Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τρίτη, 4 Νοεμβρίου 2014

κεφάλαιο 5-bang bang he shot me down

«Το κτήμα είναι μοναδικό» κατέληξε η Βαλέρια μετά από μια μεγάλη απογευματινή βόλτα με τον κύριο Πεκ. Φορούσε το μακρύ μπουφάν της και μαύρες γαλότσες και είχε απολαύσει κάθε βήμα. «Οι στάβλοι, ο οπωρώνας, τα παρτέρια με τα λουλούδια» μονολόγησε δυνατά. «Όλα είναι υπέροχα».
«Χαίρομαι που σου αρέσει, κορίτσι μου» είπε εκείνος στοργικά. Είχε έντονο πατρικό ύφος πάντα όταν της μιλούσε.
«Και τα παρτέρια με τα λουλούδια και η μικρή λιμνούλα με τα χρυσόψαρα» συνέχισε εκστασιασμένη η Βαλέρια. «Αλλά το καλύτερο είναι η θέα στη θάλασσα. Νομίζεις ότι αν κάνεις δέκα βήματα θα βραχούν τα πόδια σου».
«Η γυναίκα μου λάτρευε τη θάλασσα και περάσαμε πολλά χρόνια σε αυτό το σπίτι. Η κόρη μου εδώ μεγάλωσε» είπε εκείνος νοσταλγικά. Η Βαλέρια αναρωτήθηκε ξανά πώς ήταν δυνατόν να πουλούσε ένα σπίτι τόσο όμορφο και τόσο φορτισμένο με όμορφες αναμνήσεις. «Είναι δύσκολο να το αποχωριστώ, αλλά τουλάχιστον θα ξέρω ότι το έχω δώσει σε κάποιον που θα το σεβαστεί και θα έχω πάρει μια καλή αμοιβή που θα μου επιτρέψει να φτιάξω την επιχείρησή μου» συμπλήρωσε ο κύριος Πεκ και η Βαλέρια έμεινε να τον κοιτάει απορημένη. Όσα της είχε πει της είχαν προκαλέσει ένα σωρό ερωτήσεις.
«Πώς και αποφασίσατε να ανοίξετε επιχείρηση;» τον ρώτησε απλά. Δεν υπήρχε τρόπος πλάγιος και αποφάσισε να αρχίσει να λύνει μερικές από τις απορίες της.
«Δε βλέπω το λόγο να κάθομαι. Δε με έχουν πάρει τα χρόνια ακόμα. Είχα μια κερδοφόρα επιχείρηση αλλά όταν αρρώστησε η γυναίκα μου τα παράτησα όλα. Μετά το θάνατό της έπεσα σε κατάθλιψη. Πιστεύω ότι θα μου κάνει καλό να αφήσω πίσω μου μερικές αναμνήσεις και να κάνω κάτι για μένα. Κάτι ουσιαστικό. Κάτι που να μου δίνει ζωή» της εξήγησε, με μια ελάχιστη νότα ενόχλησης. Η Βαλέρια το κατάλαβε.
«Φυσικά, φυσικά» είπε απολογητικά. «Και συγγνώμη που ρώτησα, αλλά θέλω πάντα να ξέρω τις προθέσεις των πελατών μου».
«Πρόθεσή μου είναι να περάσω καλά όσα χρόνια μου μένουν» είπε ο κύριος Πεκ ενώ την οδηγούσε στο εσωτερικό του σπιτιού και άναβε το τζάκι. Η θερμοκρασία είχε αρχίσει να πέφτει τώρα που σκοτείνιαζε. «Και πιστεύω ότι η προσφορά που δέχτηκα θα το εξασφαλίσει αυτό».
