Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου 2015

κεφάλαιο 52-facsimile

«Ιλέιν» είπε η Βαλέρια και μετά έβηξε από αμηχανία. Η κοπέλα στην άλλη άκρη της γραμμής χαιρόταν όταν την άκουγε κάποτε. Σήμερα όμως χρειάστηκε να περιμένει μερικά δευτερόλεπτα μέχρι να αναγνωρίσει τη φωνή της.
«Μάλιστα, δεσποινίς Αρτσερ» είπε η κοπέλα ευγενικά, όπως πάντα, αλλά διατηρώντας μια ψυχρότητα που σε τίποτα δε θύμιζε τις παλιές εποχές. Και αυτό το «δεσποινίς Αρτσερ» την πέτυχε στην καρδιά. Μα καλά, τι είχε κάνει; Είχε στείλει μέιλ με θέμα «Κανόνες Επικοινωνίας με Βαλέρια Αρτσερ, Κωδικό Όνομα: Ψυχρός Πόλεμος»; Οι σκέψεις αυτές την έκαναν να χαμογελάσει και να χαλαρώσει κάπως. Δεν την ένοιαζε η γνώμη της Ιλέιν, ούτε η γνώμη κανενός. Είχε μια αποστολή να εκτελέσει και αυτό θα έκανε.
«Τηλεφώνησα μέσα αλλά για κάποιο λόγο η γραμμή έφτασε σε σένα» είπε στην κοπέλα ήρεμα, ενώ με το μυαλό της προσπαθούσε να θυμηθεί τα χαρακτηριστικά της εντυπωσιακής νεαρής, με τα κατάμαυρα μαλλιά τραβηγμένα πάντα σε έναν αυστηρό κότσο, τα επαγγελματικά ρούχα αλλά και το λαμπερό, πανέξυπνο βλέμμα.
«Ναι, ο κύριος Κάρτερ είναι πολύ απασχολημένος και μου προώθησε τη γραμμή» είπε κοφτά η Ιλέιν. Μάλιστα, σκέφτηκε η Βαλέρια. Είχε μάλλον προωθήσει τη γραμμή επειδή δεν ήθελε να της μιλήσει ή ακόμα χειρότερα είχε δώσει εντολές να μην δέχεται από εκείνη τηλεφωνήματα.
«Είναι σημαντικό να μιλήσω στον ίδιο και καθώς έχει αλλάξει νούμερο κινητού σκέφτηκα ότι είναι καλύτερο να τον πάρω στο γραφείο του» είπε η Βαλέρια, γνωρίζοντας ότι ουσιαστικά δεν πρόσθετε κάτι σημαντικό στη συζήτηση με αυτό που είχε πει. Ένιωθε φοβερά άβολα που ζητιάνευε μερικά δευτερόλεπτα από το χρόνο του. Και πόσο είχαν αλλάξει τα πράγματα… Πριν από μερικούς μήνες πάγωνε τα πάντα για να της μιλήσει, η Ιλέιν συζητούσε μαζί της πολύ ζεστά και όλοι ήταν χαρούμενοι όταν την έβλεπαν στην εταιρεία.
«Λυπάμαι αλλά έχει μια σημαντική συνάντηση» είπε η Ιλέιν και η Βαλέρια ξεφύσησε ανυπόμονα. Το καταλάβαμε αυτό. Ο Ιαν ήταν απασχολημένος και δεν μπορούσε να της μιλήσει. Ουάο.
«Καλώς, Ιλέιν» είπε ξαφνικά η Βαλέρια, μιλώντας πιο αυστηρά. Τι διάολο; Θα τη φόβιζε η Ιλέιν; Εδώ είχε να κάνει κάτι σημαντικό. Και δεν θα έμπαινε κανείς εμπόδιο. Ούτε ο εγωισμός ο δικός της, ούτε του Ιαν, ούτε η αφοσίωση της Ιλέιν. «Απλώς πες του ότι του περνάω ένα σημαντικό έγγραφο στο φαξ του και ότι πρέπει να το δει αυτός και μόνον αυτός μέσα στα επόμενα 30 δευτερόλεπτα» είπε και χωρίς να περιμένει να ακούσει ολοκληρωμένη την πρόταση της Ιλέιν η οποία άρχισε να λέει κάτι του τύπου «μα δεν καταλαβαίνετε…»

Η Βαλέρια τοποθέτησε το χαρτί με τα αποτελέσματα στην υποδοχή του φαξ και πληκτρολόγησε το νούμερο του Ιαν. Το είχε μάθει απέξω τόσες φορές που το είχε διαβάσει. Μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα είχε πάρει απάντηση ότι το μήνυμα είχε παραδοθεί. Το ήξερε ότι ήταν πολύ εμπιστευτικό έγγραφο για να σταλθεί με φαξ αλλά δεν είχε άλλη επιλογή. Είχε προσπαθήσει να τον πάρει στο κινητό και δεν λειτουργούσε και στο γραφείο δεν απαντούσε. Ίσως έπρεπε να του το στείλει συστημένο αλλά ήθελε με κάποιον τρόπο να ξέρει πότε θα το διαβάσει, να μην της μείνουν αμφιβολίες για το πότε θα το λάβει και πότε θα το διαβάσει. Ενώ τώρα ήξερε. Το είχε λάβει. Και μετρούσε ανάποδα τα λεπτά μέχρι να την καλέσει.

Δεν είχε ιδέα τι θα της έλεγε, ούτε τι θα του απαντούσε κι εκείνη. Απλώς ήξερε ότι είχε ανάγκη να του μιλήσει. Να μοιραστεί μαζί του τη χαρά της. Κι εκείνος θα χαιρόταν σίγουρα. Η σχέση τους είχε τελειώσει αλλά ίσως υπήρχε κάποια ελπίδα να διατηρήσουν κάποιες επαφές. Ίσως μετά από λίγο καιρό θα μπορούσαν να γίνουν ξανά φίλοι, αν δηλαδή σταματούσε ποτέ να τον βλέπει όσο ακαταμάχητο τον έβλεπε.

Η ηλίθια η καρδιά της είχε συνεχίσει από εκεί που έμεινε όταν έμαθε το νέο από τη μητέρα της. Σαν να μην είχε περάσει λεπτό από τότε που τον αγαπούσε με όλο της το είναι. Απλώς ήταν γελοίο πια ακόμα και να το παραδέχεται στον εαυτό της. Ηλπιζε μόνο να την πάρει τηλέφωνο και να της πει σοκαρισμένος ότι το ήξερε μέσα του, ότι είχε δίκιο, ότι ήταν χαζή και όλα αυτά που όφειλε να ακούσει. Εκείνη θα προσπαθούσε να υπερασπίσει τον εαυτό της, εκείνος θα έκανε λίγο τον δύσκολο και μετά από καιρό ίσως κατάφερναν να συναντηθούν, να πουν δυο κουβέντες. Αυτό έφτανε. Δεν μπορούσε να φανταστεί τη ζωή της χωρίς τον Ιαν, τώρα που ήξερε ότι δεν είχαν κάνει τίποτα κακό.

Μερικά λεπτά. Αυτό χρειαζόταν. Ήταν σίγουρη ότι πριν οι δείκτες του ρολογιού της μετακινηθούν πολύ, ο Ιαν θα έκανε την κίνησή του...

Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2015

κεφάλαιο 51-έλα! Δεν το πιστεύω!!

Ο Ιαν τής είχε βάλει χι. Αυτό ήταν σίγουρο. Κυκλοφορούσε με τη γνωστή ξανθιά από γκαλά σε γκαλά και φωτογραφιζόταν πάνω στο κότερό του μαζί της, στο τάδε θέρετρο και στον δείνα εξωτικό προορισμό. Η Λάουρα τής είχε πει ότι θα ήταν ανήθικο να τον ενοχλήσει ξανά. Και η ίδια έτσι ένιωθε. Τον είχε εγκαταλείψει πολύ γρήγορα και πολύ εύκολα. Καμία γυναίκα που φέρεται τόσο παιδιάστικα δεν μπορεί να φαντάζεται κοινό μέλλον με έναν άντρα. Είχε δίκιο ο Ιαν. Ήταν καλή, ήταν χρυσή, μπορεί και μόνο η ιδέα να είναι αδέρφια να την έκανε να χάσει πρόσκαιρα τα λογικά της και ίσως δικαιολογημένα, αλλά η αντίδρασή της ήταν σπασμωδική. Και δεν του άξιζε. Δε θα μπορούσε ποτέ να βασιστεί πάνω της στα δύσκολα, δε θα μπορούσε ποτέ να ακουμπήσει πάνω της. Τι της είχε πει; Ότι δεν ανοίγεις σπίτι με μια τέτοια γυναίκα. Είχε δίκιο. Ποιος θα ήθελε μια τόσο αδύναμη σύντροφο; Μια γυναίκα που το βάζει στα πόδια;

Με όλες αυτές τις σκέψεις βασάνιζε τον εαυτό της η Βαλέρια την ώρα που περπατούσε προς το σπίτι της. Είχε στην τσάντα της τον φάκελο με τα αποτελέσματα αλλά δεν μπορούσε να τον ανοίξει. Ο πατέρας της της είχε ξεκαθαρίσει ότι δεν ήθελε να μάθει τίποτα και η Λάουρα είχε ακόμα μάθημα. Περπατούσε αργά, προσπαθώντας να αποφύγει το μοιραίο, αλλά κάποια στιγμή βρέθηκε έξω από την πόρτα του διαμερίσματός της. Ήταν αναπόφευκτο. Πόση ώρα μπορούσε να κόβει άσκοπες βόλτες στο τετράγωνο;

Ανέβηκε πάνω, έκλεισε την πόρτα με τον σύρτη και έβαλε ένα ποτήρι κόκκινο κρασί. Το ήπιε αμέσως και περίμενε λίγο μέχρι να νιώσει την γλυκιά επίδραση μέσα της. Το μυαλό της σιγά σιγά χαλάρωσε και το κορμί της λύθηκε. Θα διάβαζε το αποτέλεσμα και μετά θα έπεφτε για ύπνο. Ίσως θα έπρεπε να πιει άλλο ένα ποτηράκι. Ποιος ξέρει; Σαν φάρμακο, σαν ηρεμιστικό.

Ξέσκισε τον φάκελο και κράτησε τη λευκή σελίδα στα χέρια της μερικά δευτερόλεπτα. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Αυτό ήταν. Η στιγμή της αλήθειας. Ο,τι και να ήταν, θα το αντιμετώπιζε. Μπορούσε να τα καταφέρει. Είχε καταφέρει να ζει χωρίς τον Ιαν. Τον είχε βγάλει από μέσα της. Σχεδόν. Είχε ανεξαρτητοποιηθεί από τους γονείς της, ωρίμασε θαρρείς μέσα σε οκτώ μήνες. Απογαλακτίστηκε, μεγάλωσε, σκληραγωγήθηκε. Κοίταξε το χαρτί, θολωμένη από το κρασί και προσπάθησε να συγκεντρωθεί.

Οι δύο εξεταζόμενοι συνδέονται με δεσμούς αίματος. Η εξεταζόμενη Βαλέρια Αρτσερ είναι γνήσιο τέκνο του Μίτσελ Αρτσερ. Γνησιότητα αποτελέσματος 99,6%.

Θετικό. Το αποτέλεσμα ήταν θετικό. Δύο καλά σε ένα, σκέφτηκε και άρχισε να κλαίει με τόση δύναμη που ο γείτονάς της της χτύπησε την πόρτα για να δει αν είναι καλά. Τον έδιωξε λέγοντάς του ότι μόλις έμαθε κάτι συνταρακτικό. Καλό συνταρακτικό του διευκρίνισε κι εκείνος έφυγε μπερδεμένος.

Διπλό καλό, σκέφτηκε ξανά. Είμαι κόρη του πατέρα μου και δεν είμαι αδερφή του Ιαν. Πόσο χρόνο έχασα, πόσο πόνο σπατάλησα, πόσο πολύ τον πλήγωσα κι εκείνον κι εμένα. Κρατούσε το χαρτί σφικτά στο στήθος της και περπατούσε πάνω κάτω στο σαλόνι ανίκανη να ελέγξει τους παλμούς της καρδιάς της, νιώθοντας μια απέραντη γαλήνη να απλώνεται μέσα της. Δεν ήταν αδέρφια. Δεν ήταν αδέρφια.

Κάλεσε τη Λάουρα και προσευχήθηκε να απαντούσε. Ήταν η τυχερή της μέρα.
«Είναι θετικό. Το αποτέλεσμα είναι θετικό. Ο πατέρας μου είναι πατέρας μου!» ξεφώνισε η Βαλέρια στο ακουστικό και η Λάουρα ούρλιαξε από χαρά.
«Σου το έλεγα, τρελή! Το ένστικτό σου τι σου έλεγε; Δεν μπορεί να υπήρχε τόση έλξη με τον Ιαν αν…»
«Δεν ξέρω τι παιχνίδια παίζει η μοίρα καμιά φορά, Λάουρα. Δεν προσπαθώ να δικαιολογηθώ αλλά τρόμαξα. Ίσως έπρεπε να είμαι πιο συγκροτημένη».
«Ίσως;» γέλασε η Λάουρα.
«Σίγουρα» γέλασε και η Βαλέρια. «Έχασα τόσο χρόνο…» μονολόγησε και οι δύο φίλες συνέχισαν να συζητούν ανάλαφρα για μερικά λεπτά.
«Θα του το πεις;» ρώτησε ξαφνικά η Λάουρα και το χαμόγελο πάγωσε στα χείλη της Βαλέρια. Αυτό σκεφτόταν συνεχώς, από τη στιγμή που έμαθε τα αποτελέσματα.
«Δεν νομίζω να ενδιαφέρεται» είπε στη φίλη της, ελπίζοντας κάπου ενδόμυχα να την διαψεύσει.
«Τα αποτελέσματα σίγουρα τον ενδιαφέρουν» της είπε η Λάουρα τελικά.
«Εννοείς ότι εγώ δεν τον ενδιαφέρω. Σωστά;» χαμογέλασε πικρά η Βαλέρια.
«Δεν θέλω να επανέλθω σε αυτό θέμα. Έχω πει τη γνώμη μου. Βαλέρια, είναι πολύ όμορφη μέρα αυτή για σένα και δε θέλω να χαλάσουμε τις καρδιές μας. Κάτσε απόψε να ξεκουραστείς και να χαλαρώσεις, άστο να ωριμάσει μέσα σου και μετά κάνε ό,τι σε φωτίσει ο Θεός» της είπε. Η Βαλέρια έγνεψε. Είχε δίκιο η φίλη της. Αυτή τη φορά ό,τι έκανε έπρεπε να το κάνει μετά από πολύ σοβαρή σκέψη.


Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2015

κεφάλαιο 50-https://www.youtube.com/watch?v=PfsTmwQBuU8 (με αγάπη από το αγόρι μου!)

Η μέρα που η Βαλέρια σηκώθηκε από το κρεβάτι και ντύθηκε για να πάει να κάνει την εξέταση που τη βασάνιζε τόσο καιρό ήταν βροχερή. Διάλεξε ένα πρόχειρο φόρεμα γιατί ήξερε ότι αμέσως μετά την αιμοληψία θα γυρνούσε σπίτι και θα σωριαζόταν στον καναπέ.  Η μέρα ήταν Παρασκευή και μέχρι τη Δευτέρα θα είχε κάπως συνέλθει. Τουλάχιστον έτσι ήλπιζε.

