Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2015

κεφάλαιο 67-θα'ναι σαν να μπαίνει η άνοιξη...(μικρές, το ξέρετε το τραγούδι;)

Η Βαλέρια ήταν σίγουρη ότι έπρεπε να τα παρατήσει πια. Είχε κάνει τα πάντα και συνέχιζε να μην έχει ιδέα πού ήταν ο Ιαν ή τι έκανε αυτή στο Τόκυο. Την ιδέα να τα εγκαταλείψει την πήρε καθώς γυρνούσε στο ξενοδοχείο μετά από πέντε μέρες που ήταν στην πόλη και χάθηκε ξανά. Χρειάστηκε να ζητήσει οδηγίες και γύρισε μία ώρα μετά, κατάκοπη και ιδρωμένη. Και δεν ήταν μόνο αυτό. Μετά από πέντε συνεχείς μέρες που ξημεροβραδιαζόταν έξω από την ιαπωνική εταιρεία που πίστευε ότι θα εξαγόραζε ο Ιαν, ένας γεροδεμένος άντρας βγήκε από μέσα και της είπε ότι είναι από την ασφάλεια του κτιρίου και ότι τη βλέπουν από τις κάμερες τόσες μέρες να κάθεται με τις ώρες απέξω. Εν ολίγοις της είπαν ότι αν την ξαναδούν να χασομεράει απ έξω θα φώναζαν την αστυνομία. Η Βαλέρια έγινε κατακόκκινη και γύρισε στο ξενοδοχείο μετά από μια σύντομη βόλτα στα μουσεία με σκοπό να ξεχαστεί λιγάκι. Δεν τα κατάφερε. Αλλά εκτίμησε πολύ την ιαπωνική τέχνη.

Η Λάουρα είχε ξεμείνει από ιδέες και οι γονείς της της είπαν ότι ήταν στο χέρι της η απόφαση να γυρίσει. Όλα της άνοιγαν το δρόμο για να το κάνει. Ο τραπεζικός λογαριασμός της μειωνόταν δραστικά, δεν της άρεσε το φαγητό, είχε ξεβιδωθεί στο περπάτημα και είχε βγάλει φουσκάλες στις φτέρνες, χανόταν συνέχεια και ειλικρινά, ήθελε να δει τον Ιαν. Της ερχόταν να βάλει τα κλάματα κάθε φορά που σκεφτόταν ότι τον είχε χάσει από την ηλιθιότητά της. Αλλά σήμερα, ο άντρας από την ασφάλεια την είχε τρομάξει. Μήπως είχε έρθει η ώρα να τον πάρει τηλέφωνο; Αλλά έτσι θα έχανε το στοιχείο του αιφνιδιασμού, την έκπληξη. Το όλο θέμα, ο στόχος του τρελού αυτού ταξιδιού ήταν να τη δει μπροστά του, όχι να τον πάρει τηλέφωνο και να του πει «γεια σου, ήρθα». Γιατί έτσι, το πιο πιθανό ήταν να της πει να πάει στον αγύριστο. Ενώ από κοντά…ίσως κατάφερνε να αποκρυπτογραφήσει κάποιο βλέμμα, ίσως καταλάβαινε ότι χάρηκε.

Γύρισε στο ξενοδοχείο και ξάπλωσε λίγο. Κάποιες μέρες οι μόνες κουβέντες που έβγαζε από το στόμα της όλη τη μέρα ήταν «ένα εισιτήριο παρακαλώ» ή «ένα χάμπουργκερ και πατάτες». Αν δεν κατάφερνε να μιλήσει με τους δικούς της μπορεί να περνούσε ένα 24ωρο χωρίς να μιλήσει με κανέναν. Ήταν φοβερό. Ένιωθε απίστευτη μοναξιά. Και η μοναξιά ήταν θερμοκήπιο για σκέψεις. Ατελείωτες, βασανιστικές σκέψεις.

Σήμερα το απόγευμα θα πήγαινε σε ένα πάρκο, κοντά στο ξενοδοχείο της. Ήταν ένα πάρκο που ήξερε ότι ήταν πολύ όμορφο αλλά μιας και ήταν κοντά της είχε σκεφτεί να το αφήσει για κάποια μέρα που θα ήταν εξαντλημένη. Όπως σήμερα. Στο πάρκο αυτό υπήρχε μια υπαίθρια μουσική σκηνή και αυτή την περίοδο είχε κάποια έκθεση με παραμύθια από όλο τον κόσμο σε κάποια από τις αίθουσες ενός όμορφου κτιρίου που υπήρχε μέσα σε αυτό. Ήταν η τέλεια ευκαιρία για να ηρεμήσει κάπως, σκέφτηκε. Θα έκανε βόλτα, θα έβγαζε φωτογραφίες τις ανθισμένες κερασιές και μετά θα πήγαινε στην έκθεση. Το βράδυ θα μιλούσε με τη Λάουρα και αν δεν κατέληγαν σε κάποια πιο έξυπνη λύση, θα του έστελνε ένα μέιλ και θα του έλεγε ότι είναι στο Τόκυο, μένει στο τάδε ξενοδοχείο και ότι τον περιμένει. Και κάτι μέσα της της έλεγε ότι θα περίμενε για πολύ…

Κατά τις τέσσερις και μισή βγήκε από το ξενοδοχείο τυλιγμένη σε μια μακριά ζακέτα. Είχε λίγη δροσιά και το βράδυ έπεφτε κι άλλο η θερμοκρασία. Περπάτησε ως τη στάση του λεωφορείου που της είχε υποδείξει η ρεσεψιονίστ και σε ένα τέταρτο περίπου βρισκόταν έξω από το μαγευτικό πάρκο. Κοίταξε το χάρτη και σκέφτηκε να περπατήσει προς τη λίμνη Σίντζι και να καταλήξει στο περίφημο σιντριβάνι με τα φαντασμαγορικά φώτα όταν θα είχε πια νυχτώσει. Μετά θα επισκεπτόταν την έκθεση και αργότερα θα γυρνούσε στο δωμάτιό της. ‘Η καλύτερα, στο κελί της.

Έβαλε στα αυτιά της ακουστικά και οι γλυκές νότες ενός αγγλικού τραγουδιού αμέσως χαλάρωσαν το κορμί της. Είχε φορέσει αθλητικά παπούτσια σήμερα και απόλαυσε το περπάτημα. Ήταν όλα τόσο όμορφα…Ήθελε με κάποιον να το μοιραστεί. Τα ατελείωτα ανθισμένα λουλούδια, τα παράξενα δέντρα, τα ασυνήθιστα αγάλματα. Το πάρκο αυτό θύμιζε περισσότερο λούνα παρκ αν έκρινες από τα ενθουσιασμένα πρόσωπα των ανθρώπων γύρω της. Τα παιδιά έτρεχαν ανέμελα και οι γονείς απολάμβαναν δραστηριότητες όπως υπαίθρια μαθήματα γυμναστικής και ποδηλατάδες. Μόνο εκείνη ήταν μόνη. Και όχι μόνο αυτή τη στιγμή. Γενικά μόνη, εφόσον δεν είχε τον Ιαν στη ζωή της.

Σκοτείνιασε σχετικά απότομα και πήρε κάτι που θύμιζε σάντουιτς για να το φάει κοιτώντας τα φώτα στο σιντριβάνι. Άλλαζαν συνεχώς και όλος ο κόσμος άφηνε επιφωνήματα κάθε φορά. Το θέαμα ήταν μοναδικό και η Βαλέρια βρήκε κάπως το κέφι της. Περπάτησε μέχρι το κτίριο όπου στεγαζόταν η έκθεση με τα παραμύθια και πλήρωσε ένα μικρό ποσό για να μπει. Όμως το κτίριο ήταν γεμάτο κόσμο. Και όλοι ήταν  πολύ καλοντυμένοι. Πρέπει να ήταν κάποια εκδήλωση, γιατί έβλεπε και φωτογράφους γύρω της. Το μόνο που ήθελε ήταν να ρίξει μια ματιά στα παραμύθια που έβλεπε στις γυάλινες προθήκες και να φύγει από εκεί μέσα. Είχε πολύ κόσμο και είχε αρχίσει να δυσφορεί.

Είδε σπάνιες εκδόσεις της Σταχτοπούτας και ένα βιβλίο των αδερφών Γκριμ από τον 19ο αιώνα, με παραμύθια που δεν είχαν γίνει γνωστά. Τα ιαπωνικά παραμύθια ήταν σε μια ξεχωριστή αίθουσα και συνοδεύονταν ευτυχώς από μια σύντομη περίληψη στα αγγλικά. Ξεχώρισε ένα μικρό χρυσό βιβλίο με περίτεχνα σχέδια σχεδόν κεντημένα πάνω του. Η περίληψη του παραμυθιού ήταν γραμμένη σε ένα φύλλο μπροστά της γιατί δεν επιτρεπόταν να αγγίξεις το βιβλίο. Όχι πως θα καταλάβαινε και πολλά αν το άνοιγε δηλαδή…Διάβασε για έναν πρίγκιπα 17 χρονών που ερωτεύτηκε μια φτωχή κοπέλα και επειδή δεν τον άφησαν να την παντρευτεί πνίγηκε σε μια λίμνη. Συγκινήθηκε πολύ από την ιστορία, επειδή θυμήθηκε την απελπισία που ένιωθε κι εκείνη στην ηλικία των 17, όταν, χωρισμένη πια από τον Ιαν, δεν έβλεπε κανένα μέλλον στη ζωή της.

Κοίταξε το ρολόι της. Είχε πάει οκτώ! Έπρεπε να γυρίσει πίσω για να δειπνήσει και να ξεκουραστεί. Άλλη μια μέρα χαμένη, σκέφτηκε απογοητευμένη. Άλλη μια μέρα που δεν είχε δει τον Ιαν, που ήταν μακριά του. Ήταν τόσο χαζή…μα τι σκεφτόταν όταν αποφάσιζε να έρθει; Ανάμεσα σε 32 εκατομμύρια ανθρώπους πού θα έβρισκε τον άνθρωπό της; Περπατούσε με γρήγορα βήματα μέσα στο σκοτάδι και δάκρυα άρχισαν να κυλούν από τα μάτια της. Είχε ορκιστεί να μην κλάψει και τόσες μέρες τα είχε καταφέρει. Αλλά δεν άντεχε άλλο. Ο κόσμος, τα παραμύθια, όλο αυτό το ειδυλλιακό τοπίο γύρω της, την έκαναν να νομίζει ότι την κορόιδευαν. Τι έκανε αυτή ανάμεσα σε τόση ευτυχία; Έσυρε βαριά τα βήματά της μέχρι την νότια είσοδο του πάρκου, για να πάρει το λεωφορείο. Πονούσε ολόκληρη από την ταλαιπωρία αλλά είχε ακόμα επίγνωση του περιβάλλοντος. Γι αυτό όταν άκουσε ένα ποδοβολητό πίσω της γύρισε τρομαγμένη να δει ποιος ήταν. Μέσα στο σκοτάδι δεν έβλεπε τη φιγούρα που έτρεχε προς το μέρος της. Μόνο όταν άκουσε μια αντρική φωνή να ουρλιάζει το όνομά της κατάλαβε ότι η τύχη τής είχε χαμογελάσει.

«Βαλέρια, στάσου!»

Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2015

Κεφάλαιο 66-Tokyo Hotel

Μμμ, μεγαλούτσικο το Τόκυο σκέφτηκε εύθυμα η Βαλέρια κοιτώντας το χάρτη του μετρό. Μέσα στο χαζό μυαλό της θεωρούσε το δίκτυο του Λονδίνου το μεγαλύτερο του κόσμου, αλλά και του Τόκυο δεν πήγαινε πίσω. Επρόκειτο για ένα δαιδαλώδες πλέγμα γεμάτο διαφορετικές γραμμές, εκατοντάδες στάσεις και καμία λογική. Η τελοσπάντων καμία λογική που να μπορούσε να βρει εκείνη. Ήταν κουρασμένη από το ταξίδι και δεν μπορούσε να σκεφτεί καθαρά. Ευτυχώς είχε κάνει κάποια έρευνα και ήξερε ότι μπορούσε να επιβιβαστεί σε ένα συγκεκριμένο λεωφορείο που έφευγε από την πύλη της ώστε να φτάσει εύκολα στην περιοχή όπου βρισκόταν το ξενοδοχείο της. Δεν μπορούσε καν να προφέρει την περιοχή αν και πίστευε ότι το σωστό πρέπει να ήταν «Χίμπια».  Η κοπέλα στην πρεσβεία που της σύστησε το ξενοδοχείο κάπως έτσι το είχε προφέρει.

Όταν έβαλε τη βαλίτσα μέσα στο τεράστιο όχημα και κάθισε δίπλα σε κάποιον τουρίστα, μπόρεσε επιτέλους να χαλαρώσει. Σε 50 λεπτά θα βρισκόταν έξω από το ξενοδοχείο της. Θα έκανε τσεκ ιν, θα έκανε ένα ωραίο μπάνιο και μετά από λίγο ύπνο θα μπορούσε να βάλει σε εφαρμογή το σχέδιό της. Λογικά ο Ιαν θα είχε ήδη φτάσει από χθες. Θα είχε τακτοποιηθεί στο πολυτελές ξενοδοχείο του και θα είχε ήδη ριχτεί με τα μούτρα στη νέα του επιχειρηματική απόπειρα. Εκείνη είχε καταφέρει να μάθει μερικά στοιχεία ώστε να τον συναντήσει. Δεν μπόρεσε με κανέναν τρόπο να ενημερωθεί για το πού θα έμενε. Η Λάουρα τηλεφώνησε στη γραμματέα του Ιαν και προσποιήθηκε ότι ήταν μια γνωστή του Ιαν από το πανεπιστήμιο και επειδή θα πήγαινε στο Τόκιο κι εκείνη ήθελε να μάθει πού θα μένει ο φίλος της, αλλά η γραμματέας του δεν έδωσε φυσικά την πολυπόθητη πληροφορία. Στη συνέχεια η Βαλέρια σκέφτηκε να τηλεφωνήσει στους γονείς του αλλά ήξερε ότι εκείνοι θα μετέφεραν αμέσως στον γιο τους το νέο ότι της μίλησαν. Αφού είχε απελπιστεί και είχε αρχίσει να σκέφτεται να βγει στην ιαπωνική τηλεόραση και να κάνει έκκληση ώστε να τον βρει, της είχε έρθει η ιδέα να κάνει εκτεταμένη έρευνα στο ίντερνετ σχετικά με τη συγχώνευση. Δεν είχαν διαρρεύσει πολλά και όσα υπήρχαν ήταν στα ιαπωνικά, αλλά έβγαλε μερικά συμπεράσματα χάρη στο θεόσταλτο Google translate. Τα κεντρικά της εταιρείας που θα εξαγόραζε ο Ιαν ήταν περίπου τρεις στάσεις με το μετρό μακριά από το ξενοδοχείο της. Έξω από αυτή την εταιρεία είχε σκοπό να ξημεροβραδιάζεται. Θα έβγαζε κι αντίσκηνο αν ήταν δυνατόν. Πάντως θα περίμενε. Όσο πήγαινε. Και όταν θα τον έβλεπε…δεν ήξερε τι θα έκανε. Αλλά σίγουρα θα έβρισκε κάτι έξυπνο να πει.

Το ξενοδοχείο της ήταν πολύ όμορφο και το προσωπικό πολύ ευγενικό. Στη ρεσεψιόν ήταν μια κοπέλα που μιλούσε άπταιστα αγγλικά και τη βοήθησε με μερικά πράγματα που χρειαζόταν. Ανέβηκε στο δωμάτιό της και πριν από όλα έκανε ένα ζεστό μπάνιο. Μετά φόρεσε τις πιτζάμες της και αφού ρέμβασε λίγο από το παράθυρό της τις ανθισμένες κερασιές ξάπλωσε στο κρεβάτι. Ήξερε ότι μόνο αν ήταν ξεκούραστη θα πετύχαινε το στόχο της. Δεν έπρεπε να είναι εξαντλημένη και να δείχνει απελπισμένη. Έπρεπε να ακτινοβολεί όταν τον έβλεπε.

Κοιμήθηκε πέντε ολόκληρες ώρες και ξύπνησε κατά τις τρεις το απόγευμα. Πεινούσε πολύ και παρήγγειλε κάτι στο δωμάτιο για να φάει. Ήθελε μόνο να πάει μια βόλτα στην πόλη για να χαζέψει τα πάρκα μέχρι να σκοτεινιάσει και μετά να δει τις βιτρίνες  και τα μαγαζιά. Σκοπός της ήταν να κουραστεί πολύ ώστε να μπορέσει να κοιμηθεί κατά τις έντεκα και όχι πιο αργά. Ένιωθε κουρασμένη με την αλλαγή ώρας.


Μπήκε στο ίντερνετ και τηλεφώνησε στους γονείς της. Της είχαν πει ότι μπορούσε να τους τηλεφωνήσει όποτε ήθελε οπότε δεν την πείραξε που στην Αγγλία ήταν σχεδόν μεσάνυχτα. Χάρηκαν που την άκουσαν και της ευχήθηκαν καλή τύχη. Η Βαλέρια χαμογέλασε και στους δύο. Τη στήριζαν πολύ αυτή τη φορά και το είχε ανάγκη. Σκέφτηκε να τηλεφωνήσει και στη Λάουρα αλλά θα ήταν ξημερώματα εκεί και δεν το επιχείρησε. Είδε μόνο λίγο τα μέιλ της και έβαλε το τάμπλετ της στην τσάντα της για να το έχει μαζί της στην πόλη. Φόρεσε καλσόν, πλεκτό φόρεμα και μπότες ιππασίας γιατί έβρεχε λιγάκι έξω, παρόλο που δεν είχε κρύο.  Είχε πολλή όρεξη για βόλτα. Χρειαζόταν χρόνο για να βάλει τις σκέψεις της σε τάξη.

