Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2014

κεφάλαιο 19-τιραμισού

«Πολύ χαίρομαι» είπε η Λάουρα τρώγοντας μια κουταλιά από το τιραμισού που της έφερε η Βαλέρια από ένα ζαχαροπλαστείο δίπλα από το γραφείο της. «Η αναβολή ήταν αυτό που χρειαζόσουν!».
«Ναι, αυτό είναι αλήθεια» χαμογέλασε η Βαλέρια και έβγαλε τα τακούνια της. Μόλις είχε γυρίσει από τη δουλειά και ήταν κουρασμένη. Το ρολόι της έδειχνε έξι και μισή. «Ο κύριος Μαγκρίν έχει πάθει πνευμονία και με το χαρτί από το νοσοκομείο πήραμε αναβολή για ένα μήνα μετά!».
«Άρα κέρδισες χρόνο» είπε η Λάουρα, γνωρίζοντας πόσα πολλά είχε στο μυαλό της η φίλη της.
«Ναι, όντως!» είπε ενθουσιασμένη η Βαλέρια. «Αν και την είχα ψιλοτελειώσει την υπόθεση, λίγος έξτρα χρόνος είναι πάντα ευπρόσδεκτος».
«Άρα τώρα μπορείς να διαβάσεις για το σπίτι στην Κορνουάλη;»
«Όχι μόνο αυτό. Πρέπει να πάω κιόλας» προβληματίστηκε η Βαλέρια. «Αλλά νιώθω άσχημα για σένα…θα πρέπει να λείψω 3-4 μέρες και δε θέλω να μείνεις εδώ μόνη σου».
«Πλάκα κάνεις;» γέλασε η Λάουρα και τεντώθηκε στον καναπέ. Η Βαλέρια απολάμβανε την παρέα της φίλης της, αλλά η Λάουρα ήταν αυτή που περνούσε πιο καλά από τις δύο, μιας και δε δούλευε. «Θα βγαίνω όλη τη μέρα. Δε θα με βλέπει το σπίτι!».
«Και πάλι! Εγώ θα νιώθω ενοχές» σούφρωσε τα χείλη της η Βαλέρια. «Θα πρέπει να φύγω αύριο βράδυ και να γυρίσω Σαββατοκύριακο».
«Ε τότε, υπάρχει λύση!» είπε η Λάουρα και σηκώθηκε για να πάει το πιάτο της στον νεροχύτη. «Θα έρθω μαζί σου!» Η Βαλέρια την κοίταξε δύσπιστα αλλά η Λάουρα δεν έδειχνε να κάνει πλάκα. «Θα σε βοηθήσω και λίγο στο υποθηκοφυλακείο».
«Λάουρα, τι λες; Ήρθες μερικές βδομάδες στο Λονδίνο για να δεις λίγο κόσμο. Τι θα έρθεις να κάνεις στην Κορνουάλη;» είπε αδύναμα. Η αλήθεια ήταν ότι ήθελε παρέα.
«Παιδί μου, με θες μαζί σου;» τη ρώτησε η Λάουρα και χωρίς να περιμένει απάντηση, συνέχισε. «Γιατί εγώ θέλω πολύ να επισκεφτώ ην Κορνουάλη και επίσης θέλω να περάσουμε και λίγο χρόνο μαζί, γιατί όλο βγαίνω και τελικά εσένα δε σε έχω δει καθόλου».
Η Βαλέρια χαμογέλασε στη φίλη της. Συγκινήθηκε με όσα της είχε πει. Μπορεί τα προσωπικά της να πήγαιναν κατά διαόλου, αλλά είχε καλούς φίλους και γι’αυτό ένιωθε περήφανη.
«Έχεις μέχρι αύριο να αποφασίσεις» είπε αποφασιστικά στη φίλη της. «Μην πιεστείς και μην το κάνεις για μένα. Εγώ μπορώ να πάω και μόνη μου. Το έχω ξανακάνει!» της είπε αλλά ειλικρινά ήθελε να πάει η φίλη της μαζί της. Ένιωθε άσχημα που επέστρεφε σε εκείνο το μέρος. Είχε πολύ άσχημες αναμνήσεις από την περιοχή και τώρα πια είναι συνδυάσει το σπίτι του κυρίου Πεκ με τον Ιαν. Δε θα μπορούσε να κυκλοφορεί εκεί μέσα και στον κήπο, χωρίς να θυμάται τον Ιαν να περπατάει ανάμεσα στα δέντρα, την Κριστιάννα να ενθουσιάζεται με το κάθε τι και να φιλιούνται. Ξανά και ξανά. Αυτό το τελευταίο ειδικά δεν μπορούσε να το χωνέψει. Είχαν περάσει χρόνια και δεν είχε κανένα συναίσθημα πια για τον Ιαν. Αλλά τα φιλάκια την έκαναν να ανακατεύεται.
«Αποφάσισα ήδη!» είπε η Λάουρα και της τσίμπησε το μάγουλο. «Θα έρθω θες δε θες!»
«Λάουρα, είσαι η καλύτερη φίλη του κόσμου, το ξέρεις;» ρώτησε τη φίλη της αλλά η Λάουρα δεν απάντησε στην ερώτηση.
«Ο Λούκας τι θα πει;» ρώτησε τη Βαλέρια σοβαρά και η Βαλέρια ανασήκωσε τους ώμους.
«Μιλήσαμε λιγάκι χθες και του είπα ότι θέλω να μείνω λίγο καιρό μόνη» απάντησε ξερά.
«Δεν ξέρω τι να πω» συννέφιασε η Λάουρα. «Από τη μία λυπάμαι που αναλώνεσαι σε σχέσεις χωρίς πάθος, αλλά όταν χωρίζεις…λυπάμαι. Λυπάμαι που άλλη μια σχέση σου τελείωσε».
«Είσαι ρομαντική» της είπε η Βαλέρια σχεδόν σαν κατηγορία.
«Δεν είμαι» απέρριψε την ιδέα η Λάουρα. «Απλώς θέλω να βρεις κάποιον να σε αγαπάει όπως σου αξίζει. Όχι κανέναν λαπά».
«Ο Λούκας δεν είναι λαπάς» αντέδρασε η Βαλέρια.
«Του είπες ότι θέλεις να μείνεις μόνη και τέλειωσε εκεί η συζήτηση; Και δεν είναι λαπάς;» γέλασε η Λάουρα. «Πού πήγαν οι άντρες που διεκδικούν;» αναρωτήθηκε.
«Μάλλον τους χαίρεται κάποια άλλη» είπε η Βαλέρια και από το μυαλό της πέρασε η Κριστιάννα. Αλλά δεν έπρεπε να κάνει τέτοιο συσχετισμό. Δεν ήταν δική της δουλειά το αν ο Ιαν διεκδικούσε ή όχι. Εκείνη δεν την είχε διεκδικήσει. Δεν την έψαξε. Το τι έκανε με την Κριστιάννα ήταν άλλη υπόθεση.
«Κάτι θα βρεθεί και για μας» είπε αισιόδοξα η Λάουρα και χτύπησε παλαμάκια με ενθουσιασμό. «Πάω κιόλας να φτιάξω ένα σακίδιο. Τι ώρα θα φύγουμε;»
«Μετά τη δουλειά μάλλον» είπε η Βαλέρια ενώ άλλαζε και έβαζε πιτζάμες.
«Θα πάρουμε σεντόνια και τέτοια;»
«Όχι, όχι. Το σπίτι έχει τα πάντα και περνάει γυναίκα μία φορά τη βδομάδα και καθαρίζει. Όλα είναι οργανωμένα. Θα δεις» είπε καθησυχαστικά η Βαλέρια. Η Λάουρα έλαμπε. Μάλλον το εννοούσε όταν έλεγε ότι ήθελε να πάει εκδρομή.

«Ανυπομονώ για λίγο οξυγόνο» είπε η φίλη της και η Βαλέρια σκέφτηκε ότι εκείνη δεν μπορούσε να αναπνεύσει σε εκείνο το σπίτι. 

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

κεφάλαιο 18-φωτιά στα ρούτερ

Και ενώ η Λάουρα αλώνιζε στο Λονδίνο πίνοντας καφέδες με διάφορους φίλους που είχε καιρό να δει, και ενώ ο Πίτερ δούλευε σε μια υπόθεση που τον δυσκόλευε, η Βαλέρια συνέχιζε να ασχολείται με την υπόθεση του κυρίου Πεκ. Ο πελάτης της είχε προτείνει να μειώσουν την τιμή και εκείνη είχε πει ότι θα περίμεναν μέχρι το τέλος της βδομάδας. Η αλήθεια ήταν ότι είχε παρατραβήξει το αστείο. Σήμερα ήταν Πέμπτη και δεν είχαν νέα του Ιαν. Και το βράδυ που τον είχε πετύχει στον μπαρ, πριν από πέντε μέρες δηλαδή, δεν της έκανε καμία νύξη. Λες και αγνοούσε ότι μεταξύ τους υπήρχε ένα νομικό θέμα που έπρεπε να λυθεί άμεσα.

