω γύρω και μόνο το φως στην κρεβατοκάμαρα των γονιών του ήταν αναμμένα. Τι περίμενε; Να είναι εκεί; Μάλωσε τον εαυτό της. Είχε αποφασίσει να ηρεμήσει αυτό το Σαββατοκύριακο και να βάλει σε τάξη τις σκέψεις της. Δεν ωφελούσε να χάνει χρόνο ονειροπολώντας. Προς το παρόν ο Ιαν βρισκόταν μακριά. Έπρεπε να τον φέρει κοντά της και όχι να χασομερά με εφηβικές φαντασιώσεις.



 





2 σχόλια: