Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2014

Κεφάλαιο 27-μην αντιστέκεσαι, μην αντιστέκεσαι, κάνε ένα βήμα κι εσύ...

Η Λάουρα είχε φύγει, ο Πίτερ έλειπε για μία βδομάδα στο Παρίσι, με τον Λούκας είχε χωρίσει και είχε τελειώσει με την υπόθεση του κυρίου Πεκ. Οι υπογραφές είχαν μπει και όλα είχαν τακτοποιηθεί. Είχε πληρώσει το δάνειο για τέσσερις μήνες και ήταν ήρεμη. Περίπου δηλαδή.

Είχε πολύ καιρό να νιώσει τόση βαρεμάρα. Συνειδητοποίησε ότι χωρίς τους φίλους και τη δουλειά της δεν είχε τίποτα να κάνει. Ούτε ένα χόμπι, ούτε μία ασχολία. Εκείνη την Παρασκευή σκέφτηκε να πάει για τρέξιμο στο πάρκο αλλά δεν της άρεσε η ιδέα. Μετά σκέφτηκε να διαβάσει αλλά βαριόταν και η ιδέα του να μείνει μέσα και να δει τηλεόραση τής φαινόταν θλιβερή.

Έτσι, έκανε το καλύτερο πράγμα που της ήρθε στο μυαλό. Έβαλε μερικά ρούχα σε ένα σακίδιο και μπήκε στο αυτοκίνητό της. Είχε να δει τους γονείς της μερικές βδομάδες και ήταν ευκαιρία να τους επισκεφτεί. Θα ξεκουραζόταν, θα απολάμβανε σπιτικό φαγητό και θα έκανε βόλτες με την ησυχία της. Μακριά φυσικά από το σύνορο με το σπίτι των δίπλα. Δεν ήθελε ούτε να τους δει ποτέ ξανά.

Σε λιγότερη από μία ώρα η Βαλέρια πάρκαρε έξω από το σπίτι των δικών της και πάτησε την κόρνα για να την ακούσουν. Έτσι έκανε πάντα όταν ερχόταν και σε μερικά δευτερόλεπτα ένας από τους γονείς της ή και οι δύο ξεπρόβαλαν στην πόρτα ουρλιάζοντας το όνομά της λες και γυρνούσε από τον πόλεμο. Η Βαλέρια έβγαλε τα πράγματα από το αμάξι και κοίταξε τριγύρω. Ο πατέρας της είχε ξοδέψει αρκετά χρήματα αλλά το σπίτι ήταν πολύ όμορφο με τις τελευταίες προσθήκες. Και η πισίνα, παρόλο που ήταν ένα τελείως παράλογο έξοδο, έδειχνε να χρησιμοποιείται. Η Βαλέρια χαμογέλασε. Τουλάχιστον κάποιος έκανε απόσβεση.

«Βαλέρια!» άκουσε τη φωνή της Μπάρμπαρα Αρτσερ, της μητέρας της. Την είδε να βγαίνει από το σπίτι φορώντας ένα κομψό φόρεμα. Η μητέρα της σπάνια κυκλοφορούσε με πιτζάμες ή ρόμπες. Ήταν πάντα περιποιημένη. «Τι έκπληξη είναι αυτή!» είπε στην κόρη της και τη φίλησε.
«Είχα καιρό να σας δω και…» είπε η Βαλέρια αλλά τη διέκοψε ο πατέρας της, ο οποίος βγήκε σχεδόν τρέχοντας στην αυλή. Η Βαλέρια αφέθηκε στα φιλιά και τις αγκαλιές τους υπομονετικά.
«Έπρεπε να μας πεις ότι έρχεσαι, να έχουμε έτοιμο το αγαπημένο σου φαγητό» είπε ο πατέρας της και η Βαλέρια γέλασε.
«Δεν είμαι μικρό παιδί, μπαμπά» του είπε αλλά εκείνος δεν το δέχτηκε.
«Για μας θα είσαι πάντα» της είπε αυστηρά και μπήκαν μέσα.

Έφαγαν όλοι μαζί το ρολό κοτόπουλο που είχε φτιάξει η μητέρα της. Η Βαλέρια παρατήρησε ότι οι γονείς της είχαν αρχίσει να μεγαλώνουν. Είχαν περάσει και οι δύο τα εξήντα και ένιωθε σαν να πρόσεχε πρώτη φορά τα γκρίζα μαλλιά του πατέρα της και τις ρυτίδες της μητέρας της. Ξαφνικά ένιωσε ενοχές για όσα είχαν περάσει εξαιτίας της. Όχι ότι είχε κάνει κάτι φοβερό αλλά για τους γονείς της πρέπει να ήταν μεγάλη προδοσία να μαθευτεί η σχέση της με τον Ιαν. Τον εχθρό.

