Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2015

κεφάλαιο 44-το κακό συναπάντημα

«Εσύ φταις για όλα!» γέλασε η Βαλέρια ενώ τακτοποιούσε διακριτικά το μπούστο της στο λόμπι του γνωστού ξενοδοχείου πέντε αστέρων. Είχαν έρθει γεμάτες ενθουσιασμό μόνο που η μια αναποδιά διαδεχόταν την άλλη. Το ταξί τις άφησε τρία τετράγωνα μακριά, είχαν ξεχάσει την πρόσκληση σπίτι και έπρεπε να πείσουν στην υποδοχή ότι ήταν επίσημα προσκεκλημένες και η Λάουρα είχε στραβοκαταπιεί λίγη από τη σαμπάνια της και κόντεψε να πνιγεί. «Εσύ που επέμενες να έρθουμε!».
«Ήταν μια θαυμάσια ευκαιρία να βγούμε και να πιούμε καλή σαμπάνια!» είπε εύθυμα η Λάουρα, η οποία έλαμπε μέσα στο σατέν φόρεμά της. Είχε μαζέψει τα μαλλιά της σε ένα σφικτό κότσο και φορούσε ένα υπέροχο ζευγάρι χρυσά σκουλαρίκια.
«Ας αγοράζαμε μία» γέλασε ξανά η Βαλέρια, η οποία είχε αρχίσει να χαλαρώνει μετά από ένα ποτήρι κιρ ρουαγιάλ και λίγο χορό με τη φίλη της.
«Ο γιατρός σού είπε ότι πρέπει να έρθεις στο Λονδίνο και ποια καλύτερη ευκαιρία από το γκαλά των Νέων Δικηγόρων;» ρώτησε η Λάουρα και η Βαλέρια έγνεψε θετικά. Ήταν αλήθεια πως ο ψυχοθεραπευτής της την είχε παροτρύνει να βγει κάποια βόλτα στο Λονδίνο, το οποίο εξακολουθούσε να αποφεύγει.
«Ας κοιτάξουμε να περάσουμε καλά» απάντησε η Βαλέρια ενώ έγνεφε από μακριά στον Πίτερ, που εκείνη την ώρα έμπαινε στη μεγάλη αίθουσα φορώντας ένα μαύρο κοστούμι.

Οι τρεις φίλοι γνώρισαν νέους συναδέλφους, ήπιαν σαμπάνια, χόρεψαν και έφαγαν πεντανόστιμα ορεκτικά. Η Βαλέρια είχε επιτέλους αρχίσει να περνάει πραγματικά καλά και σε αυτό είχε συμβάλει και ο Τζέρεμι, ο οποίος είχε φτάσει λίγο πιο μετά από εκείνες και είχε βαλθεί να τις διασκεδάσει με κάθε τρόπο: λέγοντας ανέκδοτα, κάνοντας αστείες φιγούρες στην πίστα και τρώγοντας φουά γκρα κάνοντας τον ξιπασμένο αριστοκράτη.

Η Βαλέρια ζήτησε συγγνώμη από τους φίλους της και πήγε για λίγο στην τουαλέτα. Ήθελε να ελέγξει το μακιγιάζ της και έτσι έκατσε απέναντι από τον καθρέπτη μερικά δευτερόλεπτα για να επιθεωρήσει το πρόσωπό της. Αυτό που είδε την αιφνιδίασε. Έλαμπε για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό. Είχε βαφτεί προσεκτικά στο σπίτι της και είχε διαλέξει ένα υπέροχο μακρύ πράσινο φόρεμα και απλά κοσμήματα. Το ήξερε ότι ήταν όμορφη αλλά στο σπίτι το είδωλό της ήταν θαμπό, σχεδόν κουρασμένο. Η γυναίκα που έβλεπε αυτή τη στιγμή μπροστά της ήταν πραγματικά λαμπερή, ειλικρινά χαρούμενη. Ήταν δυνατόν; Ήταν δυνατόν να ήταν και πάλι καλά μετά από τόσο καιρό; Ήταν δυνατόν να είχε αρχίσει πια να αναπνέει βαθιά και να χαλαρώνει ανάμεσα σε καλούς φίλους; Ένιωθε γυμνή κάτω από το διερευνητικό βλέμμα της αλλά το πόρισμα ήταν θετικό. Πήρε την τσάντα της στα χέρια και βγήκε ξανά στην μεγαλόπρεπη αίθουσα. Βρήκε τους φίλους της στο σημείο όπου τους  άφησε. Η Λάουρα, η οποία είχε έρθει πριν από τέσσερις μέρες από Νέα Υόρκη, έλεγε στον Πίτερ για τις σπουδές της και ο Τζέρεμι άκουγε με προσοχή.
«Να πάρουμε και λαχνούς» τους είπε ξαφνικά και όλοι γύρισαν προς το μέρος της. Συμφώνησαν να αγοράσουν μερικούς για να ενισχύσουν το ταμείο ασκούμενων δικηγόρων.
«Όλα τα σκέφτεσαι πια!» είπε η Λάουρα πειραχτικά και ο Πίτερ συμφώνησε.
«Μα δεν την ξέρεις πια;» είπε ο φίλος τους και προσφέρθηκε να πάει με τον Τζέρεμι να αγοράσει μερικούς λαχνούς από την κοπέλα που περιφερόταν με το καλαθάκι και μάζευε χρήματα.
Η Βαλέρια και η Λάουρα έμειναν μόνες αλλά όχι για πολύ. Δύο άντρες τής πλησίασαν αμέσως και η Λάουρα χρειάστηκε να επιστρατεύσει όλη της την ψυχρότητα για να τους απωθήσει.
«Σήμερα είπαμε να περάσουμε καλά. Όχι να γυρίσουμε σπίτι με παρέα» είπε στη φίλη της και της έκλεισε το μάτι. Η Βαλέρια έγειρε το κεφάλι της πίσω και γέλασε με την καρδιά της, όταν ένιωσε το λουράκι του παπουτσιού της να χαλαρώνει πάλι και να μπερδεύεται στο τακούνι κάνοντάς τη να χάσει την ισορροπία της απότομα. Τα ελάχιστα κλάσματα δευτερολέπτου που ένιωσε να πέφτει σκέφτηκε πόσο γελοίο θα ήταν το θέαμα αλλά ευτυχώς προσγειώθηκε σε ένα φαρδύ στέρνο. Η Λάουρα έδειχνε σαστισμένη αλλά η Βαλέρια δεν μπορούσε να μαντέψει το λόγο. Όταν σήκωσε το βλέμμα της  προς τον ευγενικό σωτήρα της, το χαμόγελο πάγωσε στα χείλη της.
«Πρόσεχε, αδερφούλα» άκουσε μια οικεία φωνή να της λέει στάζοντας ειρωνεία. Μια φωνή που τη διέλυσε σε μικροσκοπικά κομμάτια.


4 σχόλια:

  1. οοοο.....δεν ξέρω μακάρι κάτι να γίνει να τα βρουν ξανά ...μην την πιάσει πάλι η άρνηση ας πάει να κάνει αυτό το τεστ να δουν αν είναι αδέλφια η όχι.....

    ΑπάντησηΔιαγραφή