Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2014

Κεφάλαιο 21-ανοίξτε, καλέ! Η κυρία Κόλλια είμαι! (ποιος θυμάται τη σειρά;)

Η Βαλέρια ξάπλωσε λίγο πιο νωρίς από την Λάουρα αλλά δεν είχε καταφέρει ακόμα να κοιμηθεί όταν άκουσε την πόρτα της φίλης της να κλείνει. Η βροχή είχε δυναμώσει τόσο που δεν μπορούσε να ηρεμήσει. Οι βροντές τράνταζαν το σπίτι ολόκληρο και παρόλο που είχε κουρνιάσει σε μια γωνία του άνετου κρεβατιού κάτω από αφράτα σκεπάσματα δεν μπορούσε να αποκοιμηθεί. Σκεφτόταν συνέχεια ότι η φύση είχε τη δύναμη να εκδικηθεί για τα κακά που της είχε κάνει ο άνθρωπος και ότι αν η βροχή δε σταματούσε μπορεί και να πλημμύριζε η περιοχή, να παρασυρόταν το αμάξι της και σύντομα να έπρεπε να παλέψει για τη ζωή της.

Μέτρησε αργά μέχρι το είκοσι αλλά δεν κατάφερε να ηρεμήσει. Ήξερε ότι ήταν χαζές οι σκέψεις της και ότι ήταν απλώς μια πολύ έντονη βροχόπτωση και τίποτα άλλο. Άλλωστε ήταν Βρετανίδα. Δεν είχε μεγαλώσει σε κάποια χώρα με διαρκή ηλιοφάνεια και καλό καιρό. Είχε χορτάσει βροχές. Όχι τόσο έντονες, αλλά βροχές. Και νόμιζε ότι είχε συνηθίσει τις βροντές. Αλλά τελικά συνέχιζε να φοβάται όπως όταν ήταν μικρή και νόμιζε ότι θα πέσει το σπίτι.

Ένα ζεστό γάλα! σκέφτηκε και πετάχτηκε από το κρεβάτι γεμάτη ενέργεια. Κατέβηκε στον κάτω όροφο χωρίς να ανάψει φως μιας και οι αστραπές φώτιζαν το σπίτι κάθε λίγα δευτερόλεπτα. Ο αέρας και η βροχή χτυπούσαν τα παράθυρα και η Βαλέρια ένιωσε σαν πρωταγωνίστρια σε θρίλερ εποχής. Ζέστανε λίγο γάλα και έριξε μια κουταλιά μέλι. Κάθισε στον καναπέ και ήπιε αργά μερικές γουλιές, προσπαθώντας να ελέγξει το καρδιοχτύπι της. Είχε ένα άσχημο συναίσθημα και δεν μπορούσε να καταλάβει αν ένιωθε έτσι επειδή είχε αγχωθεί με τον καιρό ή επειδή απλώς ένιωθε ότι κάτι κακό θα συμβεί.

«Ανοίξτε!» άκουσε ξαφνικά μια δυνατή φωνή και ένα χέρι να κοπανάει με ορμή την ξύλινη πόρτα. Η Βαλέρια τρόμαξε τόσο πολύ που η κούπα με το γάλα έπεσε από τα χέρια της και λέρωσε το χαλί. Αλλά δεν μπορούσε να τη μαζέψει γιατί είχε παγώσει από τον φόβο.  Ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται και νόμισε ότι θα πάθει ανακοπή. Κράτησε την αναπνοή της και ψαχούλεψε την τσέπη της ρόμπας της. Είχε πάνω της το κινητό της και μπορούσε να φωνάξει τη Λάουρα σε βοήθεια. Ένα μαχαίρι! Πήγε στην κουζίνα και άρπαξε ένα μεγάλο μαχαίρι.
«Ανοίξτε, για όνομα!» άκουσε ξανά και το χτύπημα στην πόρτα έγινε ακόμα πιο βίαιο. «Βλέπω φως, ανοίξτε!» συνέχισε ο άγνωστος άντρας αν και η Βαλέρια δεν μπορούσε να υποθέσει κάτι άλλο για την ταυτότητα του αγνώστου μιας και η φωνή του αλλοιωνόταν από το θόρυβο της καταιγίδας.
«Ποιος είναι;» ρώτησε η Βαλέρια αρκετά δυνατά ώστε να ακουστεί. Σκέφτηκε ότι μπορεί να ήταν κάποιος που να είχε ανάγκη ή και ο κύριος Πεκ!
«Ο Ιαν είμαι, άνοιξε!» άκουσε ξαφνικά και ένιωσε ότι το κακό προαίσθημά της είχε βγει αληθινό. Τι έκανε εδώ αυτός;
«Και πού το ξέρω εγώ ότι είσαι ο Ιαν και όχι κάποιος κλέφτης;» ρώτησε τον άντρα η Βαλέρια και αμέσως μετά σκέφτηκε ότι θα ήταν πολύ απίθανο ο επίδοξος κλέφτης να είχε μάθει το όνομα του Ιαν και όχι ίσως του πραγματικού ιδιοκτήτη του σπιτιού αν ήθελε να την εξαπατήσει.
«Έχεις μια ελιά στον αριστερό μηρό. Άνοιξε, διάολε, βρέχομαι!» ούρλιαξε επιτακτικά ο Ιαν και η Βαλέρια άνοιξε την πόρτα αναψοκοκκινισμένη. Μόνο εκείνος ήξερε για την ελιά. Εκείνος και μερικοί άλλοι αλλά αμφέβαλλε ότι είχε έρθει κάποιος πρώην της για να τη ληστέψει.