Ο πατέρας της τη συνάντησε έξω από το διαγνωστικό κέντρο το οποίο η Βαλέρια είχε διαλέξει γιατί ήταν κοντά στο σπίτι της και ήξερε πολλά για την εγκυρότητά του. Ήταν το διαγνωστικό κέντρο που χρησιμοποιούσαν όταν δούλευε στον Κέρβερο και χρειάζονταν κάποιο τεστ πατρότητας ή κάτι παρόμοιο. Ο πατέρας της φαινόταν κι εκείνος καταπονημένος, λες και είχε γεράσει ξαφνικά. Η Βαλέρια ένιωσε ενοχές αλλά δεν μπορούσε να του πει τίποτα χωρίς να τον προσβάλει.
«Σε ευχαριστώ τόσο που ήρθες» του είπε μόνο και όλα τα συναισθήματα που έκρυβε τόσο καιρό μέσα της ξέσπασαν με τη μορφή δακρύων. Ο πατέρας της την έπιασε σταθερά από τον ώμο και την ανάγκασε να τον κοιτάξει.
«Για εμένα δε θα αλλάξει τίποτα. Με ακούς;» της είπε αυστηρά κοιτώντας τη με έναν τρόπο που δεν της άφηνε περιθώριο να αμφιβάλει. Η Βαλέρια έγνεψε δακρυσμένη και του χαμογέλασε δειλά. «Αλλά αυτό που θα μάθεις από αυτή την εξέταση, μπορεί να σε κάνει δυστυχισμένη, παιδί μου. Μπορείς να το αντέξεις;» τη ρώτησε και έσμιξε τα φρύδια του. Αμφέβαλλε.
«Μπορεί και να γίνω ευτυχισμένη. Δεν ξέρεις…» του είπε.
«Θα ανακουφιστείς, αλλά δεν ξέρω… Μπορείς να το πιάσεις από εκεί που το άφησες; Μην σκέφτεσαι έτσι και απογοητευτείς, παιδί μου».
«Όχι, όχι, πατέρα, δεν κατάλαβες» αντέδρασε η Βαλέρια ενώ τον οδηγούσε στο πολυτελές εσωτερικό του κέντρου για να προφυλαχτούν από την ανελέητη βροχή. «Εγώ και εκείνος…ο Ιαν…δεν υπάρχει πια ελπίδα. Μου το έχει ξεκαθαρίσει. Αλλά αν μάθω ότι δεν…θα χαρώ πολύ» του είπε κομπιάζοντας. Εκείνος έγνεψε αλλά δεν απάντησε τίποτα. Ήταν σχεδόν απελευθερωτικό να μιλάει ανοιχτά για τον Ιαν με τον πατέρα της. Έδωσαν τα στοιχεία τους στη γραμματεία και εκείνη τους είπε ότι θα τους φώναζαν σε δέκα λεπτά για την εξέταση.
«Ένα μπουκαλάκι αίμα και μερικές μέρες» μονολόγησε η Βαλέρια, επαναλαμβάνοντας τα λόγια της φίλης της. Η Λάουρα είχε μάθει πριν από λίγες μέρες για την απόφαση της Βαλέρια και έδειξε ενθουσιασμένη. Της είπε ότι πολύ το άργησε και ότι καιρός ήταν να βάλει μυαλό και ένα σωρό πράγματα που θα μπορούσες να τα ερμηνεύσεις ως ενθαρρυντικά, αν και ήταν λιγάκι…άπρεπα.
«Μερικές μέρες που δεν ξέρω πώς θα περάσουν» μονολόγησε και ο πατέρας της αλλά μετά χτύπησε με την παλάμη του το μέτωπό του και γέλασε. «Αλλά εμένα τι με νοιάζει;» είπε και την κοίταξε. «Αφού είπαμε ότι ό,τι και να δείξει η εξέταση εγώ δε θα μάθω τίποτα. Εμένα είσαι το παιδί μου. Και εσύ τσιμουδιά, εντάξει; Όταν μάθεις, τσιμουδιά!»
«Έγινε, μπαμπά» του είπε η Βαλέρια και τον τσίμπησε στον ώμο.
«Αυτή είναι η πιο όμορφη λέξη στον κόσμο» της είπε συγκινημένος και την αγκάλιασε. Η Βαλέρια σκέφτηκε ότι αν αγαπούσε μία φορά τον πατέρα της για όσα της είχε προσφέρει μέχρι εκείνη τη μέρα, μέσα στην απρόσωπη αίθουσα αναμονής αυτού του επιβλητικού κέντρου, τον αγάπησε εκατό. Γιατί ξαφνικά ξεκαθάρισε μέσα της ότι ο άντρας μπροστά της είχε ζήσει τόσα χρόνια μέσα σε ένα ψέμα και το είχε σηκώσει στις πλάτες του για να είναι ευτυχισμένες οι γυναίκες της ζωής του. Του άξιζε ο σεβασμός και η αγάπη της για αυτό που έκανε τόσα χρόνια αλλά και σήμερα.
«Δεσποινίς Αρτσερ και κύριε Αρτσερ, είστε έτοιμοι;» ακούστηκε η γλυκιά φωνή μιας κοπέλας και αμέσως γύρισαν προς το μέρος της. Ήταν μια στρουμπουλή μελαχρινή που χαμογελούσε πλατιά. Η Βαλέρια αναρωτήθηκε πόσα πράγματα είχαν δει αυτά τα μάτια. Πόσες υποθέσεις καχυποψίας, συζυγικής απιστίας, απογοήτευσης.
Πόσο ήθελε να είναι κόρη του πατέρα της…πόσο ήθελε να μην είναι αδερφή του Ιαν. Ήξερε ότι ήταν δύσκολο αυτό που ευχόταν. Η μητέρα της είχε αφήσει υπόνοιες ότι ο πατέρας της δεν μπορούσε να κάνει παιδιά και είναι περίεργο το ότι έμειναν σε ένα παιδί και δεν έκαναν και ένα δεύτερο. Ο πατέρας της τη λάτρευε αλλά ήθελε πάντα και ένα γιο. Ήταν τρελή που το πάλευε, το ήξερε. Ήταν λίγες οι πιθανότητες αλλά έπρεπε να μάθει.

Τους οδήγησαν σε διαφορετικά δωμάτια. Το δικό της ήταν ολόλευκο, σαν τρελοκομείο. Η Βαλέρια μόρφασε όταν η βελόνα εισχώρησε στη φλέβα της. Κοιτούσε το σκούρο αίμα να γεμίζει αργά το φιαλίδιο και σκεφτόταν ότι τα πράγματα είχαν πάρει πια το δρόμο τους. Δεν μπορούσε να κάνει πίσω.

Η κοπέλα κόλλησε ένα τσιρότο στο χέρι της και της ζήτησε να το πιέζει για να μην μελανιάσει. Η Βαλέρια έκανε αυτό που τη συμβούλεψε. Η κοπέλα δεν έδειχνε διατεθειμένη να κάνει ανάλαφρη συζήτηση. Ίσως ήταν και λογικό, σκέφτηκε η Βαλέρια. Ήταν η φύση αυτών των εξετάσεων τόσο ιδιαίτερη που μάλλον δε χωρούσαν επιπόλαια σχόλια για τον καιρό ή τα νέα.

Σε δέκα περίπου λεπτά βρέθηκε στο γραφείο ενός γιατρού πλάι στον πατέρα της. Ήταν ένας άντρας γκριζομάλλης, με λεπτά χείλη και ρυτίδες.
«Τα αποτελέσματα θα είναι έτοιμα σε πέντε εργάσιμες μέρες» είπε ψυχρά, λες και ανακοίνωνε μια θανατική καταδίκη.
«Και τι ποσοστό εγκυρότητας έχουν;» ρώτησε η Βαλέρια.
«Πάνω από 99%, δεσποινίς μου» απάντησε ο γιατρός αμέσως. «Στην δική σας περίπτωση ήταν η καλύτερη επιλογή να εξεταστείτε με τον πατέρα. Η εξέταση μεταξύ πιθανών αδελφιών είναι πολύ περίπλοκη αν δεν υπάρχει δείγμα και από ένα κοινό ή πιθανολογουμένως κοινό γονιό» συμπλήρωσε. Η Βαλέρια κοκκίνισε. Είχε ξεχάσει ότι ο γιατρός…ήξερε. Μαζί είχαν μιλήσει στο τηλέφωνο και τα είχαν κανονίσει όλα. Ο πατέρας της δεν έδειξε να νιώθει άβολα.
«Θα περάσουμε σε πέντε μέρες» είπε και έδωσε το χέρι του στον γιατρό. Η Βαλέρια έκανε το ίδιο.

Όταν βγήκαν από το κέντρο, η βροχή είχε σταματήσει και ο ήλιος έλαμπε. Ήταν σχεδόν αστείο.
«Θέλει το κοριτσάκι μου να το πάω για παγωτό;» της είπε τρυφερά ο πατέρας της και η Βαλέρια σκέφτηκε ότι είχε χάσει πολλά από αυτή την περιπέτεια αλλά είχε βγει και κάτι καλό. Είχε την ευκαιρία να περάσει χρόνο με τον πατέρα της, να σβήσει τις πληγές το παρελθόντος και να αποκαταστήσει τη σχέση της μαζί του.




Τρίτη, 27 Ιανουαρίου 2015

κεφάλαιο 49-Allô, qui est à l'appareil ?

«Δε με ενδιαφέρει!»
«Δε σε ενδιαφέρει να ηρεμήσει η ψυχή μου;»
«Και η δική μου η ψυχή; Ποιος νοιάστηκε γι αυτή; Άλλοι φταίνε και εμείς πληρώνουμε»
«Πρέπει να με βοηθήσεις. Πρέπει να δώσεις αίμα. Να δώσουμε ένα τέλος σε αυτή την ιλαροτραγωδία».
«Βαλέρια, κάνε ό,τι νομίζεις, αλλά άσε με έξω από αυτό. Έχω πάρει τις αποφάσεις μου και έχω βάλει τελεία σε όλο αυτό εδώ και καιρό».
«Μα δεν μπορεί να το λες αυτό. Δε θες να μάθεις;»
«Τα αποτελέσματα των γιατρών, ένα κομμάτι χαρτί δε θα μου πει κάτι. Και απορώ μαζί σου».
«Μα δεν καταλαβαίνεις;»                
«Νόμιζα ότι όλα είχαν τελειώσει».
«Πώς είναι δυνατόν; Χρειάζομαι τη βοήθειά σου».
«Μετά από τόσο καιρό; Έχουν περάσει οκτώ μήνες από τη στιγμή που τα έμαθες όλα.  Πότε θα τελειώσει όλο αυτό; Σίριαλ έχει καταντήσει!».
«Μα δεν καταλαβαίνεις πόσο σημαντικό είναι για μένα; Μην είσαι τόσο εγωιστής. Σε παίρνω μετά από τόσο καιρό τηλέφωνο και…»
«Και τι πρέπει να κάνω; Να χαρώ που με είχες ξεγράψει για κάτι που δεν έκανα;»
«Δεν είναι έτσι. Ήμουν σοκαρισμένη. Ακόμα είμαι…»
«Και δε φοβάσαι αυτό που θα μάθεις; Εγώ φοβάμαι»
«Κι εγώ φοβάμαι αλλά δεν μπορώ να ζω άλλο έτσι. Ήμουν στο Μαρόκο πριν από λίγο καιρό… Έκανα βόλτες με τη Λάουρα στα εξωτικά σοκάκια της Καζαμπλάνκα και διάλεγα σουβενίρ όταν ένιωσα μια ηλεκτρική εκκένωση να σαρώνει το κορμί μου. Ήταν σαν μια έκλαμψη, μια στιγμή όπου ο νους μου ξαφνικά καθάρισε, η σκέψη μου έγινε κρυστάλλινη».
«Τι συνέβη; Τι κατάλαβες δηλαδή;»
«Ότι δεν αξίζει να ζεις αν φοβάσαι. Ότι καλύτερα να ζήσω με το βάρος ότι έκανα κάτι τόσο ανόσιο, παρά με το βάρος ότι δεν έμαθα ποτέ».
«Μα ήσουν τόσο σίγουρη για την απόφασή σου. Πώς μπορείς να είσαι βέβαιη ότι αυτή τη φοράς διαλέγεις το σωστό; Θα αντέξεις την αλήθεια;».
«Αν θες, μπορώ να μην σου αποκαλύψω τα αποτελέσματα. Θέλω μόνο ένα φιαλίδιο από το αίμα σου. Τόσο κοστίζει η ηρεμία μου. Μόνο εσύ μπορείς να βοηθήσεις».
«Φοβάμαι για σένα. Δεν ξέρω αν θα μπορέσεις να το διαχειριστείς. Όλο αυτό τον καιρό…χάθηκες τελείως. Μόνο σε μια υποψία. Μόνο στην ιδέα. Τώρα…αν σιγουρευτείς, μπορεί να τρελαθείς».
«Και αν δεν είναι αλήθεια; Θα απελευθερωθώ. Θα συνεχίσω τη ζωή μου».
«Αλήθεια μπορείς;»
«Θα τα καταφέρω. Θα δεις».
«Δεν μπορώ να σου το αρνηθώ αλλά εκφράζω ανοιχτά τη δυσαρέσκειά μου».
«Δεν βλέπεις πόσο δύσκολο μού είναι που σου το ζητάω; Δε βλέπεις πόσο λυπάμαι για όσα έγιναν; Επίτηδες το κάνεις για να με τιμωρήσεις;»
«Δεν λειτουργώ έτσι εγώ και κρίμα που τόσο καιρό δεν το έχεις καταλάβει».
«Κι εγώ λυπάμαι που σε πίκρανα τόσο καιρό. Φάνηκα δειλή και μικροπρεπής και…»
«Δεν έχουν σημασία όλα αυτά τώρα. Θα δώσω αίμα να τελειώνουμε, αλλά μετά δε θέλω να μάθω τίποτα. Να την ξεχάσω αυτή την υπόθεση».
«Για μένα δε θα αλλάξει τίποτα».
«Ούτε για εμένα».
«Θα είσαι πάντα ο μπαμπάς μου».

«Αυτό σου έλειπε, μικρή!».

Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2015

Κεφάλαιο 48-Μπαζίλ, Μορόκο, Λόντον του Ιμπίζα...Βρείτε τη συνέχεια!!

«Δεν το πιστεύω ότι με έπεισες» είπε η Βαλέρια μερικές μέρες μετά ενώ το αεροπλάνο προσγειωνόταν στο Φεζ. Η πόλη από πάνω έμοιαζε σαν παραμύθι και η Βαλέρια χαμογέλασε πλατιά. Τις χρειαζόταν αυτές τις διακοπές.
«Σε έπεισα γιατί η προσφορά ήταν ακαταμάχητη» είπε η Λάουρα και χάζεψε το περιοδικό που κρατούσε στα χέρια της. Θα έμεναν πέντε μέρες στο Μαρόκο και θα γυρνούσαν στο Λονδίνο Κυριακή βράδυ. Η Βαλέρια δεν είχε δυσκολευτεί να πάρει τρεις μέρες άδεια και το γεγονός της είχε κάνει πολύ καλή εντύπωση. Αυτά δε γίνονταν ποτέ με τον Κέρβερο.
«Τελικά είχες δίκιο σε όλα» είπε η Βαλέρια ανυπομονώντας να ηρεμήσει λιγάκι στην εξωτική χώρα. Πραγματικά είχε κάθε καλή πρόθεση να τα αφήσει όλα πίσω της.
«Πάντα έχω δίκιο» είπε η Λάουρα με απόλυτη αυτοπεποίθηση.
«Σύμφωνα με το ίντερνετ θα έχει 30 βαθμούς αυτές τις μέρες. Θα κάνουμε και μπάνιο!» ενθουσιάστηκε η Βαλέρια.
«Και μπάνιο θα κάνουμε, και σπα θα κάνουμε, και θα φάμε και θα πιούμε και θα φλερτάρουμε» είπε η Λάουρα.
«Εγώ βγαίνω με τον Τζέρεμι, δεν μπορώ…»
«Σιγά τον μεγάλο έρωτα» ειρωνεύτηκε ανοιχτά η Λάουρα και η Βαλέρια αντέδρασε αμέσως.
«Γιατί το λες αυτό; Είναι νωρίς και μπορεί να…»
«Τι μπορεί;» ξέφυγε ένα γελάκι από την Λάουρα. «Να τον αγαπήσεις πιο πολύ; Αποκλείεται».
«Μην το λες αυτό, Λάουρα. Και είπαμε να μην μιλήσουμε για τον Ιαν καθόλου» σούφρωσε τα χείλη της.
«Εσύ το είπες. Εγώ δεν συμφώνησα ποτέ. Άλλωστε αυτό το υπέροχο ταξίδι είναι μια ευγενική χορηγία του ομίλου Ιαν Κάρτερ. Δε γίνεται να το αγνοήσουμε το θέμα» γέλασε η Λάουρα.
«Το δώρο ήταν για όποιον κέρδιζε, όχι για μας προσωπικά».
«Ναι, όντως, αλλά κοίτα να δεις τι χιούμορ που έχει η μοίρα» είπε η Λάουρα και μετά ακούστηκε η φωνή του πιλότου που τους προετοίμαζε για την προσγείωση.

