Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Πέμπτη, 6 Νοεμβρίου 2014

κεφάλαιο 7-σκέψεις

Μη σηκώσεις το κεφάλι σου, Βαλέρια. Αφησέ τον να περιφέρεται μπροστά σου κοιτώντας τα παράθυρα, το τζάκι, τις πόρτες, ακόμα και τα ντουλάπια. Συνέχισε να διαβάζεις τους φακέλους σου ή μάλλον να τους κοιτάς. Αυτός δεν χρειάζεται να ξέρει ότι δεν μπορείς να συγκεντρωθείς. Και δεν μπορείς να συγκεντρωθείς γιατί η καρδιά σου κοντεύει να σπάσει. Είστε μόνοι μέσα στο δωμάτιο και η Κριστιάννα είναι στον πάνω όροφο και επιθεωρεί τα υπνοδωμάτια. Αυτός χαζεύει αδιάφορα και σου δίνει την εντύπωση ότι θέλει να του μιλήσεις. Αλλά μπορεί και να μην ισχύει. Μπορεί όλα αυτά να είναι ευσεβείς πόθοι.
Πότε πέρασαν τόσα χρόνια; Δέκα ολόκληρα χρόνια. Πίστευες  ότι δε θα τον έβλεπες ξανά, ότι δε θα ένιωθες αυτή τη συγκίνηση. Ήσουν τόσο χαζή. Πώς ήταν δυνατόν να μην σου προκαλέσει ξανά όλα αυτά τα συναισθήματα; Ο δεσμός που είχατε ήταν μοναδικός, ξεπερνούσε τα ανθρώπινα μέτρα, σας τρόμαζε ακόμα και εσάς τους ίδιους. Και τρόμαξε ακόμα περισσότερο τους δικούς σας.
Αλλά δε θα μπορούσε να σε βοηθήσει λίγο η μοίρα; Αφού σου έπαιξε αυτό το παιχνίδι και τον έφερε μπροστά σου, χάθηκε να επέστρεφε με κοιλίτσα και καράφλα; Στα 28 του ο Ιαν είναι ένας γοητευτικός νέος, με σκούρα ξανθά μαλλιά, σταρένιο δέρμα και ένα σώμα σφριγηλό και γυμνασμένο. Τα λευκά του δόντια φαίνονται κάθε φορά που χαμογελάει στην Κριστιάννα και τα μάτια του δεν έχουν χάσει τη λάμψη τους. Είναι όμορφος και το ξέρεις. Και κυρίως, το ξέρει κι εκείνος. Και τα χρόνια που δεν τον έχεις δει τον έχουν κάνει καλύτερο, σαν το ουίσκι που αποκτάει ένταση και γεύση μετά από χρόνια σε ένα σκοτεινό κελάρι.
Απάντησέ του. Σε ρωτάει αν μένεις καιρό εδώ. Πες του ότι φεύγεις αύριο και ήρθες την Παρασκευή. Μπράβο. Μη δώσεις άλλες λεπτομέρειες. Αφησέ τον να πιστεύει ότι είσαι η μετρέσα του κύριου Πεκ. Κράτα το προνόμιο του αιφνιδιασμού και χρησιμοποίησέ το αργότερα. Σου μιλάει πάλι. Σήκωσε τα μάτια σου και κοίτα τον. Μπορείς. Μην κοκκινίσεις. Όπως σε κοιτάει αυτός με βλέμμα κενό και αδιάφορο, λες και δεν σε αγάπησε ποτέ, λες και δεν σε κράτησε στα χέρια του, λες και τα κορμιά και οι ψυχές σας δεν ήταν ένα από τότε που θυμάσαι τον εαυτό σου. Σε ρώτησε αν έχει πολύ κρύο τον χειμώνα. Πες του ότι δεν ξέρεις ,γιατί δεν έχεις έρθει χειμώνα. Πρόσφερέ του λίγο τσάι. Αρνήθηκε. Δεν πειράζει. Δεν του αρέσει το τσάι. Το θυμάσαι, αλλά δείξε του ότι δεν το θυμάσαι.