Όταν τη χτύπησε ο αέρας βγαίνοντας από το λόμπι του ξενοδοχείου συνειδητοποίησε για πρώτη φορά πόσο τρελό ήταν αυτό που είχε κάνει. Ήταν ολομόναχη σε μια τεράστια, ξένη πόλη, όπου κανείς δεν την ήξερε, κανείς δεν μπορούσε να τη βοηθήσει. Ήταν παρακινδυνευμένο αυτό που έκανε, αλλά αν ήταν τυχερή, μπορεί σύντομα να έβλεπε τον Ιαν της…



κεφάλαιο 65-κι η αντίστροφη μέτρηση έχει αρχίσει! Χέι!

Η Βαλέρια εξεπλάγη με το πόσο εύκολα της πήγαν τα πράγματα. Ήταν σαν να της έστελνε το σύμπαν κάποιο μήνυμα που την κορόιδευε για όσο διάστημα ήταν τόσο δειλή. Το αφεντικό της στην εταιρεία όπου δούλευε έδειξε πολλή κατανόηση όταν του είπε ότι πρέπει να αφήσει τη δουλειά της για «ένα διάστημα» λόγω «ανειλημμένων προσωπικών υποχρεώσεων» και το μόνο που της είπε ήταν ότι χρειαζόταν τη βοήθειά της σε ένα κομμάτι που είχε αναλάβει και δεν είχε ολοκληρώσει ακόμα. Η Βαλέρια φυσικά δεσμεύτηκε να βοηθήσει από μακριά και αν χρειαζόταν, θα επέστρεφε για κάποιο μικρό χρονικό διάστημα για να βοηθήσει με ό,τι ήταν απαραίτητο. Το αφεντικό της προσπάθησε να της εκμαιεύσει πόσο καιρό θα έλειπε, και όταν εκείνη του εξήγησε ότι υπήρχε μεγάλη περίπτωση να μη χρειαστεί να λείψε πάνω από μία βδομάδα αλλά δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να την περιμένει, εκείνος της είπε ότι θα έψαχνε κάποιον να την αντικαταστήσει αλλά ήλπιζε σε μια καλή προσωπική σχέση μαζί της. Η Βαλέρια είχε συγκινηθεί ειλικρινά και με δυσκολία συγκράτησε τα δάκρυά της.

Είχε βγάλει εισιτήριο, είχε αγοράσει ρούχα, είχε δώσει κλειδιά στον Πίτερ για να προσέχει το σπίτι, είχε αγοράσει βαλίτσα και είχε ενημερώσει φίλους και γνωστούς ότι θα έλειπε ένα διάστημα. Λεπτομέρειες θα έλεγε αργότερα. Αν ήταν τυχερή και ο Ιαν τη δεχόταν. Γιατί σε κάθε άλλη περίπτωση, θα γυρνούσε πίσω και όλοι απλώς θα ήξεραν ότι έφυγε ένα ταξιδάκι.

Η Λάουρα είχε ξεκαρδιστεί στα γέλια όταν της είπε τα νέα. Γελούσε με την ψυχή της πέντε λεπτά και σταμάτησε μόνο επειδή η Βαλέρια είχε πάρει ένα προσβεβλημένο ύφος.
«Πλάκα κάνεις; Θα του κάνεις τέτοια έκπληξη;» είπε η Λάουρα εύθυμα. Η Βαλέρια δεν απάντησε. «Πιστεύω ότι θα πάθει συγκοπή».
«Δεν ξέρω πού να τον βρω όμως» προβληματίστηκε η φίλη της.
«Αυτό δεν είναι δύσκολο. Έχουμε δύο μέρες για να σκεφτούμε».
«Έχω στερέψει από ιδέες».
«Του έχεις πει τίποτα;»
«Του έστειλα ένα μήνυμα αλλά δεν απάντησε» μούτρωσε η Βαλέρια.
«Τι έλεγε το μήνυμα;»
«Του έγραψα μια ιαπωνική παροιμία που λέει ότι όποιος ταξιδεύει για την αγάπη περπατάει χίλια μίλια σαν να είναι ένα».
«Στα ιαπωνικά το έγραψες;» γέλασε η Λάουρα. Η Βαλέρια τη στραβοκοίταξε.
«Φυσικά! Αφού ξέρεις ότι μιλάω άπταιστα. Μα πλάκα μου κάνεις τώρα; Αν ήσουν εδώ θα έβλεπες!».
«Αν ήμουν εκεί δε θα σε άφηνα να κάνεις βλακείες».
«Λες ότι κάνω βλακείες;» σκοτείνιασε η Βαλέρια και η Λάουρα γέλασε ξανά.
«Βλακεία ήταν που τον άφησες, όχι που τον διεκδικείς».
«Αν με απορρίψει, θα γυρίσω πίσω. Ξεχνάς ότι έχει και κοπέλα;»
«Α ναι! Τη Μίκα την περιβόητη! Μα καλά, αυτή τι τρώει; Είδα κάτι φωτογραφίες στα περιοδικά. Πολύ ξινή φαίνεται».
«Η ξινή θα πάει επίσημα στο πλάι του όμως. Η γλυκιά σου φίλη θα ταξιδέψει μόνη της και το πιο πιθανό είναι να φάει τα μούτρα της».
«Θα δεις το Τόκιο ανθισμένο όμως. Μην γκρινιάζεις!»
«Θα είμαι μόνη μου!»
«Θα ΄χεις παρέα την αγάπη σου!».
«Μπορείς να σταματήσεις να γελάς, Λάουρα; Είσαι τελείως αναίσθητη; Φεύγω για το ταξίδι της ζωή μου και δεν ξέρω πού θα τον βρω και τι θα του πω».
«Νομίζω ότι αν καταφέρεις να τον συναντήσεις δε θα χρειαστεί να μιλήσεις. Θα το πιάσει το…νόημα».
«Έχω κακό προαίσθημα. Και γιατί δεν απάντησε;»
«Μπορεί να μην ξέρει τι να πει».
«Αυτός είναι πάντα ετοιμόλογος» παραπονέθηκε η Βαλέρια. Είχε κακό προαίσθημα. Κοίταξε το κινητό της για πολλοστή φορά. Είχαν περάσει πέντε ώρες από το μήνυμα. Το είχε στείλει με καρδιοχτύπι και από εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσε να ηρεμήσει. «Κάποια εξυπνάδα περίμενα να μου πετάξει».
«Έλα, Βαλέρια. Έχεις πάρει μια απόφαση και πρέπει να το κάνεις. Δεν έχει σημασία αν θα απαντήσει»
«Δίκιο έχεις» είπε η Βαλέρια και μετά από μερικά λεπτά έκλεισε το λάπτοπ της. Θα το έπαιρνε μαζί της στο ταξίδι, μαζί με το τάμπλετ της και θα επικοινωνούσε από το Τόκιο με τους φίλους της και τους δικούς της άνετα.


Είχε ένα σωρό πράγματα είχε να κάνει την επόμενη μέρα. Έπρεπε να βγάλει συνάλλαγμα, έπρεπε να επιβεβαιώσει την κράτηση στο ξενοδοχείο της, να πάει στην πρεσβεία και να πληρώσει λογαριασμούς ώστε να μη μείνουν εκκρεμότητες για τον Πίτερ. Ξάπλωσε στο κρεβάτι πολύ κουρασμένη και αποκοιμήθηκε γρήγορα αλλά ο ήχος του μηνύματος την ξύπνησε αμέσως. Ήταν εκείνος. Άνοιξε το μήνυμα με τρεμάμενα χέρια. «Ωραία η παροιμία αλλά δυσκολεύομαι να καταλάβω τι σημαίνει. Αν θες να μου ευχηθείς καλό ταξίδι, ευχαριστώ». Η Βαλέρια δεν απάντησε. Απλώς χαμογέλασε. Ο κακομοίρης. Δεν είχε ιδέα τι τον περίμενε…

Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2015

κεφάλαιο 64-μυδραλιοβόλον

Λίγη αμηχανία ίσως, αλλά όχι πια φόβος. Η Βαλέρια περπάτησε τα βήματα που τη χώριζαν από τον πατέρα της με το κεφάλι ψηλά, το κορμί στητό και τα χέρια βαθιά χωμένα στις τσέπες. Είχε κρύο αυτό το πρωινό. Το ρολόι της έδειχνε οκτώ και μισή. Ο πατέρας της είχε ήδη βγει να επιθεωρήσει τι άφησε η βροχή πίσω της. Μερικά χρόνια έως και μήνες πριν, θα έτρεχε σαν τρελή να προλάβει να γυρίσει πριν τις εφτά. Ο πατέρας της ξυπνούσε πάντα την ίδια ώρα και ήξερε ότι αν τρύπωνε στο δωμάτιό της εφτά παρά πέντε δε θα είχε να φοβηθεί τίποτα. Αλλά σήμερα τα πάντα ήταν διαφορετικά.
«Έξω ήσουν εσύ;» τη ρώτησε εκείνος όταν έφτασε δίπλα του. Ήταν προφανές ότι είχε περάσει το βράδυ έξω. Το έδειχναν τα ρούχα της και το στραπατσαρισμένο μακιγιάζ της. Και το ηθικό της φυσικά. Αλλά ο πατέρας της έδειχνε ψύχραιμος. Κι ας έβλεπε από ποια κατεύθυνση ερχόταν.
«Ναι, μπαμπά» του είπε και βίασε ένα χαμόγελο. «Είχαμε μερικά πράγματα να ξεκαθαρίσουμε» του είπε ουδέτερα. Ο πατέρας της την κοίταξε διερευνητικά.
«Έχω ακούσει ότι ο Ιαν έχει σχέση» της είπε εκείνος κάπως αυστηρά, ανήσυχος μάλλον για την εξέλιξη της σχέσης τους.
«Ιαν;» γέλασε η Βαλέρια. «Πρώτη φορά σε ακούω να λες το όνομά του. Πάντα ήταν ο ‘άλλος΄» είπε πικρά. Τα πάντα έγιναν, σκέφτηκε. Τα πάντα πήραν το δρόμο τους. Μόνο που εκείνη και ο Ιαν δεν ήταν πια μαζί.
«Προσπαθούσαμε να σε προστατεύσουμε, παιδί μου» υπεράσπισε εκείνος τον εαυτό του. «Τώρα που ξεκαθάρισε η κατάσταση δεν ωφελεί να κατηγορούμε άδικα το παιδί». Η Βαλέρια γέλασε και πάλι. Αλλά αυτή τη φορά δάκρυσε κιόλας. Δεν περίμενε ποτέ να το ακούσει αυτό.
«Το παιδί» επανέλαβε τα λόγια του «θα συνεχίσει τη ζωή του στην Ιαπωνία με τη γυναίκα που διάλεξε» του είπε προσπαθώντας να μην ουρλιάξει από την απελπισία που βάραινε την καρδιά της. Ένα αίσθημα βάρους είχε απλωθεί σε όλο της το σώμα από την στιγμή που ξύπνησε και δεν τον βρήκε πλάι της. Της είχε αφήσει ένα μήνυμα στο κινητό, ελλείψει χαρτιού και στιλό. Το κείμενο ήταν απλό αλλά περιεκτικό. Συγγνώμη, της είχε πει. Δεν μπορούσε να ζήσει με τον φόβο ότι θα τον αφήσει ξανά, της είχε πει. Καλό είναι να προσπαθήσουν και οι δύο να ξεχάσουν, της είχε πει. Και η Βαλέρια, που νόμιζε ότι το προηγούμενο βράδυ θα σηματοδοτούσε μια νέα αρχή, είχε ξυπνήσει μόνη της σε ένα άδειο κρεβάτι. Και είχε θυμώσει τόσο πολύ με τον εαυτό της που πίστεψε ότι θα καταλάβαινε πόσο τον αγαπούσε και πόσο είχε μετανιώσει για όσα είχαν γίνει  που δεν μπόρεσε καν να κλάψει. Μέχρι τώρα δηλαδή.
«Δεν ξέρω τι να πω…» είπε ο πατέρας της και την πλησίασε για να την αγκαλιάσει αλλά η Βαλέρια τραβήχτηκε. Δεν της έφταιγε ο πατέρας της, αλλά αυτή τη στιγμή δεν ήθελε τίποτα και κανέναν. Ήταν ηλίθια. Τόσο ηλίθια που ήθελε να ουρλιάξει, να σκίσει τα ρούχα της και να πέσει στην παγωμένη πισίνα για να τιμωρήσει τον εαυτό της. Αφού της το είχε δείξει και της το είχε πει με κάθε τρόπο. Γιατί πίστεψε ότι κάτι θα άλλαζε; Ήταν ευγενικός το προηγούμενο βράδυ, τρυφερός όπως συνήθως, αλλά κάτι έλειπε. Ήταν σαν να κάνει έρωτα με έναν άντρα που έμοιαζε με τον Ιαν αλλά δεν ήταν εκεί. Δεν ήταν εκεί η καρδιά του. Αυτή που κάθε φορά έκανε το σμίξιμό τους μοναδικό.
«Θα κάτσω μέχρι το μεσημέρι και μετά το γεύμα θα φύγω για Λονδίνο» του είπε και σκούπισε τα δάκρυά της. «Μην πεις στη μαμά κάτι αν μπορείς» είπε. «Δε θέλω να την αναστατώσουμε».
«Αν δε θες εγώ δε θα της πω κουβέντα, αλλά ίσως ανακουφιζόσουν αν μιλούσες μαζί της. Εκείνη πάντα έδινε καλές συμβουλές. Εγώ δεν ξέρω από αυτά» είπε σαν χαμένος. Η Βαλέρια χαμογέλασε ζεστά.
«Τι συμβουλές; Πώς να επέμβω στον πύργο ελέγχου και να μην φύγει η πτήση του;» γέλασε πικρά. «Γιατί άλλον τρόπο να μη φύγει, δε βλέπω» του είπε και άρχισε να κλαίει ξανά. Ο πατέρας της την τράβηξε από το μπράτσο και την υποχρέωσε να περπατήσει πλάι του. Περπατούσαν για αρκετή ώρα, κάνοντας άσκοπες βόλτες μέσα στο οικόπεδό τους. Η Βαλέρια προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της ότι είχε βάλει τα δυνατά της κι ας έχασε τον πόλεμο. Είχε εξαντλήσει κάθε ιδέα, είχε ταπεινωθεί, είχε καταφύγει σε ακρότητες. Ίσως ήταν η κατάλληλη στιγμή να τον αφήσει. Ίσως του έκανε κακό. Τόσο κακό, που τον αλλοτρίωσε. Αυτή έφταιγε που είχε παγώσει τόσο απέναντί της, που την είχε παρατήσει μετά τη νύχτα που είχαν περάσει μαζί. Ο πατέρας της την άφησε ήσυχη με τη σκέψη της αλλά όταν τελικά μίλησε, την αιφνιδίασε με όσα της είπε.
«Βαλέρια, είσαι σίγουρη;» τη ρώτησε σταράτα. Η Βαλέρια τον κοίταξε αλλά δεν έκοψε βήμα. «Είναι αυτό που λέμε…ο άντρας της ζωής σου;» επέμεινε ο πατέρας της, φανερά αμήχανος που έκανε με την κόρη του μια τόσο προσωπική συζήτηση.
«Μα δεν το βλέπεις;» τον ρώτησε εκείνη σχεδόν θυμωμένη. «Η μοίρα μάς δένει από μικρά παιδιά. Ήμασταν αχώριστοι. Μια καρδιά που ζούσε σε δυο σώματα» του είπε και άρχισε ξανά να κλαίει. «Ποτέ δεν κατάφερα να αγαπήσω άλλον. Ποτέ. Και είμαι σίγουρη ότι δεν θα βρω άλλον σαν κι εκείνον. Είναι η προέκταση του εαυτού μου, το άλλο μου μισό. Δεν ξέρω πού σταματάει η Βαλέρια και πού αρχίζει ο Ιαν. Δεν ξέρω πώς θα ζήσω χωρίς εκείνον, γνωρίζοντας ότι είναι παντρεμένος με κάποια άλλη, κάνοντας τα πράγματα που είχαμε ονειρευτεί μαζί».
«Σταμάτα να κλαις» είπε μαλακά ο πατέρας της. Η Βαλέρια όμως δεν μπορούσε να ηρεμήσει. Τον σκεφτόταν με άλλη γυναίκα και τρελαινόταν.
«Δε θα σταματήσω ποτέ να κλαίω» είπε πεισματικά εκείνη. «Ακόμα και αν ηρεμήσω κάποτε, και φτιάξω τη ζωή μου, πάντα μέσα μου θα κλαίω για εκείνον. Για όσα χάσαμε».
«Είσαι…» ψέλλισε ο πατέρας της αλλά σταμάτησε. Πήρε μια ανάσα και συνέχισε. «Είσαι σίγουρη ότι τα έκανες…όλα;» ρώτησε.
«Όλα όλα» είπε εκείνη με σιγουριά και χαμογέλασε πικρά.
«Όλα όλα;» επέμεινε ο πατέρας της. Η Βαλέρια δεν καταλάβαινε πού το πήγαινε.
«Τι εννοείς, πατέρα;» τον ρώτησε μπερδεμένη.
«Ε να…» κόμπιασε εκείνος φανερά συγκινημένος «εμείς ένα παιδί σε έχουμε και ξέρεις πόσο σε αγαπάμε και πόσο θέλουμε να σε βλέπουμε αλλά ίσως πρέπει να σκεφτείς την πιθανότητα να πας» της είπε και η Βαλέρια τον κοίταξε αποσβολωμένη αυτή τη φορά.
«Πού; Στην Ιαπωνία;» τον ρώτησε με τα φρύδια της ανασηκωμένα.
«Ε πού αλλού;» γέλασε ο μπαμπάς της με την απορία της. «Αν έχεις χρόνο φυσικά. Πότε φεύγει;».
«Μα μπαμπά, τι λες;» είπε η Βαλέρια. «Να πάω στην Ιαπωνία για τόσους μήνες; Και η δουλειά μου; Εσείς; Οι φίλοι μου; Έχω μια ζωή εδώ» του είπε και σταμάτησε απότομα. Το βλέμμα του πατέρα της έπεσε αυστηρό πάνω της. Σχεδόν ντράπηκε.
«Άρα δεν είσαι σίγουρη» τη μάλωσε. «Δεν υπάρχει θυσία που δε θα έκανα για τη μητέρα σου. Μέρος στη γη που δε θα πήγαινα μαζί της. Εσύ τι έχεις να αφήσεις πίσω; Η καριέρα σου μπορεί να περιμένει. Οι φίλοι σου κι εμείς το ίδιο».
«Μα δε γίνεται να τα αφήσω όλα» διαμαρτυρήθηκε αδύναμα.
«Τότε άφησέ τον, κόρη μου» είπε ο μπαμπάς της θυμωμένος. «Γιατί κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα να ζήσει την απόλυτη αγάπη. Και αν η άλλη γυναίκα είναι πρόθυμη να τα αφήσει όλα πίσω, ίσως αυτή του αξίζει περισσότερο» της είπε.
Η Βαλέρια περπάτησε λίγο χωρίς να μιλάει. Ντρεπόταν για την ολιγοψυχία της, αλλά φοβόταν κιόλας. Μήπως υπήρχε και κάτι ακόμα που δεν είχε κάνει; Μήπως…
«Νομίζω ότι φεύγει σε τέσσερις μέρες» είπε η Βαλέρια και ο μπαμπάς της χαμογέλασε.
«Είναι ό,τι πρέπει για να φτιάξεις βαλίτσες» γέλασε και η Βαλέρια τον κοίταξε με περιέργεια.
«Λες να έχω καμιά ελπίδα ή θα φάω πάλι τα μούτρα μου;».
«Κάτι μου λέει ότι δε θα φας τα μούτρα σου, κόρη μου. Αν έχει μυαλό στο κεφάλι του θα καταλάβει πόσο τον αγαπάς».
«Τόσο καιρό δεν το έχει καταλάβει».