Ο κύριος Πεκ επέμεινε να ρίξουν την τιμή από τη Δευτέρα αλλά ευτυχώς κατάφερε να τον πείσει να περιμένουν. Το μόνο για το οποίο ήταν σίγουρη ήταν ότι θα έπρεπε να ξαναπάει στην Κορνουάλη. Ο Ιαν επέμενε για την πρόσβαση στη θάλασσα. Στις διαπραγματεύσεις είχε αγνοήσει την υπόδειξη αλλά αυτή τη φορά δε θα ήταν τόσο τυχερή. Αν ήθελε να έχει μέλλον η αγοραπωλησία έπρεπε να επιστρέψει στην Κορνουάλη. Να επισκεφτεί το υποθηκοφυλακείο και να δει τα αρχικά συμβόλαια. Το ακίνητο ήταν πολύ παλιό και έπρεπε να ψάξει λίγο στα αρχεία. Αν έβρισκε κάποια άκρη με αυτό, ίσως ο Ιαν έδειχνε περισσότερο ενδιαφέρον. Αν ήταν στο χέρι της δε θα του πουλούσε ούτε χαρτομάντιλο, αλλά ο πελάτης της βιαζόταν να ξεκινήσει την επιχείρησή του.

«Δουλεύεις;» άκουσε ξαφνικά τη φωνή του αφεντικού της. Κοίταξε το ρολόι της. Η ώρα είχε περάσει. Πόση ώρα δούλευε; Δεν είχε κάνει διάλειμμα ούτε για φαγητό.
«Ναι, ναι» είπε εκείνη και συμμάζεψε νευρικά τα χαρτιά της. «Με θέλετε κάτι;» ρώτησε και εκείνος κάθισε στην καρέκλα απέναντί της.
«Μόλις μου τηλεφώνησαν οι δικηγόροι του Ιαν Κάρτερ» της είπε και έσμιξε τα φρύδια του. Η Βαλέρια ένιωθε ένα κόμπο στο λαιμό. Τι σύμπτωση…μόλις σκεφτόταν την υπόθεση.
«Γιατί τηλεφώνησαν σε εσάς; Αφού εγώ είμαι η….» είπε η Βαλέρια αλλά δεν ολοκλήρωσε. Μάλλον άλλη μία φορά ο Ιαν την είχε παρακάμψει. Δεν της άρεσε καθόλου αυτό. Την προσέβαλαν ως επαγγελματία και δεν ήξερε αν ήταν απόφαση των δικηγόρων ή του ίδιου του Ιαν.
«Δεν έχει σημασία» είπε εκείνος και έκανε μια κίνηση με το χέρι που έδειχνε πόσο αδιαφορούσε για το θέμα. «Το σημαντικό είναι ότι ο Κάρτερ είπε στους δικηγόρους του ότι αν δεν εξασφαλιστεί η πρόσβαση στη θάλασσα και δεν περιληφθεί αυτός ο όρος στο συμβόλαιο, θα αποσύρει και επίσημα την προσφορά στο τέλος του μήνα» της είπε σοβαρά λες και της ανακοίνωνε ότι είχε δύο μήνες ζωή.
«Μέχρι το τέλος του μήνα; Μα αυτό είναι σε μία βδομάδα!» διαμαρτυρήθηκε η Βαλέρια. «Πρέπει να πάω στην Κορνουάλη ξανά, να ψάξω, να συντάξω συμβόλαια. Δε θα προλάβω! Έχω και την υπόθεση Μαγκρίν! Πρέπει να παραστώ στο δικαστήριο»
«Αυτά είπαν οι δικηγόροι του» είπε ο Κέρβερος σηκώνοντας τους ώμους σαν να αδιαφορούσε τελείως. «Κάνε ό,τι μπορείς» της είπε και η Βαλέρια εξεπλάγη. Δεν την πίεζε. Αυτό πρέπει να ήταν ό,τι πιο ευγενικό της είχε πει μέχρι τώρα.
«Θα πρέπει να δουλέψω στην υπόθεση Μαγκρίν τουλάχιστον 40 ώρες μέχρι την Τρίτη που είναι η δίκη. Αυτό σημαίνει ότι θα δουλέψω και το Σαββατοκύριακο» μονολόγησε. Σκέφτηκε λυπημένη ότι δε θα έβλεπε τη φίλη της όσο ήθελε. «Και μετά θα πρέπει να φύγω αμέσως για την Κορνουάλη. Θα κάνω ό,τι μπορώ» είπε με σιγουριά, επαναλαμβάνοντας τα λόγια του αφεντικού της.
«Έτσι μπράβο» είπε εκείνος και σηκώθηκε από την καρέκλα.

Όταν έμεινε μόνη της αναλογίστηκε γιατί οι δικηγόροι του Ιαν την αγνόησαν. Έβγαλε την κάρτα του Ιαν από την τσάντα της και διάβασε το μέιλ του πάνω. Δεν ήξερε το λόγο, αλλά είχε πάντα την κάρτα μαζί της. Τώρα όμως ηταν θυμωμένη και δε σκεφτόταν καθαρά. Ακούμπησε τα δάχτυλά της πάνω στο πληκτρολόγιο και ξεκίνησε να γράφει χωρίς να φιλτράρει τις σκέψεις της.

Αξιότιμε κύριε Κάρτερ,

Υπενθυμίζω και σε εσάς και στη νομική σας ομάδα ότι εγώ είμαι η δικηγόρος του κυρίου Πεκ και τα τελεσίγραφά σας καλό είναι να τα απευθύνετε σε εμένα και όχι στο αφεντικό μου.

Καλή συνέχεια σε ό,τι κάνετε,
Βαλέρια Αρτσερ

Έστειλε το μέιλ χωρίς καν να το ξαναδιαβάσει. Και περίμενε. Η απάντηση δεν άργησε.

Πού βρήκες το μέιλ μου; Δεν έχω ιδέα για ποιο πράγμα μιλάς.
Έχεις περίοδο;

Η Βαλέρια κοίταξε την οθόνη πέντε φορές για να βεβαιωθεί ότι είχε διαβάσει καλά. Γέλασε και αμέσως μετά εκνευρίστηκε με το απρεπέστατο σχόλιο. Ήταν απαίσιος. Ο άνθρωπος ήταν απαίσιος.

Αντιπαρέρχομαι το ατυχές σχόλιο. Οι δικηγόροι σου έδωσαν προθεσμία ως το τέλος του μήνα στο αφεντικό μου. Να τους πεις να μιλάνε με μένα. Οκ; Εγώ είμαι η δικηγόρος του κύριου Πεκ.

Ο Ιαν απάντησε και πάλι άμεσα.

Αποσύρω το σχόλιο. Θα τους ενημερώσω κατάλληλα.
Η προθεσμία ισχύει.

Τικ τοκ τικ τοκ

Η Βαλέρια εκνευρίστηκε ξανά αλλά σκέφτηκε ότι δεν ωφελεί. Ο άνθρωπος ήταν γουρούνι. Θα έκανε ό,τι μπορούσε για τον πελάτη της αλλά δε θα πέθαινε κιόλας. Αν η υπόθεση δεν είχε αίσια έκβαση, θα βρισκόταν κάποιος άλλος αγοραστής. Είχε πολλά στο μυαλό της. Δεν μπορούσε να ασχολείται και με το αν ο κύριος Πεκ θα έπαιρνε σύντομα τα λεφτά για να ανοίξει την επιχείρησή του. Δεν ήταν δα και ζήτημα ζωής και θανάτου.


Έκανε την καρέκλα της πίσω και σηκώθηκε. Ξαφνικά χρειαζόταν λίγο αέρα. Και ένα ζεστό καπουτσίνο.

Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2014

Κεφάλαιο 17-Οσα βλέπει η κολλητή δεν τα βλέπει ο κόσμος όλος...