«Έχετε ιδέα τι θα το κάνει ο αγοραστής;» ρώτησε η Βαλέρια. «Ίσως επηρεάσει τις διαπραγματεύσεις».
«Νομίζω ότι το θέλει για εξοχική κατοικία για την αρραβωνιαστικιά του. Αλλά είναι λίγο…αναλυτικός. Έχει υποβάλει γραπτώς ένα σωρό ερωτήσεις μέσω των δικηγόρων του και παρόλο που έχει κάνει καλή προσφορά, φοβάμαι ότι αν δεν φανούμε δύσκολοι, θα κάνει σκληρό παζάρι».
Η Βαλέρια τον φαντάστηκε πλούσιο, ντυμένο με ακριβό ιταλικό κοστούμι, ασχημούλη, με κοιλίτσα και γκρίζα μαλλιά. Η αρραβωνιαστικιά θα ήταν σίγουρα κάποια καλλονή με ένα πανάκριβο μονόπετρο στο δάχτυλο.
«Δε θα το αφήσουμε να περάσει έτσι» του χαμογέλασε καθησυχαστικά. «Δε θα δεχτούμε οτιδήποτε κάτω από 10 εκατομμύρια λίρες και θα επιμείνω για γρήγορη πληρωμή».
«Είναι σημαντικό και αυτό» ανταπέδωσε το χαμόγελο ο κύριος Πεκ. «Θα ήθελα να είμαι σε θέση να ξεκινήσω μέχρι το τέλος του χρόνου να στήνω τη επιχείρησή μου» διευκρίνισε.
«Τι ξέρετε για τον επίδοξο αγοραστή;» τον ρώτησε. «Πώς βρήκε το σπίτι;».
«Το έχω καταχωρήσει σε έναν ονομαστό μεσίτη και με βρήκε από εκεί. Εψαχνε μόνο στην Κορνουάλη γιατί κατάλαβα ότι η αρραβωνιαστικιά του είναι ζωγράφος και της αρέσουν τα όμορφα τοπία».
«Και αυτός; Τι είναι;»
«Δεν ξέρω πολλά» έτριψε το πηγούνι του ο κύριος Πεκ. Η φωτιά είχε φουντώσει για και μια πορτοκαλί φλόγα φώτιζε το σαλόνι. «Ξέρω μόνο ότι είναι ένα πολύ πλούσιος επιχειρηματίας, ο οποίος δραστηριοποιείται στον τομέα της ναυτιλίας. Είναι πολύ τυπικός με τις νομικές διαδικασίες, πολύ απαιτητικός και πολύ…νέος» της είπε και φόρεσε το μπουφάν του. «Πρέπει να φύγω γιατί άρχισε να σκοτεινιάζει και δε θέλω να οδηγώ αργά» συμπλήρωσε αλλά η Βαλέρια είχε μείνει ακόμα στο προηγούμενο σχόλιο.
«Νέος ε; Και είναι ήδη τόσο πλούσιος;» αναρωτήθηκε δυνατά. Ο κύριος Πεκ χαμογέλασε.
«Πολυεκατομμυριούχος» τη διόρθωσε εκείνος. «Απλώς είναι λίγο εσωστρεφής. Μιλάω μόνο με τους δικηγόρους του. Εκείνος σπάνια αναφέρεται στις συζητήσεις. Ούτε το όνομά του δεν ξέρω» της είπε και αφού την αποχαιρέτισε την άφησε μόνη της να αναρωτιέται για το μέλλον του υπέροχου αυτού ακίνητου στα χέρια ενός πάμπλουτου επιχειρηματία και της ζωγράφου αρραβωνιαστικιάς του. Άραγε θα σέβονταν την γοητεία του χώρου ή θα έκαναν ριζικές αλλαγές;