Η Βαλέρια έκανε ένα βήμα πίσω όταν τον αντίκρισε. Τίποτα δεν θα μπορούσε να την προετοιμάσει για το θέαμα αυτό. Ο Ιαν βρισκόταν μπροστά της βρεγμένος σε τέτοιο βαθμό που ποτάμια νερού έρρεαν από τα πόδια του ακόμα και όταν πέρασε στο εσωτερικό του σπιτιού. Και φαινόταν τόσο κουρασμένος και ταλαιπωρημένος που για μερικά δευτερόλεπτα τον λυπήθηκε. Μόνο για μερικά όμως.
«Τι στο καλό κάνεις εσύ εδώ; Με παρακολουθείς;» του επιτέθηκε ενώ εκείνος έβγαζε αργά το δερμάτινο μπουφάν του. Το κινητό που έβγαλε από την τσέπη του δεν έδειχνε να λειτουργεί.
«Αυτό είναι, το βρήκες» της είπε ειρωνικά και έβγαλε τις μπότες του. Ήταν πραγματικά βρεγμένος ως το κόκαλο. Η Βαλέρια πλησίασε το τζάκι και τοποθέτησε μερικά κούτσουρα ώστε να ανάψει ξανά η φωτιά.
«Πες μου τι κάνεις εδώ αλλιώς θα σε πετάξω έξω» του είπε εκείνη αυστηρά και ο Ιαν χαμογέλασε. Μάλλον ήξερε ότι δε θα το έκανε ποτέ.
«Είμαι από χθες στην περιοχή με μηχανή» της είπε αόριστα αλλά πριν προλάβει να τον ρωτήσει η Βαλέρια εκείνος συνέχισε «για να δω μερικά σπίτια ακόμα».
«Και πώς κατέληξες εδώ; Το ξέρει ο κύριος Πεκ;»
«Ετοιμαζόμουν να γυρίσω και με έπιασε η βροχή στο δρόμο».
«Μα καλά, δεν κοίταξες τον καιρό; Πόσο ανεύθυνος είσαι πια;» είπε εκείνη.
«Το δελτίο έδειχνε ότι θα έπιανε βροχή το βράδυ και υπολόγιζα ότι θα είμαι ήδη Λονδίνο».
«Και δεν έχεις αδιάβροχο; Και ομπρέλα;»
«Για τη μηχανή;» ρώτησε εκείνος ξερά.
«Πού είναι η μηχανή;»
«Χάλασε κάπου ένα χιλιόμετρο από εδώ»
«Και πώς ήρθες;»
«Πήρα ταξί» είπε εκείνος και πλησίασε τη φωτιά. Έπρεπε άμεσα να βγάλει και άλλα ρούχα αλλά η Βαλέρια δε σκόπευε να του το πει.
«Πού το βρήκες;» τον ρώτησε μηχανικά.
«Είσαι χαζή;» την κοίταξε εκείνος. «Ήρθα μέχρι εδώ μέσα στη βροχή και στο σκοτάδι!» είπε εκείνος σμίγοντας τα φρύδια. «Παράτησα τη μηχανή σε μια στάση λεωφορείου με υπόστεγο και ήρθα τρέχοντας».
«Και πού ήξερες ότι…»
«Πήρα τον κύριο Πεκ και μου είπε ότι θα είσαι εδώ» την πρόλαβε. «Και μετά έβαλα το κινητό στην τσέπη και βράχηκα ολόκληρος και ως εκ τούτου χάλασε» ολοκλήρωσε.
«Κατάλαβα» είπε εκείνη και άρχισε να του φτιάχνει λίγο τσάι.
«Γι αυτό δεν επικοινώνησα και μαζί σου. Ξέρω ότι είναι αγένεια που ήρθα απρόσκλητος».
«Πήγαινε σε κάποιο δωμάτιο και βγάλε τα ρούχα σου» του είπε με γυρισμένη την πλάτη για να μην δει πόσο άβολα ένιωθε. «Θα πάθεις καμιά πνευμονία και δε θέλω να το έχω βάρος στη συνείδησή μου»
«Θα πάω στην τουαλέτα, δε θέλω να ενοχλήσω» είπε εκείνος διακριτικά. «Απλώς θέλω κάτι…στεγνό» της είπε τελικά. Η Βαλέρια έγνεψε. Ένιωθε κι εκείνος άβολα. Χωρίς τη μηχανή, το κινητό και τα ρούχα του σίγουρα θα αισθανόταν ανασφάλεια.
«Θα ξυπνήσω τη Λάουρα. Κάτι θα βρούμε» είπε η Βαλέρια μηχανικά.
«Ποια είναι η Λάουρα;» τη ρώτησε ο Ιαν ενώ έμπαινε στο μπάνιο. Έξω έβρεχε ακόμα λυσσαλέα. Ο Ιαν δεν έκλεισε την πόρτα, αλλά η Βαλέρια δεν πλησίασε προς το μέρος του.
«Η κολλητή μου. Ήρθε για παρέα» του είπε αδιάφορα. «Μείνε εκεί και θα ψάξω κάτι να φορέσεις» συμπλήρωσε και ανέβηκε στον πάνω όροφο. Όταν κατέβηκε, άκουσε το ντους να τρέχει. Τον φαντάστηκε γυμνό, να απολαμβάνει το ζεστό νερό και το σώμα της άρχισε να νιώθει τις επιπτώσεις της φαντασίωσης. Άνοιξε τα μάτια απότομα και καθάρισε τη σκέψη της. Ρούχα, του είχε φέρει ρούχα.
Εκείνη τη στιγμή κατέβηκε βολίδα τις σκάλες η Λάουρα. Η Λάουρα η οποία είχε υποσχεθεί να μείνει στο κρεβάτι.
«Δεν κρατήθηκα» είπε στη φίλη της γελώντας. «Μου χρωστάς μια εξήγηση» συμπλήρωσε και περίμενε καθισμένη σον καναπέ.