Χαμογέλα στην Κριστιάννα, μπήκε στο δωμάτιο. Θες να την πνίξεις, αλλά συγκρατήσου. Είναι καλή. Δε φταίει σε τίποτα. Δεν μπήκε ανάμεσά σας. Δέκα χρόνια πάνε. Κάποιος άλλος θα έλεγε ότι ήταν ένας εφηβικός έρωτας, ένα ξεμυάλισμα. Θα γελούσε αν του εξηγούσες πόσο σημαντικός  ήταν για τη ζωή σου και πόσο έκλαψες όταν χωρίσατε. Όταν σας χώρισαν.
Καληνύχτισέ τους ευγενικά και χαμογέλασε ξανά. Ναι, ναι, πες ότι θα τους περιμένεις αύριο στις 12 για να δείτε τον εξωτερικό χώρο. Ξέρεις ότι θα λείπεις. Δεν μπορείς να το ξαναπεράσεις όλο αυτό. Η καρδιά σου θα σπάσει.
Έφυγαν, είσαι μόνη σου. Συνέχισε να διαβάζεις, δεν έχεις χρόνο για ξεκούραση. Όχι, όχι, μην αφήνεις το μυαλό σου να ξεστρατίσει πάλι. Μην γυρνάς πίσω στο καλοκαίρι του 2004…
Είναι αναπόφευκτο. Δεν ωφελεί να αντιστέκεσαι. Το έχεις δουλέψει με τον εαυτό σου και έχεις καταφέρει να ελέγξεις το κύμα ντροπής που σε πλημμυρίζει όταν θυμάσαι τον πατέρα του Ιαν να μπουκάρει στο σπιτάκι του κήπου και να σας βρίσκει εκεί…μαζί. Ο Ιαν σε σκέπασε άτσαλα με το σεντόνι αλλά σίγουρα ο πατέρας του πρόλαβε να δει ότι ήσουν γυμνή. Ότι πριν από μερικά λεπτά κάνατε έρωτα. Μια φυσική εξέλιξη της σχέσης που είχατε. Ο Ιαν είχε προσπαθήσει να το αποτρέψει. «Είσαι μικρή» σου είχε πει και εσύ του είχες πει ότι ήσουν πολύ σίγουρη και τον άγγιξες με έναν τρόπο που δε θα άφηνε ασυγκίνητο κανέναν 18χρονο. Και δεν το μετάνιωσες. Ήσουν μόνο 16 χρόνων αλλά ήσουν σίγουρη ότι τον αγαπούσες και ότι τον ήθελες. Είχατε περάσει ώρες ατελείωτες μαζί σαν παιδιά, παίζοντας κρυφά από τους γονείς σας. Οι οικογένειές σας μισούσαν η μία την άλλη. Και ακόμα μισιούνται. Κανείς δεν σας είχε πει ποτέ τον λόγο. Ακόμα δεν ξέρεις. Μεγαλώνοντας ήξερες μόνο δύο πράγματα. Ότι απαγορεύεται να περάσει το φράκτη και ότι ο γιος των δίπλα είναι ο εχθρός. Όμως εσύ πέρασες το φράκτη. Ένα εμπόδιο τόσο κυριολεκτικό όσο και μεταφορικό. Το ίδιο και εκείνος. Από τότε που ήσουν πέντε κι εκείνος εφτά παίζατε κρυφά μαζί. Σε όλα τα απόμακρα σημεία των κτημάτων σας όπου δε θα μπορούσε να σας βρει κανείς. Παίζατε κρυφτό και κυνηγητό και μετά άλλα, πιο περίπλοκα παιχνίδια. Στα δέκα σας ήσασταν τόσο δεμένοι που όταν αρρώσταινε ο ένας, αρρώσταινε και ο άλλος από λύπη και όταν μπήκατε στην εφηβεία, άρχισαν οι συζητήσεις. Περνούσατε άπειρες ώρες στον στάβλο, ταΐζοντας τα άλογα, προσέχοντας μην σας δει κανείς και μιλούσατε