«Βαλέρια, είναι η πρώτη τέτοια συζήτηση που κάνουμε και δεν είμαι σίγουρος ότι ξέρω τι να πω και πώς να το πω. Αλλά μπορώ με σιγουριά να σου πω ότι οι μεγάλες μάχες θέλουν μεγάλα όπλα. Και ήρθε η ώρα να βγάλεις το μπαζούκας σου».

Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2015

κεφάλαιο 63-one night-don't stand

«Άργησες» είναι η πρώτη κουβέντα που ξεστόμισε ο Ιαν. Η Βαλέρια δεν απάντησε. Έκλεισε την πόρτα πίσω της και κοίταξε με θαυμασμό τις αλλαγές στο χώρο. Ένα καινούργιο κρεβάτι, καινούργιο χαλί και μια μικρή ντουλάπα. Σωστό σπιτάκι. Ο Ιαν καθόταν σε μια κουνιστή πολυθρόνα με το κεφάλι σκυφτό. Ήταν προφανές ότι δεν ένιωθε άνετα με αυτό που συνέβαινε.
«Έπρεπε να ρίξω κάτι πάνω μου» του είπε ανάλαφρα. Φορούσε ένα μπουφάν και μια μάλλινη ρόμπα, τις πιτζάμες της από μέσα και γαλότσες στα πόδια για να προφυλαχτεί από τη λάσπη. Αλλά ένιωθε γυμνή. Ο παγωμένος αέρας, η αμηχανία του Ιαν και οι δικές τις ανασφάλειες την έκαναν να ριγεί.
«Κάθισε» της είπε εκείνος και η Βαλέρια κάθισε στο κρεβάτι απέναντί του. Ο Ιαν την κοίταξε φανερά απρόθυμα. Το βλέμμα του στάθηκε στο πρόσωπό της αρκετά και ένα δειλό χαμόγελο άνθισε στα χείλη του. «Ο δολοφόνος γυρνάει πάντα στον τόπο του εγκλήματος, ε;» την πείραξε.
«Μα δεν έχει γίνει κανένα έγκλημα εδώ μέσα» χαμογέλασε κι εκείνη αν και ήταν απόλυτη σε αυτό που έλεγε. Και ήθελε να του το ξεκαθαρίσει.
«Έτσι λες;» την προκάλεσε ξανά εκείνος.
«Φυσικά» επέμεινε η Βαλέρια και έβγαλε το μπουφάν της και τη ρόμπα της. Ο Ιαν είχε ανάψει μια παλιά σομπίτσα. Η λάμψη της έκανε το χώρο να δείχνει ακόμα πιο ρομαντικός. «Η αγάπη δεν είναι έγκλημα» του είπε.
«Αγάπη;» κάγχασε εκείνος. «Κάποτε αυτό νόμιζα κι εγώ αλλά τώρα…εδώ μέσα…νιώθω λίγο ηλίθιος» σοβαρεύτηκε ξανά.
«Νιώθεις λίγο ηλίθιος εδώ μέσα ή εκεί έξω;» θύμωσε η Βαλέρια. Το μόνο που δεν ήθελε ήταν να σπαταλήσουν ξανά το χρόνο τους με άσκοπες αλληλοκατηγορίες.
«Τι εννοείς;» τη ρώτησε ρίχνοντάς της ένα άγριο βλέμμα.
«Με όλο το σεβασμό, Ιαν, αλλά εδώ μέσα δεν είσαι ηλίθιος. Είσαι ειλικρινής. Είσαι ο εαυτός σου. Μόνο όταν είμαστε οι δυο μας συμβαίνει αυτό. Και για σένα και για μένα. Ηλίθιος θα είσαι αν βγεις από αυτή την πόρτα και γυρίσεις σε μια γυναίκα που δε θα σε κάνει ποτέ ευτυχισμένο» του είπε με μια σιγουριά που δεν ήξερε από πού προήλθε.
«Πώς τολμάς;» σήκωσε τον τόνο της φωνή του ξαφνικά και σηκώθηκε απότομα όρθιος. Η Βαλέρια τρόμαξε. Για λίγο μόνο. Για πολύ λίγο.
«Προσπαθώ να σε αποτρέψω από ένα μεγάλο λάθος».
«Μεγάλο λάθος μια γυναίκα που με αγαπάει;».
«Μεγάλο λάθος γιατί δεν την αγαπάς εσύ».
«Μεγάλο λάθος μια γυναίκα που θα πήγαινε μαζί μου και στην άκρη του κόσμου;».
«Μεγάλο λάθος γιατί δεν ξέρεις αν θα έκανε το ίδιο και ξυπόλυτη».
«Ενώ εσύ;»
«Εμένα δε με νοιάζει το μέσο, ούτε ο προορισμός. Αρκεί να είμαι μαζί σου» του είπε κοιτώντας τον σταθερά στα μάτια. Προσευχήθηκε να μην κλάψει αν και το ήθελε πολύ. Το χρειαζόταν να εκτονωθεί.
«Υποφέρεις;» ρώτησε εκείνος χαιρέκακα και χαμογέλασε. «Υποφέρεις που εκφράζεις τα συναισθήματά σου τόσο ανοιχτά; Που με παρακαλάς κι εγώ σε ταπεινώνω;».
«Μπα» είπε η Βαλέρια και ανασήκωσε τάχαμ αδιάφορα τους ώμους. Μέσα της έλιωνε όμως. Την κορόιδευε; Τι στο καλό συνέβαινε; «Είναι πολύ…αναζωογονητικό να ξεγυμνώνεσαι συναισθηματικά» του είπε ήρεμα.
«Μήπως θες να ξεγυμνωθείς και κυριολεκτικά;» την προκάλεσε. Τα μάγουλα της Βαλέρια κοκκίνισαν αμέσως. Αλλά δεν θα τον άφησε να την πειράζει.
«Όχι ακόμα. Πρώτα θα μου υποσχεθείς αιώνια αγάπη» του γέλασε.
«Πάνε αυτά, Βαλέρια» είπε απότομα ο Ιαν. «Λίγο σεξ απόψε, αν θες. Αύριο θα γυρίσω Λονδίνο και θα συνεχίσω τη ζωή μου» της είπε και ξανακάθισε στην καρέκλα. Βολεύτηκε και την κοίταξε. Η Βαλέρια ένιωσε την επιθυμία να τον χαστουκίσει. Μα πώς την αντιμετώπιζε έτσι;
«Με έβγαλες μέσα στο κρύο για να μου προτείνεις λίγο σεξ;» είπε εκείνη.
«Όχι απαραίτητα λίγο» είπε σαρκαστικά ο Ιαν. Η Βαλέρια ξεφύσησε.
«Δεν ήρθα για να με ταπεινώσεις».
«Ω έλα τώρα! Σε αυτό το σπιτάκι πάντα τα μάτια μας βγάζαμε» της είπε σκληρά. Έδειχνε ταραγμένος όμως. «Μην το παίζεις ντροπαλή».
«Δεν είμαι» απάντησε η Βαλέρια. «Το αντίθετο. Απλώς δεν θα τα ξεπουλήσουμε κι όλα».
«Μην είσαι πουριτανή. Εμείς στο σεξ ήμασταν πάλι πολύ ταιριαστοί».
«Φοβάμαι ότι η Μίκα μπορεί να έχει αντιρρήσεις».
«Άσε την Μίκα έξω από αυτό».
«Είναι λίγο δύσκολο να την αγνοήσουμε» ειρωνεύτηκε η Βαλέρια. Ο Ιαν σηκώθηκε και έβγαλε τη μπλούζα του. Οι σφικτοί κοιλιακοί του πλημμύρισαν το οπτικό πεδίο της. Η επίπεδη κοιλιά, το πεντακάθαρο δέρμα. Ήταν τέλειος. Τόσο, μα τόσο τέλειος.
«Δες το σαν ένα αποχαιρετιστήριο δώρο» γέλασε και έκανε να την αγκαλιάσει αλλά η Βαλέρια τραβήχτηκε.
«Δε θα κάνουμε σεξ απόψε, Ιαν» του είπε αποφασιστικά. «Όχι επειδή δε θέλω, αλλά επειδή είναι λάθος από κάθε άποψη».
«Όταν με κοιτάς έτσι, μου είναι αδύνατο να συγκρατηθώ» της είπε και το χέρι του χώθηκε στη βάση του λαιμού της. Τα χείλη του κατέβηκαν στο λαιμό της και άρχισαν να εξερευνούν το δέρμα της με μικρά απαλά φιλιά. Η Βαλέρια έγειρε το κεφάλι πίσω, ανίκανη να ελέγξει το καυτό αίσθημα που την παρέλυε.
«Ιαν…» ψέλλισε αλλά δεν ολοκλήρωσε. Της ήταν αδύνατο.
«Καμιά γυναίκα δεν κάνει το σώμα μου να αντιδράει έτσι» της είπε και κόλλησε πάνω της. «Τόσο γρήγορα, τόσο έντονα. Είναι σχεδόν ανυπόφορο».
«Ιαν, ελπίζω να μην είναι αυτός ο τρόπος εκδίκησής σου» του είπε προσπαθώντας να τον πειράξει, εκφράζοντας ταυτόχρονα και μια ανησυχία της. Εκείνος είχε αρχίσει να τη γδύνει. Η Βαλέρια δεν πρόβαλε αντίσταση. Τον ήθελε πολύ και της είχε λείψει.
«Εσύ κάτι είπες λίγο πριν, αν δεν κάνω λάθος» γέλασε εκείνος με την προθυμία της και της έβγαλε το κοκαλάκι που συγκρατούσε τα μαλλιά της. «Ότι δεν πρέπει;»
«Συνεχίζω να το πιστεύω» του είπε σθεναρά αλλά το τολμηρό άγγιγμά του την έκανε να τρέμει από ηδονή.
«Μπορείς να με σταματήσεις όποτε θες, καρδιά μου» της είπε και στο άκουσμα της λέξης αυτής η Βαλέρια ένιωσε τα δάκρυα να αναβλύζουν από τα μάτια της. Ο Ιαν δεν σταμάτησε όμως. Δεν τη ρώτησε γιατί. Συνέχισε να τη γδύνει, μέχρι που έμεινε γυμνή μπροστά του. «Μου έλειψες» της είπε απλά και με ένα απαλό σπρώξιμο την έριξε στο κρεβάτι. Η Βαλέρια δεν αντιστάθηκε κι ας ήξερε ότι όλο αυτό ήταν ένα τεράστιο λάθος.
«Είσαι σίγουρος;» τον ρώτησε μπερδεμένη όταν άρχισε κι εκείνος να παίρνει θέση από πάνω της. «Έχεις σχέση και εγώ…»

«Σώπα, Βαλέρια» ακινητοποίησε το κεφάλι της με τα δυο του χέρια και γλίστρησε μέσα της. «Μόνο για απόψε, σταμάτα να σκέφτεσαι. Από αύριο, κι εσύ κι εγώ θα έχουμε πολύ χρόνο να μετανιώσουμε για αυτό που συμβαίνει τώρα…». 

κεφάλαιο 62-Texting

Ποιος φεύγει τώρα; Ε; Ποιος το βάζει στα πόδια; Γιατί αν μιλάμε για δυσκολίες, αυτό που περνάμε τώρα είναι πώς να το πω…μια πρόκληση.
Σε βλέπω να περπατάς νευρικά μέσα στο δωμάτιό σου και ξέρω ότι νιώθεις κι εσύ άσχημα για όσα μου είπες. Δε χρειάζεται να σε πνίγουν οι ενοχές όμως. Δεν φταις εσύ που σε καλεί…το καθήκον. Οι κερασιές ανθίζουν αυτή την εποχή. Πρέπει να τις δεις από κοντά. Να διευρύνεις την αυτοκρατορία σου και να ντύσεις την γυναικάρα που έχεις στο πλάι σου γκέισα. Έλα, μην περπατάς νευρικά. Μπράβο, κλείσε το φως. Πέσε για ύπνο και προσπάθησε να ηρεμήσεις. Αν και δεν ανησυχώ. Πάντα σου ήταν εύκολο να χαλαρώσεις. Πάντα έσπερνες μόνος σου το χάος και μόνος σου έβαζες τάξη σε αυτό.

Ξανάνοιξες το φως. Αϋπνίες, Ιαν; Σε ταλανίζουν οι Ερινύες; Δε χρειάζεται. Δεν είναι ότι σκοπεύω να αυτοκτονήσω κιόλας. Δε θα πηδήξω από το παράθυρο για να ξεφύγω από την ντροπή της απόρριψής σου. Ίσως είναι η στιγμή να τα παρατήσω. Να ανασυγκροτηθώ. Να βάλω ένα χι στα παλιά και να προχωρήσω μπροστά. Να φτιάξω τη ζωή μου με κάποιον άλλον άντρα. Στην αρχή δε θα τον αγαπάω αλλά ίσως με τον καιρό…δεν ξέρω. Πώς το έκανες εσύ; Πώς πέρασες τόσο γρήγορα στην επόμενη αγάπη; Έτσι θα το κάνω κι εγώ. Δεν είναι δα δύσκολο. Όμορφη είμαι, έξυπνη είμαι, τι μου λείπει;

Ξανάσβησες το φως. Τώρα λογικά θα στριφογυρίζεις στο κρεβάτι σου. Αν σου έχει μείνει δηλαδή στάλα συνείδησης. Αλλιώς, θα κοιμηθείς γρήγορα. Θα νυστάζεις. Και η μέρα σου πρέπει να ήταν κουραστική. Κοιμήθηκες; Βλέπεις όνειρα; Βλέπεις της κυρία Τέλεια να τρώει σούσι και να φοράει μπλουζάκι με τη Hello Kitty ενώ κάνετε βολτίτσες στο Τόκιο; Σίγουρα θα είναι πολύ όμορφη με τα άνθη κερασιάς στα μαλλιά της. Εγώ δε θα μπορούσα ποτέ να τα παρατήσω όλα για τόσους μήνες και να σε ακολουθήσω. Έχω τη δουλειά μου. Έχω ρίξει λίγο ρυθμούς αλλά παραμένω επαγγελματίας. Μια τέτοια γυναίκα θες. Διαθέσιμη. Γιατί σε διεκδίκησα; Βλακεία μου. Έκανα κι εγώ σαν τα κανίς, που γαβγίζουν και επιτίθενται στα μεγαλόσωμα σκυλιά λες και έχουν καμία ελπίδα.

Το κινητό μου. Άγνωστο νούμερο. Ποιος στέλνει μήνυμα τέτοια ώρα;

Δεν είμαι σίγουρος. Αυτό γράφει μόνο. Πρέπει να είναι εκείνος. Πρέπει να είναι ο Ιαν. Τι να του απαντήσω τώρα; Ειδικά όταν κι εμένα η αυτοπεποίθησή μου έχει πληγεί τόσο. Και τι εννοεί; Μιλάει για τη δουλειά; Για εκείνη; Για τι;
Ίσως αύριο το πρωί έχει ξεκαθαρίσει μέσα σου του πληκτρολογώ γρήγορα. Κάτι ουδέτερο. Πώς θα μπορούσα να πω κάτι περισσότερο χωρίς να τον παρακαλέσω ξανά να μου δώσει μια ευκαιρία;
Δεν έχει ξεκαθαρίσει τόσους μήνες. Λες να συμβεί μέσα σε λίγες ώρες; Απαντάει εκείνος αμέσως και ο τόνος του με προκαλεί να τον πειράξω.
Μικρός είσαι ακόμα. Δε σε πήραν τα χρόνια… απαντάω και περιμένω με αγωνία την απάντησή του. Δεν έχω ιδέα τι συζητάμε αλλά μου αρέσει που επικοινωνούμε.
Κάποια πράγματα δεν μπορούν να περιμένουν μου απαντάει. Τι να εννοεί, αναρωτιέμαι. Η ετυμολογία μου με έχει εγκαταλείψει. Η καρδιά μου πεταρίζει στο στήθος μου.
Η υπομονή είναι μεγάλο προσόν πληκτρολογώ στον πιο υπομονετικό άνθρωπο στον κόσμο χωρίς να ερυθριώ.
Θέλω να σε δω μου απαντάει γρήγορα και χαμογελάω σαν χαζή στην οθόνη.
Μόλις χωρίσαμε… απαντάω με μια δόση χιούμορ. Εκείνος δεν απαντάει αμέσως. Τι είπα; αναρωτιέμαι. Γιατί δεν μου στέλνει. Μήπως δεν κατάλαβε το αστειάκι;

Περιμένω ένα δύο λεπτά. Τίποτα. Πέντε λεπτά. Το φως στο δωμάτιό του σβήνει. Ξαφνικά ξέρω τι πρέπει να κάνω. Πετάγομαι από το κρεβάτι μου, ντύνομαι στα γρήγορα. Τα βήματά μου είναι γρήγορα αλλά ακριβή. Στο σπιτάκι του κήπου. Εκεί θα είναι. Εκεί θα πάω. Κι όπου βγει.








Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2015

Κεφάλαιο 61-out

«Βαλέρια, τι έγινε; Σύνελθε!» άκουσε τη φωνή του Ιαν και μόλις άνοιξε τα μάτια της συνειδητοποίησε ότι ο Ιαν είχε ξαναμπεί στο αμάξι και την τράνταζε δυνατά.
«Τι έγινε;» τον ρώτησε ρουφώντας τη μύτη της. Πόση ώρα έκλαιγε;
«Ανέβηκα στο δωμάτιό μου και είδα ότι δεν έφευγες και ανησύχησα. Κατέβηκα να δω τι τρέχεις, μήπως έπαθες κάτι…»
«Όχι, καλά είμαι» του είπε και σκούπισε τα μάτια της. «Απλώς…»
«Γιατί κλαις, Βαλέρια;» τη διέκοψε ανυπόμονα, επιθεωρώντας το πρόσωπό της σαν γιατρός.
«Όχι, τίποτα» του είπε με αναφιλητά. «Απλώς με έπιασε λίγο το παράπονο που μου μίλησες τόσο απότομα, αλλά δεν φταις εσύ, εγώ απλώς δεν περίμενα ποτέ να φτάσουμε εμείς οι δύο να είμαστε σαν ξένοι».
«Αν δεν κάνω λάθος και πριν τα ξαναβρούμε, ξένοι ήμασταν» συνέχισε ο Ιαν με τον σκληρό τρόπο του. Η Βαλέρια αναρίγησε.
«Γιατί κατέβηκες;» θύμωσε εκείνη. «Ξέχασες κάποια κακία που δεν μου είπες; Ωραία. Πες την να τελειώνουμε» του είπε και τον κοίταξε αυστηρά, παρόλο που της άρεσε τόσο πολύ το άρωμά του και ήθελε απεγνωσμένα να χωθεί στην αγκαλιά του. Πώς ήταν δυνατόν να σκέφτεται έτσι; Η κατάσταση είχε εκτροχιαστεί.
«Κατέβηκα για να δω αν είσαι καλά».
«Επειδή είμαστε φίλοι;» τον ειρωνεύτηκε.
«Επειδή είσαι άνθρωπος και αυτό θα το έκανα για τον οποιονδήποτε» ειρωνεύτηκε κι εκείνος.
«Ωραία, σήκω φύγε τώρα» είπε η Βαλέρια και έδειξε την πόρτα του αυτοκινήτου της. «Ηρέμησα κάπως και μπορώ να οδηγήσω. Να μη σε κρατάω».
«Εδώ είναι το σπίτι μου» χαμογέλασε καυστικά ο Ιαν.
«Και αυτό είναι το αμάξι μου» χαμογέλασε κι εκείνη με τη σειρά της.
«Άραγε τι να λέει ο νόμος για αυτό;» μονολόγησε δραματικά ο Ιαν λες και απήγγειλε Άμλετ. «Το αμάξι σου βρίσκεται στον κήπο μου χωρίς τη συγκατάθεσή μου. Μπορώ να κάνω κι εγώ κατάληψη στο αμάξι;».
«Θεέ μου, πόσο απλοϊκή σκέψη» δυσανασχέτησε η Βαλέρια. «Κατέβα για να φύγω επιτέλους!» φώναξε εκείνη ανυπόμονα.
«Οι παλμοί σου είναι ακόμα υψηλοί αν κρίνω από το σημείο στο λαιμό σου» είπε εκείνος και έδειξε σε ποιο σημείο αναφερόταν. «Πρέπει να ηρεμήσεις λίγο πριν οδηγήσεις».
«Πες μας ότι νοιάστηκες».
«Δε θέλω να το έχω κρίμα στο λαιμό μου» ειρωνεύτηκε ανοιχτά ο Ιαν.
«Αφού δεν έχεις συνείδηση. Τι σε πειράζει;» του είπε και ένα αδικαιολόγητο κύμα δακρύων ανάβλυσε ξανά από τα μάτια της. Ο Ιαν την κοιτούσε αποσβολωμένος.
«Δεν νομίζω ότι είσαι σε θέση να με κατηγορείς για το οτιδήποτε» της είπε ουδέτερα. Η Βαλέρια ρίγησε. Δεν μπορούσε να σταματήσει να κλαίει κι ας ήξερε ότι ξεφτιλιζόταν μπροστά του.
«Γιατί; Έχεις το αλάθητο;»
«Όχι, αλλά για σένα πάντα είχα τις καλύτερες προθέσεις. Μέχρι που με άδειασες».
«Δε σε άδειασα, Ιαν» διαμαρτυρήθηκε έντονα. Πρώτη φορά μιλούσαν ανοιχτά για το θέμα και ένιωθε παθιασμένη με όσα είχε να του πει. «Απλώς βρέθηκα αντιμέτωπη με τον τρόμο να είμαστε αδέρφια» του είπε και κοίταξε αλλού. «Ακόμα δεν μπορώ να το ξεστομίσω».
«Εγώ δε βρέθηκα; Εμένα δε με σκέφτηκες;» την αφόπλισε εκείνος. «Εμένα η πρώτη μου σκέψη ήταν να τρέξω σε εσένα, να σε στηρίξω, όποια και να ήταν η αλήθεια. Εσύ έφυγες. Σε ένοιαξε μόνο ο εγωισμός σου».
«Γιατί δεν κάνεις μια προσπάθεια να το ξεχάσεις;» άνοιξε τα χαρτιά της η Βαλέρια. «Κάθεσαι και μου κάνεις κήρυγμα ενώ η κρίση που αντιμετωπίσαμε ήταν πέρα των δυνατοτήτων του ανθρώπινου νου. Δεν ήταν κάτι απλό. Πώς μπορείς να μου λες πώς έπρεπε να αντιδράσω ενώ το μυαλό μου είχε δραπετεύσει από το σώμα μου;»
«Είσαι πολύ αδύναμη, Βαλέρια. Την πρώτη φορά το έσκασες στην κατασκήνωση και δε με έψαξες ποτέ. Τη δεύτερη φορά το έσκασες ξανά. Τι σόι άνθρωπος είσαι εσύ και μου ζητάς και τα ρέστα τώρα;»
«Θυμάσαι τι μου είχες πει στην Πορτογαλία;» τον ρώτησε με πικρία στη φωνή και ο Ιαν έγνεψε θετικά. «Μου είχες ότι όποια σχέση και να έχεις μπορώ να σε διεκδικήσω και να σε κερδίσω» γέλασε η Βαλέρια. Βρίσκονταν σε κάποιο σοκάκι και έτρωγαν παγωτό όταν εκείνος της είχε πει ότι ήταν η γυναίκα της ζωής του.
«Και μετά τι άλλο σου είχα πει; Θυμάσαι;» ρώτησε εκείνος.
«Ότι μόνο αν έχεις παντρευτεί δε θα μπορώ να σε έχω γιατί αυτό θα σημαίνει ότι…» δεν ολοκλήρωσε η Βαλέρια. Τον κοίταξε προσπαθώντας να πάρει μια απάντηση από το βλέμμα του.
«Πρέπει να επιβλέψω μια εξαγορά» είπε εκείνος άχρωμα  κοιτώντας μπροστά. «Είναι μια μεγάλη εταιρεία και θα ανοιχτώ και στην Ασία έτσι».
«Τι σημαίνει αυτό;» τον ρώτησε ανυπόμονα. «Δεν καταλαβαίνω πού το πας».
«Θα φύγω, Βαλέρια» είπε ο Ιαν και εκείνη ένιωσε να ζαλίζεται. «Θα πρέπει να μετακομίσω για έξι τουλάχιστον μήνες στην Ιαπωνία. Θα έρθει και η φίλη μου μαζί και έχουμε πει ότι θα…».
«Καταλαβαίνω» τον διέκοψε. Δεν μπορούσε να ακούει άλλο. Θα έκανε εμετό. Θεέ μου, θα έκανε εμετό. «Θα πας στην Ιαπωνία για να γίνεις ακόμα πιο πλούσιος και τρανός και θα παντρευτείς κιόλας. Ουάο. Μιλάμε για success story, όχι αστεία» του είπε κομπιάζοντας.
«Δεν θέλω να το βλέπεις σαν τιμωρία. Έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που εμείς χωρίσαμε. Η ζωή μου έχει προχωρήσει και το ίδιο και η δική σου. Καλά θα κάνεις να αρχίσει να βγαίνεις ξανά ραντεβού και να γνωρίσεις κάποιον».
«Δε χρειάζομαι νταβατζή, ευχαριστώ πολύ» τον αιφνιδίασε αν έκρινε από το βλέμμα του.
«Πώς μιλάς έτσι; Εγώ απλώς θέλω να είμαι σίγουρος ότι θα φτιάξεις τη ζωή σου».
«Το τι θα κάνω με τη ζωή μου είναι δική μου δουλειά. Βγες έξω τώρα» του είπε με φωνή που έτρεμε.
«Αντιδράς σπασμωδικά πάλι…»
«Έξω» του είπε ήρεμα αλλά με μια σταθερότητα που τον έκανε να γυρίσει προς το μέρος της έκπληκτος. «Έξω» επανέλαβε εκείνη και γύρισε το κλειδί στη μίζα. Η μηχανή του αυτοκινήτου πήρε αμέσως. Ο Ιαν άνοιξε την πόρτα ήρεμα και βγήκε από το αμάξι. Η Βαλέρια γκάζωσε και χάθηκε από μπροστά του.


Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2015

κεφάλαιο 60-Ο νόμος του Μέρφυ "Αν όλα τα οχήματα έρχονται κατά πάνω σου... Είσαι σε λάθος λωρίδα"

Η Βαλέρια πάλευε με τον εγωισμό της. Ο Ιαν καθόταν δίπλα της άκαμπτος, αμίλητος και αδιάφορος. Υπό κανονικές συνθήκες δεν ήθελε να του δώσει την ευχαρίστηση να του μιλήσει αυτή πρώτη αλλά η απόφαση που είχε πάρει να τον διεκδικήσει ήταν μια δύσκολη αποστολή και έπρεπε να ρίξει τον εγωισμό της για να αποδείξει και σε εκείνον και στον εαυτό της ότι της άξιζε μια ευκαιρία ακόμα.
«Μήπως θες να οδηγήσω εγώ;» διέκοψε τις σκέψεις της η βαριεστημένη φωνή του Ιαν. Έξω γινόταν χαλασμός και πήγαινε πολύ αργά από τον φόβο της. Οι υαλοκαθαριστήρες στην τελευταία σκάλα δεν προλάβαιναν να καθαρίσουν το παρμπρίζ από τα νερά.
«Όχι, σε ευχαριστώ» του είπε ευγενικά.
«Εγώ απλώς προσφέρθηκα γιατί δεν βλέπω να φτάνουμε απόψε σπίτι μας» είπε εκείνος και η Βαλέρια συνειδητοποίησε ότι δεν προσφέρθηκε από ευγένεια αλλά επειδή πίστευε ίσως ότι τον καθυστερεί επίτηδες.
«Καλά, Ιαν, μην κάνεις έτσι. Σε δέκα λεπτά θα είμαστε εκεί. Δεν αντέχεις ούτε δέκα λεπτά να είσαι μαζί μου;» ειρωνεύτηκε ανοιχτά εκείνη. Ο Ιαν δεν απάντησε. Ανασήκωσε απλά τους ώμους του. Η Βαλέρια έβαλε ένα CD και οι νότες ενός σαξόφωνου πλημμύρισαν το αμάξι. Ο Ιαν συνέχισε να κοιτάει έξω και η Βαλέρια άρχισε να νιώθει πραγματικά δυσάρεστα με όλη αυτή την κατάσταση. Πόση ξεφτίλα πια να υποστεί;
«Γιατί δεν μου είπες τίποτα για την πνευμονία;» του είπε ξαφνικά χωρίς να προλάβει να φιλτράρει τα λόγια της. Ήταν χαζό αυτό που είχε ξεστομίσει αλλά αυτό ήταν που την είχε πειράξει περισσότερο από όλα. Να έχει συμβεί κάτι τόσο σημαντικό και εκείνη να μην έχει ιδέα;
«Δεν έχουμε καμία σχέση για να σε ενημερώσω, Βαλέρια» είπε εκείνος σκληρά και η Βαλέρια ρίγησε. «Δεν πρέπει να σε νοιάζει αν ζω ή αν πέθανα» συμπλήρωσε. «Δεν πρέπει τίποτα. Με ακούς; Ούτε καν να με κοιτάς».
«Σιγά, Ιαν, κόψε κάτι» απάντησε εκείνη για να μη βάλει τα κλάματα. Την είχε πληγώσει πολύ με αυτά που της είχε πει. «Καταλάβαμε ότι δεν ενδιαφέρεσαι, αλλά να κινδυνεύει η ζωή σου και να μην το ξέρω εγώ…»
«Γιατί, τι είσαι εσύ;» είπε εκείνος και η Βαλέρια αναρωτήθηκε τι ήταν καλύτερο. Να μην της μιλάει καθόλου ή να της μιλάει τόσο σκληρά;
«Η καλύτερη φίλη σου κάποτε, η σύντροφός σου…»
«Κάποτε» συμπλήρωσε εκείνος.
«Πόσο πολύ μπορεί να πληγώθηκες και αντιδράς έτσι;» τον ρώτησε σταματώντας στην άκρη του δρόμου. Εκείνος δυσανασχέτησε. «Αν δεν υπάρχει τίποτα μέσα σου για μένα, θα έπρεπε να έχεις ηρεμήσει τώρα».
«Μην αυταπατάσαι, Βαλέρια, και δε νιώθω τίποτα για σένα. Έχω σχέση αν θυμάσαι και όλο αυτό που κάνεις, τα υπονοούμενα και οι δήθεν τυχαίες συναντήσεις με κάνουν να αηδιάζω».
«Μα δεν ήξερα ότι τα παιδιά σε γνώριζαν» αντέδρασε η Βαλέρια. «Πρέπει να με πιστέψεις».
«Και τα «σε θέλω» και όλα αυτά τα βλεμματάκια;» ειρωνεύτηκε εκείνος. «Τυχαία;» την προκάλεσε. Η Βαλέρια βρέθηκε αντιμέτωπη με την ανάγκη να του πει την αλήθεια αλλά ντρεπόταν πολύ.
«Ιαν, εγώ…»
«Εσύ τι; Με θέλεις όταν όλα είναι εύκολα και όταν βρίσκουμε το πρώτο εμπόδιο κωλώνεις;»
«Ιαν, όλοι κάνουμε λάθη…»
«Φυσικά!» ύψωσε τον τόνο της φωνής του και γύρισε επιτέλους προς το μέρος της. «Όλοι κάνουμε λάθη αλλά λίγοι επιμένουν και στα δύσκολα. Τέτοιος άντρας είμαι και τέτοια γυναίκα θέλω. Και έχω βρει» τη σκότωσε.
«Φαντάζομαι θα έχει δοκιμαστεί η σχέση σας πολύ στα γκαλά και στις δεξιώσεις» του είπε καυστικά. Εκείνος έκανε μια γκριμάτσα.
«Δεν υπάρχει ελπίδα» της είπε κοφτά, κοιτώντας τη σταθερά στα μάτια. Το βλέμμα της Βαλέρια έπεσε στα χείλη του χωρίς να μπορεί να ελέγξει τις σκέψεις της. Θυμήθηκε πώς τη φιλούσε όταν ήταν μαζί. Πώς κάθε απαλό φιλί του οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια σε ένα πανδαιμόνιο αισθήσεων, πώς κατέληγαν κάθε φορά στο κρεβάτι. Ήταν τόσο απαλά και αφράτα και ήταν τόσο κοντά της. Αν έσκυβε λίγο μπροστά, ίσως… «Πραγματικά δυσφορώ αυτή τη στιγμή» διέκοψε εκείνος βίαια τις σκέψεις της.
«Κατά τη γνώμη μου δε θα έπρεπε να νιώθεις έτσι» του είπε υπεροπτικά.
«Κατά τη γνώμη μου δε θα έπρεπε να έχεις γνώμη» την αποστόμωσε. Η Βαλέρια ξεφύσησε και βγήκε ξανά στο δρόμο γκαζώνοντας απότομα. Τα λίγα χιλιόμετρα που τους χώριζαν από το σπίτι του Ιαν τα κάλυψε μέσα σε μερικά λεπτά. Ο Ιαν συνέχισε να μη μιλάει. Η Βαλέρια χαμήλωσε τη μουσική γιατί το σκηνικό τής φαινόταν γελοίο. Πόσα κλισέ μαζί, βροχή, τζαζ μουσική, δύο άνθρωποι μέσα σε ένα αμάξι στη μέση της νύχτας. Αλλά η αλήθεια ήταν πολύ διαφορετική. Ίσως ήταν η στιγμή για να τα παρατήσει. ‘Η η στιγμή για να ανασυγκροτήσει τα στρατεύματά της. Να πάρει δύναμη και να συνεχίσει. Μήπως όμως είχε αρχίσει να τρελαίνεται; Αυτά δεν ήταν συμπτώματα κάποιας ψυχιατρικής νόσου; Όταν ο άνθρωπος απέναντί σου δεν ανταποκρίνεται κι εσένα μια φωνή μέσα σου σου λέει να συνεχίσεις δεν είναι ένδειξη τρέλας;
«Φτάσαμε» μονολόγησε εκείνος όταν η Βαλέρια πλησίασε την πύλη του σπιτιού του. Εκείνος έβγαλε ένα κουμπί από την τσέπη του και άνοιξε τις πόρτες. Η Βαλέρια αν και αρχικά αναρωτήθηκε αν έπρεπε, πέρασε με το αμάξι στο εσωτερικό για να πλησιάσει την πόρτα του σπιτιού του.
«Πρώτη φορά πλησιάζω τόσο. Ωραία είναι» του είπε χαμογελώντας ζεστά. Εκείνος δεν απάντησε. Άνοιξε την πόρτα ψελλίζοντας ένα ευχαριστώ και πετάχτηκε έξω. Η Βαλέρια έμεινε σοκαρισμένη να τον κοιτάει να καλύπτει με μεγάλες δρασκελιές την απόσταση μέχρι την εξώπορτά του. Όταν τον είδε να ψάχνει τα κλειδιά του και να μπαίνει στο σπίτι, ακούμπησε το κεφάλι της στο τιμόνι, δυνάμωσε τη μουσική και άρχισε να κλαίει με όση δύναμη είχαν τα πνευμόνια της.


Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2015

κεφάλαιο 59- ο νόμος του Κουλόμπ "Κάθε σημειακό ηλεκτρικό φορτίο ασκεί δύναμη σε κάθε άλλο σημειακό ηλεκτρικό φορτίο. Το μέτρο της δύναμης είναι ανάλογο του γινομένου των φορτίων που αλληλεπιδρούν και αντίστροφα ανάλογο με το τετράγωνο της μεταξύ τους απόστασης"

‘Η έχει καταπιεί τη γλώσσα του ή πραγματικά δεν ενδιαφέρεται αν ζω ή αν πέθανα, σκέφτηκε η Βαλέρια μετά από μισή ωρίτσα. Είχε καθίσει άνετα σε μια πολυθρόνα απέναντί της και δεν είχε γυρίσει να την κοιτάξει ούτε ένα δευτερόλεπτο. Ούτε ένα!
Είχε στηρίξει τον μηρό του πάνω στον άλλο σε ένα σέξι σταυροπόδι που μόνο εκείνος μπορούσε να καταφέρει και έπινε κόκκινο  κρασί. Η στάση του σώματός του απέπνεε τόση άνεση και σιγουριά που ήταν λες και το σπίτι ήταν δικό του. Μα τι έκανε εκεί μέσα όμως; Πώς τους ήξερε; Ντρεπόταν να ρωτήσει την Εμμα αλλά κανείς δεν έδειξε να απορεί με την παρουσία του μεγιστάνα Ιαν Κάρτερ εκεί μέσα. Άρα τον ήξεραν όλοι και τον είχαν ξαναδεί.
«Χαίρομαι πολύ που ήρθες» επανέλαβε η Εμμα κοιτώντας τον Ιαν με λατρεία.
«Σου είχα πει ότι θα έρθω, απλά θα αργούσα» είπε εκείνος και της χάιδεψε τρυφερά τα μαλλιά. Ο Γκαμπριέλ είχε κοιμηθεί πριν από λίγη ώρα αφού απόλαυσε την φροντίδα του νονού του και έπαιξε με το παζλ που του είχε φέρει.
«Είσαι καλύτερα;» τον ρώτησε και η Κέλι στράφηκε προς την Βαλέρια για να  της εξηγήσει τι εννοούσε η Εμμα. Επιτέλους.
«Ο Ιαν πέρασε μια άσχημη πνευμονία και ήταν στο νοσοκομείο δέκα μέρες σχεδόν» της είπε και η Βαλέρια κοίταξε τον Ιαν με σμιγμένα φρύδια. Πνευμονία; Θεέ μου. Εκείνος φυσικά δε γύρισε καν. Πώς θα κατάφερνε να πνίξει την αγωνία της;
«Είμαι καλά, ναι» είπε ο Ιαν. «Να είναι καλά τα παιδιά» είπε στην Εμμα και έδειξε τον Σκωτ και τον Πωλ. Οι άντρες χαμογέλασαν ντροπαλά.
«Είναι χαρά μου να σε φροντίζω» γέλασε ο Σκωτ. «Είσαι φίλος μου τόσα χρόνια. Πώς είναι δυνατόν; Άσε που έχεις κάνει το νοσοκομείο χρυσό με τις δωρέες σου» συνέχισε να γελάει.
«Ο Σκωτ και ο Ιαν γνωρίστηκαν στην εφηβεία και είναι φίλοι από τότε» διευκρίνισε η Εμμα. Επιτέλους το παζλ ολοκληρωνόταν. «Ήταν φυσικό να τον κάνουμε νονό του μικρού και αποδείχτηκε ότι δεν κάναμε λάθος. Δεν υπάρχει πιο τυπικός και πιο ζεστός νονός από αυτόν. Έρχεται συχνά και το παιδί τον λατρεύει».
«Είμαι σίγουρη γι’ αυτό» είπε η Βαλέρια, αλλά μηχανικά. Όχι επειδή δεν το εννοούσε αλλά επειδή ήταν τόσες πολλές οι πληροφορίες που χρειαζόταν χρόνο να τις απορροφήσει.
Η παρέα συνέχιζε να μιλάει ζωηρά και ο Πωλ δεν ξεκολλούσε από δίπλα της. Όμως το μυαλό και το βλέμμα της Βαλέρια ήταν στραμμένο στον Ιαν. Στο υπέροχο σκούρο τζιν που φορούσε, το μαύρο πουκάμισο και τις δερμάτινες μπότες για τη μηχανή. Ήταν τόσο όμορφος που δεν μπορούσε να κοιτάξει αλλού. Εκείνος όμως δεν είχε τέτοιο πρόβλημα. Την αγνοούσε επιδεικτικά. Η Βαλέρια δεν καταλάβαινε πώς μπορούσε να το κάνει αυτό μετά από όσα είχε πει. Του έριξε τη βόμβα κι εκείνος έδειχνε ήρεμος και συγκροτημένος λες και του είχε πει απλώς το όνομά της. Διάολε, είχε αποτύχει και αυτή η απόπειρα.
«Μου έχετε υποσχεθεί επιτραπέζιο» είπε η Κέλι και όλοι συμφώνησαν. Η Εμμα πήγε να δει τα επιτραπέζια και έφερε ένα παιχνίδι που δεν είχε ξαναπαίξει η Βαλέρια. Ήταν ένα παιχνίδι γνώσεων, στο οποίο έπρεπε για να βάλεις τρικλοποδιά στον άλλο παίκτη να του βάλεις μερικές δύσκολες αποστολές.
«Να χωριστούμε σε ομάδες γιατί είναι για τέσσερα άτομα» είπε η Εμμα και χωρίστηκαν σε 3 ομάδες. Ο Ιαν και ο Σκωτ μαζί, ο Πωλ και ο Τόνι μαζί και τα κορίτσια μαζί για να μη μείνει κάποιος μόνος. Κάθισαν όλοι γύρω από το τραπέζι και ξεκίνησαν να παίζουν. Στον τρίτο κιόλας γύρο είχε φανεί ότι ο Σκωτ και ο Ιαν έκαναν φοβερή ομάδα. Λίγο οι γνώσεις του Ιαν, λίγο οι αποστολές που σκαρφιζόταν ο Σκωτ, και είχαν προχωρήσει πολύ μπροστά.
«Να πάει ο Τόνι να φτιάξει κοκτέιλ για εμάς» είπαν τα κορίτσια, αναθέτοντας μια αποστολή που τις βόλευε κιόλας. Όλοι γέλασαν. Μετά από πέντε λεπτά έδωσαν συγχαρητήρια στον Τόνι για τα δροσερά ποτά που έφτιαξε. Στον επόμενο γύρο προηγήθηκαν ξανά ο Σκωτ και ο Ιαν. Η Βαλέρια διασκέδαζε ειλικρινά, παρόλη την παγερή αδιαφορία του Ιαν προς το μέρος της.
«Να μου δώσει η Βαλέρια το κινητό της για να βγούμε μια φορά» είπε δυνατά ο Πωλ και γέλασαν όλοι όταν ήρθε η σειρά του.
«Μα αυτό δεν είναι αποστολή!» διαμαρτυρήθηκε ευγενικά η Βαλέρια. Ο Ιαν κοιτούσε. Τώρα βρήκε; Αναρωτήθηκε η Βαλέρια. Τώρα που ήθελε να ανοίξει η γη να την καταπιεί;
«Είναι, είναι!» είπαν όλοι και συνέχισαν να γελάνε. Η Βαλέρια πήρε μια κάρτα από την τσάντα της και του την έδωσε ευγενικά παρόλο που δυσανασχετούσε από μέσα της. Πώς είχε μπλέξει έτσι; Παραδεχόταν όμως ότι η προσέγγιση του Πωλ ήταν πολύ ενδιαφέρουσα.
«Μην την πιέζετε την κοπέλα» είπε η Εμμα προσπαθώντας να βγάλει τη φίλη της από τη δύσκολη θέση. «Ίσως να την ενδιαφέρει ήδη κάποιος». Η Βαλέρια ένιωσε να κοκκινίζει. Εκείνη τη στιγμή επενέβη ο Ιαν που παρακολουθούσε αδιάφορα μέχρι εκείνη τη στιγμή.
«Δεσποινίς, αν μου επιτρέπετε» είπε στη Βαλέρια ευγενικά, σαν ξένος προς ξένη «αλλά ο Πωλ είναι εξαιρετικό παιδί και μπορεί αυτός που σας ενδιαφέρει να μην έρθει ποτέ» της είπε κεραυνοβολώντας με το βλέμμα του τη σαστισμένη Βαλέρια.
«Μάλιστα» ψέλλισε η Βαλέρια ενώ σκεφτόταν πόσο ειρωνικό ήταν να σου δίνει ο άντρας που αγαπάς την ευχή του να προχωρήσεις με κάποιον άλλον. Αλλά δεν ήθελε να το αφήσει εκεί.
«Ιαν» τόνισε, σε αντίθεση με το δικό του «δεσποινίς», «δεν έχω μάθει να παραιτούμαι εύκολα» του είπε με σιγουριά και ανασήκωσε το φρύδι της όλο νόημα. Η παρέα είχε κομπλάρει λίγο με τη συζήτηση των δύο τους, αλλά δεν έδειχναν να καταλαβαίνουν ότι γνωρίζονταν από καιρό.
«Αλήθεια;» ρώτησε εκείνος και ανασήκωσε με τη σειρά του το δικό του φρύδι. Η Βαλέρια κατάλαβε τι εννοούσε και από την αμηχανία κατέβασε το βλέμμα της ντροπιασμένη.
«Κάτι μου διαφεύγει εδώ» είπε η Εμμα μπερδεμένη «αλλά ας συνεχίσουμε το παιχνίδι» προέτρεψε την παρέα και όλοι συνέχισαν να παίζουν με κέφι.
Στο τέλος κέρδισαν ο Σκωτ και ο Ιαν με διαφορά και η τελευταία αποστολή που ανέθεσαν στους χαμένους ήταν να μαζέψουν το επιτραπέζιο.

Η Βαλέρια έμεινε τελευταία στο σπίτι, όταν οι άλλοι έφυγαν. Εκείνη και ο Ιαν. Ο Σκωτ και η Εμμα  δεν έδωσαν ιδιαίτερη σημασία στην αμηχανία που επικρατούσε μεταξύ τους.
«Φεύγω κι εγώ» είπε η Βαλέρια και σηκώθηκαν όλοι για να την ξεπροβοδίσουν.
«Πάω να σου φέρω λίγο κέικ για τους γονείς σου» είπε η Εμμα.
«Θέλεις να σε πετάξω σπίτι σου;» ρώτησε ο Σκωτ τον Ιαν, ο οποίος είχε πει ότι θα έφευγε κι εκείνος. «Βρέχει πολύ και έχεις έρθει με τη μηχανή. Σου είπα να προσέχεις όταν πήρες εξιτήριο» είπε αυστηρά.
«Δεν είναι ανάγκη. Θα πάρω ταξί» είπε ο Ιαν. «Θα περάσω να πάρω αύριο τη μηχανή για να φύγω κατευθείαν για Λονδίνο.
«Μπορώ κι εγώ να σε πάρω μαζί μου» πρότεινε η Βαλέρια ευγενικά και ο Ιαν την κοίταξε με φανερή απροθυμία.
«Τέλεια ιδέα. Σε ευχαριστώ, Βαλέρια» είπε ο Σκωτ και ο Ιαν ξεφύσησε. Δεν κρατούσε ούτε τα προσχήματα.
Η Βαλέρια και ο Ιαν καληνύχτισαν ευγενικά τους οικοδεσπότες και μπήκαν στο αμάξι της Βαλέρια αφού ο Ιαν έκλεισε τη μηχανή στο γκαράζ του Σκωτ και της Εμμα.

Μόνο όταν κάθισε δίπλα της και κάρφωσε το βλέμμα του έξω από το παράθυρό του αγνοώντας την παρουσία της, μόνο όταν το μοναδικό του άρωμα πλημμύρισε τις αισθήσεις της και η ζεστασιά του κορμιού του την έκανε να ανατριχιάσει, συνειδητοποίησε ότι περίμενε καιρό να μείνει μόνη μαζί του, αλλά τώρα που είχε έρθει η στιγμή, δεν είχε ιδέα τι να του πει…





Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2015

κεφάλαιο 58-ο νόμος του Ωμ

Η Βαλέρια σκέφτηκε ότι ήταν το πιο ζεστό σπίτι που είχε δει τα τελευταία χρόνια όταν πέρασε το κατώφλι του σπιτιού της Εμμα. Είχαν μετακομίσει σε αυτό το διαμέρισμα πριν από δύο χρόνια και έτσι δεν το είχε δει. Όσα είχαν κάνει με τη διακόσμηση έδειχναν ότι με λίγα χρήματα αλλά με πολύ γούστο μπορούσες να κάνεις θαύματα. Ο χώρος ήταν μικρός αλλά τα έπιπλα ήταν τόσο έξυπνα τοποθετημένα στο χώρο που δεν σε έπνιγαν. Πάνω στους καφέ καναπέδες η Εμμα είχε ρίξει ένα εκρού ριχτάρι με χρυσά σχέδια και στους τοίχους υπήρχαν ασπρόμαυρες φωτογραφίες που είχε τραβήξει ο Σκωτ με τη μηχανή του. Έδειχναν σχεδόν επαγγελματικές.
«Πέρνα, πέρνα!» την παρότρυνε η Εμμα και πήρε το κρασί που είχε φέρει από τα χέρια της. Την οδήγησε στο εσωτερικό και η Βαλέρια γνώρισε τον Πωλ, ένα φίλο του Σκωτ από το νοσοκομείο, επίσης νοσοκόμο, την Κέλι, φίλη της Εμμα και δασκάλα στο χωριό και τον Τόνι, γείτονα των παιδιών και υδραυλικό στο επάγγελμα.
«Πού είναι το παιδί;» ρώτησε η Βαλέρια ανυπομονώντας. «Του έφερα αυτό» είπε και έδωσε στη φίλη της ένα μικρό κουτί που είχε στην τσάντα της. Ήταν ένα αυτοκινητάκι.
«Δεν έπρεπε!» τη μάλωσε η φίλη της. «Θα έρθει σε λίγο ο μικρός. Τον κρατάει η μαμά μου για να μην μας τρελάνει με τις φωνές του. Θα έρθει κατά τις δέκα για να κοιμηθεί κατευθείαν».
«Εντάξει» είπε η Βαλέρια και πήρε από το χέρι του Σκωτ ένα ποτήρι με κόκκινο κρασί. Η συζήτηση είχε ανάψει ήδη ανάμεσα στους καλεσμένους. Μιλούσαν για μια ηθοποιό και οι μεν έλεγαν ότι ήταν ταλαντούχα και οι δε έλεγαν ότι ήταν πολύ άνευρη.
«Πες μας κι εσύ τη γνώμη σου» της είπε ο Πωλ. Ήταν ένας πολύ συμπαθητικός άντρας, γύρω στα 35, με γκρίζους κροτάφους και σπινθηροβόλα μάτια. Μάτια που την κοιτούσαν με έκδηλο ενδιαφέρον από τη στιγμή που είχε μπει.
«Τι να πω; Την έχω δει μόνο σε δύο ταινίες και δεν εντυπωσιάστηκα» είπε η Βαλέρια και όσοι συμφώνησαν μαζί της χειροκρότησαν.
«Μου αρέσει πολύ αυτό που φοράς» της είπε η Κέλι μετά από λίγο και η Βαλέρια κοίταξε ενστικτωδώς το ροζ μαλακό σακάκι της, το λευκό τοπ και το απλό τζιν. Δεν φορούσε κάτι ιδιαίτερο, αλλά αυτός ο συνδυασμός αποσπούσε πάντα κολακευτικά σχόλια.
«Σε ευχαριστώ» είπε η Βαλέρια. «Και είπαμε σε ποια τάξη διδάσκεις;» τη ρώτησε και έπιασαν μια ζωηρή συζήτηση για τα παιδάκια του χωριού.