Βγήκαν στο ζεστό αέρα της πανέμορφης πόλης και επιβιβάστηκαν σε ένα ταξί που περίμενε έξω από το πολυτελές αεροδρόμιο. Σε μισή περίπου ώρα το ταξί σταμάτησε έξω από το ξενοδοχείο τους. Η Βαλέρια βγήκε από το αμάξι και κοίταξε μπροστά της το επιβλητικό κτίριο. Της κόπηκε για λίγο η ανάσα και η Λάουρα αναγκάστηκε να βγάλει μόνη της τις βαλίτσες από το πορτ μπαγκάζ.
«Αυτός είναι ο Ιαν» μονολόγησε μεγαλόφωνα. «Μεγαλειώδης σε όλα του».
«Πράγματι» σφύριξε επιδοκιμαστικά η Λάουρα. «Δεν νομίζω ότι έχω ξαναδεί ποτέ κάτι τόσο εντυπωσιακό».

Το κτίριο που θα ήταν το ξενοδοχείο τους για τις επόμενες μέρες ήταν χτισμένο όπως κάθε «ριάντ». Ήταν ψηλό σαν κάστρο και στη μέση υπήρχε μια εσωτερική αυλή. Οι γκρουμ τούς ενημέρωσαν ότι στο ξενοδοχείο υπήρχε σπα και πισίνα και είχαν τη δυνατότητα χωρίς χρέωση να λάβουν μέρος σε οποιαδήποτε οργανωμένη εκδρομή ήθελαν. Πριν μπουν ακόμα στο δωμάτιό τους δήλωσαν συμμετοχή για μια εκδρομή στην Καζαμπλάνκα με μίνι πούλμαν. Η απόσταση ήταν κάπου 200 χιλιόμετρα και ίσως δεν ήταν πολύ συνετό να το κάνουν σε μία μέρα αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να χάσουν την ευκαιρία να δουν αυτή την ξακουστή πόλη.

Στο δωμάτιο τις περίμενε ένα καλάθι με φρούτα και δύο ποτήρια σαμπάνια με φρέσκες φράουλες μέσα. Η Λάουρα έβγαλε αμέσως τα ρούχα της και φόρεσε ένα σορτς και ένα φανελάκι. Ανυπομονούσε να βγει στην πισίνα και να απολαύσει τον ήλιο. Η Βαλέρια χάζεψε λιγάκι τον πλούσιο διάκοσμο, τα χρυσά στοιχεία σε συνδυασμό με πλούσια βυσσινί σεντόνια και σκούρα μπλε έπιπλα. Το ανατολίτικο στιλ ανέκαθεν την εντυπωσίαζε.
«Μήπως να πάμε καλύτερα στην πόλη να δούμε τα αξιοθέατα πρώτα;» πρότεινε η Βαλέρια.
«Η φωνή της λογικής. Άντε πάμε» είπε η Λάουρα και ανασήκωσε τους ώμους.
«Σπα κάνουμε και το βράδυ» γέλασε η Βαλέρια με τη φίλη της, η οποία ήταν ικανή να περάσει πέντε μέρες μέσα στο ξενοδοχείο ταλαιπωρώντας τους γκρουμ με τις απαιτήσεις της.

Τα θερμά χρώματα στα σπίτια, το άγονο τοπίο, ο καταγάλανος ουρανός και τα γνήσια χαμόγελα των Μαροκινών τις έκαναν να χάσουν την αίσθηση του χρόνου όταν έφτασαν στην πόλη. Μόνο όταν είχε βραδιάσει κάπως και το στομάχι τους άρχισε να γουργουρίζει δυνατά κατάλαβαν ότι έπρεπε να φάνε κάτι και να γυρίσουν.
«Μπορούμε να φάμε και στο ξενοδοχείο. Ο άρχοντας Ιαν έχει συμπεριλάβει ΚΑΙ γεύματα» είπε η Λάουρα ενώ κοιτούσαν τον κατάλογο ενός παραδοσιακού εστιατορίου με ανατολίτικες γεύσεις.
«Μπορείς να σταματήσεις τη διαφήμιση;» είπε αυστηρά η Βαλέρια αλλά δεν είχε θυμώσει. Η αλήθεια ήταν ότι πραγματικά ήταν γενναιόδωρος σε όλα του και αυτό το θαύμαζε σε εκείνον. Πόσο λυπόταν που τα πράγματα είχαν εξελιχθεί τόσο άσχημα…Τώρα θα μπορούσε να είναι μαζί του, να περπατάνε μαζί στο δρόμο χέρι χέρι.

Σταμάτα, μάλωσε τον εαυτό της και κούνησε το κεφάλι της λες και έτσι θα έδιωχνε τις σκέψεις που μπήκαν απότομα στο μυαλό της.
«Ας φάμε εδώ, φαίνεται όμορφο μέρος» πρότεινε η Βαλέρια. «Λάουρα;» είπε μετά από λίγο όταν κάθισαν να φάνε, ανάμεσα σε πολλούς τουρίστες και νέα ζευγάρια, πράγμα που τις έκανε να νιώθουν ασφαλείς.
«Τι είναι;» ρώτησε η φίλη της χωρίς να την κοιτάει, μιας και χάζευε τον περίπλοκο κατάλογο.
«Του είπες ότι θα έρθουμε;» τη ρώτησε τελικά. Η Λάουρα δε σάλεψε.
«Προσωπικά όχι. Μίλησα με ένα ταξιδιωτικό γραφείο. Πιστεύω ότι αν θέλει να το μάθει, θα…»
«Δεν έχει σημασία. Είναι βλακεία μου και που ρώτησα» είπε ντροπαλά και πήρε κι αυτή στα χέρια της τον κατάλογο.
«Βαλέρια, άφησέ τον» είπε η Λάουρα και η Βαλέρια κατάλαβε από τον τόνο της φίλης της ότι σοβαρολογούσε.
«Δεν καταλαβαίνω…»ψέλλισε για να μην δείξει πόσο αναστατώθηκε.
«Σίγουρα δεν σε έχει ξεπεράσει τελείως αν κρίνω από τη συμπεριφορά του στον χορό. Αλλά προσπαθεί να φτιάξει τη ζωή του και, ειλικρινά, δεν του αξίζει να γυρίσεις πίσω σε αυτόν» της είπε σκληρά. Η Βαλέρια ένιωσε τα μάτια της να τσούζουν από δάκρυα αλλά δεν έκλαψε. Η φίλη της μιλούσε πάντα σκληρά, αλλά έλεγε αλήθειες.
«Δεν είχα σκοπό» είπε η Βαλέρια ξεψυχισμένη και τη στιγμή που το έλεγε ένιωσε πραγματικά ηλίθια.

http://www.i-escape.com/riad-fes/overview

Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου 2015

Κεφάλαιο 47-πάμε για τρέλες...στις Σεϋχέλες...

«Δεν είσαι με τα καλά σου μου φαίνεται» γκρίνιαξε η Βαλέρια το επόμενο πρωί. Είχαν ξυπνήσει κατά τις δέκα και έτρωγαν πρωινό την ώρα που η Λουίζα πέταξε την ιδέα να φύγουν άμεσα για Μαρόκο.
«Γιατί όχι; Εγώ θα μείνω ένα μήνα ακόμα Λονδίνο και μετά επιστρέφω για καλά στη Νέα Υόρκη. Πότε λες να πάμε;» τη ρώτησε η φίλη της.
«Ακόμα δε σε έχω συγχωρήσει που μιλούσες με τον Ιαν πίσω από την πλάτη μου και θες να πάμε και διακοπούλες;»
«Δεν υπάρχει κάτι να συγχωρήσεις. Ο Ιαν κι εγώ είχαμε μια τυπική επικοινωνία και το θεωρώ μεγάλη κατινιά να περιμένεις από μένα να σταματήσω να του μιλάω».
«Κατινιά;»
«Ναι, κατινιά. Θα σταματούσα να του μιλάω μαχαίρι αν σε είχε κερατώσει ή αν σε είχε με κάποιον τρόπο εξαπατήσει. Αλλά σε αυτή την περίπτωση δεν έκανε τίποτα λάθος. Μη σου πω κιόλας…»
«Τι; Τι να μου πεις;» θύμωσε η Βαλέρια.
«Ότι εσύ φταις!» είπε θαρρετά η Λάουρα. «Αλλά ας μην ξαναλέμε τα ίδια. Ο,τι έγινε έγινε. Πήρες μια απόφαση, έστω και ηλίθια, και την υποστηρίζεις. Αλλά μην περιμένεις κι από μένα να ακολουθήσω το ίδιο μονοπάτι».
«Όλα τα ξέρεις εσύ!»
«Ούτε καν!» είπε η Λάουρα και χαμογέλασε καθώς δάγκωνε λίγο κέικ. «Απλώς είμαι λίγο πιο λογική από εσένα σε αυτή τη φάση. Εσένα σε έχει τυφλώσει ο φόβος».
«Με αδικείς;»
«Δεν είναι δουλειά μου να παίρνω αποφάσεις για σένα. Είσαι μεγάλο κορίτσι. Εγώ θέλω απλώς να πάω στο Μαρόκο και αυτή την περίοδο έχει φανταστικό καιρό. Θέλω να μαυρίσω λιγάκι» είπε πιο ανάλαφρα. Η Βαλέρια ξεφύσησε.
«Μα πώς να πάρω άδεια; Ακόμα δεν έπιασα δουλειά».
«Σιγά μωρέ! Για λίγες μέρες κάνεις έτσι;»
«Δεν είναι μόνο αυτό…»
«Προχώρα στο παρασύνθημα» την παρότρυνε η Λάουρα και η Βαλέρια σκέφτηκε λιγάκι πριν μιλήσει.
«Μου φαίνεται λίγο κακόγουστο να πάω διακοπές με τα λεφτά του».
«Τι;» απόρησε η Λάουρα.
«Ποιος είναι ο χορηγός; Ο Ιαν το πλήρωσε το ταξίδι, Λάουρα. Δε σου φαίνεται λίγο αστείο;»
«Μπορεί, ναι, αλλά μου φαίνεται και μια καλή ευκαιρία να ηρεμήσεις λιγάκι».
«Δεν νομίζω να καταφέρω να ηρεμήσω ποτέ».
«Ε κάνε τη ρημάδα την εξέταση τότε!» είπε απότομα η Λάουρα. «Υποτίθεται ότι δεν έκανες την εξέταση για να μην απογοητευτείς και τώρα υποφέρεις πιο πολύ. Κάνε την εξέταση».
«Γιατί; Αφού τον άκουσες. Δε θέλει ούτε ζωγραφιστή να με δει».
«Δε σου είπε κανείς να τα ξαναφτιάξετε» είπε η Λάουρα χαμογελώντας σαν γάτα που έπιασε το ποντίκι στη φάκα. «Απλά να ανακουφιστείς».
«Τον άκουσες τι μου είπε;» επέμεινε η Βαλέρια. Δεν το είχαν συζητήσει το προηγούμενο βράδυ και την έτρωγε να μιλήσει με τη φίλη της γι αυτό.
«Τον άκουσα, ναι» είπε η Λάουρα αλλά δεν πρόσθεσε κάτι άλλο. Η Βαλέρια κατάλαβε ότι δεν ήθελε να πάρει θέση αλλά δεν μπορούσε να μη δώσει συνέχεια..
«Άκου να τον παρακαλάω γονατιστή! Για ποια με πέρασε;» αναρωτήθηκε μεγαλόφωνα. Η Λάουρα συνέχισε να μην απαντάει. «Και στην τελική ποιο είναι το πρόβλημά του; Αφού εκείνος την έφτιαξε τη ζωή του».
«Ακούς τι λες;» ρώτησε η Λάουρα και η Βαλέρια απόρησε. «Μιλάς σας ερωτευμένη γυναίκα. Τι σου λέει το ένστικτό σου; Αν ήσασταν…αυτό που λες, θα ένιωθες έτσι;»
«Δεν είμαι ερωτευμένη. Σταμάτα, μη μου το λες αυτό»
«Θεέ μου, εσύ δε βάζεις μυαλό με τίποτα» είπε η Λάουρα και μετέφερε τα πιάτα και τα φλιτζάνια στον νεροχύτη. «Καμιά φορά πιστεύω ότι δε θες να είσαι ευτυχισμένη».
«Αυτό μου έλεγε κι εκείνος» είπε η Βαλέρια σκεπτική.
«Αλλά είμαι σίγουρη ότι εσύ πιστεύεις ότι κάνουμε και οι δυο λάθος».
«Δεν ξέρω, είμαι μπερδεμένη».
«Αντί να σκέφτεσαι συνέχεια και συνέχεια αν είστε αδέρφια ή ξαδέρφια ή κουμπάροι, μπορείς σε παρακαλώ να ασχοληθείς με έναν πιο βραχυπρόθεσμο στόχο; Θα πάμε στο Μαρόκο;» τη ρώτησε και η Βαλέρια δεν απάντησε. «Αν δεν έρθεις, θα πάω με τον Πίτερ» της είπε.
«Δεν ξέρω, ίσως είναι καλύτερα» είπε η Βαλέρια.
«Α εσύ είσαι τελείως παλαβή! Λοιπόν, θα έρθεις θες δε θες. Άντε μη μαζέψω τις τρίχες σου από το μπάνιο και τις στείλω πεσκέσι στον Ιαν να ελέγξει το DNA σου».
«Δε θα το έκανες ποτέ αυτό!» είπε απειλητικά η Βαλέρια. «Άλλωστε πρέπει να υπάρχει γραπτή συγκατάθεση και…»
«Αν δεν έρθεις στο Μαρόκο, ίσως το κάνω»

«Είσαι μια αδίστακτη, αλλά θα έρθω!» είπε τελικά η Βαλέρια και η Λάουρα άρχισε να τσιρίζει χαρούμενη. 

κεφάλαιο 46-χρόνια πολλά, Ειρήνη!