Ανέβηκε στον πάνω όροφο, απόλαυσε ένα ζεστό μπάνιο και φόρεσε τις πιτζάμες της. Η ώρα ήταν εφτά το απόγευμα και σκόπευε να διαβάσει τουλάχιστον δύο ώρες μέχρι την αυριανή συνάντηση. Με λίγη τύχη θα ολοκλήρωνε τη δουλειά της εκεί και θα γυρνούσε Κυριακή βράδυ. Αυτό ήταν πολύ καλό γιατί είχε πολλές υποθέσεις σε εκκρεμότητα και έπρεπε να είναι στο γραφείο τη Δευτέρα, παρόλο που ο Κέρβερος της είχε πει ότι μπορούσε να μείνει μια μέρα παραπάνω στην Κορνουάλη.

Κατά τις εφτά και τέταρτο σηκώθηκε για να φτιάξει ένα τσάι και να ρίξει ένα κούτσουρο στη φωτιά. Το περιβάλλον ήταν ειδυλλιακό. Παρόλο που δεν ήταν ο χώρος της, ένιωθε άνετα εκεί μέσα, και χαλάρωνε πραγματικά. Αν και μπροστά της ήταν απλωμένα ένα σωρό βιβλία και ντοσιέ.

Ένας θόρυβος τάραξε την ησυχία της αλλά δεν έδωσε σημασία επειδή είχε συνηθίσει στους ανεξήγητους ήχους μέσα σε ένα τόσο μεγάλο σπίτι. Μερικά δευτερόλεπτα μετά όμως, μια λάμψη φώτισε έξω από το παράθυρό της και ένας μηχανικός ήχος, ένας εκνευριστικός βόμβος την έκανε να τιναχτεί από τη θέση της. Ποιος ήταν; Ο κύριος Πεκ μόλις είχε φύγει. Κατευθύνθηκε στην κουζίνα γρήγορα και άρπαξε ένα μαχαίρι. Μετά πήρε το κινητό της στο χέρι.

Η βαριά ξύλινη πόρτα χτύπησε δυνατά. Η Βαλέρια ένιωσε την καρδιά της να βροντοχτυπάει από τρόμο.
«Ανοίξτε, κύριε Πεκ. Είμαστε για το σπίτι» άκουσε μια γυναικεία φωνή και ηρέμησε κάπως. Αλλά δεν θα άνοιγε αν δεν έπαιρνε τις απαντήσεις που ήθελε.
«Δεν είμαι ο κύριος Πεκ, αλλά η δικηγόρος του. Παρακαλώ καλέστε τον κύριο Πεκ και πείτε του να με καλέσει για να σας αφήσω να περάσετε» είπε αυστηρά η Βαλέρια, σφίγγοντας τη ρόμπα γύρω από τις πιτζάμες της. Μα τι στο καλό; Γιατί είχε έρθει εδώ η τρελή ζωγράφος;
«Μάλιστα» είπε η άλλη γυναίκα και σε μερικά δευτερόλεπτα ο κύριος Πεκ της είχε τηλεφωνήσει κάπως αγχωμένος, εξηγώντας της ότι είχαν έρθει οι επίδοξοι αγοραστές για να δουν το σπίτι μιας και βρίσκονταν στην Κορνουάλη για διακοπές. Η Βαλέρια άνοιξε την πόρτα λίγο ενοχλημένη με το ακατάλληλο της ώρας. Το πρώτο πράγμα που είδε ήταν μια ξανθιά καλλονή. Και από πίσω της, να έρχεται εκείνη την ώρα κρατώντας ένα μικρό σακίδιο έναν πανέμορφο άντρα. Αλλά όχι οποιονδήποτε άντρα. Τον άντρα που την έκανε γυναίκα.





7 σχόλια:

  1. Τι λες τωραααααααα? Αυτα ειναι γουσταρωωωω τρελα...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αυτό το πράγμα να μας κάνεις να μην μπορούμε να περιμένουμε το επόμενο...Ααχχ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. ωχχχ..... τι εγινε το τελευταιο κατι μου εκανε κλικ...μηπως.......?!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Πολύ όμορφο και ενδιαφέρον,συνεχισε ετσι!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Αμάν αμάν... Αυτά ειναι.... Απο την αρχή στα δύσκολα η πρωταγωνηστρια μας.... Για να δούμε τι θα δούμε !!! Φιλιαααααα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Ήμουν σίγουρη οτι ηταν ο παλιός της ερωτας

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Μας κάνεις να ανυπομονούμε τρελά για την συνέχεια

    ΑπάντησηΔιαγραφή