«Δεν το πιστεύω ότι κάνουμε αυτή τη συζήτηση ακόμα δεν ήρθες!» διαμαρτυρήθηκε άτονα η Βαλέρια το επόμενο μεσημέρι. Ο Πίτερ χουζούρευε στον καναπέ όπου είχε περάσει το βράδυ μετά την επιστροφή του σπίτι της Βαλέριας παρέα με τη Λάουρα και η Λάουρα φορούσε μια φόρμα και στεκόταν όρθια μπροστά της. Της έκανε κήρυγμα. Ήταν σαν να ξαναζεί από την αρχή τα φοιτητικά τους χρόνια. «Ακόμα δεν ξύπνησες! Θα έπρεπε να έχεις πονοκέφαλο από το μεθύσι ή τζετ λαγκ. Πού τη βρίσκεις τόση όρεξη;» επέμεινε η Βαλέρια, αλλά χωρίς καμία τύχη. Η Λάουρα μπορεί να  ήταν μουτζουρωμένη από τα χθεσινοβραδινό μέικαπ, μπορεί να έδειχνε καταπονημένη αλλά αυτή τη στιγμή στην ατζέντα της υπήρχε μόνο ένα πράγμα. Να μάθει τι συνέβη με τον Ιαν το προηγούμενο βράδυ.
«Και πολύ άργησα!» είπε η Λάουρα και κοίταξε το ρολόι της. Είχαν κοιμηθεί μέχρι τις τρεις το μεσημέρι! «Σηκώθηκα αμέσως και ήρθα στο δωμάτιό σου και ήσουν μόνη. Πίστεψα ότι είχε φύγει νωρίς, αλλά εσύ μου είπες ότι δεν κοιμήθηκε εδώ. Και πες μου, σε παρακαλώ, γιατί άφησες τέτοιον άντρα να φύγει;»
«Λάουρα, άσε με ήσυχη! Ο άνθρωπος με γύρισε σπίτι μου. Δεν ήταν υποχρεωμένος να με αποπλανήσει κιόλας» είπε η Βαλέρια και έβαλε νερό να βράσει για τσάι. Ο Πίτερ άνοιξε τα μάτια του και τις κοίταξε.
«Μπορείτε να μην τσακώνεστε πάνω από το κεφάλι μου;» γκρίνιαξε με κάθε δίκιο.
«Η ηλίθια η φίλη σου γύρισε σπίτι με έναν τύπο που θα έκανε κάθε γυναίκα να λιώσει και δεν έκανε τίποτα μαζί του!» είπε η Λάουρα στο φίλο της. «Να μην πω τίποτα; Να μην επέμβω; Να την αφήσω να βαδίσει στην καταστροφή;» είπε δραματικά.
«Ποια καταστροφή; Αφού έχει τον Λούκας» είπε ο Πίτερ αδιάφορα και έτριψε το πηγούνι του.
«Αυτό εννοώ και εγώ!» είπε απότομα η Λάουρα και η Βαλέρια την κοίταξε άγρια.
«Λάουρα, το τι κάνω με την προσωπική μου ζωή…» ξεκίνησε να λέει αλλά η φίλη της τη διέκοψε.
«Ναι, ναι, ξέρω. Είναι δουλειά σου» απάντησε ξινά η Λάουρα. Η Βαλέρια παρατήρησε ότι η φίλη της μιλούσε με πολύ πάθος. Πάντα θαύμαζε τους ανθρώπους που έλεγαν με τόση ορμή την άποψή τους. «Αλλά δεν έχεις δικαίωμα! Με ακούς; Δεν έχεις δικαίωμα να γυρίσεις με έναν τέτοιον άντρα σπίτι και να μην δοκιμάσεις…τις χάρες του».
«Σιγά τον άντρα» είπε αδιάφορα η Βαλέρια και ανασήκωσε τους ώμους.
«Σιγά τον άντρα; Πες μου τουλάχιστον ότι πήρες το τηλέφωνό του;»
«Λάουρα…»
«Δεν υπήρχε κεφάλι που να μη γύρισε να τον κοιτάξει την ώρα που σε οδηγούσε στην έξοδο. Και όταν τακτοποίησε τα μαλλιά σου, αχ…» αναστέναξε η φίλη της σαν ερωτοχτυπημένη έφηβη.
«Ποια μαλλιά μου; Τι λες; Είμαι και λίγο ζαλισμένη από χθες» δικαιολογήθηκε η Βαλέρια. Ήθελε απλώς να τελειώσει αυτή η συζήτηση και να βάλει σε τάξη τις σκέψεις της και τα συναισθήματά της. Όλο το βράδυ έβλεπε στον ύπνο της τον Ιαν. Αλλά δε θυμόταν ακριβώς τα όνειρά της. Μόνο ένα γλυκό συναίσθημα.
«Καλά δε θυμάσαι;» ρώτησε η Λάουρα απορημένη.
«Τι να θυμάμαι; Πίτερ, σώσε με» στράφηκε προς τον φίλο της, ο οποίος εκείνη τη στιγμή πήγαινε στην τουαλέτα.
«Εμένα μη με ανακατεύετε με τα γκομενικά σας» είπε και της έκλεισε το μάτι.
«Ο τύπος ήταν υπερκούκλος και έδειχνε να ενδιαφέρεται» επέμεινε η Λάουρα. Η Βαλέρια δεν απάντησε. «Πριν βγείτε έξω σού έδωσε το μπουφάν του και σου μάζεψε τα μαλλιά σου για να μην μπαίνουν στο πρόσωπό σου. Και κοίταξε και τα μάτια σου προσεκτικά. Μάλλον ήθελε να δει τις κόρες σου αν ήταν διεσταλμένες. Φοβήθηκε ότι είχες πιει πολύ».
«Πόσο ρομαντικό!» ειρωνεύτηκε η Βαλέρια.
«Γιατί όχι;»
«Ωραίοι φίλοι είστε και με αφήσατε να φύγω με έναν ξένο» της είπε η Βαλέρια για να αλλάξει θέμα. Όσα άκουγε την είχε μπερδέψει.
«Μα αφού ο Φίλιπ τον ήξερε. Τον ρώτησα και μου είπε ότι ο τύπος έρχεται συχνά στο μπαρ και ότι είναι πολύ οκέι τύπος».
«Μήπως σου είπε ότι είναι και αρραβωνιασμένος;» αιφνιδίασε η Βαλέρια τη φίλη της με καυστικό τόνο. Η Λάουρα έμεινε να την κοιτάει μπερδεμένη.
«Αρραβωνιασμένος; Τον ξέρεις;» ρώτησε η φίλη της, η οποία έκανε αμέσως τη σύνδεση.
«Ναι, Λάουρα. Πώς αλλιώς θα έφευγα από ένα μπαρ με έναν άγνωστο;»
«Νόμιζα ότι σε συνεπήρε το άγριο βλέμμα, το φοβερό σώμα, το συγκλονιστικό ανάστημα, ο αέρας…και αυτό το περπάτημα…όταν διέσχισε την αίθουσα για να σε πάρει από το χέρι…αχ!»
«Λάουρα, τέλειωσες;» τη μάλωσε η Βαλέρια. Ο Πίτερ εντωμεταξύ σερβιριζόταν τσάι και διασκέδαζε με τα κορίτσια.
«Μόλις άρχισα!»
«Τον ξέρω τον άνθρωπο. Ήμασταν φίλοι παλιά.»
«Μόνο φίλοι; Κρίμα; Νόμιζα ότι…σε κοιτούσε κάπως παράξενα…Τελοσπάντων, ίσως έκανα λάθος».
«Δεν έχουμε τέτοια σχέση με τον Ιαν. Απλώς κατάλαβε ότι δεν ένιωθα καλά. Παραδέχομαι ότι αυτό ήταν πολύ ευγενικό εκ μέρους του αλλά κατά τα άλλα είναι πολύ ψυχρός μαζί μου».
«Είπες ότι είναι αρραβωνιασμένος;»
«Ναι, με μια ζωγράφο. Μου κάνει εντύπωση που δεν τον αναγνώρισες. Πόσο καιρό λείπεις;»
«Μα ναι!» Πετάχτηκε ο Πίτερ ξαφνικά. «Είναι ο Ιαν Κάρτερ! Από πού τον ξέρεις;»
«Παιδικοί φίλοι» απάντησε ξερά η Βαλέρια και ένιωσε ένα παγωμένο χέρι να σφίγγει την καρδιά της. Το είχε πει; Ναι, το είχε πει. Είχε ξεπουλήσει όσα είχαν. Πριν αλέκτωρ λαλήσει τρις.
«Τι κρίμα! Ένιωσα κάτι όταν σας είδα μαζί. Σχεδόν συγκινήθηκα όταν σου τακτοποίησε τα μαλλιά…» επέμεινε η Λάουρα αλλά η Βαλέρια δε θυμόταν τίποτα. Μόνο αυτό που της είχε πει στο τέλος και την έπεισε ότι οι προθέσεις του ήταν καθαρά ανθρωπιστικές. «Έκανα αυτό που έπρεπε να κάνω» της είχε πει. Λες και είχε χρέος να την προστατεύσει. Δεν το ήθελε αυτό η Βαλέρια. Δεν ήθελε και κάτι διαφορετικό, αλλά δεν ήθελε να της πετάξει στα μούτρα ότι έκανε τόσο κόπο επειδή έτσι έπρεπε. Είχε συνηθίσει στην απόλυτη φροντίδα και αγάπη του κάποτε, αλλά τότε την αγαπούσε. Τώρα, έτσι όπως είχαν εξελιχθεί τα πράγματα, η Βαλέρια μάλλον προτιμούσε την αδιαφορία του. Η παγερή προσοχή του την έκανε να νιώθει περίεργα. Την υπενθύμιζε τι είχε χάσει.




Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2014

παρελθόν

«Ρωμαίο, Ρωμαίο, γιατί να είσαι ο Ρωμαίος;»
«Μα δεν είμαι ο Ρωμαίος! Σταμάτα αυτή την πλάκα. Εγώ είμαι ο Ιαν»
«Είσαι πολύ παράξενος».
«Είμαι παράξενος, αλλά επίσης είμαι και αποφασισμένος να μην καταλήξουμε σε διπλανά φέρετρα».
«Ανατρίχιασα»
«Κι εγώ ανατριχιάζω στην ιδέα να μην τα καταφέρουμε, οπότε μην μου αναφέρεις τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα ούτε για πλάκα. Εμείς θα τα καταφέρουμε. Τελεία».
«Έχεις καμία ιδέα για το πώς; Οι γονείς μας μισιούνται κι εμείς δεν ξέρουμε το λόγο».
«Τι μας νοιάζει; Εμείς κάποια στιγμή θα φύγουμε από τα σπίτια μας».
«Θες να μου πεις ότι δε σε πειράζει που δε θα μιλάς με τους γονείς σου; Που δε θα μας δώσουν ποτέ την ευχή τους; Που θα μας ξεγράψουν;»
«Κάθε γονιός μπορεί να κάνει ό,τι θεωρεί σωστό για το παιδί του, αλλά η κοινή συνισταμένη είναι μία: ο γονιός πρέπει να έχει κατανόηση, να αφουγκράζεται το παιδί του ακόμα και όταν αυτό δεν μιλάει. Και οι δικοί μας γονείς είναι και οι τέσσερις κουφοί».
«Πού να ξέρουν πώς νιώθουμε;»
«Θυμάσαι όταν ήμασταν μικρά που μας είχαν δει δυο τρεις φορές να παίζουμε και μας μάλωσαν; Θυμάσαι που είχαμε συνεννοηθεί να τους ζητήσουμε να μας επιτρέψουν να παίζουμε και μας το απαγόρεψαν;»
«Φυσικά»
«Τι άλλο έπρεπε να πούμε;»
«Δεν ξέρω…ίσως αν τώρα που μεγαλώσαμε…»
«Δε βλέπω φως, Βαλεριάνα. Οι δικοί μου είναι πολύ πωρωμένοι».
«Και οι δικοί μου».
«Έχεις ιδέα για το λόγο;»
«Μόνο μισόλογα…δεν ξέρω…δε θέλω να πω…»
«Μα γιατί όχι;»
«Φοβάμαι ότι θα τσακωθούμε. Σίγουρα η κάθε πλευρά έχει τα δικά της να πει»
«Ίσως έχεις δίκιο. Είσαι η φωνή της λογικής»
«Θες να πάμε να περπατήσουμε λίγο; Βαρέθηκα εδώ μέσα…»
«Είναι ασφαλές;»
«Μπορούμε και να πάμε και στο σπίτι για λίγο. Οι γονείς μου λείπουν αλλά γυρνάνε σε μία ώρα».
«Τέλεια! Είναι ευκαιρία να δω ξανά τη φοβερή συλλογή σπαθιών του πατέρα σου. Μακάρι να μπορούσα να τον ρωτήσω πώς τα απέκτησε».
«Κάποια στιγμή θα γίνει κι αυτό».

«Το ελπίζω»

κεφάλαιο 16-μικράκι αλλά...είναι και ΣΚ

«Μα τώρα είσαι εσύ σοβαρός άνθρωπος; Τι θα λένε για μένα;» διαμαρτυρήθηκε άτονα. Το κεφάλι της πονούσε. Ήθελε να φύγει, αλλά όχι μαζί του.
«Ότι είναι το τυχερό σου βράδυ. Φόρα αυτό» της είπε ξερά και της έδωσε το κράνος του. Η Βαλέρια τον κοίταξε με ειλικρινή απορία.
«Το εννοείς; Θα με πας σπίτι;»
«Όχι, θα σε αφήσω εδώ με αυτούς τους ηλίθιους!»
«Γιατί ηλίθιοι; Είναι οι καλύτεροί μου φίλοι! Δεν σου επιτρέπω!»
«Τους είπες ότι φεύγεις μαζί μου και δεν σκέφτηκε κανείς να ρωτήσει ποιος είμαι και πού σε πάω! Ωραίοι φίλοι! Εκτός φυσικά αν το κάνεις συχνά αυτό!»
«Ποιο;»
«Το να φεύγεις από τα μπαρ με ξένους!»
«Νέα κοπέλα είμαι».
«Νέα δεν συνεπάγεται απαραίτητα και ξετσίπωτη»
«Δε σου επιτρέπω! Και σταμάτα να τρέχεις!»
«Θέλω να γυρίσω στην παρέα μου σύντομα» της είπε και γκάζωσε. Η Βαλέρια δεν είχε άλλη επιλογή παρά να σφιχτεί πάνω του. Της είχε δώσει το μπουφάν του για να καλύψει λίγο τα πόδια της και εκείνος φορούσε μόνο το πουλόβερ του. Το κρύο ήταν έντονο και ήταν σίγουρη ότι κρύωνε αλλά δεν της το έδειχνε. Ακούμπησε τα χέρια της δειλά στα πλευρά του και προσπάθησε να μην κουνηθεί καθόλου.

Δεν είχε ανέβει ξανά σε μηχανή και έπρεπε να παραδεχτεί ότι ήταν υπέροχο το συναίσθημα. Το Λονδίνο το βράδυ ήταν μοναδικό θέαμα και μέσα στο αυτοκίνητο δεν μπορούσε ποτέ να δει από τόσα κοντά τα έντονα φώτα, τον κόσμο στο δρόμο, τα κτίρια, τον Τάμεση, να περνάνε από δίπλα της όπως οι φωτογραφίες στο Viewmaster.

Ο Ιαν οδηγούσε με σταθερή αλλά υψηλή ταχύτητα και ήξερε ότι σε πολύ λίγα λεπτά θα βρισκόταν στο σπίτι της. Γι’ αυτό και συγκεντρώθηκε σε όσα έβλεπε και κυρίως σε όσα ένιωθε. Η καρδιά της κόντευε να σπάσει από την ένταση. Ήταν ζαλισμένη αλλά οι αισθήσεις της ήταν όλες στο κόκκινο. Τον ακουμπούσε, τον άγγιζε, ήταν κολλημένη πάνω του. Έπιανε το στέρνο του, ψηλαφούσε πώς ο χρόνος και πιθανόν η γυμναστική είχαν κάνει το αγόρι άντρα. Αλλά τα χέρια της την πρόσφεραν κι άλλη μια ευχαρίστηση. Την ευχαρίστηση να ξέρει ότι η καρδιά του χτυπούσε όσο δυνατά χτυπούσε και η δική της. Και για μερικά δευτερόλεπτα άφησε τον εαυτό της να πιστεύει ότι χτυπούσε έτσι επειδή ήταν κοντά της.

«Φτάσαμε» της είπε και πήρε το κράνος που εκείνη μόλις είχε βγάλει. Το σπίτι της φαινόταν μπροστά της απειλητικό. Πόσα πολλά σκαλιά, σκέφτηκε.
«Ευχαριστώ πολύ και καλό βράδυ» του είπε και του έδωσε το μπουφάν του. Έψαξε τα κλειδιά της στην τσάντα της και όταν τα βρήκε του γύρισε την πλάτη και έκανε να φύγει αλλά εκείνος την πρόλαβε.
«Θα ανέβω για λίγο» της είπε αυστηρά. Η Βαλέρια δεν είχε πολλή ενέργεια για να αντιδράσει. «Θα σε αφήσω στην πόρτα. Δε θέλω μπλεξίματα με τον γορίλλα».
Η Βαλέρια χαμογέλασε. Θυμήθηκε πού αναφερόταν.
«Ο Τζορτζ είναι γείτονας» του είπε ήρεμα και άνοιξε την πόρτα. «Αλλά συμφωνώ να με αφήσεις στην πόρτα».

Μπήκαν στο ασανσέρ και βγήκαν στον όροφό της. Η Βαλέρια άνοιξε την πόρτα με δυσκολία και εκείνος το πρόσεξε.
«Θα σου έλεγα να περάσεις, αλλά είναι που σε σιχαίνομαι…» του είπε με οξύ χιούμορ εκείνη. Ο Ιαν μόρφασε.
«Να κοιμηθείς με το κεφάλι στο πλάι» τη συμβούλευσε και της χαμογέλασε με έναν τρόπο που την έκανε να ανατριχιάσει. «Λίγο με νοιάζει πώς νιώθεις για μένα, Βαλεριάνα» της είπε μετά από μια ατελείωτη παύση, τονίζοντας το παρατσούκλι της. «Εγώ έκανα αυτό που έπρεπε να κάνω» κατέληξε και μετά μπήκε στο ασανσέρ.




Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2014

κεφάλαιο 15-πίνω και μεθώ...ωχ αμάν...μέρα νύχτα τραγουδώ...

Αυτή η αναμονή ήταν αυτό που την ενοχλούσε περισσότερο στη δουλειά της. Ερχόταν κάποιος πελάτης, του έδινε συμβουλές και μετά τον περίμενε να ξαναφανεί. Εν προκειμένω, είχε αφιερώσει πολύ χρόνο για την υπόθεση του κυρίου Πεκ και ο Ιαν ήταν άφαντος. Είχαν περάσει δύο βδομάδες και ο πελάτης της είχε ήδη αρχίσει να νιώθει ανασφάλεια σχετικά με το μέλλον των διαπραγματεύσεων. Εκείνη τον είχε συμβουλεύσει να περιμένουν. Δεν έπρεπε να πάρουν τηλέφωνο αυτοί πρώτα γιατί έτσι θα έδειχναν ότι είχαν ανάγκη τα χρήματα.