«Πώς πάει η δουλίτσα σου;» τη ρώτησε ο πατέρας της κι εκείνη του τα παρουσίασε όλα ρόδινα όπως συνήθως. Δεν ήταν ανάγκη να ξέρει ότι το απαίσιο αφεντικό της της έδινε σκάρτες υποθέσεις και της έκανε άπρεπα σχόλια. Τον άφηνε να πιστεύει ότι έκανε μεγάλη καριέρα και ότι οι δόσεις του δανείου ήταν για εκείνη ένα μικροποσό.
«Χαίρομαι, κόρη μου» της είπε η μητέρα της όταν εκείνη τέλειωσε την περιγραφή της τελευταίας της υπόθεσης, ένα βαρετό διαζύγιο, που όμως το έκανε να φαίνεται σαν πολύ σημαντική. «Να σου φτιάξω το κρεβάτι σου» συνέχισε η Μπάρμπαρα Αρτσερ και αποσύρθηκε στον πάνω όροφο.

Η Βαλέρια έκατσε λίγο δίπλα στο τζάκι και σκάλισε τα ξύλα όσο ο πατέρας της διάβαζε την εφημερίδα του όπως κάθε βραδάκι. Τίποτα δεν είχε αλλάξει, σκέφτηκε η Βαλέρια. Οι γονείς μου είναι το σημείο αναφοράς μου. Όταν όμως έπεφτε το σκοτάδι και έμενε μόνη της μέσα στο υπνοδωμάτιό της, όπου και να ήταν αυτό, ένιωθε μια αφόρητη μοναξιά να σφίγγει την καρδιά της. Και σιγά σιγά είχε αρχίσει μέσα της να ξεδιαλύνει ποιος ήταν ο λόγος που ένιωθε έτσι.

Το ρολόι πάνω από το τζάκι έδειξε δέκα και η Βαλέρια ήξερε ότι αυτό σήμαινε μόνο ένα πράγμα: οι γονείς της πήγαιναν για ύπνο. Αυτό δεν άλλαζε ποτέ και αποτελούσε μεγάλη ανακούφιση κάποτε για εκείνη. Κάποτε, όταν έτρεχε να συναντήσει τον Ιαν στα κρυφά. Μάλωσε τον εαυτό της που σκεφτόταν συνέχεια εκείνον αλλά ήξερε ότι το μέρος ήταν αυτό που είχε πυροδοτήσει τόσες αναμνήσεις.

Οι γονείς της προσφέρθηκαν να μείνουν λίγο ακόμα ξύπνιοι αλλά εκείνη τους διαβεβαίωσε ότι θα κοιμόταν κι αυτή σύντομα, αφού έριχνε μια ματιά στην τηλεόραση. Και αυτό έκανε. Χάζεψε μια παλιά σειρά που την είχε δει πολλές φορές και όταν ο δείκτης του ρολογιού έφυγε από το έντεκα κατά πέντε λεπτά, σηκώθηκε για να πάει για ύπνο. Μόνο που ένα θέαμα, την τελευταία στιγμή, την έκανε να αλλάξει γνώμη. Από το παράθυρο του σαλονιού είδε το φεγγάρι ολόγιομο να λούζει το χώρο με λάμψη και συνειδητοποίησε ότι στο Λονδίνο είχε χρόνια να κοιτάξει τον ουρανό και να απολαύσει μια όμορφη πανσέληνο. Χωρίς να το σκεφτεί πολύ, φόρεσε ένα παλιό αδιάβροχο γιατί έξω ψιχάλιζε ελαφρά και ένα ζευγάρι γαλότσες που είχε πάντα στη μικρή αποθήκη έξω από το σπίτι τους και αποφάσισε να περπατήσει λιγάκι στο κτήμα τους πριν πάει για ύπνο. Ήταν μια πανέμορφη βραδιά και δεν είχε το δικαίωμα να την αγνοήσει.

Δεν πήρε τίποτα μαζί της. Ούτε κινητό, ούτε κλειδιά. Άρχισε να περπατάει στη νοτισμένη γη και τα βήματά της, σαν να ήταν προγραμματισμένο ρομπότ, την οδηγούσαν προς το μέρος του σπιτιού του Ιαν. Είπε στον εαυτό της να αλλάξει πορεία και να πάει αλλού, αλλά τα πόδια της δεν την υπάκουαν. Ήταν λες και το φως το φεγγαριού την τραβούσε κοντά του και δεν μπορούσε να κάνει πίσω. Χαμογέλασε καθώς επιθεωρούσε το σημείο από όπου το έσκαγε. Ήταν εκεί. Κανείς δεν είχε πάρει χαμπάρι τόσα χρόνια ότι σε εκείνο το σημείο το συρματόπλεγμα που θύμιζε εμπόλεμη ζώνη ήταν σκισμένο. Το είχε κόψει ο Ιαν με ένα ειδικό εργαλείο ώστε να μπορεί να περνάει. Για πολλά χρόνια εκείνη ήταν η κερκόπορτά τους. Και ήταν ακόμα εκεί. Απλώς σήμερα, απόψε, δεν υπήρχε κανείς από την άλλη πλευρά. Κανείς που να ανυπομονούσε να τη δει. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Έκλαιγε πολύ συχνά τον τελευταίο καιρό. Έκλαιγε για όσα είχε χάσει, έκλαιγε για όσα δε θα είχε ποτέ ξανά. Για εκείνο το «Απόλυτο» που είχε πει ο Ιαν. Αυτό ακριβώς ήταν. Το απόλυτο.