«Ιαν, βρήκαμε μια παλιά φανέλα και ένα παντελόνι του κυρίου Πεκ. Πιστεύω ότι θα σου κάνουν» του φώναξε έξω από την πόρτα. Εκείνος δεν απάντησε αμέσως. «Είσαι καλά;» ρώτησε εκείνη ανήσυχη.
«Ναι, μια χαρά» απάντησε ο Ιαν εύθυμα. «Άφησε τα ρούχα στον νεροχύτη» συμπλήρωσε και η Βαλέρια τα έχασε. «Το ντους έχει κουρτίνα» γέλασε εκείνος και η Βαλέρια μπήκε μέσα και έκανε αυτό που της είπε. Αναρωτήθηκε πώς τα πράγματα είχαν πάρει τέτοια τροπή. Πριν από λίγες ώρες λυπόταν όσους βρίσκονταν έξω στη βροχή και έπινε κρασί με τη φίλη της. Και τώρα…τώρα άφηνε ρούχα στο μπάνιο για να τα φορέσει ο Ιαν. Πώς είχε μπλέξει έτσι; Η μοίρα είχε πολύ χιούμορ, σκέφτηκε, και πήγε στην κουζίνα για να του φτιάξει ένα τοστ.


7 σχόλια:

  1. Από το κόκκινο δωμάτιο είναι. Σωστά? Κατερίνα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. αχ αυτη η μοιρα!!! μιλαμε εκανα ρεκορ πρωτο σχολιο

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. με περασαν για ενα λεπτο χαχαχα

      Διαγραφή
  3. Ωραια σκηνη,μου αρεσε!Μπραβο στη Βαλερια για την περιποιητικοτητα της!!:)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Εχω μια εντύπωση οτι ο Ίαν θα κανει κίνηση.... Ξέρεις τώρα.... Θα της κρατήσει το χέρι ή θα της πετάξει σπόντα....

    ΑπάντησηΔιαγραφή