Το μόνο νέο που είχε από τους «απέναντι» δεν ήταν νομικής φύσης. Ενώ χάζευε περιοδικά ένα απόγευμα Σαββάτου είδε σε μια στήλη με κοσμικά ότι «ο Ιαν Κάρτερ, 28, παρέθεσε ένα δείπνο προς τιμήν της αρραβωνιαστικιάς του για τα 25α γενέθλιά της». Η Βαλέρια έβγαλε ασυναίσθητα τη γλώσσα της και κορόιδεψε τον Ιαν. Άκου εκεί «παρέθεσε δείπνο»! Ποιος ήταν; Ο βαρόνος του Σάσεξ; Πότε είχε γίνει τόσο φαντασμένος;

Το καλύτερο νέο όμως είχε να κάνει με τη φίλη της τη Λάουρα, η οποία θα επέστρεφε από Νέα Υόρκη την επόμενη μέρα και η Βαλέρια είχε κανονίσει να την πάρει από το αεροδρόμιο μαζί με τον Πίτερ. Είχε να τη δει από κοντά δύο ολόκληρους μήνες και ανυπομονούσε. Είχε σκοπό να της εξηγήσει και λίγο την κατάσταση με τον Ιαν γιατί ένιωθε ότι αν δε μιλούσε κάπου θα έσκαγε. Ίσως τη βοηθούσε και με το νομικό κομμάτι, αν και ο Πίτερ είχε ήδη πάρει πατριωτικά το θέμα και ασχολείτο νυχθημερόν λες και ήταν δική του υπόθεση.

Η Βαλέρια ξύπνησε το επόμενο πρωί και κοίταξε το ημερολόγιο της. Ήταν Παρασκευή. Η τελευταία μέρα της βδομάδας και επίσης η μέρα που θα ερχόταν η φίλη της. Είχε πολύ κέφι και προσπάθησε να μη σκέφτεται τις εκκρεμότητες που είχε στο γραφείο. Ο Κέρβερος μόλις την είδε της είπε ότι της έχει αφήσει μια καινούργια υπόθεση πάνω στο γραφείο της, αλλά και πάλι το κέφι της δε χάλασε. Τον ευχαρίστησε ουδέτερα, χωρίς να μπει στον κόπο να του πει ότι ήδη ήταν πνιγμένη. Δεν ωφελούσε. Όσο έμενε εκεί μέσα, θα πήγαινε με τα νερά του.

Άρχισε να δουλεύει απερίσπαστη μέχρι τη μία. Έκανε ένα μικρό διάλλειμα για ένα σάντουιτς και συνέχισε ως τις έξι. Ο Κέρβερος φυσικά είχε ήδη φύγει όταν εκείνη κλείδωσε το γραφείο και κατέβηκε για να πάρει το λεωφορείο και μετά το μετρό. Είχε υπέροχο καιρό και δεν την πείραζε η διαδρομή. Ο Πίτερ θα ερχόταν να την πάρει από το σπίτι κατά τις οκτώ για να πάνε μαζί στο αεροδρόμιο. Η Λάουρα έφτανε στις οκτώμισι αλλά είχαν χρόνο μέχρι να πάρει τις βαλίτσες της και να κάνει τα υπόλοιπα διαδικαστικά.

Όταν γύρισε σπίτι, πρόλαβε μόνο να κάνει ένα μπάνιο και να καθαρίσει στα γρήγορα το σπίτι της για να το βρει τέλειο η φίλη της. Η Λάουρα είχε ξενοικιάσει το διαμέρισμά της στο Λονδίνο και έτσι, όταν ερχόταν έμενε πάντα στο έξτρα υπνοδωμάτιο της Βαλέριας. Και η Βαλέρια χαιρόταν πολύ που θα είχε παρέα. Όταν έμενε μόνη το μυαλό της γυρνούσε συνεχώς στα παλιά. Σκέφτηκε πολλές φορές να πάει πίσω στο χωριό της και να μιλήσει με τους γονείς της ξεκάθαρα για εκείνη την εποχή. Ένιωθε ότι κάτι της διέφευγε, ότι κάτι είχε γίνει το οποίο της είχαν αποκρύψει. Ο Ιαν έδειχνε να τη μισεί και εκείνη δεν είχε κάνει τίποτα άσχημο. Τουλάχιστον όχι πιο άσχημο από αυτό που έκανε και εκείνος. Γιατί της πετούσε σπόντες; Ποιος ο λόγος να υπάρχει τόση αντιπαλότητα; Είχαν περάσει δέκα ολόκληρα χρόνια. Αν τιμούσαν την κοινή τους ιστορία, θα έπρεπε να είναι φίλοι τώρα, όχι να ανταγωνίζεται ο ένας τον άλλον στα φαρμακερά σχόλια.

Η Λάουρα, πάντα η ψυχή της παρέας τους, πρέπει να ήταν το μοναδικό άτομο στον κόσμο που μετά από ένα υπερατλαντικό ταξίδι μπορούσε να έχει όρεξη να πάει για ποτό. Και όσο κι αν προσπάθησε και ο Πίτερ και η Βαλέρια να της αλλάξουν γνώμη και να τη διαβεβαιώσουν ότι τα μπαρ θα παρέμεναν στη θέση για τουλάχιστον 24 ώρες ακόμα, εκείνη επέμενε να αφήσουν τις βαλίτσες σπίτι, να αλλάξουν ρούχα και να πάνε να τα πιουν. Ήταν σίγουρη ότι μόνο με μια καλή ζαλάδα θα μπορούσε να αντιμετωπίσει το τζετ λαγκ.

Πήγαν σε μια παμπ κοντά στο Σόχο, όπου δούλευε ένας φίλος τους και η βαβούρα που δημιουργήθηκε όταν μπήκαν μέσα τράβηξε την προσοχή όλων των θαμώνων. Τα σφηνάκια πήγαιναν και έρχονταν και πολύ σύντομα, η Βαλέρια είχε χαλαρώσει πολύ. Χρειάστηκε να της φτιάξει η Λάουρα δύο φορές το φόρεμα, για να μην είναι πολύ προκλητικό. Η αλήθεια είναι βέβαια ότι ήταν πολύ δύσκολο να μην είναι προκλητικό. Είχε ένα βαθύ σκίσιμο που το κάλυπτε μια απλή διαφάνεια. Η Βαλέρια δεν ήξερε αν έπρεπε να το φορέσει αλλά σκέφτηκε ότι θα ήταν ασφαλής ανάμεσα σε τόσους φίλους.

Μετά το δεύτερο κοκτέιλ που της έφτιαξε ο φίλος της, η Βαλέρια πρότεινε να φύγουν. Η Λάουρα παραπονέθηκε ότι ήταν ακόμα πολύ νωρίς, αν και ήταν περασμένες δύο. Ο δε Πίτερ, είχε γνωρίσει μια κοπέλα και έδειχνε πολύ απασχολημένος. Η Βαλέρια όμως ήταν κουρασμένη, αρκετά ζαλισμένη και ήθελε πραγματικά να πάει σπίτι. Πώς θα χαλούσε σε όλους το κέφι όμως; Πήρε ένα ποτήρι νερό από το μπαρ και προχώρησε στο βάθος της αίθουσας για να καθίσει σε ένα ψηλό σκαμπό. Ανέβηκε με δυσκολία και τακτοποίησε το φόρεμά της ώστε να μη φαίνονται πολύ τα πόδια της.
«Δεν ωφελεί» άκουσε ξαφνικά μια βραχνή φωνή να της χαδεύει το αυτί. Το αίμα της πάγωσε αλλά δε γύρισε προς το μέρος του άντρα. Ήξερε πολύ καλά ποιος ήταν. Είχε φασαρία και δυνατή μουσική, αλλά αυτή τη φωνή ήταν πολύ ξεχωριστή. Ήταν η φωνή που κάποτε της έλεγε ότι είναι η γυναίκα της ζωής του. «Αυτό που φοράς είναι απελπιστικά κοντό. Δεν βοηθάει αν το τραβάς» συνέχισε και έστριψε το σκαμπό προς το μέρος του τοποθετώντας τα χέρια του δίπλα από τα μπούτια της. Τώρα η Βαλέρια τον κοιτούσε κατάματα. Αλλά δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί. Το κεφάλι της πονούσε. Το είχε παρακάνει με το ποτό.
«Δεν περίμενα να χρειαστεί να κάτσω» ψέλλισε εκείνη. Ήταν πολύ κοντά της. Πάρα πολύ κοντά της για να μπορεί να σκεφτεί καθαρά. Και το αλκοόλ είχε κάμψει τη λογική της. «Τι κάνεις εσύ εδώ;» ρώτησε και μετά σκέφτηκε πόσο ηλίθιο ήταν αυτό που είπε. Εκείνος γέλασε.
«Ήρθα να τα πιω. Τι άλλο;» ειρωνεύτηκε και έδειξε τους φίλους του, που κάθονταν σε ένα τραπέζι εκεί δίπλα.
«Η αρραβωνιαστικιά σου;» ρώτησε η Βαλέρια χωρίς ίχνος ειρωνείας.
«Σπίτι» απάντησε εκείνος ξερά.
«Να της μεταφέρεις τους χαιρετισμούς μου» του είπε ευγενικά και έκανε να κατέβει από το σκαμπώ αλλά παραπάτησε. Ο Ιαν την άρπαξε δυνατά και την σταθεροποίησε.
«Γιατί δεν λες στην παρέα σου να φύγετε;» της είπε αυστηρά.
«Ο Πίτερ έχει γνωρίσει μια κοπέλα» του είπε και έδειξε προς το μέρος του φίλου της «και η Λάουρα μόλις ήρθε από Νέα Υόρκη και έχει ένα σωρό κόσμο να δει. Ο μπάρμαν είναι φίλος μας και…».
«Θα σε πάω εγώ» της είπε και την έπιασε δυνατά από τον αγκώνα.
«Μα τι λες;» διαμαρτυρήθηκε εκείνη. «Θα πάρω ταξί. Μη με αγγίζεις!» συνέχισε αλλά ο Ιαν δεν έδειχνε να την ακούει.
«Θα σε πετάξω με τη μηχανή και επιστρέφω. Σε μισή ώρα θα είμαι πίσω. Πάρε το παλτό σου» είπε αποφασιστικά. Η Βαλέρια τον κοίταξε. Πραγματικά ήθελε να πάει σπίτι της. Αλλά όχι μαζί του. Ήταν τόσο όμορφος απόψε…Φορούσε μαύρο τζιν και μαύρο ζιβάγκο. Ήθελε να τον αγκαλιάσει, να τον χαϊδέψει, να…
«Ιαν, εκτιμώ τον ιπποτισμό σου αλλά άσε με ήσυχη» του είπε και τράβηξε τον αγκώνα της.
«Είσαι κομμάτια» της είπε ξερά, επιθεωρώντας το πρόσωπό της. Η Βαλέρια ξαφνικά ντράπηκε. Πώς να ήταν άραγε; Το μακιγιάζ της ήταν στη θέση του;
«Ιαν, άσε με…» του είπε ξανά, πιο αδύναμα όμως αυτή τη φορά.
«Πες καληνύχτα στους φίλους σου και πάμε» της είπε δυναμικά και αφού την έπιασε γερά από τον καρπό την οδήγησε προς την γκαρνταρόμπα.