«Μα είναι δυνατόν να του μιλούσες πίσω από την πλάτη μου;» ρώτησε η Βαλέρια μισή ώρα μετά, όταν έμειναν ξανά μόνες. Ο Πίτερ και ο Τζέρεμι μιλούσαν με δύο συναδέλφους για μια νέα θέση που είχε ανοίξει σε μια πολυεθνική.
«Όσο ήσασταν μαζί κάναμε παρέα, έστω και μέσω skype και μετά χωρίσατε και…» ψέλλισε ντροπαλά η Λάουρα. Η Βαλέρια δεν περίμενε ότι θα έβλεπε ποτέ τη φίλη της αναψοκοκκινισμένη.
«Και τι λέγατε δηλαδή;» επέμεινε εκείνη.
«Τίποτα φοβερό…δύο τρεις φορές μιλήσαμε. Στην αρχή μού έλεγε μόνο για σένα αλλά μετά σταμάτησε. Είναι πολύ ευγενικός και έδειχνε φιλικό ενδιαφέρον».
«Σε ψάρευε για να μάθει νέα μου» είπε η Βαλέρια και ήπιε λίγη σαμπάνια. Ήθελε να φύγει γρήγορα από εκεί μέσα. Έβλεπε με την άκρη του ματιού της τον Ιαν να γελάει με κάτι που του είχε πει η συνοδός του. Πόσα να άντεχε;
«Δε ρώτησε ούτε μία φορά που είσαι και τι κάνεις. Μόνο αν είσαι καλά» είπε ήρεμα η Λάουρα και η Βαλέρια γύρισε προς το μέρος του Τζέρεμι ο οποίος εντωμεταξύ την είχε πλησιάσει από πίσω και ακουμπούσε το χέρι του στον ώμο της.
«Τι λένε τα κορίτσια;» ρώτησε και οι δύο φίλες χαμογέλασαν βεβιασμένα.
«Λέμε ότι είναι πολύ όμορφη δεξίωση» είπε η Λάουρα και η Βαλέρια έγνεψε θετικά.
«Ναι, ναι» συμφώνησε και ο Πίτερ. «Ο Ιαν Κάρτερ έχει κάνει μεγάλες δωρεές τον τελευταίο καιρό» είπε και η Βαλέρια έβηξε νευρικά. «Η κοπέλα του, αυτή εκεί η πανέμορφη ξανθιά»  συνέχισε εκείνος και έδειξε την καλλονή στην άκρη της αίθουσας «είναι δικηγόρος και λένε ότι τον έχει τρελάνει και βοηθάει για χάρη της τον σύλλογο» είπε εκείνος και μετά έσμιξε τα φρύδια σαν να είχε θυμηθεί κάτι. «Βαλέρια, εσύ δεν είχες κάποια σχέση μαζί του; Τώρα θυμήθηκα…ήσασταν φίλοι ή κάτι τέτοιο;» είπε.
«Σταμάτα να χώνεις παντού τη μύτη σου» του είπε η Λάουρα με αστείο ύφος και τον τσίμπησε. Ο Πίτερ δεν επέμεινε στην ερώτηση και συνέχισαν να συζητάνε όλοι μαζί για λίγη ώρα ακόμα. Έπειτα χόρεψαν και όταν η ώρα είχε περάσει τις έντεκα, η Βαλέρια πρότεινε να φύγουν. Μέσα της είχε υπολογίσει ότι δύο ώρες ήταν μια χαρά για να του δείξει ότι δεν έφευγε άρον άρον εξαιτίας του. Αν ήταν στο χέρι της όμως, θα είχε φύγει από τη στιγμή που την πλησίασε. Ακόμα δεν είχε ηρεμήσει από την αποκάλυψη ότι η φίλη της είχε επαφές μαζί του. Και φυσικά, ακόμα έτρεμε μετά τις προσβολές του. «Γυναικούλα» την είχε αποκαλέσει. Αδύναμη. Το χειρότερο δεν ήταν όμως αυτό που της είχε πει. Το χειρότερο ήταν ότι στα λόγια του υπήρχε και ψήγμα αλήθειας. Κι αυτή αναρωτιόταν αν η απόφασή της να μην κάνει το τεστ ήταν η σωστή. Ήξερε ότι ήταν δειλή, ήξερε ότι η στάση της του αποδείκνυε ότι απέφευγε τον δύσκολο δρόμο. Αλλά και το να υποφέρει σιωπηρά εφτά μήνες και να παλεύει με τους εσωτερικούς δαίμονές της προσπαθώντας να μην τρελαθεί δεν ήταν ο δρόμος της ήσσονος προσπάθειας. Και αυτό ήθελε να του το εξηγήσει. Σε κάποια άλλη ζωή ίσως.

«Πάμε, πάμε» την έβγαλε από τον λήθαργο ο Τζέρεμι, τραβώντας την από το χέρι. Ξαφνικά η Βαλέρια συνειδητοποίησε ότι ο κόσμος κατευθυνόταν προς την αυτοσχέδια σκηνή. Κάποιος κρατούσε ένα μεγάλο γυάλινο μπολ γεμάτο χαρτάκια. «Λέτε να κερδίσουμε τίποτα;» ρώτησε ο Τζέρεμι χαρούμενος βγάζοντας τα αποκόμματα των λαχνών από την τσέπη του. Οι υπόλοιποι τον μιμήθηκαν.
«Μόλις τελειώσει η διαδικασία μπορούμε να φύγουμε;» ρώτησε η Βαλέρια τη Λάουρα και η φίλη της έγνεψε ζωηρά.

Ένας γκριζομάλλης άντρας ο οποίος συστήθηκε στους καλεσμένους ως γραμματέας του Συλλόγου Νέων Δικηγόρων και χαμογέλασε όταν ακούστηκαν γελάκια στην αίθουσα ανακοίνωσε τα δώρα: ετήσια συνδρομή για ένα υπερπολυτελές γυμναστήριο, ένα ηλεκτρικό σκούτερ και ένα ταξίδι στο Μαρόκο. Η Βαλέρια είπε στη Λάουρα ότι δεν την ενδιέφερε κανένα από το δώρα και προτιμούσε να φύγει, αλλά η Λάουρα τη συγκράτησε.
«Η ετήσια συνδρομή πάει στο νούμερο 26» είπε ο άντρας και ένας νεαρός στο βάθος της αίθουσας σφύριξε ενθουσιασμένος. «Το νούμερο 113 κερδίζει το σκούτερ» συνέχισε και μια κοπέλα που ήξεραν από το πανεπιστήμιο ξεφώνισε με ενθουσιασμό. «Και τώρα…ο μεγάλος τυχερός» είπε ο άντρας και η Βαλέρια άφησε το βλέμμα της να περιπλανηθεί στην αίθουσα. Τα μάτια της διασταυρώθηκαν με αυτά του Ιαν, αλλά τόσο ο ένας όσο και ο άλλος κοίταξαν αμέσως αλλού. Η Βαλέρια ένιωσε το σώμα της να ανατριχιάζει και ένιωσε αμέσως αηδία για τον τρόπο που αντιδρούσε ακόμα στη θέα του. «Το νούμερο…81» φώναξε ο άντρας αλλά κανείς δεν αντέδρασε στο κοινό. Η Βαλέρια κοίταξε τα αποκόμματά της. Δεν είχε κερδίσει. Ούτε ο Πίτερ. Ούτε ο Τζέρεμι.
«Εγώ!» είπε δυνατά η Λάουρα και άρχισε να χοροπηδάει με ενθουσιασμό. «Πες μου ότι θα έρθεις μαζί!» ικέτευσε τη Βαλέρια η οποία δεν μπορούσε να πιστέψει την τύχη της φίλης της.
«Θα δούμε!» είπε και χαμογέλασε. «Αν ζητήσεις συγγνώμη που έκανες παρέα με τον εχθρό!»
«Ω σταμάτα με τις υπερβολές» είπε η φίλη της και την αγκάλιασε σφικτά. Η αίθουσα σείστηκε από ένα δυνατό χειροκρότημα.
«Μπορούμε να φύγουμε τώρα;» ρώτησε η Βαλέρια σαν παραπονιάρικο παιδί και όλοι συμφώνησαν.

Κατευθύνθηκαν στο φουαγιέ για να φορέσουν τα παλτό τους. Ο Τζέρεμι τη βοήθησε να ντυθεί και της χάιδεψε τρυφερά το μάγουλο. Η Βαλέρια έκανε να γυρίσει αλλά μια φιγούρα δίπλα της την έκανε να σταματήσει. Ο Ιαν. Τι ήθελε πάλι;
«Λάουρα, καληνύχτα» είπε μόνο και μετά ζήτησε το σακάκι του από την κοπέλα στην γκαρνταρόμπα. Η ξανθιά καλλονή τού μουρμούριζε κάτι και εκείνος χαμογελούσε.
«Ο,τι θες εσύ, αγάπη μου» της είπε και τη φίλησε.






Τρίτη, 20 Ιανουαρίου 2015

κεφάλαιο 45-φωτιά με φωτιάααααα

«Ιαν, τι κάνεις εσύ εδώ;» επενέβη η Λάουρα δίνοντας στη φίλη της μερικά πολύτιμα δευτερόλεπτα ώστε να μπορέσει να βρει τη φωνή της και να ελέγξει το καρδιοχτύπι της. Παρόλο που τα πόδια της έτρεμαν, η Βαλέρια σκέφτηκε να τρέξει και να κρυφτεί μακριά του, νιώθοντας μεγάλη ντροπή για τον εαυτό της. Ντροπή που όλα όσα είχε παλέψει τόσους μήνες είχαν βγει ξανά στην επιφάνεια. Ντροπή που ένιωθε τόσο αδύναμη μπροστά στην ορμητική παρουσία του, ντροπή για όσα κάνει και είχε αισθανθεί.
«Είμαι μεγάλος ευεργέτης του Συλλόγου Νέων Δικηγόρων και με κάλεσαν για να με τιμήσουν απόψε» είπε εκείνος στη Λάουρα ήρεμα, χωρίς να κοιτάει τη Βαλέρια. «Πώς πάνε οι σπουδές σου; Ξεμπέρδεψες με τον εκνευριστικό καθηγητή;» τη ρώτησε ζεστά και η Βαλέρια τους κεραυνοβόλησε με ένα έντονο βλέμμα.
«Είχαμε μια επικοινωνία» της χαμογέλασε εκείνος σατανικά και η Βαλέρια δεν απάντησε. Το αναψοκοκκινισμένο πρόσωπο της Λάουρα τα έλεγε όλα.
«Όλα καλά, Ιαν» χαμογέλασε η Λάουρα και στράφηκε στη φίλη της. Η Βαλέρια κρατούσε νευρικά ένα ποτήρι σαμπάνια και κοιτούσε με προσήλωση τα πόδια της. Οτιδήποτε εκτός από το να κοιτάζει εκείνον. Εκείνον, που ο χρόνος τον είχε κάνει μόνο καλύτερο. Θυμωμένη με τις σκέψεις της, έξαλλη που είχε προσέξει πως τα μαλλιά του είχαν γκριζάρει λιγάκι και τα είχε κόψει πιο κοντά απ’ ό,τι συνήθως, παρέμενε άκαμπτη και νευρική. Οι χειρότεροι εφιάλτες της είχαν γίνει πραγματικότητα. Ήταν σίγουρη ότι κάποια στιγμή θα τον έβλεπε ξανά αλλά ήλπιζε αυτό να συνέβαινε μετά από μερικά χρόνια. Να έχει πάρει απόσταση από το φρικτό συμβάν και να μπορεί να το διαχειριστεί.
«Την βλέπεις αυτή την όμορφη κοπέλα εκεί πέρα;» τη ρώτησε ξαφνικά ο Ιαν και η Βαλέρια σήκωσε απρόθυμα το βλέμμα της, ακολουθώντας το χέρι του, που έδειχνε μια ξανθιά καλλονή στην άλλη άκρη της αίθουσας. Φορούσε μια μακριά κόκκινη τουαλέτα και όλα τα αντρικά βλέμματα ήταν στραμμένα πάνω της. Ήταν η ίδια κοπέλα που είχε δει πριν από λίγο καιρό στο περιοδικό και από κοντά ήταν εξίσου εντυπωσιακή. Η όμορφη κοπέλα χαμογέλασε στον Ιαν φευγαλέα και συνέχισε τη συζήτηση με κάποιο δικηγόρο. «Βγαίνουμε εδώ και δύο μήνες» της είπε και η Βαλέρια δεν απάντησε. Η Λάουρα παρέμενε στη θέση της και η Βαλέρια ευχαρίστησε τον Θεό που δεν τους άφησε μόνους.
«Δεν καταλαβαίνω» του είπε μέσα από το δόντια της.
«Τις ξέρεις τώρα τις γυναίκες» είπε εκείνος με ύφος μπλαζέ. «Βγαίνουμε μόλις μερικές βδομάδες και άρχισε να μου ζητάει να γνωρίσει τους δικούς μου».
«Κι εμένα τι με νοιάζει;» τον ρώτησε αποφεύγοντας το βλέμμα του.
«Δεν ήθελα να τη γνωρίσω στους γονείς μου ακόμα, αλλά πιστεύω ότι είναι ευκαιρία μιας και είσαι εδώ να τη γνωρίσω στην αδερφή μου» γέλασε εκείνος και η Βαλέρια τον κοίταξε απότομα. Ένιωσε την επιθυμία να τον χαστουκίσει, να του ορμήσει και να μπήξει τα νύχια της στη σάρκα του, να δει αίμα για να ηρεμήσει η ψυχή της. Αλλά δεν το έκανε. Αν αυτός διασκέδαζε με κάτι τόσο φρικαλέο, τότε θα έπαιζε κι αυτή το παιχνίδι του. Και όταν γυρνούσε σπίτι, θα υπολόγιζε τις απώλειές της.
«Φυσικά, Ιαν, πες της να έρθει. Θα χαρώ πολύ να της πω ιστορίες από την παιδική μας ηλικία» του είπε και ένιωσε στα πρόθυρα του να κάνει εμετό κι ας χαμογελούσε. Η Λάουρα είχε χάσει το χρώμα της και της Βαλέρια της φάνηκε ότι είχαν χαμηλώσει τα φώτα και η μουσική είχε σταματήσει. «Θα της πω ότι παίζαμε μαζί και μαλώναμε σαν φυσιολογικά αδέρφια και τα λοιπά και τα λοιπά» του είπε.
«Μάλιστα» είπε εκείνος ουδέτερα αλλά η Βαλέρια δεν σταμάτησε. Ένας χείμαρρος κακίας είχε ποτίσει κάθε κύτταρο του κορμιού της.
«Αλλά δε θα σταματήσω εκεί» του χαμογέλασε πλατιά. «Θα της μιλήσω και για το πόσο καλά περνούσαμε στο κρεβάτι. Είμαι σίγουρη ότι θα το εκτιμήσει. Ίσως της δώσω και μερικές συμβουλές. Ξέρεις, γυναίκα προς γυναίκα» του είπε και του έκλεισε το μάτι. Απόλαυσε για μερικά κλάσματα του δευτερολέπτου το σαστισμένο βλέμμα του Ιαν. Η Λάουρα ξερόβηξε αμήχανα.
«Δεν ξέρεις τι λες!» είπε εκείνος φανερά θυμωμένος. Η φωνή του πρόδιδε τον εκνευρισμό του. «Έχεις χάσει τα λογικά σου, με ακούς;» τη ρώτησε και μετά στράφηκε στα Λάουρα. «Στην αρχή λυπήθηκα, αλλά σύντομα κατάλαβα ότι μια γυναίκα τόσο ξεροκέφαλη, μια γυναίκα που παραιτείται τόσο εύκολα δεν αξίζει δεκάρα» είπε στη φίλη της. «Αλλά αυτή εδώ ξεπέρασε τα όρια. Τι βλακείες κάθεται και λέει;» επέμεινε αλλά η Λάουρα δεν απαντούσε.
«Ιαν, καλύτερα να φύγεις» είπε η Βαλέρια και κατέβασε ξανά το κεφάλι.
«Και αρνητικό να έβγαινε το τεστ και να γυρνούσες γονατιστή, δε θα σου έριχνα ούτε δεύτερη ματιά» της είπε και το στόμα του συσπάστηκε σε μια γκριμάτσα αηδίας. «Είσαι μια αδύναμη γυναικούλα, μια λιπόψυχη. Με τέτοιες γυναίκες δεν κάνεις οικογένεια. Με τέτοιες γυναίκες περνάς καλά μερικά βράδια και μετά τις στέλνεις στο καλό» της είπε και αφού σήκωσε το ποτήρι του σε μια ειρωνική πρόποση, χάθηκε ανάμεσα στον κόσμο.




Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2015

κεφάλαιο 44-το κακό συναπάντημα

«Εσύ φταις για όλα!» γέλασε η Βαλέρια ενώ τακτοποιούσε διακριτικά το μπούστο της στο λόμπι του γνωστού ξενοδοχείου πέντε αστέρων. Είχαν έρθει γεμάτες ενθουσιασμό μόνο που η μια αναποδιά διαδεχόταν την άλλη. Το ταξί τις άφησε τρία τετράγωνα μακριά, είχαν ξεχάσει την πρόσκληση σπίτι και έπρεπε να πείσουν στην υποδοχή ότι ήταν επίσημα προσκεκλημένες και η Λάουρα είχε στραβοκαταπιεί λίγη από τη σαμπάνια της και κόντεψε να πνιγεί. «Εσύ που επέμενες να έρθουμε!».
«Ήταν μια θαυμάσια ευκαιρία να βγούμε και να πιούμε καλή σαμπάνια!» είπε εύθυμα η Λάουρα, η οποία έλαμπε μέσα στο σατέν φόρεμά της. Είχε μαζέψει τα μαλλιά της σε ένα σφικτό κότσο και φορούσε ένα υπέροχο ζευγάρι χρυσά σκουλαρίκια.
«Ας αγοράζαμε μία» γέλασε ξανά η Βαλέρια, η οποία είχε αρχίσει να χαλαρώνει μετά από ένα ποτήρι κιρ ρουαγιάλ και λίγο χορό με τη φίλη της.
«Ο γιατρός σού είπε ότι πρέπει να έρθεις στο Λονδίνο και ποια καλύτερη ευκαιρία από το γκαλά των Νέων Δικηγόρων;» ρώτησε η Λάουρα και η Βαλέρια έγνεψε θετικά. Ήταν αλήθεια πως ο ψυχοθεραπευτής της την είχε παροτρύνει να βγει κάποια βόλτα στο Λονδίνο, το οποίο εξακολουθούσε να αποφεύγει.
«Ας κοιτάξουμε να περάσουμε καλά» απάντησε η Βαλέρια ενώ έγνεφε από μακριά στον Πίτερ, που εκείνη την ώρα έμπαινε στη μεγάλη αίθουσα φορώντας ένα μαύρο κοστούμι.

Οι τρεις φίλοι γνώρισαν νέους συναδέλφους, ήπιαν σαμπάνια, χόρεψαν και έφαγαν πεντανόστιμα ορεκτικά. Η Βαλέρια είχε επιτέλους αρχίσει να περνάει πραγματικά καλά και σε αυτό είχε συμβάλει και ο Τζέρεμι, ο οποίος είχε φτάσει λίγο πιο μετά από εκείνες και είχε βαλθεί να τις διασκεδάσει με κάθε τρόπο: λέγοντας ανέκδοτα, κάνοντας αστείες φιγούρες στην πίστα και τρώγοντας φουά γκρα κάνοντας τον ξιπασμένο αριστοκράτη.

Η Βαλέρια ζήτησε συγγνώμη από τους φίλους της και πήγε για λίγο στην τουαλέτα. Ήθελε να ελέγξει το μακιγιάζ της και έτσι έκατσε απέναντι από τον καθρέπτη μερικά δευτερόλεπτα για να επιθεωρήσει το πρόσωπό της. Αυτό που είδε την αιφνιδίασε. Έλαμπε για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό. Είχε βαφτεί προσεκτικά στο σπίτι της και είχε διαλέξει ένα υπέροχο μακρύ πράσινο φόρεμα και απλά κοσμήματα. Το ήξερε ότι ήταν όμορφη αλλά στο σπίτι το είδωλό της ήταν θαμπό, σχεδόν κουρασμένο. Η γυναίκα που έβλεπε αυτή τη στιγμή μπροστά της ήταν πραγματικά λαμπερή, ειλικρινά χαρούμενη. Ήταν δυνατόν; Ήταν δυνατόν να ήταν και πάλι καλά μετά από τόσο καιρό; Ήταν δυνατόν να είχε αρχίσει πια να αναπνέει βαθιά και να χαλαρώνει ανάμεσα σε καλούς φίλους; Ένιωθε γυμνή κάτω από το διερευνητικό βλέμμα της αλλά το πόρισμα ήταν θετικό. Πήρε την τσάντα της στα χέρια και βγήκε ξανά στην μεγαλόπρεπη αίθουσα. Βρήκε τους φίλους της στο σημείο όπου τους  άφησε. Η Λάουρα, η οποία είχε έρθει πριν από τέσσερις μέρες από Νέα Υόρκη, έλεγε στον Πίτερ για τις σπουδές της και ο Τζέρεμι άκουγε με προσοχή.
«Να πάρουμε και λαχνούς» τους είπε ξαφνικά και όλοι γύρισαν προς το μέρος της. Συμφώνησαν να αγοράσουν μερικούς για να ενισχύσουν το ταμείο ασκούμενων δικηγόρων.
«Όλα τα σκέφτεσαι πια!» είπε η Λάουρα πειραχτικά και ο Πίτερ συμφώνησε.
«Μα δεν την ξέρεις πια;» είπε ο φίλος τους και προσφέρθηκε να πάει με τον Τζέρεμι να αγοράσει μερικούς λαχνούς από την κοπέλα που περιφερόταν με το καλαθάκι και μάζευε χρήματα.
Η Βαλέρια και η Λάουρα έμειναν μόνες αλλά όχι για πολύ. Δύο άντρες τής πλησίασαν αμέσως και η Λάουρα χρειάστηκε να επιστρατεύσει όλη της την ψυχρότητα για να τους απωθήσει.
«Σήμερα είπαμε να περάσουμε καλά. Όχι να γυρίσουμε σπίτι με παρέα» είπε στη φίλη της και της έκλεισε το μάτι. Η Βαλέρια έγειρε το κεφάλι της πίσω και γέλασε με την καρδιά της, όταν ένιωσε το λουράκι του παπουτσιού της να χαλαρώνει πάλι και να μπερδεύεται στο τακούνι κάνοντάς τη να χάσει την ισορροπία της απότομα. Τα ελάχιστα κλάσματα δευτερολέπτου που ένιωσε να πέφτει σκέφτηκε πόσο γελοίο θα ήταν το θέαμα αλλά ευτυχώς προσγειώθηκε σε ένα φαρδύ στέρνο. Η Λάουρα έδειχνε σαστισμένη αλλά η Βαλέρια δεν μπορούσε να μαντέψει το λόγο. Όταν σήκωσε το βλέμμα της  προς τον ευγενικό σωτήρα της, το χαμόγελο πάγωσε στα χείλη της.
«Πρόσεχε, αδερφούλα» άκουσε μια οικεία φωνή να της λέει στάζοντας ειρωνεία. Μια φωνή που τη διέλυσε σε μικροσκοπικά κομμάτια.


Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2015

κεφάλαιο 43-κάθε τέλος μια νέα αρχή


Έξι μήνες μετά…

Η Βαλέρια είχε αλλάξει πολλά πράγματα στη ζωή της αλλά ταυτόχρονα και τίποτα. Σχεδόν ήταν αστείο. Είχε επιστρέψει στο Λονδίνο, αλλά σε μια ήσυχη γειτονιά στην έκτη ζώνη, αρκετά μακριά από το κέντρο. Είχε βρει ένα χαριτωμένο διαμέρισμα και συγκατοικούσε με μια νεαρή νοσοκόμα η οποία δούλευε πολύ και την έβλεπε σπάνια. Επίσης είχε βρει και δουλειά ως δικηγόρος αλλά όχι σε γραφείο. Είχε ξεκινήσει εδώ και ένα μήνα να συνεργάζεται με μια μικρή εταιρεία ως νομική σύμβουλος. Δούλευε εννιά με πέντε και μετά είχε πολύ ελεύθερο χρόνο. Της άρεσε η νέα της δουλειά, γιατί το αφεντικό της τη σεβόταν και οι συνάδελφοί της ήταν νέοι και ενδιαφέροντες άνθρωποι. Είχε μάλιστα βγει και δύο φορές με ένα παιδί, τον Τζέρεμι, ο οποίος της είχε δείξει κάποιο ενδιαφέρον. Του είχε ξεκαθαρίσει ότι δεν έψαχνε κάποια σχέση κι εκείνος έδειχνε διατεθειμένος να περιμένει. Η Βαλέρια είχε αποφασίσει να μην αγχωθεί με αυτό το θέμα. Ηταν δική του επιλογή να περιμένει. Εκείνη δεν του είχε δείξει τόσο ενδιαφέρον. Ο Πίτερ, πάντως, τον είχε γνωρίσει και έλεγε ότι ήταν πολύ καλό παιδί.

Με τους γονείς της είχε μιλήσει δύο φορές και αυτό στα πεταχτά. Τους πήρε πιο πολύ για να τους πει ότι είναι καλά αλλά δεν ρώτησε τίποτα για εκείνους. Βασικά ανησυχούσε για την υγεία τους και για την οικονομική τους κατάσταση αλλά δεν ήθελε να ανοίξει κουβέντες. Κάθε λέξη που αντάλλαζε μαζί τους ήταν και μια μαχαιριά στην καρδιά της. Φοβόταν ότι θα της έλεγαν κάτι για εκείνον ή ότι θα τη ρωτούσαν πώς είναι. Τι θα τους έλεγε; Ότι είναι καλά; Η αλήθεια ήταν ότι ήταν καλύτερα αλλά όχι καλά. Είχε βάλει κάποια πράγματα σε τάξη αλλά έπρεπε να είναι συνεχώς σε εγρήγορση για να μην υποτροπιάσει ξανά και αρχίσει να σκέφτεται όλα όσα έγιναν. Ήταν σίγουρη για την απόφασή της να μην κάνει την εξέταση και ήλπιζε μόνο μέσα της ο Ιαν να είχε προχωρήσει τη ζωή του και να είχε πάψει να υποφέρει όπως εκείνη.

Είχε ξεκινήσει συνεδρίες με έναν ψυχολόγο στην περιοχή της και πήγαινε αρκετά καλύτερα. Κοιμόταν το βράδυ χωρίς να βλέπει εφιάλτες και έτρωγε καλά. Είχε μάλιστα πάρει και τα τρία κιλά που είχε χάσει και είχε όρεξη να ξεκινήσει καινούργιες δραστηριότητες. Η Λάουρα θα την επισκεπτόταν σε μία βδομάδα και θα έμενε ένα ολόκληρο μήνα μαζί της. Η Βαλέρια ανυπομονούσε γι’ αυτό γιατί είχε καιρό να δει τη φίλη της. Από εκείνο το βράδυ που την πίκρανε έκαναν να μιλήσουν μερικές βδομάδες. Η Βαλέρια βυθίστηκε στην αυτολύπηση και στην απελπισία. Έφτασε σε σημείο να μην βάζει μπουκιά στο στόμα της και να βαριέται να κάνει μπάνιο. Είχε φτάσει στον πάτο, είχε γνωρίσει τα όριά της. Είχε περπατήσει στο πυκνό σκοτάδι αλλά κατάφερε να βγει από την κόλαση. Κρατήθηκε από τη σκέψη ότι οι προθέσεις της ήταν πάντα καλές και αυτό στη νομική είχε μεγάλη βαρύτητα. Έτσι απλά, μια μέρα, σηκώθηκε και προσπάθησε να φάει κάτι. Μετά σιγά σιγά άρχισε να βγαίνει πιο συχνά από το δωμάτιο που νοίκιαζε, έψαξε σπίτι στο Λονδίνο και βρήκε δουλειά. Της είχε πάρει χρόνο, αλλά τα είχε καταφέρει. Και πριν από λίγο καιρό τηλεφώνησε στη Λουίζα. Η φίλη της δεν της έκανε τη δύσκολη. Της μίλησε σαν να μην είχε γίνει τίποτα. Το μόνο που της είπε ήταν ότι χαιρόταν που την έβλεπε να χαμογελάει. Και αυτό έφτανε Βαλέρια για να καταλάβει ότι όλα ήταν καλά.

Εκείνο το απόγευμα γύρισε κατά τις έξι στο σπίτι και αφού μαγείρεψε στα γρήγορα κάτι για να φάει, έκατσε στην τηλεόραση να χαζέψει τις ειδήσεις. Είχε λίγο χρόνο μέχρι τις εννιά. Είχε κανονίσει να βγει για ποτό με τους συναδέλφους της γιατί είχαν κλείσει μια μεγάλη συμφωνία και ήταν όλοι ενθουσιασμένοι. Γύριζε τα κανάλια νευρικά όταν τελικά σταμάτησε στο κανάλι με τα κοσμικά. Ένα γκαλά είχε γίνει την περασμένη Κυριακή και σήμερα είχαν αφιέρωμα. Μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα πέρασαν από μπροστά της εικόνες από τους πιο πλούσιους και όμορφους ανθρώπους της χώρας: ηθοποιοί, επιχειρηματίες, σελέμπριτι. Εντυπωσιακά φορέματα, αστραφτερά κοσμήματα και πλατιά χαμόγελα γέμισαν την οθόνη. Το τηλεχειριστήριο τρεμόπαιξε στην παλάμη της και η ανάσα της κόπηκε όταν είδε μια γνώριμη φιγούρα να μιλάει σε έναν δημοσιογράφο ο οποίος έπαιρνε μερικές δηλώσεις από τους καλεσμένους. Ήταν εκείνος. Τα αφτιά της ξαφνικά σταμάτησαν να ακούνε και η καρδιά της άρχισε να χτυπάει δυνατά. Κάτι έλεγε…αλλά τι…; Είχε σημασία όμως; Φορούσε ένα μαύρο υπέροχο σμόκιν. Τα μαλλιά του είχαν γκριζάρει ελάχιστα και έδειχνε λιγάκι πιο αδύνατος. Αυτό όμως που τη σόκαρε δεν ήταν οι αλλαγές πάνω στο πρόσωπό του άντρα που στιγμάτισε τη ζωή της. Αυτό που την σόκαρε ήταν η απογοήτευσή της όταν είδε την ξανθιά καλλονή που κρεμόταν από το μπράτσο του. Και τότε κατάλαβε, ότι ήταν πάλι στο μηδέν.





Τετάρτη, 14 Ιανουαρίου 2015

last chance

Τελευταία ευκαιρία να με ψηφίσετε σήμερα!

www.loveradio-arlekin.gr

Η Βασίλισσα της Καρδιάς του

Καλή συνέχεια σε ό,τι κάνετε!

κεφάλαιο 42-σιγά σιγά κλείνουν όλες οι πόρτες...

Ξύπνα μωρό μου, εγώ είμαι…

Η Βαλέρια ξύπνησε κάθιδρη και ανοιγόκλεισε νευρικά τα μάτια της. Ανακουφίστηκε όταν συνειδητοποίησε ότι έβλεπε όνειρο. Ανακουφίστηκε και απογοητεύτηκε μαζί. Αυτά τα αντικρουόμενα συναισθήματα τον τελευταίο καιρό κόντευαν να την τρελάνουν. Όλο το βράδυ έβλεπε στον ύπνο της ότι βρισκόταν εκείνος στο δωμάτιό της και της έλεγε να ξυπνήσει. Προσπαθούσε να ανοίξει τα μάτια της και να τον διώξει αλλά δεν άνοιγαν. Εκείνος της μιλούσε γλυκά και τη χάιδευε και η Bαλέρια τον μισούσε γι’ αυτό. Ήθελε να του ουρλιάξει να την αφήσει ήσυχη, να του πει να βρει μια άλλη γυναίκα και να φτιάξει τη ζωή του, αλλά το σώμα της δεν ανταποκρινόταν.

Όταν τελικά ξύπνησε, και συνειδητοποίησε ότι ήταν εφιάλτης, δεν μπόρεσε να αγνοήσει και το κύμα απογοήτευσης που ένιωσε. Ο Ιαν τρύπωνε στις σκέψεις της κάθε ώρα και στιγμή. Εκτός από σύντροφός της ήταν και ο καλύτερος φίλος της. Αυτή τη στιγμή αντιμετώπιζε μια κρίση ταυτότητας και ένα πρόβλημα που ξεπερνούσε τους νόμους της λογικής. Τώρα ήταν που τον χρειαζόταν περισσότερο και τώρα ήταν που δεν μπορούσε να τον έχει. Στην αρχή είχε επιμείνει, αλλά τον τελευταίο καιρό δεν την ενοχλούσε καθόλου. Είχε κλείσει το κινητό της φυσικά και το άνοιγε σπάνια, αλλά της έστελνε μέιλ. Τουλάχιστον στην αρχή. Δεν τα διάβασε ποτέ, αλλά ήταν πάνω από δέκα. Την τελευταία βδομάδα δεν είχε λάβει κανένα.