Κατά τις οκτώ κάθισαν στην τραπεζαρία για να φάνε. Ο Πωλ έκατσε δίπλα της και μονοπώλησε το χρόνο της. Η Βαλέρια δε δυσανασχετούσε γιατί της άρεσε η συζήτηση μαζί του αλλά ένιωθε ότι μπορεί να υπήρχαν ελπίδες από εκείνον ή την Εμμα η οποία μάλλον θα ήθελε να της κάνει προξενιό. Απόλαυσαν τορτελίνια με τέσσερα τυριά, πίτα με κιμά, ψητά λουκάνικα και σαλάτα. Η Εμμα είχε φτιάξει και ένα υπέροχο γλυκό με γιαούρτι και φράουλες. Ήταν συνολικά ένα υπέροχο δείπνο.

«Λέω να δούμε τίποτα. Τι λέτε;» πρότεινε ο Τόνι και όλοι συμφώνησαν. Εκτός από τον Σκωτ.
«Εγώ λέω να μη δούμε ταινία. Καλύτερα να τα πούμε λιγάκι. Ας την έχουμε ανοιχτή».
«Εντάξει, αλλά να παίξουμε επιτραπέζιο μετά» είπε παραπονιάρικα η Κέλι και η Βαλέρια δεν έκρυψε τη χαρά της.
«Κι εγώ το θέλω. Έχω καιρό να παίξω!» συμφώνησε και ο Σκωτ χαμογέλασε.
«Καλά! Ο,τι πουν οι γυναίκες» είπε.
«Μόνο τη δική σου γυναίκα δεν ακούς» γέλασε η Εμμα και τη μιμήθηκαν όλοι. Το ζευγάρι έδειχνε πολύ ευτυχισμένο και τα πειράγματα μεταξύ τους ήταν συχνά. Η Βαλέρια περνούσε πραγματικά καλά. Είχε χαλαρώσει απόλυτα με το κρασάκι και την καλή παρέα και μάλιστα σκεφτόταν ότι ήθελε πολύ σύντομα να τους ξαναδεί. Ήταν οι μόνοι που δεν ήξεραν τίποτα για τον Ιαν και την ανακούφιζε η παρέα μαζί τους. Η Λάουρα και ο Πίτερ μπορεί να μην της έλεγαν τίποτα αλλά η Βαλέρια ένιωθε πάντα ότι αναρωτιούνταν για την εξέλιξη της κατάστασης και οι γονείς της ήταν μόνιμα μαγκωμένοι με το θέμα.
«Η μαμά θα είναι» είπε η Εμμα όταν άκουσε το κουδούνι της πόρτας. Άνοιξε τρέχοντας και η Βαλέρια είδε έναν ξανθό σίφουνα να χώνεται στην αγκαλιά της. Η Εμμα πήρε αγκαλιά τον γιο της και τον σύστησε στην Βαλέρια που ήταν και η μόνη που δεν ήξερε ο μικρός. Εκείνος της έδωσε το χέρι του ντροπαλά και η Βαλέρια πρόσεξε τα καταπράσινα μάτια και τα ροδαλά μάγουλα.
«Με λένε Γκαμπριέλ» είπε ο μικρός και η Βαλέρια τού χαμογέλασε.
«Τι όμορφο όνομα που έχεις! Εγω είμαι η Βαλέρια» του είπε.
Η Εμμα κατέβασε το παιδί και του έβγαλε το μπουφάν. Η Βαλέρια συστήθηκε και στη μαμά της Εμμα που έφυγε γρήγορα γιατί είχε παρκάρει άσχημα. «Ο νονός του διάλεξε μόνος του το όνομα» είπε η Εμμα στη Βαλέρια και η Βαλέρια έγνεψε.
«Πρωτότυπο!»
«Από τον αγαπημένο του συγγραφέα» είπε ο Σκωτ ο οποίος πήρε αγκαλιά το παιδί.
«Μπόμπιρα, πάμε να βάλεις πιτζάμες» είπε στον γιο του και τον πήγε μέσα.

Η Βαλέρια κάθισε ξανά και μίλησε λίγο με τον Πωλ. Της είπε ότι του άρεσε η τζαζ και εμμέσως τη ρώτησε αν την ενδιέφερε να πάνε να ακούσουν κάποιο συγκρότημα. Η Βαλέρια είχε ότι είναι απασχολημένη και ότι έχει θέματα στη δουλειά και το άφησε φλου. Δεν ήθελε να του δώσει ελπίδες, όμως δεν ήθελε να την περάσουν και για ξινή.

Η Βαλέρια ζήτησε συγγνώμη από την παρέα και πήγε μέχρι την κουζίνα για να βοηθήσει την Εμμα με το μάζεμα.
«Ο Πωλ φαίνεται να ενδιαφέρεται» της είπε αμέσως και η Βαλέρια γέλασε με την αμεσότητα της φίλη της.
«Είναι πολύ καλός αλλά με ενδιαφέρει κάποιος άλλος» είπε μόνο.
«Και τι; Τυφλός είναι;» την πείραξε η φίλη της.
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε το κουδούνι και η Εμμα φώναξε στον άντρα της. «Λες;»
Η Βαλέρια άκουσε τον μικρό να τρέχει βολίδα προς την πόρτα στριγγλίζοντας «νονέ, νονέ!». Η Εμμα γέλασε με τον γιο της και σκούπισε τα χέρια της σε μια πετσέτα.
«Τι ευχάριστη έκπληξη!» είπε και πήγε προς την πόρτα. Η Βαλέρια έβαλε λίγο νερό στο ποτήρι της και βγήκε στο σαλόνι.

Η έκπληξη που την περίμενε ήταν τόση που το ποτήρι κόντεψε να της πέσει από τα χέρια. Ο Ιαν, με τον μικρό στην αγκαλιά, μιλούσε με τον Σκωτ φιλικά. Όταν την είδε, το χαμόγελο πάγωσε στα χείλη του λες και του είχαν ρίξει παγωμένο νερό. Όλη η απέχθειά του για εκείνη ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του. Το αίμα στράγγισε από το πρόσωπό του. Πάγωσε κυριαλεκτικά.
«Να σου στήσουμε τη Βαλέρια» είπε η Εμμα και η Βαλέρια έτεινε το χέρι της νευρικά προς το μέρος του Ιαν.
«Γνωριζόμαστε με την κυρία» είπε σφιγμένα εκείνος. «Είμαστε…γείτονες» διευκρίνισε. Η ένταση και η αμηχανία ήταν τόση που η Εμμα και ο Σκωτ τους κοιτούσαν διαδοχικά. Η υπόλοιπη παρέα χάζευε κάτι στα νέα. Ευτυχώς.
«Ναι, φυσικά. Γείτονες» είπε η Βαλέρια ευγενικά. Το χέρι του την έσφιγγε τόσο που κόντεψε να μορφάσει.
«Πέρνα, πέρνα!» είπε ο Σκωτ στον Ιαν και πέρασαν όλοι μπροστά. Ο Ιαν και η Βαλέρια έμειναν λίγο πιο πίσω.
«Είσαι καλά;» τον ρώτησε ευγενικά.
«Τώρα όχι και τόσο» απάντησε κοφτά εκείνος και έκανε να απομακρυνθεί, αλλά η Βαλέρια τον έπιασε δυνατά από τον ώμο. Γύρισε και την κοίταξε και το βλέμμα του την έκανε να ανατριχιάσει. «Τι θες πάλι;» τη ρώτησε με σφιγμένα δόντια.
«Εσένα» απάντησε εκείνη πολύ απλά, και αφού του χαμογέλασε γλυκά, τον άφησε μόνο του.


Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2015

κεφάλαιο 57-και ό,τι ήθελε προκύψει...

Η Βαλέρια πέρασε πράγματι όλο το πρωινό δίπλα από την πισίνα, ξαπλωμένη κάτω από τον λαμπερό ήλιο. Φορούσε ένα πλατύγυρο καπέλο, αλλά η μύτη της κοκκίνισε χαριτωμένα. Το μεσημέρι έφαγε με τους γονείς της ένα υπέροχο γεύμα με ρολό κοτόπουλο και πατάτες στο φούρνο, συνδυασμένο με σαλάτα με δροσερά λαχανικά. Κατά τις δύο ο πατέρας της της θύμισε ότι θα έκλεινε το μαγαζί της Εμμα και έπρεπε να φύγει άμεσα για να προλάβει.

Μπήκε στο αμάξι της αφού ο πατέρας της της έδωσε μια λίστα με όσα ήθελε από το μαγαζί της φίλης της. Με την Εμμα πήγαιναν μαζί σχολείο και είχαν κρατήσει μια κάποια επαφή παρόλο που οι ζωές τους ήταν τόσο διαφορετικές. Η Εμμα είχε παντρευτεί μικρή και είχε αποκτήσει ένα γιο. Είχε ασχοληθεί με τη γραφιστική, αλλά τελικά είχε ανοίξει ένα μαγαζί με εσώρουχα και εκεί την έβρισκε κανείς από το πρωί μέχρι το βράδυ. Ο άντρας της δούλευε ως νοσοκόμος και έτσι η μητέρα της έπρεπε να βοηθάει πολύ στην ανατροφή του παιδιού. Η Εμμα ήταν κοντούλα, αλλά πολύ όμορφη, με μεγάλα πράσινα μάτια. Χαμογελούσε συνέχεια και σε έκανε ακαριαία να τη συμπαθήσεις. Η Βαλέρια ένιωθε πάντα άνετα μαζί της.

Ο πατέρας της είχε ζητήσει μερικές ισοθερμικές φανέλες και τρία ζευγάρια κάλτσες. Πήγαινε συχνά στο μαγαζί και η Εμμα ήξερε το νούμερό του και το γούστο του, οπότε δε θα είχε πρόβλημα. Μπήκε στο μαγαζί και η Εμμα έτρεξε αμέσως να την αγκαλιάσει τσιρίζοντας ενθουσιασμένη. Είχαν πάνω από ένα χρόνο να ειδωθούν, μιας και η Βαλέρια δεν είχε πάει στο χωριό εδώ και οκτώ μήνες και την τελευταία φορά που είχε πάει, δεν είχε χρόνο να επισκεφτεί το μαγαζί της φίλης της.

«Πού χάθηκες εσύ;» τη μάλωσε η φίλη της τρυφερά και την τράβηξε πίσω από το ταμείο για να της δείξει φωτογραφίες του μικρούλη της. Η Βαλέρια ενθουσιάστηκε με το μουτράκι του μπόμπιρα.
«Μη με μαλώνεις!» είπε η Βαλέρια γελώντας. «Ήμουν απασχολημένη και δεν έχω έρθει καθόλου στο χωριό τόσο καιρό»
«Ευτυχώς που ο πατέρας σου έχει πάντα ανάγκη από κάλτσες, γιατί δε θα σε έβλεπα ποτέ!» γέλασε η Εμμα και η Βαλέρια ξεκαρδίστηκε.
«Μα τι είναι αυτό το πράγμα!» είπε κεφάτα. «Τι τις κάνει τόσες κάλτσες;»
«Ένα μηνιάτικο βγάζω από τους δικούς σου!» είπε η Εμμα και συνέχισαν να γελάνε. «Θα έρθεις το βράδυ από το σπίτι; Κάνουμε ένα μικρό πάρτι με τον Σκοτ. Είναι η τέταρτη επέτειός μας».
«Μα φυσικά! Είναι ευκαιρία να δω και τον μικρούλη!» είπε η Βαλέρια και αγκάλιασε ζεστά τη φίλη της.
«Δε θα έχουμε  πολύ κόσμο, αλλά θα έχουμε ωραίο φαγητό και μπορούμε να δούμε και καμιά ταινία ή να παίξουμε επιτραπέζια αν έχουμε όρεξη».
«Είμαι σίγουρα μέσα!» είπε με ειλικρινή ενθουσιασμό η Βαλέρια. «Έχω καιρό να το κάνω αυτό. Να κάτσω σπίτι με καλή παρέα. Τι να φέρω;»
«Την παρέα σου μόνο!»
«Καλά, θα φέρω ένα κρασί» σούφρωσε τα χείλη της η Βαλέρια. Ωραία η παρέα των γονιών της, αλλά πραγματικά είχε ανάγκη από λίγο χρόνο με συνομηλίκους της. Ο Σκοτ ήταν πολύ ευχάριστος αν και δεν τον ήξερε πολύ καλά. Τον είχε δει μόνο δύο φορές και αυτές για λίγο. Το πρόγραμμα της δουλειάς του ήταν πολύ παράξενο. Είχε ένα σωρό βάρδιες και υπερωρίες.
«Φόρα και κάτι ωραίο!» της έκλεισε το μάτι πονηρά η Εμμα. «Ο Σκοτ έχει καλέσει μερικούς δύο φίλους του από τη δουλειά. Δεν ξέρεις ποτέ…».
«Εμμα, σταμάτα τα παντρολογήματα!» τη μάλωσε τάχαμ η Βαλέρια. «Δεν είμαι καθόλου σε φάση».
«Νέα κοπέλα και τόσο όμορφη και δεν είσαι σε φάση; Βάλε εσύ ένα ωραίο φόρεμα και άσε τα υπόλοιπα στους φίλους του Σκοτ!»
«Εγώ θα έρθω να πιούμε ένα ποτήρι κρασί και να τα πούμε γιατί μου έχεις λείψει. Τα υπόλοιπα με αφήνουν λίγο αδιάφορη…»
«Δεν επιμένω» είπε η Εμμα και της έδωσε τις σακούλες με τα πράγματα. Η Βαλέρια πλήρωσε και αφού πήρε τη διεύθυνση του καινούργιου σπιτιού της φίλης της, μπήκε στο αμάξι της και κατευθύνθηκε στο σπίτι. Είχε ενθουσιαστεί με την πρόταση. Ήταν ό,τι ακριβώς είχε ανάγκη: λίγο χρόνο με καλή παρέα για να μπορέσει να ξεχαστεί.


Πέμπτη, 5 Φεβρουαρίου 2015

κεφάλαιο 56-ηρεμία...

Ήταν από εκείνες τις Παρασκευές που δεν είχε τίποτα να κάνει. Έλειπαν όλοι από το Λονδίνο και ο καιρός ήταν πολύ όμορφος για να μείνει μέσα. Ένα πράγμα είχε να κάνει. Το είχε καθυστερήσει πολύ. Έπρεπε να επισκεφτεί τους γονείς της.

 Ο πατέρας της της έλεγε συνέχεια ότι είχε καιρό να πάει και ότι η μητέρα της μαράζωνε. Είχαν διαπληκτιστεί επανειλημμένα αλλά η Βαλέρια παρέμενε αμετακίνητη τη θέση της. Οι δύο γυναίκες μιλούσαν βέβαια στο τηλέφωνο συχνά πυκνά, αλλά δεν έλεγαν κάτι σημαντικό. Δηλαδή η Βαλέρια. Η μητέρα της φλυαρούσε νευρικά περί ανέμων και υδάτων και η Βαλέρια απαντούσε μονολεκτικά κυρίως. Αλλά μέσα της ήξερε ότι δεν ήταν ώριμη η συμπεριφορά της και έπρεπε επιτέλους να αντιμετωπίσει το ζήτημα.

Έριξε σε μια τσάντα μερικά ρούχα και βιβλία και μπήκε στο αμάξι της βιαστικά. Είχε γυρίσει σπίτι κατά τις έξι και δεν ήθελε να αργήσει πολύ. Έστειλε ένα μήνυμα στον πατέρα της για να την περιμένουν και βγήκε στον αυτοκινητόδρομο. Μπροστά της είχε λίγη ώρα οδήγησης και θα εκμεταλλευόταν το χρόνο για να βάλει σε τάξη τις σκέψεις της. Η κατάσταση με τον Ιαν δεν προχωρούσε και είχε απελπιστεί λιγάκι. Μετά την ηλεκτρονική επικοινωνία τους, είχε προσπαθήσει να τον συναντήσει «τυχαία» σε μέρη που ήξερε ότι σύχναζε, όπως στο αγαπημένο του εστιατόριο, σε ένα φιλανθρωπικό γκαλά, και στο μπαρ που τον είχε συναντήσει εκείνο το βράδυ με τη Λάουρα και τον Πίτερ. Πουθενά. Άφαντος. Είχε χαθεί ακόμα και από τη δημοσιότητα. Διάβαζε τα περιοδικά και έβλεπε ειδήσεις αλλά ο Ιαν φαινόταν να απέχει από τα κοσμικά. Η Βαλέρια είχε αρχίσει να ανησυχεί ότι κάτι του συνέβη.

Δεν ήταν μόνο αυτό που την απασχολούσε όμως. Άλλωστε λίγη απογοήτευση ήταν πάντα μέρος της μάχης. Και οι «κατασκοπικές» της απόπειρες ήταν χαρτιά που μπορούσε να παίξει κι άλλη φορά. Το μπαρ, το εστιατόριο και τα γκαλά ήταν εκεί. Κάποια στιγμή θα τον πετύχαινε. Τι θα του έλεγε, δεν είχε ιδέα. Αλλά ήθελε πολύ να τον συναντήσει και να του μιλήσει λιγάκι. Να κάνει μια προσπάθεια να τον φλερτάρει. Αυτό που την απασχολούσε τώρα όμως ήταν ότι θα επέστρεφε στο πατρικό της μετά από τόσο καιρό. Ήταν αναπόφευκτο να βουτήξει ξανά σε αρνητικές αναμνήσεις, στο σοκ εκείνο που ένιωσε εκείνη τη μέρα. Θα θυμόταν στιγμή στιγμή πώς γκρεμίστηκαν όλα, πώς η μητέρα της ξέπεσε στα μάτια της, πώς έχασε τον αυτοέλεγχό της και στη συνέχεια τον Ιαν.