 

Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2014

Κεφάλαιο 14-εσείς θα πηγαίνατε;


Το βράδυ που ξάπλωσε στο κρεβάτι της αφού έκανε ένα ζεστό ποδόλουτρο για τα πονεμένα πόδια της πήρε την κάρτα του Ιαν μαζί της. Ήταν παράξενο όλο αυτό που ένιωθε και ήθελε να προσπαθήσει να ξεδιαλύνει τα συναισθήματά της πριν πέσει για ύπνο.

Χάιδεψε την λεία επιφάνεια της βαριάς κάρτας με το χρυσό λογότυπο και τα στοιχεία του Ιαν. Δεν μπόρεσε να μη χαμογελάσει. Η σχέση τους είχε τελειώσει και η επαφή μεταξύ τους ήταν πια εκρηκτική, αλλά δεν μπορούσε να μη χαρεί με την εξέλιξή του. Διευθύνων σύμβουλος ομίλου IANCA, διάβασε. Τα γραφεία βρίσκονταν στο Σίτι, σε έναν ιδιόκτητο ουρανοξύστη. Η Βαλέρια αναρωτήθηκε πόσες ώρες δούλευε τη μέρα, αν είχε δυσκολευτεί μέχρι να ορθοποδήσει, αν είχε καταφέρει να σπουδάσει ή αν αναγκάστηκε να δουλέψει για να καταφέρει να ζήσει.

Ξαφνικά ένιωσε ενοχές. Πάντα ανησυχούσε ότι η σχέση τους και η πιθανή αποκάλυψή της θα βάραινε κυρίως εκείνον επειδή ήταν μεγαλύτερος. Κανείς δε θα πίστευε πόσο πολύ τον ήθελε και ότι εκείνη επέμενε περισσότερο στην ολοκλήρωση της σχέσης. Περίμενε ότι οι γονείς του θα γίνονταν έξαλλοι, ότι θα τον απειλούσαν, ότι θα του έκοβαν το χαρτζιλίκι, αλλά δεν περίμενε ποτέ ότι θα τον αποκλήρωναν. Εκείνη είχε δεχτεί τα μούτρα των γονιών της, τις φωνές, τους τσακωμούς, τα δράματα. Είχε υποστεί το μαρτύριο της κατασκήνωσης και τις διαρκείς αμφιβολίες για το αν διατηρούσε επαφές μαζί του. Αλλά εκείνος είχε σηκώσει ένα σταυρό πολύ βαρύτερο. Τον είχαν αποκληρώσει. Η Βαλέρια λυπόταν πολύ γι’ αυτό. Ο Ιαν ήταν πάντα πολύ έξυπνος και χαρισματικός. Του άξιζε να σπουδάσει. Του άξιζε μια βοήθεια για να ξεκινήσει τη ζωή του.

Όχι ότι τα κατάφερε και άσχημα, σκέφτηκε κοιτώντας ξανά την πολυτελή κάρτα. Ο όμιλός του ήταν πολύ ισχυρός σύμφωνα με όσα είχε διαβάσει στο ίντερνετ και ο ίδιος ο Ιαν ήταν ανάμεσα στους πιο ισχυρούς άντρες κάτω των 30 στη χώρα, αν όχι ο πιο ισχυρός. Και μέχρι πριν από λίγο καιρό που αρραβωνιάστηκε την Κριστιάννα, ήταν ο πιο περιζήτητος εργένης.

Αυτό όμως που την απασχολούσε κυρίως δεν ήταν η επαγγελματική καταξίωση του Ιαν. Ήταν ο λόγος για τον οποίο της έδωσε την κάρτα. Τη βασάνιζε φρικτά αυτό το ερώτημα. Την είχε λυπηθεί ή πίστευε ότι το άξιζε; Ο Ιαν έδειξε πραγματικά θυμωμένος με τον τρόπο που μίλησε το αφεντικό της και η απάντησή του της έδωσε να καταλάβει ότι σεβόταν τη θέση της γυναίκας στον εργασιακό χώρο. Αν έκρινε καλά και από τη συμπεριφορά του όσο ήταν μαζί και τώρα με την Κριστιάννα, γενικά αγαπούσε τις γυναίκες. Αλλά από την άλλη…δεν της έδειξε να την εκτιμάει ως δικηγόρο. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης την κοιτούσε επίμονα και χαμογέλασε μερικές φορές που στρίμωξε τους δικηγόρους του. Αλλά δεν μπορούσε να ξέρει αν πραγματικά την ήθελε στην εταιρεία του.

Όχι ότι είχε σκοπό ΠΟΤΕ να πάει και να του ζητήσει δουλειά. Υπό άλλες συνθήκες θα πετούσε τη σκούφια  της, αλλά όχι στην εταιρεία του Ιαν. Θα ένιωθε ότι ξεπουλούσε τη σχέση τους και όσα είχαν περάσει μαζί. Σαν να εξασφάλιζε τη θέση της με τον πόνο που είχε ζήσει. Και φυσικά, δεν ήθελε να αποπληρώσει το δάνειο των γονιών της με τα λεφτά του Ιαν. Και δεν ήθελε και να τον βλέπει καθημερινά. Και θα της έκανε τη ζωή μαύρη αν την είχε υπάλληλο. Ήταν σίγουρη.


Ξεφύσησε. Δεν μπορούσε να ηρεμήσει και να σκεφτεί καθαρά. Τι σημασία είχε τι θα έκανε ο Ιαν; Αφού εκείνη δε θα πήγαινε να δουλέψει εκεί. Της είχε δώσει την κάρτα από οίκτο, όχι από εκτίμηση. Αυτό σιγά σιγά ξεκαθάριζε μέσα της. Θα τον ευχαριστούσε κάποια στιγμή για την προσφορά, γιατί σίγουρα θα ανέβασε τις μετοχές της στον Κέρβερο, αλλά ο μόνος λόγος για να περάσει τις πόρτες της εταιρείας του θα ήταν για να εκπροσωπήσει τον κύριο Πεκ.  

Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2014

Κεφάλαιο 13-τρέλανέ μας, Ιαν


Η Βαλέρια όρμησε στην υπόθεση σαν γύπας που επιτίθεται σε ένα σάπιο κουφάρι, με ένα πάθος που έκανε όχι μόνο και την ίδια να απορεί αλλά και τον κύριο Πεκ, ο οποίος την κοιτούσε χαμογελαστός να υπερασπίζει με μανία τα συμφέροντά του. Στη συζήτηση με τους δικηγόρους ο Ιαν δε συμμετείχε πολύ. Στην πραγματικότητα είχε βολευτεί πίσω στην καρέκλα του με σταυρωμένα τα χέρια στο στήθος και το μόνο που έκανε ήταν να την κοιτάει σταθερά. Αν ο σκοπός του ήταν να την κομπλάρει, δεν τα κατάφερε. Η  Βαλέρια παρέθεσε μπροστά τους ένα σωρό έγγραφα που έδειχναν ότι η προσφορά του Ιαν δεν ήταν αρκετή σύμφωνα με τις αντικειμενικές αξίες και τους έδειξε αναλυτικά τους τίτλους ιδιοκτησίας προσπαθώντας να τους πείσει ότι δεν υπήρχε τίποτα μεμπτό.
Οι δικηγόροι του Ιαν δεν έδειχναν πολύ αποφασισμένοι να ρίξουν την τιμή και επέμεναν πολύ σε αυτό που της είχε πει και ο Ιαν. Στην πρόσβαση στη θάλασσα. Ο Ιαν σε δύο φάσεις είπε κάτι στο αφτί του κυρίου Λόιντ, χωρίς φυσικά να μοιραστεί το σχόλιο με τους υπολοίπους. Η Βαλέρια είχε μεγάλη περιέργεια να μάθει τι του είχε πει αλλά ήξερε ότι αυτό ήταν αδύνατο.
«Προς το παρόν έχουμε φτάσει σε αδιέξοδο στις διαπραγματεύσεις» είπε ξαφνικά ο Ιαν, δείχνοντας κουρασμένος από τη συζήτηση που είχε κρατήσει πάνω από δύο ώρες. Οι δικηγόροι του έγνεψαν και η Βαλέρια αναγκάστηκε να συμφωνήσει κι εκείνη και να μη δείξει ότι ο πελάτης της ήταν απεγνωσμένος για άμεση συμφωνία.
«Φυσικά, φυσικά» είπε ευγενικά κοιτώντας τον κύριο Λόιντ κατάματα και χαμογελώντας. Σηκώθηκε ευγενικά ενώ οι άντρες έβαζαν τα σακάκια τους. «Φαντάζομαι έχετε κι εσείς πολλά να σκεφτείτε και εμείς έχουμε να μελετήσουμε άλλη μια προσφορά» συμπλήρωσε όσο πιο πειστικά μπορούσε. Ο Ιαν την κοιτούσε πάλι. Την είχε καταλάβει;
«Δεσποινίς Αρτσερ, αν δε λυθεί το θέμα της πρόσβασης στη θάλασσα δεν υπάρχει λόγος να ξαναβρεθούμε» είπε ο Ιαν ξερά και όλοι τον κοίταξαν απορημένοι. Μάλλον δεν τον είχαν συνηθίσει να μιλάει με τόση αγένεια. «Αν και εκτιμώ τον κόπο σας να μας πείσετε, ο χρόνος μου είναι ιδιαίτερα πολύτιμος» κατέληξε.
«Μπορούμε το επόμενο ραντεβού να το κανονίσουμε στην εταιρεία σας, ώστε να μη χάσετε χρόνο» είπε εκείνη ήρεμα. Ο Κύριος Πεκ έγνεψε καταφατικά.
Οι δικηγόροι βγήκαν από την αίθουσα και ο κύριος Πεκ κατευθύνθηκε στο γραφείο του Κέρβερου.
«Αν τελείωσες με το παραλήρημα μεγαλομανίας, θα ήθελα να επιστρέψω στο γραφείο μου» του είπε και του γύρισε την πλάτη αλλά εκείνος μάλλον δεν είχε πει την τελευταία του κουβέντα.
«Αν γίνει δεύτερη συνάντηση φυσικά και θα είναι στο γραφείο μου. Δεν ξανάρχομαι σε αυτή την τρύπα».
«Λυπάμαι που δεν πληρούμε τις προδιαγραφές σου. Επίσης λυπάμαι που έγινες και τόσο φαντασμένος» του είπε και εκείνος χαμογέλασε.
«Βαλέρια, μίλα λίγο καλύτερα στον υποψήφιο αγοραστή. Κανονικά θα έπρεπε να μου κάνεις τεμενάδες» ειρωνεύτηκε ο Ιαν, δένοντας ξανά τη γραβάτα του.
«Λίγο με νοιάζει αν θα αγοράσεις το σπίτι. Εμένα με νοιάζει να κάνω τη δουλειά μου».
«Μα νόμιζα ότι παίρνεις ποσοστά επί της τιμής και ότι είσαι…λίγο πιεσμένη» την προκάλεσε εκείνος και η Βαλέρια κοκκίνισε.
«Πού το ξέρεις αυτό;» ρώτησε θιγμένη.
«Το υπέθεσα. Αυτή η τελευταία ανακαίνιση του πατέρα σου…ήταν πολύ σοφή κίνηση» γέλασε. Η Βαλέρια ήθελε να τον χαστουκίσει ξανά αλλά δεν το έκανε.
«Μη βγάζεις συμπεράσματα. Έτσι νόμιζες ότι τα έχω και με τον κύριο Πεκ».
«Λάθος εκτίμηση, το παραδέχομαι» είπε γελώντας. Τα μάτια του έδειχναν ακόμα πιο φωτεινά σήμερα, μάλλον επειδή φορούσε γαλάζιο πουκάμισο.
«Λοιπόν, να μη σε κρατάω» είπε και τον οδήγησε στο λόμπι όπου τους περίμεναν και οι υπόλοιποι. Ακολούθησαν χειραψίες και διάφορες αβρότητες. Το αφεντικό της είπε ότι ελπίζει να τα ξαναπούν αλλά ο Ιαν δεν απάντησε. Η Βαλέρια τούς χαιρέτισε όλους ευγενικά.
«Βαλέρια, συνόδεψε τους κυρίους ως την είσοδο και φρόντισε να βρουν ταξί» είπε ο Κέρβερος και η Βαλέρια πάγωσε. Ήταν δυνατόν; Είχε κάνει μια υπερπροσπάθεια να δείξει επαγγελματίας και τους είχε στριμώξει καλά. Πώς την άδειαζε τώρα έτσι το αφεντικό της; Ο Ιαν την κοιτούσε διερευνητικά.
«Δε χρειάζεται» είπε ξερά εκείνος, κάνοντας μια αποτρεπτική χειρονομία με το χέρι. «Δεν είναι στα καθήκοντα της δεσποινίδος Αρτσερ να μας συνοδεύσει» είπε αυστηρά αλλά ο Κέρβερος ήταν πολύ γλοιώδης για να σταματήσει.
«Ω μην ανησυχείτε. Η κούκλα μας από εδώ έχει διευρυμένα καθήκοντα» γέλασε και η Βαλέρια αηδίασε. Τι υπονοούμενο είναι αυτό; Και ο Ιαν γιατί την κοιτούσε έξαλλος; Τι σόι κατάσταση ήταν αυτή που ζούσε;
«Το ότι είναι γυναίκα δε σημαίνει αυτόματα ότι είναι και γραμματέας και οικιακή βοηθός. Τουλάχιστον έτσι ισχύει στην εταιρεία μας» είπε αυστηρά ο Ιαν και η Βαλέρια κοκκίνισε ξανά.
«Έχετε δίκιο, κύριε Κάρτερ» είπε δουλικά  το αφεντικό της. Ώστε αυτό ήθελε; Έναν άλλον άντρα για να μπει στη θέση του; «Απλώς εγώ την Βαλέρια τη θεωρώ οικογένεια» συμπλήρωσε και την κοίταξε με τρυφερότητα. Η Βαλέρια κόντεψε να κάνει εμετό. Ο Ιαν γύρισε προς το μέρος της.

«Δεσποινίς Αρτσερ ανεξάρτητα από τη έκβαση τούτης της υπόθεσης» της είπε σοβαρά βγάζοντας μια κάρτα από την τσέπη του τείνοντάς τη προς το μέρος της «αν ποτέ σας έρθει η επιθυμία θα χαρώ να σας εντάξω στο εργατικό δυναμικό μας».

Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014

πιο παλιές αναμνήσεις

"Η μαμά μου έψησε μπισκότα με σοκολάτα. Σου έφερα μερικά. Τα κάνει τέλεια".
"Φαίνονται πολύ νόστιμα. Αν ήξερε ότι τα τρώω εγώ..."
"Τι θα παίξουμε σήμερα;"
"Θες να παίξουμε Monopoly";
"Πάντα εσύ κερδίζεις"
"Τι θες να παίξουμε τότε;"
"Παίζουμε σκάκι;"
"Καλή ιδέα!"
"Εγώ θέλω τα μαύρα"
"Εντάξει, ό,τι πεις"
"Γιατί είσαι πάντα τόσο καλός μαζί μου"
"Γιατί είσαι η φίλη μου"
"Κι εσύ είσαι φίλος μου αλλά εγώ θέλω να περνάει το δικό μου"
"Δεν έχει σημασία. Είδες το θρίλερ χθες στην τηλεόραση;"
"Δε βλέπω θρίλερ. Δεν μπορώ να κοιμηθώ μετά"
"Μην είσαι χαζή. Ψέματα είναι όλα".
"Εσύ δεν πιστεύεις στα φαντάσματα;"
"Οχι, φυσικά"
"Δε φοβάσαι να κοιταχτείς στον καθρέπτη τα μεσάνυχτα;"
"Χαχαχαχα, έχεις πλάκα".
"Ούτε τα ζόμπι φοβάσαι; Τους βρικόλακες; Εγώ φοβάμαι μια πορσελάνινη κούκλα που έχει η μαμά μου στο σαλόνι".
"Γιατί;"
"Νιώθω ότι με κοιτάει παράξενα".
"Μάλλον σε ζηλεύει..."
"Τι εννοείς;"
"Τίποτα. Ξεκινάμε την παρτίδα;"

αναμνήσεις

«Σου έχω πει εκατό φορές να σε βοηθήσω στη φυσική αλλά εσύ είσαι ξεροκέφαλη»
«Δε θέλω να με βοηθάς στα μαθήματα. Έχουμε τόσο λίγο χρόνο μαζί και φοβάμαι συνέχεια μήπως μας βρουν…δε θέλω να χάνουμε χρόνο με το διάβασμα».
 «Μα αν είναι να ανησυχείς τόσο για το τεστ…»
«Ιαν, σταμάτα! Είπα θα τα καταφέρω».
«Σίγουρα θα τα καταφέρεις. Είσαι η Σούπερ Βαλέρια».
«Χαχαχα, και ποια είναι η υπερδύναμή μου;»
«Εγώ. Η αγάπη μου!».
«Για λέγε…»
« Ε να…όταν θα δυσκολεύεσαι σε κάτι, να σκέφτεσαι ότι εγώ σε αγαπώ πολύ και είμαι κάπου εκεί κοντά σου και σε βοηθάω. Σκέψου ότι φοράς την αγάπη μου γύρω σου, σαν μανδύα. Αυτή είναι η δύναμή σου. Η αγάπη μου!».
«Ιαν, σταμάτα, θα με κάνεις να κλάψω πάλι».
«Μην κλάψεις. Απλώς φρόντισε να γράψεις πάνω από 90%».
«Μη με πιέζεις!».
«Πρέπει να βγάλουμε και οι δύο καλούς βαθμούς, ώστε να μπορούμε να διαλέξουμε το ίδιο πανεπιστήμιο».
«Θα τα καταφέρουμε»
«Με αγαπάς όσο εγώ;».
«Κι άλλο τόσο!».
«Και δε θα χωρίσουμε ποτέ;»
«Ποτέ»
«Δε θα τους αφήσουμε να μπουν ανάμεσά μας».