Περπατούσε παράλληλα με τον φράκτη, μέσα στο σκοτάδι, ανίκανη να απομακρυνθεί λες και την τραβούσε κάποιος αόρατος μαγνήτης. Περπατούσε συνέχεια, χωρίς να νιώθει κούραση, ούτε τη βροχή που είχε δυναμώσει εντωμεταξύ και μαστίγωνε το δέρμα της. Πόσο τον μισούσε κάποτε αυτόν τον φράκτη. Ένα εμπόδιο με πολλές προεκτάσεις. Σύμβολο της ανάγκης των ανθρώπων να προστατεύουν την περιουσία τους και με αυτό τον τρόπο τις ζωές όσων ζούσαν στα πλαίσια μιας οργανωμένης οικογένειας.

Οικογένεια, σκέφτηκε. Θα έκανε ποτέ δική της; Θα έβρισκε κάποιον άντρα να του μοιάζει;

«Βαλέρια!» άκουσε μια αντρική φωνή να σκίζει τον μονότονο ήχο της βροχής αλλά δεν έβλεπε ποιος ήταν. Δεν την ένοιαζε και πολύ. Κάποιος ίσως την είχε αναγνωρίσει. Ίσως ήταν ο πατέρας της. Άρχισε να τρέχει προς το σπίτι της αλλά οι λάσπες έκαναν κάθε βήμα της ένα σωστό άθλο.
«Περίμενε, εγώ είμαι!» άκουσε ξανά από πίσω της αλλά δεν ήθελε να σταματήσει. Έτρεχε με όση ορμή είχε μετά από μια σαρωτική μέρα και δεν έβλεπε μπροστά της από τη βροχή και την ομίχλη που σιγά σιγά περικύκλωνε την περιοχή. Ήταν ο Ιαν. Το ήξερε, αλλά δεν μπορούσε να σταματήσει. Δεν ήξερε τι να του πει.
«Είπες ότι δεν πρέπει να μένουμε μόνοι» ούρλιαξε με όση δύναμη είχαν τα πνευμόνια της τρέχοντας σαν γαζέλα που την κυνηγάει κάποιο λιοντάρι. Μόνο που το λιοντάρι ήταν πιο γρήγορο και όταν το χέρι του την άρπαξε από τον ώμο για να τη σταματήσει παραπάτησε και έπεσε κάτω. Σηκώθηκε αμέσως μετά το σοκ και άρχισε να περπατάει χωρίς να τον κοιτάζει.
«Είπες ότι δεν πρέπει να μένουμε μόνοι» του επανέλαβε μηχανικά ενώ καθάριζε τις λάσπες από πάνω της. Εκείνος την ακολουθούσε κατά πόδας. Ήταν στο δικό της κτήμα.
«Βαλέρια, σταμάτα» τον άκουσε να λέει αυταρχικά και μόνο τότε σταμάτησε. Αν άρχισε να φωνάζει θα τους άκουγαν οι δικοί της. Δεν ήθελε να προκαλέσει κάποιο δυσάρεστο περιστατικό. Ξανά. Γύρισε και τον κοίταξε και η εικόνα του πλημμύρισε την ψυχή της. Το βρεγμένο πρόσωπό του, τα χείλη του που έτρεμαν, το ταραγμένο βλέμμα του, η συγκλονιστική ομορφιά του…δεν άντεχε να τον βλέπει. Κατέβασε το πρόσωπο στο χώμα.
«Τι θες;» είπε εκείνη και άφησε τη βροχή να πνίξει τη φωνή της. «Τι μπορεί να θες;» επέμεινε και τον κοίταξε. Απαιτώντας μια απάντηση. Οποιαδήποτε. Κάτι. «Τι μπορεί να θες από μένα πια;»
«Ηρέμησε» της είπε λίγο πιο ήπια εκείνος αλλά εκείνη τον έσπρωξε μακριά της.
«Τι στο διάολο κάνεις εδώ; Γιατί δε με αφήνεις να ηρεμήσω;»
«Ήρθα να δω τους γονείς μου»
«Σαν κακό όνειρο μοιάζει» του είπε σαν χαμένη, κοιτώντας γύρω της. «Νόμιζα ότι είχα τελειώσει με όλο αυτό!» 
«Κι εγώ το ίδιο» της είπε σκληρά και η Βαλέρια τον κοίταξε.
«Φύγε τότε» τον προκάλεσε.
«Δεν μπορώ» της είπε απλά.
«Αυτό που κάνεις…είναι ανήθικο. Δεν ξέρεις καν τι θες. Ποια θες. Γιατί με βασανίζεις;»
«Δεν μπορώ να σταματήσω να σε σκέφτομαι» την αποστόμωσε.
