Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τετάρτη, 14 Ιανουαρίου 2015

κεφάλαιο 42-σιγά σιγά κλείνουν όλες οι πόρτες...

Ξύπνα μωρό μου, εγώ είμαι…

Η Βαλέρια ξύπνησε κάθιδρη και ανοιγόκλεισε νευρικά τα μάτια της. Ανακουφίστηκε όταν συνειδητοποίησε ότι έβλεπε όνειρο. Ανακουφίστηκε και απογοητεύτηκε μαζί. Αυτά τα αντικρουόμενα συναισθήματα τον τελευταίο καιρό κόντευαν να την τρελάνουν. Όλο το βράδυ έβλεπε στον ύπνο της ότι βρισκόταν εκείνος στο δωμάτιό της και της έλεγε να ξυπνήσει. Προσπαθούσε να ανοίξει τα μάτια της και να τον διώξει αλλά δεν άνοιγαν. Εκείνος της μιλούσε γλυκά και τη χάιδευε και η Bαλέρια τον μισούσε γι’ αυτό. Ήθελε να του ουρλιάξει να την αφήσει ήσυχη, να του πει να βρει μια άλλη γυναίκα και να φτιάξει τη ζωή του, αλλά το σώμα της δεν ανταποκρινόταν.

Όταν τελικά ξύπνησε, και συνειδητοποίησε ότι ήταν εφιάλτης, δεν μπόρεσε να αγνοήσει και το κύμα απογοήτευσης που ένιωσε. Ο Ιαν τρύπωνε στις σκέψεις της κάθε ώρα και στιγμή. Εκτός από σύντροφός της ήταν και ο καλύτερος φίλος της. Αυτή τη στιγμή αντιμετώπιζε μια κρίση ταυτότητας και ένα πρόβλημα που ξεπερνούσε τους νόμους της λογικής. Τώρα ήταν που τον χρειαζόταν περισσότερο και τώρα ήταν που δεν μπορούσε να τον έχει. Στην αρχή είχε επιμείνει, αλλά τον τελευταίο καιρό δεν την ενοχλούσε καθόλου. Είχε κλείσει το κινητό της φυσικά και το άνοιγε σπάνια, αλλά της έστελνε μέιλ. Τουλάχιστον στην αρχή. Δεν τα διάβασε ποτέ, αλλά ήταν πάνω από δέκα. Την τελευταία βδομάδα δεν είχε λάβει κανένα.