Έκανε μια μικρή στάση γιατί δεν ήξερε πώς να συμπεριφερθεί όταν θα φτάσει, αλλά τελικά κατά τις 7.30 πέρασε την πύλη του σπιτιού της. Ο πατέρας της έκοβε ξύλα έξω και τη χαιρέτησε ζωηρά. Η μητέρα της άκουσε το αυτοκίνητο και σε μερικά δευτερόλεπτα είχε βγει κι εκείνη έξω. Τη χαιρέτισαν και οι δύο θερμά και η Βαλέρια ανταπέδωσε. Δεν υπήρχε λόγος να κάνει μούτρα στη μητέρα της. Ένιωθε πολύ πληγωμένη αλλά κάπου μέσα της ήξερε ότι όσα έγιναν έγιναν πριν γεννηθεί και εφόσον την είχε συγχωρήσει ο πατέρας της εκείνη δεν είχε δικαίωμα να την κρίνει. Παρέμενε λίγο παγωμένη, αλλά θα έκανε κάθε προσπάθεια να χαλαρώσει λιγάκι.

Το δωμάτιό της την περίμενε χωρίς πολλές αλλαγές. Η δύναμη της συνήθειας την οδήγησε αμέσως στο παράθυρό της. Από εκεί έβλεπε το σπίτι του Ιαν, και όταν ήταν μικρότερη περνούσε ώρες κοιτώντας το παράθυρό του. Καταλάβαινε πότε γυρνούσε σπίτι και ένιωθε πιο κοντά του. Σήμερα φυσικά δεν άναβε κανένα φως.

Κατέβηκε στον κάτω όροφο και δείπνησε με τους γονείς της. Έδειχναν αγαπημένοι ως συνήθως, αλλά λίγο πιο νευρικοί. Μάλλον η παρουσία της εκεί τους είχε αγχώσει λιγάκι. Ηλπιζε ότι με τη στάση της θα τους έκανε να καταλάβουν ότι όλα θα πήγαιναν καλά.
«Και πώς πάει η καινούργια δουλειά; Ο μπαμπάς μού είπε ότι το παλιό αφεντικό σου σου φερόταν άσχημα. Δεν έπρεπε να μας το κρύψεις, Βαλέρια» είπε η μητέρα της λυπημένη.
«Ήταν λίγο αγενής, αλλά δεν πειράζει» της είπε η Βαλέρια προσπαθώντας να την ηρεμήσει. Δεν ήθελε να τους φορτώσει με ενοχές για όσα είχε υποστεί για να μπορεί να πληρώνει το δάνειο. «Πήρα ένα σημαντικό μάθημα όσο καιρό έμεινα μαζί του. Έπρεπε να βάλω τα όριά μου πιο νωρίς».
«Και τώρα;» επέμεινε η μητέρα της.
«Τώρα είμαι σε μια μικρή εταιρεία και οι ρυθμοί της δουλειάς είναι πιο χαλαροί» τους είπε απολαμβάνοντας μια κουταλιά από την κρέμα καραμελέ που είχε φτιάξει η μητέρα της. «Αλλά θέλω να μάθω λίγο τη δουλειά και μετά να αποφασίσω με ποιον τομέα της νομικής θέλω να ασχοληθώ».
«Τι επιλογές έχεις;» ρώτησε ο μπαμπάς της.
«Δεν ξέρω αν θέλω να δουλεύω σε εταιρεία ή μόνη μου. Θα δω».
«Εμείς πάντως είμαστε σίγουροι ότι θα διαλέξεις το καλύτερο» είπε ο μπαμπάς της. Η Βαλέρια έγνεψε.
«Και να ξέρεις ότι σκοπεύουμε να σε βοηθήσουμε αν κάνεις κάποιο ξεκίνημα. Κάναμε μια μικρή επένδυση και σύντομα θα αποπληρώσουμε το δάνειο και θα μας περισσεύουν κιόλας» καμάρωσε η μητέρα της.
«Δεν ξέρετε πόσο χαίρομαι που τελειώσαμε με αυτόν τον βραχνά» είπε η Βαλέρια. Κάτι ήξερε για τις μετοχές που είχαν αγοράσει οι γονείς της μετά από παρότρυνση ενός φίλου. «Αλλά δε θέλω άλλη βοήθεια. Αρκετά κάνατε για μένα!» είπε και τεντώθηκε. Είχε αρχίσει να νυστάζει. Την επόμενη μέρα είχε σκοπό να την περάσει με ένα βιβλίο δίπλα στην πισίνα τους. Τώρα που δεν ήταν πια υποθηκευμένα όλα δεν θα ένιωθε ένοχη!
«Να πας για ύπνο, κορίτσι μου, φαίνεσαι κουρασμένη» της είπε ο μπαμπάς της κι εκείνη σηκώθηκε για να πάει πάνω. «Μόνο που αύριο θέλω να πεταχτείς να μου φέρεις μερικά πράγματα από το μαγαζί της Εμμα. Μόνο εσύ βρίσκεις αυτό που θέλω, κι εγώ δε θέλω να βγω αύριο από το σπίτι γιατί πονάει λίγο η μέση μου».
«Φυσικά, μπαμπά» του είπε και τον αγκάλιασε. Μετά την εξέταση, είχαν αρχίσει να περνάνε χρόνο μαζί, να μιλάνε πιο πολύ, να είναι πιο ζεστοί μεταξύ τους. Η Βαλέρια φυσικά τον είχε πάρει αμέσως μόλις έμαθε τα αποτελέσματα του DNA. Ποτέ δε θα ξεχνούσε τους λυγμούς του πατέρα της στο τηλέφωνο. Της είχε πει ότι τον είχε κάνει δεύτερη φορά τον πιο ευτυχισμένο άνθρωπο στον κόσμο. Μια φορά όταν γεννήθηκε και τη δεύτερη τώρα, που αποδείχτηκε ότι ήταν ο πραγματικός της πατέρας. Η Βαλέρια σκέφτηκε ότι το μόνο καλό που είχε βγει από όλο αυτό ήταν ότι επιτέλους μαθεύτηκε η αλήθεια, άνοιξε το απόστημα του παρελθόντος, ανακουφίστηκε ο πατέρας της και ήρθαν πιο κοντά. Μόνο αυτό το καλό. Γιατί κατά τα άλλα…η προσωπική της ζωή έγινε κομμάτια.

Ξάπλωσε στο κρεβάτι της και το βλέμμα της έπεσε ξανά στο σπίτι των Κάρτερ. Η έπαυλη φωτιζόταν γύρω γύρω και μόνο το φως στην κρεβατοκάμαρα των γονιών του ήταν αναμμένα. Τι περίμενε; Να είναι εκεί; Μάλωσε τον εαυτό της. Είχε αποφασίσει να ηρεμήσει αυτό το Σαββατοκύριακο και να βάλει σε τάξη τις σκέψεις της. Δεν ωφελούσε να χάνει χρόνο ονειροπολώντας. Προς το παρόν ο Ιαν βρισκόταν μακριά. Έπρεπε να τον φέρει κοντά της και όχι να χασομερά με εφηβικές φαντασιώσεις.



 





Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2015

κεφάλαιο 55-και η μάχη ξεκινάει...

Η Βαλέρια έλαβε μερικές μέρες μετά την επιταγή των τριών χιλιάδων λιρών που είχε στείλει στον Ιαν μέσα σε ένα φάκελο με το λογότυπο της εταιρείας του. Ο γραφικός χαρακτήρας έδειχνε ότι είχε γράψει ο ίδιος τη διεύθυνση του σπιτιού της και όχι η Ιλέιν. Του είχε στείλει το επόμενο κιόλας πρωινό μια επιταγή για το σπασμένο λάπτοπ και φαξ. Ήταν μια προσπάθεια να αποκαταστήσει τη ζημιά που είχε κάνει, αλλά και να τον πλησιάσει. Περίμενε να την πάρει έξαλλος τηλέφωνο, αλλά εκείνος είχε στείλει την επιταγή πίσω. Ένα χαρτί υπήρχε μέσα στον φάκελο. Η Βαλέρια το ξεδίπλωσε καρδιοχτυπώντας.

Η εκτίμησή σου ήταν ανακριβής. Ξέχασες να συμπεριλάβεις τις 80 ανθρωποώρες που έχασα, επειδή αναγκάστηκα να διώξω τόσους υπαλλήλους νωρίτερα. Μέχρι να μάθεις να κάνεις οικονομικούς υπολογισμούς, κράτα τις επιταγές σου. Λεφτά έχω, δε με νοιάζουν μερικά σπασμένα μηχανήματα.

Ιαν

Η Βαλέρια κράτησε το χαρτί και χαμογέλασε. Ήταν χειρόγραφο. Το είχε γράψει μόνος του και όχι στον υπολογιστή. Ήταν μια απειροελάχιστη νίκη, αλλά έδειχνε ότι είχε ασχοληθεί προσωπικά. Η Βαλέρια ήξερε ότι είχε πολύ δρόμο μπροστά της, αλλά το πιο σημαντικό ήταν να καταφέρει να τον συναντήσει. Και για να το καταφέρει αυτό έπρεπε να τον τσιγκλήσει. Να βρει μια αφορμή.

Έβαλε το χαρτί στον φάκελο και τον έκρυψε σε ένα κουτί. Την επιταγή θα αποφάσιζε αργότερα τι θα την έκανε. Προς το παρόν της έφτανε αυτή η πρώτη επαφή. Στη συνέχεια θα έπρεπε να τον προκαλέσει λιγάκι, να δει αν τσιμπούσε στο δόλωμά της. Αν αδιαφορούσε θα έπαιρνε το μήνυμα και θα σταματούσε σταδιακά να τον ενοχλεί. Αλλά αν της απαντούσε θα έβρισκε πάτημα να συνεχίσει την επικοινωνία μαζί του. Έπρεπε να τρυπώσει κάπως πάλι στη ζωή του. Το κινητό του το είχε αλλάξει και στην εταιρεία αποκλείεται να της τον έδιναν. Θα είχε δώσει σχετικές εντολές.

Ο μόνος τρόπος επικοινωνίας ήταν τα άμεσα ηλεκτρονικά μηνύματα μέσω μια εφαρμογής που είχε καιρό να χρησιμοποιήσει. Άνοιξε τον υπολογιστή της και πληκτρολόγησε ένα απλό μήνυμα. Εκείνος έδειχνε να είναι ονλάιν.

Μόλις έλαβα την επιταγή σου. Θέλω να σου πληρώσω την ζημιά που σου έκανα. Αυτό του έγραψε και περίμενε. Αλλά δε χρειάστηκε να περιμένει πολύ. Ο Ιαν πληκτρολόγησε αμέσως την απάντησή του. Η Βαλέρια χαμογέλασε. Ήταν καλό που απάντησε τόσο άμεσα.
Η ζημιά που μου έκανες δεν αποζημιώνεται με μερικές λίρες απάντησε εκείνος και η καρδιά της σφίχτηκε. Ακουγόταν πολύ πικραμένος και με το δίκιο του. Τόλμησε όμως. Τόλμησε αυτό που του έγραψε μετά.
Πώς αποζημιώνεται, Ιαν; του έγραψε και περίμενε με κομμένη την ανάσα. Ο Ιαν δεν απάντησε αμέσως. Είχε ανοίξει λίγο περισσότερο τα χαρτιά της από όσο ήθελε αλλά δεν μπορούσε να κρατηθεί. Μα γιατί δεν απαντούσε; Θα είχε εκνευριστεί.
Με την ησυχία μου, Βαλέρια απάντησε μετά από μερικά δευτερόλεπτα εκείνος και αποσυνδέθηκε.

Η Βαλέρια έμεινε να κοιτάει την οθόνη βουβή. Την ησυχία του ήθελε. Μήπως αυτό έπρεπε να του δώσει; Αν αυτό ήθελε ειλικρινά, μήπως η μεγαλύτερη πράξη αγάπης ήταν να τον αφήσει ήσυχο; Αλλά να μη μάθαινε ποτέ πόσο είχε μετανιώσει; Να μην του έδειχνε ότι τον αγαπάει; Ήθελε σχεδόν με πάθος να ρίξει τον εγωισμό της, να τον διεκδικήσει, να περάσει όλα τα στάδια μέχρι να απογυμνωθεί από την περηφάνια της και να μείνει καθαρή. Εκείνη και η αγάπη της. Τώρα αν γινόταν να είναι και ο Ιαν κοντά της, αυτό θα ήταν το ευκταίο. Αλλά προς το παρόν τα πράγματα δεν έδειχναν και πολύ ευοίωνα. Την ησυχία του είχε ζητήσει και με κάθε μόριο της ύπαρξής του έδειχνε να αδιαφορεί για εκείνη. Μόνο η γλώσσα του σώματός του έδειχνε κάποια θετικά σημάδια. Αλλά δεν μπορούσε να βασιστεί μόνο σε αυτά. Ήθελε κάτι πιο απτό. Έτσι θα προχωρούσε από εδώ και στο εξής. Θα περίμενε μια μικρούλα ένδειξη και μετά θα έκανε κι άλλο βήμα. Και μετά άλλο ένα, και μετά άλλο ένα. Ώσπου αργά αργά και σταθερά θα έβρισκε το δρόμο προς την καρδιά του. Και θα φώλιαζε εκεί και δε θα έφευγε ποτέ.












Τρίτη, 3 Φεβρουαρίου 2015

κεφάλαιο 54-μεγάλες προσδοκίες...

54

«Είσαι μια τρελή γυναίκα» της είπε η φίλη της ενώ δάγκωνε μια μπουκιά από το μήλο της. Μιλούσαν εδώ και μισή ώρα και η Λάουρα ακόμα δυσκολευόταν να χωνέψει όσα έγιναν. «Πήγες του διέλυσες το γραφείο και του την είπες κιόλας στο τέλος;»
«Τι να έλεγα; Να παραδεχόμουν πόσο λάθος έκανα;» είπε ντροπαλά η Βαλέρια.
«Το λιγότερο που έχεις να κάνεις είναι να δείξεις ειλικρινή μεταμέλεια» είπε αυστηρά η Λάουρα.
«Λες; Και θα μου αναγνωριστεί και ο πρότερος έντιμος βίος;» γέλασε η Βαλέρια με τη νομική ορολογία. «Θα με συγχωρήσει ο κύριος Κάρτερ;»
«Πρέπει να κάνεις κάτι μεγάλο για να σε συγχωρήσει και δεν έχεις ξεκινήσει καλά. Είσαι ακόμη πολύ εγωίστρια και δε συνειδητοποιείς πόσο τον πλήγωσες».
«Κι εγώ δεν πέρασα εύκολα».
«Μα δεν βλέπεις τι κάνεις;» είπε εκνευρισμένη η Λάουρα. «Δεν πρέπει να σε νοιάζει που πληγώθηκες εσύ, αλλά εκείνος! Αυτό σημαίνει ειλικρινής αγάπη και αυτή την αγάπη αξίζει ο Ιαν. Αυτή σου έδωσε».
«Και πού πήγε η αγάπη του, Λάουρα;» αντεπιτέθηκε η Βαλέρια. «Τι είναι αγάπη; Νερό που βράζει και εξατμίζεται; Πώς εξαφανίστηκε έτσι; Εκτός αν δεν υπήρχε ποτέ».
«Είσαι χαζή» είπε η Λάουρα παραιτημένη και ξαναδάγκωσε το μήλο της. «Και λυπάμαι που θα τον ταλαιπωρήσεις χωρίς να έχεις ξεκαθαρίσει μέσα σου τι θέλεις από εκείνον».
«Μα ξέρω!» είπε η Βαλέρια ξαφνικά.
«Θες να μας τιμήσεις με την πληροφορία;» είπε καυστικά η Λάουρα και κοίταξε την οθόνη σταθερά. «Και βιάσου γιατί σε λίγο έρχεται ο Πίτερ και δε θέλω να ακούσει τι λέμε». Ο Πίτερ είχε επισκεφτεί τη Λάουρα στη Νέα Υόρκη και θα επέστρεφε σε δύο βδομάδες στο Λονδίνο. Η Βαλέρια ανυπομονούσε για γυρίσει ο φίλος της. Είχε κάνει μερικές παρέες στη δουλειά και έβγαινε και με τον Τζέρεμι, αλλά όχι τίποτα φοβερό.
«Ε να…σκέφτηκα…» ψέλλισε η Βαλέρια. «Σκέφτηκα κάτι…πρωτότυπο».
«Ένα τατουάζ που να γράφει συγγνώμη;» γέλασε η Λάουρα.
«Όχι, βέβαια!».
«Μια ανθοδέσμη ή ένα ζευγάρι μανικετόκουμπα;»
«Είσαι ανώριμη».
«Θα ονομάσεις το πρώτο σου παιδί Ιαν ή θα ορκιστείς αιώνια αποχή από το σεξ;»
«Σκέφτηκα…να τον διεκδικήσω» είπε η Βαλέρια και κράτησε την αναπνοή της. Η Λάουρα δε μίλησε για λίγο. Βλεφάρισε μερικές φορές και πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Δηλαδή;» ρώτησε τελικά.
«Σκέφτηκα να τον διεκδικήσω. Πώς το λένε;» είπε ανυπόμονα η Βαλέρια. «Να προσπαθήσω να τον φέρω κοντά μου. Να σπάσω τον πάγο με υπομονή και αγάπη. Να δεχτώ την πικρία του, την απόρριψη και την απογοήτευση. Να υποστώ το μένος του και να παλέψω. Εκείνος έκανε πάντα το πρώτο βήμα. Ίσως τώρα είναι η σειρά μου» είπε ξέπνοα. Η Λάουρα χαμογελούσε.
«Καλή ιδέα ακούγεται, αλλά φοβάμαι ότι θα σε εκμηδενίσει» είπε σοβαρά η φίλη της.
«Θα πρέπει να δείξω υπομονή. Θα είναι καχύποπτος στην αρχή. Μετά θα θέλει να με ξεφτιλίσει. Αν καταλάβει όμως ότι έχω μετανιώσει, ίσως…».
«Υπάρχει και άλλη γυναίκα στη μέση, Βαλέρια. Η Κριστιάννα ήταν εύκολος στόχος, αλλά αυτή;».
«Ο Ιαν θα διαλέξει μόνος του αν θέλει. Δεν είμαι σίγουρη ότι είναι σοβαρή σχέση κι ας λέει…»
«Βαλέρια, θα σε κάνει κομμάτια».
«Έχω σελοτέιπ».
«Νομίζω ότι είναι μια σκληρή λύση, μια δύσκολη απόφαση, αλλά είναι η μόνη ελπίδα αν είσαι σίγουρη ότι τον θες κοντά σου».
«Τον θέλω, Λάουρα».
«Είσαι σίγουρη ότι δεν είναι ένα καπρίτσιο;».
«Πολύ σίγουρη».
«Θα προσεύχομαι να μη φας τα μούτρα σου αλλά αν αποτύχεις η Νέα Υόρκη είναι πάντα εδώ για να ξεχάσεις τον πόνο σου» είπε η φίλη της. «Και ποιο λες να είναι το επόμενο βήμα;» ρώτησε γεμάτη περιέργεια.