ασταμάτητα. Μιλούσατε για τα όνειρά σας, για τις προτιμήσεις σας, διαβάζατε βιβλία και ανταλλάζατε απόψεις για το θάνατο και την αιωνιότητα. Κάθε μέρα. Τον έβλεπες κάτι μέρα. Δεν είχες μάτια για άλλο αγόρι στο σχολείο και αν δεν σου έστελνε κάθε βράδυ μήνυμα για καληνύχτα δεν κοιμόσουν. Ο έρωτας δεν άργησε να έρθει. Κατά βάθος το ήξερες από πολύ μικρή ότι αυτός ήταν ο ένας. Όταν όμως έφτασες στα 15 και σε φίλησε, ένιωσες ότι είσαι η πιο ευτυχισμένη κοπέλα στον κόσμο. Και για έναν ολόκληρο χρόνο όλα κυλούσαν υπέροχα. Το μόνο πρόβλημα ήταν το μίσος των γονιών σας και υποφέρατε που έπρεπε να κρατάτε κρυφή τη σχέση σας. Αλλά είχατε αποφασίσει να τους αποκαλύψετε όταν περνούσατε στο πανεπιστήμιο. Σύντομα, δηλαδή. Πολύ σύντομα. Ο Ιαν ήταν ήδη 18 και σε λίγους μήνες θα ξεκινούσε σπουδές στην Οξφόρδη. Θα σε περίμενε όμως άλλα δύο χρόνια. Εσύ ανησυχούσες ότι θα γνωρίσει κάποια συμφοιτήτρια εκεί στο πανεπιστήμιο και θα σε ξεχάσει. Εκείνος σου είχε ορκιστεί αιώνια αγάπη και τον είχες πιστέψει. Εκείνο το απόγευμα όμως είχε σαρώσει τα σχέδιά σας.
Ο πατέρας του μπήκε στην καλύβα απότομα, αποφασισμένος να δώσει τέλος σε κάτι που υποπτευόταν. Η ντροπή δε σε αφήνει να θυμάσαι πολλές λεπτομέρειες. Ο Ιαν ούρλιαξε στον πατέρα του να βγει έξω. Εκείνος είχε πει κάτι για το «τσουλάκι των δίπλα που ήθελε να τον τυλίξει για τα λεφτά του». Κάτι είχες ψελλίσει αλλά δεν ακούστηκες. Πατέρας και γιος πιάστηκαν στα χέρια. Προσπάθησες να τους χωρίσεις αλλά έπρεπε ταυτόχρονα να κρατάς το σεντόνι μπροστά σου.
Οι εξελίξεις ήταν τόσο γρήγορες που ζαλίστηκες. Οι γονείς του ενημέρωσαν τους δικούς σου σε μια σπάνια εκεχειρία. Οι δικοί σου σε κατηγόρησαν για «προδοσία» και σε έστειλαν δύο ολόκληρους μήνες σε μια κατασκήνωση. Στην Κορνουάλη. Γι’ αυτό μισούσες αυτό το μέρος. Όταν γύρισες, εκείνος είχε ξεκινήσει πανεπιστήμιο. Δεν σε έψαξε. Δεν τον έψαξες. Το τέλος σας ήταν άδοξο. Αλλά έπρεπε να το δεχτείς.

3 σχόλια:

  1. Αν με εκανες να κλαψω απο το 7 κεφαλαιο φαντασου την θα γινει ποιο κατω :'(

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. αυτο ειναι πολυ αδικο... καλα κι εκεινος γιατι δεν την εψαξε?? :/

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Σου ορκίζομαι σε οτι εχω ιερό! Μόλις τώρα διάβασα αυτο το κεφάλαιο και η τρίχα μου εχει σηκωθεί όρθια!! Ανατρίχιασα και συγκινήθηκα απίστευτα!! Προβλέπω αλλη μια έντονη ιστορία <3

    ΑπάντησηΔιαγραφή