Έκλεισε τα μάτια της και προσπάθησε να πάρει βαθιές ανάσες. Ήταν μια συμβουλή που της είχε δώσει ο ψυχοθεραπευτής της. Είχαν κανονίσει δύο συνεδρίες κάθε βδομάδα μιας και βρισκόταν σε έξαρση και ίσως μετά αραίωναν. Όχι πως σκόπευε να μείνει μόνιμα εκεί, αλλά δεν ήταν και σίγουρη. Στο Λονδίνο πάντως δεν ήθελε να επιστρέψει ποτέ. Ούτε στη δικηγορία. Τουλάχιστον όχι με τις παλιές συνθήκες. Κατάφερε να ηρεμήσει το καρδιοχτύπι της κάπως και άρχισε να φαντάζεται ότι είναι σε ένα πράσινο λιβάδι με λουλούδια. Περπατούσε και περπατούσε προς την άκρη του λιβαδιού ώσπου ένα σμήνος μέλισσες άρχισε να την κυνηγάει. Η Βαλέρια ξανάνοιξε βίαια τα μάτια της. Μάλλον είχε αποκοιμηθεί και έβλεπε πάλι εφιάλτες. Τι μαρτύριο ήταν αυτό, Θεέ μου. Γιατί δεν μπορούσε να ελέγξει τα συναισθήματά της; Κοίταξε το ρολόι και έκανε μερικούς υπολογισμούς στο μυαλό της. Τέλεια. Ήταν ακόμα σχετικά νωρίς για να καλέσει τη Λάουρα. Ευτυχώς ήταν συνδεδεμένη στο skype.
«Για να με παίρνεις εσύ τέτοια ώρα…» κούνησε η Λάουρα το χέρι με το που ενεργοποιήθηκε η κάμερα. «Πάλι δεν κοιμάσαι;» είπε αυστηρά.
«Πώς να κοιμηθώ, Λάουρα;» απάντησε η Βαλέρια και άναψε ένα μικρό πορτατίφ για να τη βλέπει καλύτερα η φίλη της. «Όλη μου η ζωή είναι ανάστατη!»
«Τότε, βάλ' τη σε τάξη» ύψωσε τον τόνο της φωνής της η Λάουρα και η Βαλέρια συνειδητοποίησε ότι μετά από τόσο καιρό που η φίλη της την άκουγε καρτερικά, πρώτη φορά έχανε την υπομονή της. «Φύγε από αυτό το μίζερο δωμάτιο και βρες μια δουλειά. Κάνε κάτι!» συνέχισε η φίλη της ακάθεκτη. Η Βαλέρια κοίταξε τριγύρω της τα ζοφερά χρώματα, τα τριμμένα έπιπλα. Όντως, ο χώρος ήταν λίγο καταθλιπτικός.
«Μα δεν ξέρω τι θέλω να κάνω» ψέλλισε και άρχισε να κλαίει. Τον τελευταίο καιρό μόνο αυτό έκανε. Η Λάουρα είχε αρχίσει πια να αγνοεί τα δάκρυά της και να μην προσπαθεί να την κατευνάσει.
«Τι έφαγες σήμερα;» ρώτησε η Λάουρα θυμωμένη. Ήξερε την απάντηση. «Βγήκες καθόλου από εκεί μέσα ή πέρασες τη μέρα στο ίντερνετ;»
«Έριξα μια ματιά σε μικρές αγγελίες» είπε η Βαλέρια αδύναμα.
«Αύριο το πρωί θα αρχίσεις να ψάχνεις ένα μικρό σπιτάκι και μια δουλίτσα σε ένα όμορφο μέρος. Πήγαινε στη Σκωτία. Πες στο Πίτερ ότι ψάχνεις δουλειά και θα σε βοηθήσει»
«Δε θέλω να…»
«Δε με νοιάζει τι θες, Βαλέρια. Σου λέω τι πρέπει να κάνεις. Πιστεύεις ότι αλλάζεις κάτι με τη συμπεριφορά σου; Ο,τι έγινε έγινε. Πρέπει να το ξεπεράσεις. Αν και δεν είμαστε σίγουροι ότι υπάρχει κάτι να ξεπεράσεις».
«Μην αρχίζεις πάλι!»
«Τι να μην αρχίζω; Να μη σου πω δηλαδή ότι είσαι τρελή; Να μη σου πω ότι στην υποψία μόνο ότι κάτι τρέχει εσύ έχεις κλειστεί σε ένα δωμάτιο εδώ και τρεις βδομάδες και τρέφεσαι με τοστ; Ότι τιμωρείς τον εαυτό σου για κάτι που δεν ξέρουμε αν είναι έγκλημα;»
«Τόση ελξη….ίσως μόνο έτσι εξηγείται» είπε η Βαλέρια και άρχισε ξανά να κλαίει.
«Το αντίθετο λένε για τα αδέρφια, ηλίθια. Ότι δεν υπάρχει έλξη. Τι διάολο λες;»
«Ας σταματήσουμε, μου έρχεται εμετός»
«Πόσο αδύναμη είσαι πια; Στάσου στα πόδια σου και πάλεψε!»
«Να παλέψω για τι; Γιατί είσαι τόσο σκληρή μαζί μου;»
«Είμαι σκληρή μαζί σου επειδή σε σέβομαι»
«Δε θέλω να με σέβεσαι αλλά να με καταλαβαίνεις»
«Δεν καταλαβαίνω αυτό που περνάς. Κλείνεις τα μάτια σου στην πιθανότητα να είναι όλα καλά. Βάζεις τρικλοποδιά στον εαυτό σου. Είναι σαν να μην θέλεις να είσαι ευτυχισμένη. Είσαι αυτοκαταστροφική. Αυτό είσαι».
«Σταμάτα με την επίθεση επιτέλους!» φώναξε η Βαλέρια και ανακάθισε στο κρεβάτι της. Η Λάουρα ήπιε λίγο από τον καφέ της και κοίταξε την οθόνη για μερικά δευτερόλεπτα αμίλητη. Όταν τελικά μίλησε, αναστάτωσε τη Βαλέρια ακόμη μια φορά.
«Μέχρι να κάνεις την εξέταση και να έχεις αποτελέσματα δεν έχεις κανένα δικαίωμα να νιώθεις άσχημα. Ακόμα και αν πάρεις τα αποτελέσματα και αποδειχτεί ότι είστε αδέρφια, δεν έχεις δικαίωμα να αυτοτιμωρείσαι. Το μόνο δικαίωμα που έχεις είναι να φροντίζεις τον εαυτό σου. Με ακούς;» της είπε.
«Προτιμώ να μην ξέρω παρά να είναι αλήθεια».
«Μου το έχεις πει δέκα φορές αυτό» είπε η Λάουρα κοφτά. «Μείνε στο σκοτάδι τότε».
«Λάουρα, σε έχω κουράσει και το καταλαβαίνω. Ας μιλήσουμε κάποια άλλη στιγμή» είπε και αφού καληνύχτισε τη φίλη της αποσυνδέθηκε.

Έμεινε στο σκοτάδι αντιμέτωπη με την πιθανότητα να είχε μείνει πια τελείως μόνη στον κόσμο.


1 σχόλιο:

  1. Αρκετα με τον να κλαιει για μια ππιθανότιτα καιρος να πάρει την ζωη στα χέρια της

    ΑπάντησηΔιαγραφή