Έκλεισε τα μάτια της και προσπάθησε να πάρει βαθιές ανάσες. Ήταν μια συμβουλή που της είχε δώσει ο ψυχοθεραπευτής της. Είχαν κανονίσει δύο συνεδρίες κάθε βδομάδα μιας και βρισκόταν σε έξαρση και ίσως μετά αραίωναν. Όχι πως σκόπευε να μείνει μόνιμα εκεί, αλλά δεν ήταν και σίγουρη. Στο Λονδίνο πάντως δεν ήθελε να επιστρέψει ποτέ. Ούτε στη δικηγορία. Τουλάχιστον όχι με τις παλιές συνθήκες. Κατάφερε να ηρεμήσει το καρδιοχτύπι της κάπως και άρχισε να φαντάζεται ότι είναι σε ένα πράσινο λιβάδι με λουλούδια. Περπατούσε και περπατούσε προς την άκρη του λιβαδιού ώσπου ένα σμήνος μέλισσες άρχισε να την κυνηγάει. Η Βαλέρια ξανάνοιξε βίαια τα μάτια της. Μάλλον είχε αποκοιμηθεί και έβλεπε πάλι εφιάλτες. Τι μαρτύριο ήταν αυτό, Θεέ μου. Γιατί δεν μπορούσε να ελέγξει τα συναισθήματά της; Κοίταξε το ρολόι και έκανε μερικούς υπολογισμούς στο μυαλό της. Τέλεια. Ήταν ακόμα σχετικά νωρίς για να καλέσει τη Λάουρα. Ευτυχώς ήταν συνδεδεμένη στο skype.
«Για να με παίρνεις εσύ τέτοια ώρα…» κούνησε η Λάουρα το χέρι με το που ενεργοποιήθηκε η κάμερα. «Πάλι δεν κοιμάσαι;» είπε αυστηρά.
«Πώς να κοιμηθώ, Λάουρα;» απάντησε η Βαλέρια και άναψε ένα μικρό πορτατίφ για να τη βλέπει καλύτερα η φίλη της. «Όλη μου η ζωή είναι ανάστατη!»
«Τότε, βάλ' τη σε τάξη» ύψωσε τον τόνο της φωνής της η Λάουρα και η Βαλέρια συνειδητοποίησε ότι μετά από τόσο καιρό που η φίλη της την άκουγε καρτερικά, πρώτη φορά έχανε την υπομονή της. «Φύγε από αυτό το μίζερο δωμάτιο και βρες μια δουλειά. Κάνε κάτι!» συνέχισε η φίλη της ακάθεκτη. Η Βαλέρια κοίταξε τριγύρω της τα ζοφερά χρώματα, τα τριμμένα έπιπλα. Όντως, ο χώρος ήταν λίγο καταθλιπτικός.
«Μα δεν ξέρω τι θέλω να κάνω» ψέλλισε και άρχισε να κλαίει. Τον τελευταίο καιρό μόνο αυτό έκανε. Η Λάουρα είχε αρχίσει πια να αγνοεί τα δάκρυά της και να μην προσπαθεί να την κατευνάσει.
«Τι έφαγες σήμερα;» ρώτησε η Λάουρα θυμωμένη. Ήξερε την απάντηση. «Βγήκες καθόλου από εκεί μέσα ή πέρασες τη μέρα στο ίντερνετ;»
«Έριξα μια ματιά σε μικρές αγγελίες» είπε η Βαλέρια αδύναμα.
«Αύριο το πρωί θα αρχίσεις να ψάχνεις ένα μικρό σπιτάκι και μια δουλίτσα σε ένα όμορφο μέρος. Πήγαινε στη Σκωτία. Πες στο Πίτερ ότι ψάχνεις δουλειά και θα σε βοηθήσει»
«Δε θέλω να…»
«Δε με νοιάζει τι θες, Βαλέρια. Σου λέω τι πρέπει να κάνεις. Πιστεύεις ότι αλλάζεις κάτι με τη συμπεριφορά σου; Ο,τι έγινε έγινε. Πρέπει να το ξεπεράσεις. Αν και δεν είμαστε σίγουροι ότι υπάρχει κάτι να ξεπεράσεις».
«Μην αρχίζεις πάλι!»
«Τι να μην αρχίζω; Να μη σου πω δηλαδή ότι είσαι τρελή; Να μη σου πω ότι στην υποψία μόνο ότι κάτι τρέχει εσύ έχεις κλειστεί σε ένα δωμάτιο εδώ και τρεις βδομάδες και τρέφεσαι με τοστ; Ότι τιμωρείς τον εαυτό σου για κάτι που δεν ξέρουμε αν είναι έγκλημα;»
«Τόση ελξη….ίσως μόνο έτσι εξηγείται» είπε η Βαλέρια και άρχισε ξανά να κλαίει.
«Το αντίθετο λένε για τα αδέρφια, ηλίθια. Ότι δεν υπάρχει έλξη. Τι διάολο λες;»
«Ας σταματήσουμε, μου έρχεται εμετός»
«Πόσο αδύναμη είσαι πια; Στάσου στα πόδια σου και πάλεψε!»
«Να παλέψω για τι; Γιατί είσαι τόσο σκληρή μαζί μου;»
«Είμαι σκληρή μαζί σου επειδή σε σέβομαι»
«Δε θέλω να με σέβεσαι αλλά να με καταλαβαίνεις»
«Δεν καταλαβαίνω αυτό που περνάς. Κλείνεις τα μάτια σου στην πιθανότητα να είναι όλα καλά. Βάζεις τρικλοποδιά στον εαυτό σου. Είναι σαν να μην θέλεις να είσαι ευτυχισμένη. Είσαι αυτοκαταστροφική. Αυτό είσαι».
«Σταμάτα με την επίθεση επιτέλους!» φώναξε η Βαλέρια και ανακάθισε στο κρεβάτι της. Η Λάουρα ήπιε λίγο από τον καφέ της και κοίταξε την οθόνη για μερικά δευτερόλεπτα αμίλητη. Όταν τελικά μίλησε, αναστάτωσε τη Βαλέρια ακόμη μια φορά.
«Μέχρι να κάνεις την εξέταση και να έχεις αποτελέσματα δεν έχεις κανένα δικαίωμα να νιώθεις άσχημα. Ακόμα και αν πάρεις τα αποτελέσματα και αποδειχτεί ότι είστε αδέρφια, δεν έχεις δικαίωμα να αυτοτιμωρείσαι. Το μόνο δικαίωμα που έχεις είναι να φροντίζεις τον εαυτό σου. Με ακούς;» της είπε.
«Προτιμώ να μην ξέρω παρά να είναι αλήθεια».
«Μου το έχεις πει δέκα φορές αυτό» είπε η Λάουρα κοφτά. «Μείνε στο σκοτάδι τότε».
«Λάουρα, σε έχω κουράσει και το καταλαβαίνω. Ας μιλήσουμε κάποια άλλη στιγμή» είπε και αφού καληνύχτισε τη φίλη της αποσυνδέθηκε.

Έμεινε στο σκοτάδι αντιμέτωπη με την πιθανότητα να είχε μείνει πια τελείως μόνη στον κόσμο.


Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2015

κεφάλαιο 41-σπασμωδικές κινήσεις

Η Βαλέρια ξύπνησε απότομα από έναν ήχο μέσα στο δωμάτιο του πανδοχείου. Δεν ήταν τίποτα όμως. Είχε αφήσει ένα παράθυρο ανοιχτό και ο αέρας το έκανε να κοπανάει δυνατά. Το έκλεισε και χώθηκε κάτω από το πάπλωμα, καλύπτοντας και το κεφάλι της. Έτσι έκανε τον τελευταίο καιρό, μέχρι που ένιωθε να σκάει και έβγαζε έξω το κεφάλι της μόνο για να πάρει ανάσες. Και μετά πάλι από κάτω. Το δωμάτιο ήταν μικρό αλλά ζεστό. Είχε ελάχιστα έπιπλα αλλά δε χρειαζόταν περισσότερα. Άλλωστε έλειπες πολλές ώρες κάνοντας βόλτες και διαβάζοντας σε κάποιο πάρκο. Η μόνη της ασχολία μέσα στο δωμάτιο ήταν να μπαίνει λιγάκι στο ίντερνετ και να δίνει νομικές συμβουλές σε μια ιστοσελίδα που απευθυνόταν σε αδύναμες κοινωνικές ομάδες που χρειάζονταν καθοδήγηση σχετικά με τα δικαιώματά τους.

Τις τελευταίες μέρες είχαν αλλάξει τόσα πολλά στη ζωή της… Μία θύελλα εξελίξεων με πρωταγωνίστρια την ίδια. Μισούσε τα πάντα. Μισούσε τους γονείς της. Η μητέρα της ήταν μια γυναίκα που η ανωριμότητά της και η ματαιοδοξία της την έκαναν να πληγώσει τον άντρα και μετά το παιδί της. Ο πατέρας της ήταν ένας άβουλος άνθρωπος που αντί να δείξει πόσο πληγώθηκε, κρυβόταν πίσω από το δάχτυλό του και η μόνη του αντίδραση ήταν να φτιάχνει πισίνες σε μια ηλίθια προσπάθεια να αποδείξει στον «δίπλα» ότι η γυναίκα του περνούσε καλά και ότι ήταν και αυτός άξιος. Τι βλακείες, θεέ μου.

Μισούσε τον Κέρβερο. Της ερχόταν αηδία κάθε φορά που τον έβλεπε. Είχε μάλλον συσσωρεύσει κακία μέσα της και δεν άντεξε. Είχε επιστρέψει μετά το συμβάν στη δουλειά και ρίχτηκε με τα μούτρα σε μια δύσκολη υπόθεση για να μη σκέφτεται. Εκείνος όμως συνέχιζε να τη βομβαρδίζει με άπρεπα σχόλια. Όταν ένα πρωί τη ρώτησε αν είναι καλά και άπλωσε το χέρι του με κατεύθυνση τα μαλλιά της η Βαλέρια ένιωσε την επιθυμία να κάνει εμετό. Αντ’ αυτού, σηκώθηκε όρθια, του είπε με έναν ουδέτερο τόνο ότι δεν αντέχει να δουλεύει άλλο σε ένα περιβάλλον όπου δεν τη σέβονται και δεν την εκτιμούν και έφυγε. Έτσι απλά. Έφυγε. Ήξερε ότι ήταν μια μικρή επαγγελματική αυτοκτονία και ότι αν ήθελε ο Κέρβερος μπορούσε να την δυσφημίσει στους νομικούς κύκλους αλλά δεν την ένοιαζε. Δεν την ένοιαζε τίποτα. Μισούσε τους πάντες και τα πάντα. Εκείνη τη μέρα γύρισε σπίτι της, μάζεψε μερικά ρούχα σε ένα σακίδιο και έφυγε. Γέμισε με βενζίνη το αμάξι της και βγήκε στον αυτοκινητόδρομο χωρίς συγκεκριμένο προορισμό. Δεν μπορούσε να μένει άλλο στο Λονδίνο. Την αηδίαζε η πόλη. Ασφυκτιούσε.

Είχε λίγα λεφτά στην άκρη μετά την μεταφορά του ποσού στους γονείς της αλλά την έφταναν για μερικές βδομάδες σε ένα πανδοχείο. Και έτσι έκανε. Κατέλυσε σε ένα ζεστό οίκημα στην εξοχή λίγο πιο έξω από το Γιορκ και άρχισε να σκέφτεται το επόμενο βήμα της. Η μόνη της επαφή με τον έξω κόσμο ήταν η Λάουρα. Στους γονείς της είχε στείλει ένα μήνυμα ότι δε θέλει να την ενοχλήσουν για λίγο καιρό μέχρι να ηρεμήσει. Εκείνοι έδειξαν να καταλαβαίνουν αλλά η Βαλέρια δεν νοιαζόταν και πολύ για το πώς ένιωθαν εκείνοι. Σε αυτή τη φάση το μόνο που την ένοιαζε ήταν ο εαυτός της. Και το να μην τρελαθεί.

Μιλούσε κάθε βράδυ με τη Λάουρα, η οποία προσπαθούσε να την ηρεμήσει. Ήταν όμως τόσο θυμωμένη η Βαλέρια, τόσο εξοντωμένη ψυχολογικά, που τις τελευταίες μέρες η φίλη της είχε παραιτηθεί και συζητούσαν μόνο περί ανέμων και υδάτων.

Ο Ιαν… Η Βαλέρια έκλεισε τα μάτια καθώς η σκέψη του πέρασε από το μυαλό της φευγαλέα. Είχε αρχίσει να αναπτύσσει άμυνες. Κάθε φορά που εκείνος τρύπωνε στο μυαλό της άρχισε να σκέφτεται αμέσως κάτι άσχετο. Μετρούσε μέχρι το είκοσι στα γαλλικά ή έλεγε κάποιο παιδικό τραγουδάκι από μέσα της. Της ήταν δύσκολο να ξεχάσει αλλά θα τα κατάφερνε. Ήταν δυνατή.

Εκείνος δεν τη διευκόλυνε. Την κυνήγησε με το αμάξι όταν το έσκασε εκείνο το βράδυ από το σπίτι της για να τον αποφύγει. Μετά πήγε σπίτι της, την παρακάλεσε, την βομβάρδισε με κλήσεις, επισκέψεις, παρακλήσεις, απειλές, φωνές. Δεν την έπεισε. Κανείς δεν μπορούσε να την πείσει. Ούτε ο Θεός ο ίδιος. Δεν μπορούσε. Απλά δεν μπορούσε. Δεν άντεχε να κάνει αυτή την εξέταση. Ήθελε να σταματήσει να σκέφτεται και να θυμάται. Ήταν ανόσιο. Ήταν ένα τεράστιο έγκλημα, μια αμαρτία ανείπωτη. Μια υπόθεση που θα έκανε τον κόσμο να φρίξει.

Πήρε μια βαθιά ανάσα. Έπρεπε να βρει κάποιον να μιλήσει. Έναν ψυχοθεραπευτή. Κάτι τέτοιο ίσως τη βοηθούσε. Δεν άντεχε στην ιδέα ότι το σώμα της ήταν τόσο βρώμικο. Ήθελε να βγει από μέσα και να πετάξει. Να ζήσει χωρίς τις αναμνήσεις του Ιαν πάνω της. Να βάλει τέλος σε όλο αυτό το μαρτύριο. Να μπορέσει να ανακουφιστεί σταδιακά και να καταφέρει να κοιμηθεί πάνω από 2-3 ώρες συνεχόμενα. Αλλιώς θα τρελαινόταν. Ήταν αναπόφευκτο. Η υπόθεση αυτή ήταν το εισιτήριό της για το ψυχιατρείο. Ο Ιαν επέμενε για την εξέταση αλλά έτσι ήταν πάντα αυτός. Αισιόδοξος σε σημείο βλακείας. Αλλά εκείνη προτιμούσε να μην μάθει ποτέ, να υπάρχει μέσα της έστω και ένα ψήγμα αμφιβολίας παρά να σιγουρευτεί. Παρά να σιγουρευτεί ότι ήταν η πιο αηδιαστική γυναίκα στον κόσμο.





Παρασκευή, 9 Ιανουαρίου 2015

κεφάλαιο 40-Δίας και Ηρα

Η Βαλέρια έτρεξε στην τουαλέτα και έκανε εμετό. Δεν ανακουφίστηκε όμως και σύρθηκε στην κουζίνα για να πιει λίγο νερό, να δροσιστεί. Η μητέρα της την ακολουθούσε φοβισμένη, ψελλίζοντας λέξεις που έφερναν στην Βαλέρια αηδία. Μόνο αηδία.
«Κορίτσι μου, συγγνώμη…» έλεγε ξανά και ξανά αλλά η Βαλέρια δεν καταλάβαινε τι άκουγε, δε συνειδητοποιούσε πού βρισκόταν. Τα βήματά της ήταν ελαφριά, σαν να πετούσε.
«Άσε με» της είπε και τινάχτηκε όταν η μητέρα της προσπάθησε να την αγκαλιάσει.
«Προσπαθήσαμε πολλές φορές να σας κρατήσουμε μακριά και εμείς και οι δίπλα, αλλά φαίνεται ήταν πολύ ισχυρό αυτό που νιώθατε» είπε η Μπάρμπαρα Αρτσερ. Η Βαλέρια αναρωτήθηκε κάπου μέσα στη ομίχλη του μυαλού της πώς μπορούσε να ξανφωνάξει αυτή τη γυναίκα «μητέρα». «Δεν είναι τίποτα σίγουρο, αλλά πολύ φοβάμαι…» κλαψούρισε η μητέρα της.