«Φτιάξε τη ζωή σου και ξέχνα με εμένα» του είπε και ευχαρίστησε τη βροχή που έκρυβε τα δάκρυά της. «Παντρέψου! Κάνε παιδιά! Κάνε ό,τι θες! Μόνο άσε με!» του φώναξε ξανά και εκείνος την έπιασε δυνατά από τους καρπούς.
«Πες μου ότι δε με σκέφτεσαι» της είπε επιτακτικά και η Βαλέρια δεν απάντησε. «Πες μου ότι δε σκέφτεσαι ποτέ όσα ζήσαμε» επέμεινε ο Ιαν και η βροχή συνέχισε να στάζει πάνω του κάνοντάς τον ακόμα πιο σέξι απ’ ό,τι συνήθως. Τόσο πολύ, που το μυαλό της παρασύρθηκε προς στιγμή. «Πες μου άλλη μία φορά να φύγω και θα φύγω» της είπε χαμογελώντας σατανικά γιατί ήξερε ότι δεν θα το έκανε.
«Φύγε» του είπε εκείνη με μια φωνή που θύμιζε κάποιας άλλης. «Κάνουμε κακό ο ένας στον άλλον» επέμεινε και ο Ιαν έμεινε να την κοιτάει για μερικά δευτερόλεπτα. Μετά της γύρισε την πλάτη και άρχισε να απομακρύνεται. Το είδε στα μάτια του για μερικές στιγμές ότι τον είχε αιφνιδιάσει. Τον είχε πληγώσει. Είχε κάνει μόλις δέκα βήματα όταν σταμάτησε και γύρισε ξανά προς το μέρος της. Η Βαλέρια παρέμενε καρφωμένη στη θέση της κοιτώντας τον να ξεμακραίνει. Και ξαφνικά όλα ξεκαθάρισαν μέσα της. Η ομίχλη μέσα στο μυαλό και στην καρδιά της διαλύθηκαν και είδε καθαρά. Όταν εκείνος άρχισε να τρέχει προς το μέρος της, έκανε κι εκείνη το ίδιο. Όταν την πήρε στην αγκαλιά του δεν αντιστάθηκε. Όταν τα χείλη του χάιδεψαν τα δικά της ανταποκρίθηκε στο φιλί του.
«Αγάπη μου» τον άκουσε να της ψιθυρίζει κάπου μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας.



11 σχόλια:

  1. Άντε επιτέλους πια. Έτσι και του δώσει χυλόπιτα είναι για πολύ δέσιμο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. μου χρωστας πολλα πακετα χαρτομαντιλα συγγραφεα της καρδιας μας! να το ξερεις!!! :')
    αλλα τωρα αυτο το "μεταξυ ονειρου και πραγματικοτητας" τι το ηθλες?? με καταμπερδεψες!
    πες μου οτι ολο αυτο εγινε στ'αληθεια κι οτι δεν ειναι απλα ενα ονειρο??
    σε παρακαλω δε θα το αντεξω!! :Ο

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ελπιζω να εγινε στην πραγματικοτιτα το φιλι και να μην το ειδε σε ονειρο

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Υπεροχη και συγκινητικη σκηνη,μπραβο σου!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Τουλαχιστον απαντησε μας για το αν αυτο συνεβει η το φανταστηκε γιατι μπερδευτηκαμε!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. ΤΙ ακριβώς σας μπερδεύει.;Προφανώς και είναι αλήθεια,απλά είναι τόσο ωραία κι απρόσμενη που είναι σαν όνειρο..Δεν έχει ακούσει κανείς το "τσίμπα με να δω αν ονειρεύομαι" ;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Αχ Ίαν... Επισεις εχω να σας πω κατι... Τα έφτιαξα με ενα παιδί που λέγεται Ιάσωνας και τον φωνάζουν Ίαν!!! Για τόσο τύχη!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. καλημερα..τωρα τελευταια σε ανακαλυψα .ακομα δεν εχω τελειωσει τις ιστοριες.

    ΑπάντησηΔιαγραφή