«Κάτι έχω στο νου μου, αλλά θα σου πω όταν γίνει» χαμογέλασε πονηρά η Βαλέρια.

Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2015

κεφάλαιο 53-υλικές ζημιές

Και τα λεπτά έγιναν ώρες και οι ώρες μέρες.

Η Βαλέρια δεν θα μπορούσε να πιστέψει ποτέ ότι ο Ιαν δεν επικοινωνούσε μαζί της μετά από τέτοιο συνταρακτικό νέο. Μπορεί η σχέση τους να είχε τελειώσει αλλά δεν ήταν δυνατόν να μην χάρηκε, να μην ανακουφίστηκε τουλάχιστον. Τόσο πολύ τη σνόμπαρε πια; Τόσο πολύ αδιαφορούσε;

Όλες αυτές οι σκέψεις κόντευαν να την τρελάνουν και δεν μπορούσε να μιλήσει και στη Λάουρα, γιατί δεν ήξερε ότι είχε επικοινωνήσει μαζί του. Προσπάθησε να τον πάρει τηλέφωνο πριν από δύο μέρες για να επιβεβαιώσει ότι είχε λάβει το μήνυμα. Δεν ανησυχούσε ιδιαίτερα για τη διαρροή του μυστικού γιατί το αποτέλεσμα δεν ανέφερε πουθενά το όνομά του. Μόνο το δικό της. Όποιος και να έβρισκε το χαρτί δε θα έκανε τη σύνδεση. Ίσως μόνο η Ιλέιν, αλλά ήταν διακριτική και εχέμυθη, οπότε δεν υπήρχε θέμα.

Μπήκε στην κεντρική είσοδο του ουρανοξύστη όπου βρίσκονταν τα γραφεία της εταιρείας του Ιαν περίπου στις πέντε το απόγευμα εκείνης της Παρασκευής. Είχε τελειώσει στις τέσσερις από τη δουλειά, γιατί τις Παρασκευές τέλειωναν όλοι πιο νωρίς και πήγαιναν για μια μπίρα. Εκείνη δεν τους συνόδευσε. Είχε κάνει του γαιδάρου την υπομονή και σήμερα δεν κρατήθηκε. Έδωσε τα στοιχεία της στη ρεσεψιόν και είπε ότι είχε ραντεβού μαζί του. Ψέματα. Πάτησε τον αριθμό του ορόφου και μετά από μερικά δευτερόλεπτα στο ασανσέρ κατέβηκε στον τελευταίο όροφο και βγήκε στο διάδρομο με το παχύ χαλί. Όλα ήταν όπως τα θυμόταν την τελευταία φορά. Τα χρυσά διακοσμητικά, το μοντέρνο λογότυπο, η ζωηρή εργατικότητα των συνεργατών του Ιαν. Η Ιλέιν καθόταν στο γραφείο της έξω από τις διπλές πόρτες του αφεντικού της και πληκτρολογούσε ήρεμα. Αυτό ήταν, σκέφτηκε η Βαλέρια. Έπρεπε να περάσει αυτό το εμπόδιο και μετά θα περνούσε στην τελική πίστα. Τον Μεγάλο Κακό.

Περπάτησε γοργά και με δυναμισμό προς το μέρος της κοπέλας, η οποία σήκωσε τα μάτια της όταν άκουσε τα τακούνια της Βαλέρια.
«Πού πάτε; Δεν έχετε ραντεβού» της είπε αυστηρά όταν είδε ότι δεν περίμενε. Σηκώθηκε και προσπάθησε να τη σταματήσει. «Είναι απασχολημένος, θα φωνάξω την ασφάλεια…» ύψωσε τον τόνο της φωνής της και τη στιγμή που ακουμπούσε το μπράτσο της, η Βαλέρια εκνευρισμένη, άνοιξε την πόρτα του Ιαν με μια δυνατή κλωτσιά.

Ο Ιαν έμεινε να την κοιτάει για μερικά δευτερόλεπτα σαστισμένος, αλλά αμέσως ανέκτησε την αυτοκυριαρχία του.
«Κύριε, είναι τρελή! Προσπάθησα αλλά…» είπε η Ιλέιν ντροπιασμένη, αλλά ο Ιαν δεν έδωσε συνέχεια.
«Σε ευχαριστώ, Ιλέιν. Συγγνώμη που χρειάστηκε να το υποστείς όλο αυτό» είπε ευγενικά στη βοηθό του δείχνοντας προς το μέρος της Βαλέρια λες και μιλούσε για κάποιο σκυλί. Η Βαλέρια δεν έδωσε σημασία όμως. Ήταν τόσο έξαλλη που είχε χάσει κάθε επαφή με τη λογική.

Όταν έμειναν μόνοι, ο Ιαν δεν της μίλησε. Στράφηκε στο λάπτοπ του και άρχισε να πληκτρολογεί κάτι. Η Βαλέρια τον κοίταξε. Φορούσε ένα ωραίο μπλε κοστούμι, λευκό πουκάμισο και ασημένια γραβάτα. Είχε μακρύνει λίγο τα μαλλιά του. Ήταν πολύ όμορφος. Αλλά εκείνη συνέχιζε να θέλει να τον σκοτώσει.
«Βαλέρια, πες ό,τι στο διάολο ήρθες να πεις και φύγε» της είπε χωρίς να την κοιτάει. Πληκτρολογούσε μανιωδώς κάτι και έδειχνε απορροφημένος. Η Βαλέρια πραγματικά ήθελε να τον πνίξει.
«Ιαν, κάνεις backup;» τον ρώτησε ήρεμα και τον πλησίασε.
«Φυσικά. Ο,τι γράφω σώζεται αυτόματα στο cloud της εταιρείας και…» είπε εκείνος αλλά δεν ολοκλήρωσε. Η Βαλέρια έπιασε το λάπτοπ από την οθόνη και το εκσφενδόνισε στον τοίχο δίπλα της. Αυτό έσπασε και προσγειώθηκε σε κομμάτια στο πάτωμα. Ο Ιαν έκανε μια γκριμάτσα έκπληξης αναμεμειγμένη με θυμό. Αλλά δεν μίλησε. Μόνο έκανε πίσω το κάθισμά του και έδεσε τα χέρια του πίσω από το κεφάλι του. Η Βαλέρια ήταν κατακόκκινη από το θυμό και το ένιωθε γιατί τα μάγουλά της έκαιγαν.
«Έχεις κάτι με τους Lenovo;» ρώτησε εκείνος ειρωνικά και της έδειξε το κάθισμα απέναντί του. Η Βαλέρια δεν κάθισε όμως.
«Σου έστειλα κάτι» του είπε κοιτώντας τον σταθερά. Εκείνος έδειχνε σαν να βαριέται με την παρουσία της. Η Βαλέρια εκνευρίστηκε κι άλλο. Εκείνη είχε αποσυντονιστεί με την παρουσία του, την ομορφιά του, το φλεγματικό πνεύμα του. Εκείνος έδειχνε να την κοιτάει λες και ήταν αντικείμενο. Κι εκείνη…Είχε φροντίσει την εμφάνισή της πριν έρθει. Είχε διαλέξει ένα ωραίο σκούρο μωβ φόρεμα, ψηλές γόβες και χρυσά σκουλαρίκια. Θα του έσπαγε όλο το γραφείο από τα νεύρα της αλλά δεν ήθελε να το κάνει ρακένδυτη.
«Ναι, κάτι πήρε το μάτι μου» είπε εκείνος τελικά.
«Και;» τον προκάλεσε εκείνη. Μια υποψία βασάνιζε το μυαλό της. «Δεν έχεις να πεις τίποτα;»
«Τι να σου πω δηλαδή;» είπε εκείνος ήρεμα. «Το μόνο που μπορώ να σου πω είναι ότι από σήμερα και στο εξής η ασφάλεια του κτιρίου δε θα σε αφήνει να μπεις μέσα» χαμογέλασε. «Και ότι θα πληρώσεις το λάπτοπ μου. Το αγαπούσα πολύ».
Η Βαλέρια χαμογέλασε κι αυτή και κατευθύνθηκε προς το φαξ. Το τράβηξε από το ράφι στο οποίο ήταν στερεωμένο και το έριξε κάτω. Άνοιξε σε δύο κομμάτια. Ο Ιαν το κοίταξε ατάραχος.
«Βάλτο κι αυτό στο λογαριασμό» του είπε εκείνη και ανασήκωσε το φρύδι.
«Σπάσε ό,τι θες» είπε εκείνος ήρεμος. «Συνεχίζω να αδιαφορώ για σένα και ό,τι έχεις να μου πεις» την προκάλεσε και η Βαλέρια ένιωσε την προσβολή του να την πετυχαίνει στην καρδιά. Την έπεισε. Ειλικρινά την έπεισε.
«Σου έστειλα το τεστ που αποδεικνύει ότι δεν είμαστε αδέρφια και μου λες ότι αδιαφορείς;» τον ρώτησε εκείνη προσπαθώντας να κρύψει την πίκρα της.
«Βαλέρια, έχω σχέση. Μου φαίνεται πολύ θλιβερό όλο αυτό…» της είπε και σούφρωσε τα χείλη του. «Μην ξεφτιλίζεσαι άλλο. Όσο και να με παρακαλάς, όσα και να σπάσεις, δεν μπορούμε να ξαναφάμε ξαναζεσταμένο φαγητό» είπε και η Βαλέρια κάγχασε.
«Ώστε αυτό νομίζεις;» γέλασε εκείνη. «Ότι σου έστειλα το τεστ για να τα ξαναβρούμε;».
«Δεν ξέρω, τι να πω…»
«Σου έστειλα το τεστ για να βάλουμε τελεία» του είπε αλλά εκείνος πήρε το κινητό του και άρχισε να πληκτρολογεί.
«Μην σου περάσει από το μυαλό να το σπάσεις κι αυτό» της είπε και η Βαλέρια χαμογέλασε με την προνοητικότητά του.
«Ιαν, καταλαβαίνω ότι σε απογοήτευσα» του είπε σοβαρά. «Αλλά όταν πήρα το κουράγιο και έκανα την εξέταση περίμενα ότι θα χαρείς με τα αποτελέσματα και ότι θα απαντήσεις».
«Χάρηκα πριν από οκτώ μήνες» είπε ξερά ο Ιαν και η Βαλέρια ένιωσε την ανάσα της να κόβεται.
«Τι εννοείς;»
«Είχες αφήσει τη βούρτσα σου σπίτι μου, ηλίθια» της είπε σκληρά. «Μία δική σου τρίχα, μία δική μου και μία του πατέρα μου και τσουπ! Σε πέντε μέρες, έχασα την ευκαιρία να έχω μια αδερφούλα» είπε ειρωνικά. «Παραμένω ένα κακομαθημένο μοναχοπαίδι» της είπε και ξεφύσησε δραματικά. Άφησε κάτω το κινητό του και την κοίταξε με ένα βλέμμα σχεδόν άδειο.
«Το…ήξερες;» τον ρώτησε σαν χαμένη αν και μέσα της τη βασάνιζε αυτή η υποψία εδώ και μερικές μέρες. «Και με άφησες στο σκοτάδι;»
«Δεν ήθελες να μάθεις, Βαλέρια» της είπε εκείνος αδιάφορα.
«Δεν είναι δυνατόν να το ήξερες εδώ και οκτώ μήνες και να μην μου είπες τίποτα!» του φώναξε. Ο Ιαν σήκωσε το ακουστικό.
«Ιλέιν, πες σε παρακαλώ στα παιδιά ότι μπορούν όλοι να φύγουν. Και εσύ φυσικά, κορίτσι μου. Να αδειάσει ο όροφος γιατί προβλέπω θεομηνία» είπε και το έκλεισε.
«Ιαν, απάντα μου!» του είπε αυστηρά.
«Σε ποια ερώτηση; Α ναι!» είπε εκείνος. «Ναι, το ήξερα, αλλά δεν σου είπα τίποτα. Δε σε ένοιαζε και δεν ήθελες να μάθεις. Ήσουν κάθετη. Τι να έκανα;»
«Έχασα σχεδόν ένα χρόνο από τη ζωή μου, κάθαρμα!» ούρλιαξε εκείνη έξαλλη από θυμό. «Άλλαξα πόλη, δουλειά! Έκλαψα, έχασα κιλά, υπέφερα. Κόντεψα να τρελαθώ, Έκανα δέκα μπάνια τη μέρα προσπαθώντας να σε σβήσω από πάνω μου, εγώ…»
«Και τα κατάφερες;» τη διέκοψε εκείνος. Την κοιτούσε από πάνω μέχρι κάτω. Ένιωσε την ανησυχία του.
«Εσύ;» απάντησε με ερώτηση η Βαλέρια.
«Εγώ, ναι. Η Εμιλι είναι θαυμάσια κοπέλα και σκεφτόμαστε μάλιστα…»
«Να ζήσετε» είπε η Βαλέρια ανυπόμονα. «Κόψε το κεφάλι σου, Ιαν. Πήγαινε παντρέψου όποια θες και κάνε ό,τι θες. Αλλά να ξέρεις κάτι τόσο μεγάλο και να μη μου πεις κουβέντα είναι εμετικό».
«Εμετικό είναι να μη δίνεις μια ευκαιρία στη σχέση σου, Βαλέρια» επιτέθηκε κι εκείνος. «Να κλείνεις τα τηλέφωνα και να χάνεσαι από προσώπου γης»
«Νόμιζα ότι έκανα το σωστό».
«Κι εγώ αυτό νόμιζα. Δεν ήθελες να μάθεις και δε σου είπα».
«Μα αν ήταν αρνητικό φυσικά και ήθελα να μάθω!»
«Πάντα ήσουν για τα εύκολα» είπε εκείνος και ανασήκωσε τους ώμους. Η Βαλέρια τον κοιτούσε αποσβολωμένη. Δεν έβγαζε άκρη.
«Θα βγεις κι από πάνω τώρα;» τον ρώτησε σαν χαμένη.
«Δεν ήμουν ποτέ από κάτω».
«Είσαι εγωιστής. Το ξέρεις;» τον ρώτησε σοβαρά.
«Κάτι μου έχουν πει» χαμογέλασε λοξά εκείνος και γύρισε την καρέκλα του προς το παράθυρο. Κοιτούσε τη θέα τώρα, και όχι εκείνη.
«Ιαν, σε παρακαλώ, μπορείς να…»
«Να μη με παρακαλάς για τίποτα!» ούρλιαξε ξαφνικά εκείνος και γύρισε προς το μέρος της. Η γροθιά του προσγειώθηκε στο γραφείο του με φόρα. Η Βαλέρια έκανε ενστικτωδώς ένα βήμα πίσω. Τα μάτια του πετούσαν σπίθες και έμοιαζε με αγρίμι έτσι όπως ρουθούνιζε. «Να σηκωθείς να φύγεις από εδώ μέσα και να μη σε ξαναδώ ποτέ μπροστά μου!» συνέχισε να φωνάζει και έκανε να σηκωθεί αλλά σταμάτησε.
Η Βαλέρια έμεινε ακίνητη, μελετώντας προσεκτικά την επόμενη κίνησή της. Έπρεπε να φύγει. Αλλά δεν ήθελε. Ήθελε να πει κάτι έξυπνο, αλλά η ευφυΐα της την είχε εγκαταλείψει.
«Έχεις δίκιο» ψέλλισε τελικά. «Δεν έχω κανένα δικαίωμα να σε ενοχλώ απλώς ένιωσα την επιθυμία να σου πω τα νέα μόλις τα έμαθα» είπε και έκανε να φύγει αλλά ο Ιαν την πρόλαβε. Έδειχνε πιο ήρεμος αλλά και πάλι δεν τολμούσε να τον προκαλέσει.
«Μπήκες με το έτσι θέλω στο γραφείο μου και τα έσπασες όλα. Ποια νομίζεις ότι είσαι, κοριτσάκι μου;» τη ρώτησε πίσω από τα μισόκλειστα μάτια του.
«Κοριτσάκι σου;» μιμήθηκε τον τόνο της φωνής του η Βαλέρια. «Όχι και κοριτσάκι, Ιαν» του είπε με περηφάνια. Σήκωσε τη μύτη της αλαζονικά και χαμογέλασε με όση θηλυκότητα μπορούσε. «Φέρθηκα ανόητα και ανώριμα, σίγουρα, αλλά όχι και κοριτσάκι» επέμεινε.
«Τελοσπάντων» είπε εκείνος και έκανε μια αόριστη χειρονομία. «Κοριτσάκι, γυναίκα, ό,τι να’ναι».
«Καλά, καλά, καταλάβαμε» του είπε κι εκείνη ειρωνικά. «Είσαι υπεράνω, μας ξεπέρασες και τα έχεις και με την καρακαλλόνα».
«Ισχύουν και τα τρία» χαμογέλασε σαρδόνια.
«Είσαι κακός ψεύτης, Ιαν» του είπε τελικά εκείνη και αφού του έκλεισε πονηρά το μάτι, βγήκε από το γραφείο του με το κεφάλι ψηλά και την ελπίδα ότι θα τον ξανάβλεπε σύντομα.