Εκείνη τη στιγμή κάποιος βρόντηξε την πόρτα. Το ουρλιαχτό του Ιαν έσκισε τον αέρα και η Βαλέρια έκλεισε τα αφτιά της. Τι θα του έλεγε; Τι θα της έλεγε; Αραγε είχε μάθει τα νέα και γι’ αυτό τη βομβάρδιζε με μηνύματα;
«Μην ανοίγεις» είπε η Βαλέρια στη μητέρα της και η γυναίκα σταμάτησε το βήμα της. Ο πατέρας της κατέβηκε από τον πάνω όροφο, χλωμός σαν πανί.
«Θα τον αφήσετε να σπάσει την πόρτα;»
«Δεν ξέρω τι να του πω» είπε η Βαλέρια κλαμένη.
«Βαλέρια!» ούρλιαζε συνέχεια έξω ο Ιαν μέχρι που η μητέρα της του άνοιξε την πόρτα, παραβαίνοντας τις εντολές της κόρης της.
«Αφήστε μας μόνους!» διέταξε εκείνος μπαίνοντας μέσα με φόρα. Το θολό του βλέμμα εκείνη τη στιγμή τρόμαξε τη Βαλέρια. Οι γονείς της αποσύρθηκαν στον πάνω όροφο χωρίς δεύτερη κουβέντα. Ο Ιαν έδειχνε έτοιμος να κάνει φόνο και είχε κάθε δίκιο.

Η Βαλέρια σωριάστηκε σαν πάνινη κούκλα σε μια καρέκλα κοντά στο τζάκι και ο Ιαν κάθισε στην πιο απομακρυσμένη πολυθρόνα. Μάλιστα, σκέφτηκε η Βαλέρια. Με σιχαίνεται.
«Γιατί δεν άνοιγες;» ρώτησε εκείνος χτενίζοντας νευρικά τα μαλλιά του με τα χέρια του. Η Βαλέρια δεν απάντησε. «Είπαμε ότι μαζί…» ξεκίνησε να λέει αλλά σταμάτησε αμέσως συνειδητοποιώντας μάλλον πόσο γελοίο ήταν αυτό που ήθελε να πει. Έδειχνε εξαντλημένος και τα μάτια του ήταν κόκκινα σαν αίμα.
Κάθισαν απέναντι αμίλητοι για μερικά δευτερόλεπτα. Η Βαλέρια σιγόκλαιγε και ο Ιαν κοιτούσε έξω από το παράθυρο χωρίς ουσιαστικά να βλέπει κάτι.
«Δεν μπορούσαμε να ξέρουμε…» είπε εκείνος ήρεμα γνωρίζοντας ότι αυτό που έλεγε ήταν μια χαζή δικαιολογία. «Δεν είναι σίγουρο τίποτα ακόμα…» συνέχισε και η Βαλέρια πετάχτηκε πάνω σαν ελατήριο. Ο Ιαν δεν την κοιτούσε. Μάλλον του προκαλούσε αηδία ακόμα και η σκέψη. Και όχι άδικα.
«Καταλαβαίνεις τι λες;» του φώναξε ξαφνικά, με όσο θυμό είχε μέσα της για την κατάσταση στην οποία τους έμπλεξαν. «Οι γονείς μας…ξέρεις…και εμείς μπορεί να…» του είπε αλλά δεν ολοκλήρωσε ποτέ. Δεν μπορούσε να ξεστομίσει αυτές τις λέξεις. Διάολε.
«Ξέρω, Βαλέρια. Μου μίλησε ο πατέρας μου» της είπε ντροπιασμένος κι εκείνος. Πόσο κακό τούς είχαν κάνει οι πιο δικοί τους άνθρωποι;
«Έχω τόσα πολλά στο κεφάλι μου, νομίζω ότι θα σπάσει» είπε εκείνη. «Ο πατέρας μου μπορεί να μην είναι πατέρας μου, η μητέρα μου είναι μια μοιχαλίδα, ο άντρας που αγάπησα πιο πολύ κι από τη ζωή μου μπορεί να είναι…».
«Βαλέρια, δεν είναι ακόμα σίγουρο» της είπε αδύναμα εκείνος. Ούτε εκείνος το πίστευε. Η Βαλέρια έβλεπε την αμφιβολία πάνω του. Οι κυρτοί ώμοι, τα σφιγμένα χείλη, οι σπασμωδικές κινήσεις.
«Δε θέλω να μάθω. Θέλω να μη σε ξαναδώ ποτέ. Να ξεχάσω ότι μπορεί να…» είπε η Βαλέρια και άρχισε να κλαίει τόσο δυνατά που κατέβηκαν οι γονείς της τρέχοντας.
«Φύγετε» τους διέταξε ξανά ο Ιαν και αφού βεβαιώθηκαν ότι η Βαλέρια σταμάτησε να κλαίει ανέβηκαν ξανά πάνω.
«Βαλέρια, πρέπει να μάθουμε» της είπε εκείνος αποφασιστικά και την έπιασε από τους ώμους δυνατά. Η Βαλέρια τραβήχτηκε πίσω αηδιασμένη.
«Καταλαβαίνεις για τι ανοσιούργημα μιλάμε;» του είπε εκείνη χωρίς να σηκώνει το κεφάλι από τη γη. «Μιλάμε για την ύψιστη αμαρτία, για το μεγαλύτερο αίσχος!»
«Δεν ξέρουμε τίποτα»
«Δεν θα αντέξω να το μάθω»
«Μπορεί να μην ισχύει» επέμεινε εκείνος. Η Βαλέρια σήκωσε με δυσκολία τα μάτια της και κόλλησε το βλέμμα της στα δύο κάρβουνα που έκαιγαν στα δικά του.

«Δεν θα το αντέξω, Ιαν. Θα σκοτωθώ».

39-έξω απ'τα δόντια

Το βλέμμα της μητέρας της γύρισε τρομαγμένο προς τον άντρα της.
«Έτσι όπως τα έκανες, βγάλτα πέρα μόνη σου!» της είπε εκείνος και η Βαλέρια σιγουρεύτηκε ότι κάτι της διέφευγε. Κάτι μεγάλο και πολύ σοβαρό. Ο πατέρας της σπάνια φώναζε στη μητέρα της. Εκείνη τη στιγμή δονήθηκε το κινητό της. Ήταν ο Ιαν. Της έλεγε ότι έπρεπε να τη δει αμέσως και να μη φύγει χωρίς αυτόν. Η Βαλέρια απόρησε. Ένα άσχημο προαίσθημα είχε φωλιάσει στο στομάχι της και δεν μπορούσε να ανασάνει. Γιατί να έφευγε; Αφού είχαν συνεννοηθεί να πάνε για φαγητό.
Ο πατέρας της ανέβηκε τα σκαλιά σχεδόν τρέχοντας και η μητέρα της έμεινε μόνη με τη Βαλέρια. Το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να χώσει το κεφάλι της στις παλάμες της και να αρχίσει ένα κλάμα γοερό, λες και μόλις άκουσε ότι κάποιος πέθανε. Η Βαλέρια τρόμαξε.
«Πες μου, μητέρα, πες μου» την παρότρυνε. «Τι μπορεί να είναι αυτό που σε κάνει έτσι;».
Η μητέρα της συνέχισε να κλαίει για μερικά λεπτά αλλά όταν η Βαλέρια ακούμπησε το χέρι της στον ώμο της, σταμάτησε ξαφνικά και την κοίταξε με τα τεράστια κατακόκκινα μάτια της. Και άρχισε να της αφηγείται.
«Όταν ήρθαμε στο χωριό» είπε βαριά μέσα στα αναφιλητά της «ήμασταν δύο χρόνια παντρεμένοι με τον πατέρα σου και δεν είχαμε κάνει παιδί».
«Δεν καταλαβαίνω…»
«Μη με διακόπτεις, παιδί μου» είπε η μητέρα της και έσκυψε το κεφάλι στο πάτωμα.
«Μάλιστα» είπε η Βαλέρια.
«Δεν παντρευτήκαμε από έρωτα. Ήταν προξενιό και δεν ένιωσα αυτό που λένε έρωτα για εκείνον. Περνούσα πολλές ώρες μόνη και ήμουν νέα και ηλίθια και…»
«Πες μου επιτέλους» έχασε την υπομονή της η Βαλέρια. Είχε καταλάβει ότι η μητέρα της είχε απατήσει τον πατέρα της αλλά δεν έβλεπε τι σχέση είχε αυτό με τη σχέση της με τον Ιαν.
«Για λίγο καιρό είχα σχέση με κάποιον άλλον άντρα. Με συνεπήρε με τα χρήματα και τη δύναμή του. Λυπάμαι πολύ γι’ αυτό» συνέχισε η μητέρα της κλαίγοντας.
«Και ο μπαμπάς;» ψέλλισε η Βαλέρια νιώθοντας ξαφνικά άσχημα.
«Ο πατέρας σου ποτέ δεν το έθιξε το θέμα. Ήταν τόσο κύριος που με έκανε να νιώσω σαν σκουλήκι με την ανωτερότητά του. Όχι ότι δεν ήμουν δηλαδή…»
«Δε σου είπε τίποτα;»
«Μου ζήτησε μόνο να μην ξαναναφερθούμε στο θέμα»
«Θα πρέπει να σε αγαπούσε πολύ για να σου συγχωρήσει κάτι τέτοιο» είπε η Βαλέρια και δάκρυσε κι εκείνη.
«Μετά από αυτό, μετά από την αξιοπρεπή αυτή στάση του στο απαίσιο φέρσιμό μου, τον αγάπησα δέκα φορές, όχι μία. Και μάρτυς μου ο Θεός μετανιώνω κάθε μέρα για εκείνες τις λίγες φορές που βρέθηκα με τον άλλον άντρα».
«Καταβαίνω, μητέρα, και αφού ο πατέρας μου έχει αυτή τη στάση εγώ δεν έχω δικαίωμα να σε κρίνω. Αλλά τι σχέση έχει αυτό με τον Ιαν;».
«Μα δεν καταλαβαίνεις;» φώναξε ξαφνικά η μητέρα της και το αίμα της Βαλέρια πάγωσε. «Πώς αλλιώς να σου το πω; Ο άντρας με τον οποίο…εγώ…ήταν ο δίπλα…»
«Ποιος;» ρώτησε η Βαλέρια σαν χαμένη. Δεν μπορούσε να δεχτεί όλα αυτά που άκουγε.
«Ο Κάρτερ. Ποιος άλλος;»
«Μα αυτός ήταν παντρεμένος; Τι λες, μητέρα;» θύμωσε η Βαλέρια με την ξεδιαντροπιά της μητέρας της.
«Μου έλεγε ότι η γυναίκα του τον παραμελούσε μετά τη γέννηση του γιου τους, του Ιαν, ότι ήταν ψυχρή…ένα σωρό βλακείες. Όλα αυτά που λένε οι παντρεμένοι».
«Μπορεί να τα εννοούσε αλλά και πάλι δεν καταλαβαίνω» επέμεινε η Βαλέρια. «Φυσικά θα είναι πολύ άβολο να συναντιέστε εσείς οι τέσσερις, αλλά μπορούμε να το αποφύγουμε. Δεν είναι ανάγκη καν να έρθετε στον γάμο αν δε νιώθετε καλά, και δεν θα σας πιέσουμε. Καταλαβαίνω, αλλά δεν μπορούμε να υποστούμε εμείς τις συνέπειες για κάτι που κάνατε εσείς και μάλιστα πριν από τόσο μεγάλο διάστημα» είπε η Βαλέρια αλλά η μητέρα της δε σταματούσε να κλαίει. Το κινητό της δονήθηκε ξανά. Ήταν ο Ιαν. Δεν του απάντησε.
«Εννιά μήνες αφού χώρισα με τον Κάρτερ, αν μπορούμε να μιλάμε για χωρισμό εφόσον μόνο λίγες φορές…ξέρεις…»
«Ναι, ναι» την διέκοψε η Βαλέρια. Δεν ήθελε να την κάνει να νιώσει ακόμα πιο άβολα. Ήδη θα ένιωθε απαίσια που το εκμυστηρευόταν στην κόρη της. Ο πατέρας της δε, θα έπρεπε να νιώθει σαν σκουπίδι.
«Δεν καταλαβαίνεις» της είπε η μητέρα της και συνέχισε να κλαίει.
«Ο πατέρας μου πάντα προσπαθούσε να τη βγει στους δίπλα. Δανειστήκατε λεφτά; Τι έγινε; Πες μου το μεγάλο μυστικό, μητέρα! Για όνομα!» είπε η Βαλέρια. Δεν μπορούσε πια άλλο. Την είχε τρελάνει αυτό το μαρτύριο και ο Ιαν συνέχιζε να της κάνει κλήσεις. Τι στο καλό ήθελε πια;
«Εννιά μήνες μετά γεννήθηκες εσύ» της είπε ξαφνικά η μητέρα της. «Ο Ιαν ήταν ήδη δύο χρονών».
«Ε και; Ωραία» είπε η Βαλέρια και ανασήκωσε τους ώμους μπερδεμένη. Θα την τρέλαινε αυτή η γυναίκα.
«Δεν μάθαμε ποτέ…ο πατέρας σου δε θέλησε να μάθει» είπε η Μπάρμπαρα Αρτσερ και κοίταξε την κόρη με ένα άδειο, απλανές βλέμμα που θύμιζε τρόφιμο ψυχιατρείου.
«Να μάθει τι;» ρώτησε η Βαλέρια με μια πνιχτή φωνή και ξαφνικά ο κόσμος άρχισε να στροβιλίζεται άγρια γύρω της.

Τετάρτη, 7 Ιανουαρίου 2015

κεφάλαιο 38-κρατηθείτε...

Η Βαλέρια το ήξερε ότι ήταν τρελή αλλά όλο αυτό ήταν απόρροια του επαγγέλματός της. Είχε συνηθίσει να σκέφτεται πάντα το επόμενο βήμα, να φαντάζεται το χειρότερο δυνατό σενάριο, να κινδυνολογεί, να προσπαθεί πάντα να προβλέπει την επόμενη κίνηση. Για το λόγο αυτό μετέφερε από τον προσωπικό της λογαριασμό το ποσό των οκτώ χιλιάδων λιρών στο λογαριασμό από όπου γίνονταν οι αναλήψεις για να καλυφθεί το δάνειο των γονιών της. Τα χρήματα αυτά τα είχε μαζέψει με μεγάλο κόπο, μιας και όλα της τα χρήματα τα έβαζε για το δάνειο και δεν της περίσσευαν πολλά. Είχε σκοπό να τα επενδύσει κάποια στιγμή σε ένα καλύτερο αμάξι ή ίσως να έκανε ένα μεγάλο ταξίδι. Στη συγκεκριμένη φάση όμως η απόφασή της να σιγουρέψει μερικές δόσεις του δανείου ήταν η καλύτερη λύση. Γιατί ήταν σίγουρη ότι μετά την ανακοίνωση των νέων οι γονείς της θα σταματούσαν να της μιλάνε. Ήθελε να τους δώσει μερικούς μήνες περιθώριο μέχρι να ορθοποδήσουν και να αρχίσουν να πληρώνουν εκείνοι. Ήξερε καλά ότι ο πατέρας της δε θα δεχόταν δεκάρα μετά από αυτό.

Όλα αυτά σκεφτόταν και δεν έλεγε να βγει από το αμάξι της. Ο Ιαν είχε έρθει με το δικό του μερικές ώρες πριν από εκείνη. Της είχε πει ότι θα μιλούσε αμέσως στους δικούς του και ότι αφού έκανε κι εκείνη το ίδιο, θα τη συναντούσε πια επίσημα για να πάνε για φαγητό μαζί στην πόλη. Η Βαλέρια εκτίμησε ότι δεν την πίεσε για την παρουσία του στο σπίτι της αλλά και πάλι δεν είχε ιδέα τι να πει και πώς στους γονείς της. Είχε βγάλει τα κλειδιά από τη μίζα και προσπαθούσε να πάρει μερικές ανάσες για να σκεφτεί. Οι γονείς της περίμεναν τον Ιαν. Αν έβλεπαν εκείνη, θα καταλάβαιναν αμέσως.

Βγήκε από το αμάξι και έσυρε απρόθυμα τα βήματά της μέχρι την εξώπορτα. Το σαββατιάτικο πρωινό ήταν λαμπερό και πολύ θα προτιμούσε μια βόλτα στον κήπο παρά αυτό που θα αντιμετώπιζε εκεί μέσα. Ένιωθε ξανά σαν απροστάτευτο παιδί, σαν την έφηβη που δέχτηκε το μένος των γονιών της όταν αποκαλύφθηκε η σχέση της με τον Ιαν. Φοβόταν ότι θα την απέρριπταν πάλι, όπως τότε, που την έστειλαν σε εκείνη την κατασκήνωση που της θύμιζε κολαστήριο. Το ήξερε ότι ήταν γελοίες οι σκέψεις της και ότι ήταν πια μεγάλη κοπέλα. Τι ήταν το χειρότερο που μπορούσε να συμβεί; Ο Μίτσελ και η Μπάρμπαρα Αρτσερ θα θύμωναν, ναι. Αλλά είχαν δικαίωμα να την ξεγράψουν; Τι σόι γονείς απαρνιούνται το παιδί τους επειδή αγάπησε κάποιον που δεν εκτιμούν; ‘Η για να είναι πιο συγκεκριμένη, επειδή αγάπησε έναν άνθρωπο του οποίου τους γονείς δεν εκτιμούν.

Το βλέμμα της πάντα περιποιημένης μητέρας της όταν την είδε της έδωσε να καταλάβει ότι σοκαρίστηκε. Το σοκ διαδέχτηκε ένα μπερδεμένο χαμόγελο.
«Αγάπη μου, δε σε περιμέναμε, πώς και…» της είπε η μητέρα της ενώ έπαιρνε το παλτό της κόρης της για να το κρεμάσει. Η Βαλέρια τη διέκοψε με ένα ηχηρό φιλί στο μάγουλο.
«Μητέρα, πρέπει να μιλήσουμε» είπε και αμέσως ξεπρόβαλε ο πατέρας της. Κι εκείνος σοκαρίστηκε. Μπήκε αμέσως στο ψητό.
«Μα τι γίνεται; Σήμερα θα ερχόταν ο άλλος. Εσύ πώς κι από δω; Δεν νομίζω να τρέχει κάτι με τους δυο σας πάλι» την πήρε από τα μούτρα. Η μητέρα της κοιτούσε μία τη Βαλέρια και μία τον άντρα της ανίκανη να διαχειριστεί την τεταμένη ατμόσφαιρα. Νωρίς ξεκίνησε η σύρραξη, σκέφτηκε η Βαλέρια. Ηλπιζε να της επιτρέψουν να ξαποστάσει πρώτα πριν της επιτεθούν σαν τα όρνεα.
«Πατέρα θα φρεσκαριστώ λιγάκι και μετά θα μιλήσουμε» είπε ουδέτερα αλλά το ρουθούνισμα του πατέρα της την εκνεύρισε. Ώστε έτσι; Παρέμεναν άκαμπτοι;
«Ελπίζω ο Θεός να μη μου φυλάει κι άλλον εφιάλτη» άκουσε να της λέει πίσω από την πλάτη της αλλά η Βαλέρια δεν έχασε το βήμα της. Ξέπλυνε το πρόσωπό της στην τουαλέτα, μάζεψε τα μαλλιά της και αφού έφτιαξε ένα τσάι κάθισε στο σαλόνι απέναντι από τους γονείς της που την περίμεναν ζεματισμένοι λες και ήταν σε αίθουσα αναμονής νοσοκομείου.
«Τι έγινε, Βαλέρια;» ρώτησε ο πατέρας της σχεδόν αμέσως. Η Βαλέρια κοίταξε τη μητέρα της που είχε βουλιάξει στο κάθισμά της.
«Δε βλέπω το λόγο να σας λέω ψέματα» είπε η Βαλέρια ξαφνικά. Κοιτούσε τα δάχτυλά της που τα έμπλεκε και τα ξέμπλεκε. Το ήξερε ότι έπρεπε να τους κοιτάει στα μάτια για να περάσει το μήνυμά της πιο αποτελεσματικά αλλά φοβόταν ότι αν τους κοιτούσε, θα πάγωνε σαν τη γυναίκα του Λωτ.
«Πες μου ότι δεν έμπλεξες με αυτόν τον αλήτη πάλι! Είναι τρέλα, πρέπει να σταματήσετε. Παίζετε με δυνάμεις που δεν γνωρίζετε» είπε σχεδόν κλαίγοντας η μητέρα της και πριν προλάβει η Βαλέρια να ρωτήσει τι εννοούσε ο πατέρας της έσφιξε το χέρι της γυναίκα του διακόπτοντας το ξέσπασμά της. Είχε πει πολλά; Και τι εννοούσε;
«Ο αλήτης είναι ένας πετυχημένος επιχειρηματίας, ένας τρυφερός σύντροφος και πάνω από όλα ένας ακέραιος άνθρωπος» τους είπε και σήκωσε τη μύτη της. «Θα βοηθούσε αν είχατε μπει στον κόπο να τον γνωρίσετε, αντί να τον απορρίπτετε επειδή έτυχε να γεννηθεί από τους γονείς του».
«Γι αυτό σε σπουδάσαμε; Για να μας βγάζεις τόση γλώσσα;» της είπε σκληρά ο πατέρας της.
«Με σπουδάσατε για να ανοίξω τους ορίζοντές μου, να είμαι ελεύθερη. Δε με σπουδάσατε για να κρέμομαι από εσάς, ούτε εσείς από εμένα. Είμαι ανεξάρτητη γυναίκα πια. Δεν μπορείτε να με διώξετε από το σπίτι» τους προκάλεσε. Προσευχόταν για μια ήρεμη συζήτηση αλλά οι γονείς της έδειχναν έτοιμοι για καβγά.
«Ώστε τόσο πολύ σε έχει μαγέψει αυτός; Τόσο που να μιλάς έτσι στους γονείς σου;» επέμεινε ο πατέρας της.
«Ο Ιαν ήθελε να έρθει να σας μιλήσει ο ίδιος για τη σχέση μας και να προσπαθήσει να σας προσεγγίσει αλλά βλέπω ότι καλά έκανα και του είπα να μην έρθει. Εσείς οι δύο δεν βλέπετε μπροστά σας. Το μόνο που σας ενδιαφέρει είναι το μίσος για τους δίπλα. Ποιος έχει πιο μεγάλο κήπο και πιο κόκκινα τριαντάφυλλα» ειρωνεύτηκε η Βαλέρια. Δεν μπορούσε να συγκρατήσει άλλο τα νεύρα της.
«Μα είναι πράγματα που δεν ξέρεις…» επανέλαβε η μητέρα της ξεψυχισμένα και μόνο τότε η Βαλέρια την κοίταξε προσεκτικά. Η μητέρα της είχε ασπρίσει σαν το πανί, έδειχνε έτοιμη να καταρρεύσει. Τι συνέβαινε εκεί μέσα;
«Γιατί δε μου λέτε τότε; Είμαι μεγάλο κορίτσι! Μπορεί να το αντέξω» τους είπε με έναν τόνο που έδειχνε ότι πολύ αμφέβαλλε για τη σοβαρότητα των επιχειρημάτων των γονιών της.
«Δεν είμαστε σίγουρη, παιδί μου» είπε ο πατέρας της.


Τρίτη, 6 Ιανουαρίου 2015

Κεφάλαιο 37- με ψηφίσατε καλέ;

«Με ποιο δικαίωμα;» φώναξε για εκατοστή φορά η Βαλέρια ενώ βημάτιζε νευρικά στο σαλόνι του Ιαν. Εκείνη τη στιγμή ήθελε απλά να τον σκοτώσει. Είχε ξεχάσει πόσο πολύ τον αγαπούσε και πόσα είχαν περάσει οι δυο τους. Ήθελε απλά να του δώσει να καταλάβει ότι αυτό που έκανε ήταν εξωφρενικό.
«Θέλω να ηρεμήσει η ψυχή μου, Βαλέρια. Να ζήσουμε σαν άνθρωποι, διάολε!» ανέβασε κι εκείνος τον τόνο της φωνής του παρόλο που παρέμενε ακίνητος, καθισμένος στον ολόμαυρο καναπέ. Είχε στα χέρια του μια κούπα με τσάι αλλά δεν έπινε.
Είχαν γυρίσει πριν από δυο βδομάδες από την Πορτογαλία, όπου ομολογουμένως είχαν περάσει και οι δύο τις πιο όμορφες μέρες της ζωής τους και ο Ιαν αμέσως της ζήτησε να μιλήσουν στους γονείς τους. Η Βαλέρια προσπάθησε να το τρενάρει, βρίσκοντας δικαιολογίες και προσχώματα, αλλά η επιμονή του είχε φέρει την κατάσταση στο απροχώρητο.
«Πώς τόλμησες να με παρακάμψεις;» τον ρώτησε τεντώνοντας το δάχτυλο προς το μέρος του. Εκείνος έτριψε αδιάφορα το πηγούνι του και χαμογέλασε σατανικά. Το διασκέδαζε. Η Βαλέρια ήταν έξαλλη.
«Αν το άφηνα σε σένα δε θα γινόταν ποτέ» την ειρωνεύτηκε ανοιχτά.
«Θα γινόταν ίσως σε ποιο κατάλληλη περίοδο».
«Και τι έχει η περίοδος;» ρώτησε εκείνος, διατηρώντας το ειρωνικό του ύφος. Την εξόργιζε. «Μήπως έχει πολλή υγρασία και σε έχουν πιάσει τα ρευματικά σου;»
«Δε σου επιτρέπω να μου μιλάς έτσι! Ειδικά μετά από αυτό που έκανες!» του φώναξε και συνέχισε να βηματίζει. Κοίταξε το ρολόι της. Ήταν περασμένες δέκα και αντί να χαλαρώνουν παρέα, εκείνοι τσακώνονταν. Αν αυτό δεν ήταν δείγμα ανθυγιεινής σχέσης τότε τι ήταν;
«Και τι έκανα δηλαδή; Επειδή πήρα την κατάσταση στα χέρια μου; Θα προτιμούσες να κάνω ό,τι μου λες;»
«Θα προτιμούσα να με υπολογίζεις!»
«Σε υπολογίζω αλλά κάποια στιγμή πρέπει να μπει τέλος σε αυτή την υπόθεση»
«Σιγά την υπόθεση, Ιαν! Αυτή σου η εμμονή να το μάθουν οι γονείς μας με βγάζει από τα ρούχα μου».
«Ντρέπεσαι για εμάς;» την κεραυνοβόλησε με ένα βλέμμα που πέταγε φαρμάκι. Τον είχε πληγώσει και το έβλεπε αλλά κι αυτός είχε κάνει κάτι πραγματικά απαίσιο.
«Όχι βέβαια! Αλλά ντρέπομαι για αυτό που έκανες!»
«Αφού εσύ δεν έχεις τα κότσια να αντιμετωπίσεις τους γονείς σου, θα τους αντιμετωπίσω εγώ!» της είπε.
«Μα είναι δυνατόν να τους τηλεφωνήσεις και να τους ανακοινώσεις έτσι απλά ότι θα πας το επόμενο Σαββατοκύριακο για να μιλήσετε;» τον ρώτησε μπερδεμένη. Το μεσημέρι είχε λάβει ένα τηλεφώνημα στη δουλειά από την πανικόβλητη μητέρα της και μόνο έτσι έμαθε την αλήθεια. Ο Ιαν είχε πάρει την πρωτοβουλία και είχε πει στους γονείς της ότι θα τους επισκεπτόταν το Σαββατοκύριακο για να «συζητήσουν κάτι σημαντικό». Δεν έδωσε περισσότερες πληροφορίες και έτσι τώρα είχε να απαντήσει στις απορίες των γονιών της σχετικά με το τι ήθελε ο Ιαν και πού βρήκε το τηλέφωνό τους και αν ήξερε αυτή κάτι και αν μιλούσαν ξανά και αν και αν και αν.
«Ήθελα να επιταχύνω την κατάσταση».
«Οι γονείς μου δεν είναι παιδιά για να παίζεις μαζί τους. Δεν μπορεί να τους τηλεφωνείς έτσι απλά, να ρίχνεις μια βόμβα και να τους αφήνεις να βράζουν στο ζουμί τους».
«Ποια βόμβα πέταξα; Να μιλήσουμε θέλω».
«Μα είσαι ο γιος των εχθρών. Ακούγεται αστείο, το ξέρω, αλλά αυτό είσαι. Σου έχουν μιλήσει λιγότερο από πέντε φορές και δε σε έχουν δει ποτέ μετά το…»
«Πες το» την προκάλεσε και την κοίταξε νευρικά.
«Μετά από το περιστατικό» του είπε εκείνη ήρεμα. Δεν ήξερε πώς αλλιώς να το περιγράψει.
«Και τι θες να κάνω; Να περιμένω εσένα να τους μιλήσεις; Περίμενα τόσο καιρό αλλά δεν είδα να κάνεις τίποτα».
«Θες να πάρω κι εγώ τους δικούς σου;» τον ειρωνεύτηκε κι αυτή τώρα κι εκείνος προς έκπληξή της γέλασε.
«Ωραία ιδέα, αλλά σε πρόλαβα».
«Τι; Τους πήρες και αυτούς;»
«Φυσικά. Σκέφτομαι να τους πω ότι θέλω να μιλήσω και στους τέσσερις μαζί» της είπε ήρεμα, γνωρίζοντας ότι πέταξε μια χειροβομβίδα στο σαλόνι.
«Πλάκα έχεις, Ιαν».
«Πλάκα δεν ξέρω, κότσια όμως σίγουρα ναι».
«Θα το φας το κεφάλι σου. Δε θα μας καταλάβουν».
«Θα τους τα εξηγήσω καλά»
«Στους γονείς σου κάνε ό,τι θες. Στους γονείς μου θα μιλήσω εγώ» είπε εκείνη ξαφνικά και ο Ιαν την κοίταξε μπερδεμένος. Δεν την πίστευε. «Αν δουν εσένα, θα δημιουργηθεί ένταση από την αρχή».
«Φοβάμαι ότι θα σε προσβάλουν και δε θα είμαι εκεί να σε στηρίξω» της είπε εκείνος και είχε δίκιο, παραδέχτηκε η Βαλέρια.
«Μπορώ να τους αντιμετωπίσω» του είπε όσο πιο πειστικά μπορούσε αν και μέσα της έτρεμε. Τη φοβόταν τη στιγμή που έπρεπε να τους μιλήσει.
«Τότε, χάσαμε πολύτιμο χρόνο» είπε εκείνος, χωρίς να κρύβει το χαμόγελο που άνθισε στα γεμάτα χείλη του του. Την είχε αποστομώσει.
Η Βαλέρια σωριάστηκε σε μια αφράτη πολυθρόνα και έκλεισε τα μάτια της.
«Ανεξάρτητα με το Βατερλώ που θα γίνει το Σαββατοκύριακο, θεωρώ ότι είναι απαράδεκτο να μιλήσεις με τους γονείς μου χωρίς να με ρωτήσεις» του είπε για πολλοστή φορά. Θα την καταλάβαινε ποτέ;
«Μα αύριο μεθαύριο θα γίνουμε οικογένεια» της είπε και την πλησίασε πονηρά. Την αγκάλιασε και την έσφιξε πάνω του παρόλο που η Βαλέρια παρέμενε άκαμπτη.
«Δεν αλλάζουν οι άνθρωποι, Ιαν» του είπε πικρά. Η αντίστροφη μέτρηση είχε ξεκινήσει. Είχε κακό προαίσθημα, αλλά τώρα δεν μπορούσε να κάνει πίσω. Χαλάρωσε κάπως στην αγκαλιά του και τον άφησε να της χαϊδέψει τα μαλλιά.
«Κι όμως αλλάζουν» είπε εκείνος σιγανά και τη φίλησε τρυφερά.