«Ποτέ».

Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2014

Κεφάλαιο 12-Κάποιος να μαζέψει τα μαχαίρια!

Η Βαλέρια ξύπνησε χωρίς κέφι εκείνο το πρωινό. Σε δύο ακριβώς ώρες, στις δέκα, θα έμπαινε στο γραφείο της ο Ιαν μαζί με τους δικηγόρους του. Είχαν περάσει δέκα μέρες από την βραδιά που επέστρεψε από την Κορνουάλη και ετοιμαζόταν πυρετωδώς. Είχε διαβάσει τους τίτλους κυριότητας πολλές φορές και ήξερε πώς να απαντήσει στις ερωτήσεις που σίγουρα θα τις έκαναν, μιας και τα έγγραφα ήταν πολύ παλιά και λίγο αόριστα σε μερικά σημεία.

Παρόλο που είχε άγχος φρόντισε να ντυθεί όσο πιο ωραία μπορούσε. Διάλεξε μια μαύρη φούστα που έφτανε πιο πάνω από το γόνατο και έκανε ένα σχέδιο σαν κρουαζέ μπροστά και ένα λευκό πουκάμισο από μέσα. Συμπλήρωσε το αυστηρό λουκ με μαύρες ψηλές γόβες και καλσόν στο χρώμα του ποδιού. Μια πινελιά ροζ και ένα απαλό ροδακινί κραγιόν ήταν τα τελευταία που πρόσθεσε πριν μπει στο αμάξι της για να πάει στο γραφείο, μιας και εκείνη τη μέρα έβρεχε πολύ.

Η Βαλέρια δεν είχε νιώσει ποτέ αμφιβολία για την ομορφιά της. Η αλήθεια ήταν ότι ο Θεός την είχε προικίσει με καστανοκόκκινα μαλλιά, εκθαμβωτικά γαλάζια μάτια και ένα σώμα που δε χρειαζόταν γυμναστική ή δίαιτα για να διατηρείται σφριγηλό. Οι γωνίες του προσώπου της, η αρμονική μύτη της, τα ζουμερά χείλη της την έκαναν ελκυστική και πολλοί άντρες της είχαν εκφράσει τον θαυμασμό τους από διακριτικά ως και πιο επιθετικά. Αυτός όμως που είχε παγιώσει την καλή εικόνα που είχε για τον εαυτό της ήταν ο Ιαν. Γιατί ο Ιαν ήταν αυτός που κατά τη διάρκεια της εφηβείας της, όταν είχε μερικά σπυράκια και φορούσε σιδεράκια, την είχε κάνει να πιστεύει ότι δεν υπάρχει πιο όμορφη κοπέλα. Ήταν τόσα τα κομπλιμέντα του, τόσο αβίαστα τα γλυκά λόγια και τόσο γλαφυρή η περιγραφή της ομορφιάς της που πραγματικά θα την έπειθε ακόμα και αν αντικειμενικά δεν ήταν όμορφη. Φυσικά τώρα τα πράγματα είχαν αλλάξει και εκείνος δεν έδειχνε να αντιδράει με τον τρόπο που αντιδρούσε παλιά όταν την έβλεπε. Όταν ήταν μικρός της έλεγε συχνά ότι ήταν τόσο όμορφη που τον πονούσαν τα μάτια του όταν την κοιτούσε και έτσι κατέβαζε το βλέμμα γιατί δεν άντεχε. Εκείνη γελούσε κι αυτός κοκκίνιζε. Τώρα δε γελούσε κανείς. Και αν κοκκίνιζε κάποιος, θα ήταν από θυμό.

Μπήκε στο γραφείο στις εννιά ακριβώς και έφτιαξε καφέ. Κοιτάχτηκε πέντε έξι φορές στον καθρέπτη για να είναι σίγουρη ότι είναι τέλεια και άνοιξε τον υπολογιστή της. Θα είχε τουλάχιστον πενήντα λεπτά διαβάσματος μέχρι να έρθουν οι υπόλοιποι. Αναρωτήθηκε πού ήταν ο Κέρβερος. Συχνά αργούσε, απλώς θεωρούσε ότι ίσως σήμερα ήταν μια καλή μέρα για να έρθει λίγο πιο νωρίς. Ειδικά εφόσον είχε ξεκαθαρίσει ότι ο Πεκ ήταν πολύ καλός φίλος του και ότι ήθελε να τον βοηθήσουν. Δεν έβγαζε άκρη με αυτόν τον άνθρωπο.

Στις δέκα παρά πέντε σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα για να βάλει τα μπισκότα που είχε αγοράσει σε ένα δίσκο. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο ένιωσε την ανάγκη να είναι όλα έτοιμα. Ντρεπόταν που ο Ιαν θα έβλεπε ότι δουλεύει σε ένα τόσο μικρό γραφείο, χωρίς πολυτελείς χώρους. Τα τακτοποίησε όλα τέλεια και στις δέκα πήγε να ανοίξει. Το κουδούνι χτύπησε στις ακριβώς. Ήταν ο κύριος Πεκ. Ενώ τον οδηγούσε στην αίθουσα συνεδριάσεων την ενημέρωσε ότι είχε δει τον Ιαν από κάτω. Είχε έρθει στην ώρα του αλλά περίμενε τους δικηγόρους του. Ο Κέρβερος ακόμα άφαντος, σκέφτηκε η Βαλέρια.

Στις δέκα και πέντε χτύπησε το κουδούνι ξανά. Πήρε μια βαθιά ανάσα και άνοιξε. Ήταν ο Κέρβερος. Μαζί με τους δικηγόρους τους Ιαν. Είχαν γνωριστεί από κάτω.
Ο Ιαν; Πού ήταν ο Ιαν;
«Καλημέρα, δεσποινίς Αρτσερ» της είπαν οι δικηγόροι του αφού τους συστήθηκε. Τους οδήγησε και αυτούς στην αίθουσα συνεδριάσεων.
«Ο κύριος Κάρτερ θα ανέβει σε μερικά λεπτά» είπε ευγενικά ο ένας δικηγόρος του, ο κύριος Λόιντ. «Έχει ένα σημαντικό τηλεφώνημα και φοβήθηκε ότι αν μπει στο ασανσέρ θα κοπεί το σήμα».
«Καταλαβαίνω» είπε η Βαλέρια. Οι άντρες είχαν ήδη ξεκινήσει τη συζήτηση και εκείνη περίμενε τον Ιαν ενώ χάζευε στον υπολογιστή της. Όταν εκείνος χτύπησε το κουδούνι πήγε στην πόρτα αργά, προσπαθώντας να ελέγξει το καρδιοχτύπι της. Άνοιξε και έμεινε για λίγο βουβή, να τον κοιτάει. Δεν τον είχε ξαναδεί ποτέ έτσι. Φορούσε ένα μπλε σκούρο κοστούμι, προφανώς ραμμένο πάνω του, γαλάζιο πουκάμισο και καφέ δερμάτινα παπούτσια με ασορτί ζώνη. Η ζώνη του είχε ένα παράξενο χρώμα, που θύμιζε την άμμο της Σαχάρας. Ήταν τόσο όμορφος που την έκανε να ανατριχιάσει.
Αλλά κι αυτός…έδειχνε να μην μπορεί να μιλήσει. Την κοιτούσε από πάνω μέχρι κάτω, ανίκανος να πει κουβέντα, παρόλο που είχε μισανοίξει το στόμα του.
«Τι θέλεις εσύ εδώ;» της είπε τελικά, καθαρίζοντας το λαιμό του. Ώστε αυτό ήταν, σκέφτηκε η Βαλέρια. Σοκαρίστηκε επειδή την βρήκε εκεί.
«Όλο και κάποιος λόγος θα υπάρχει, κύριε Κάρτερ» του είπε και αφού του γύρισε την πλάτη τον οδήγησε στην αίθουσα συνεδριάσεων περπατώντας λικνίζοντας τους γοφούς της επιδεικτικά. Ήξερε ότι τα παπούτσια αυτά την έκαναν ακαταμάχητη. Δεν μπορεί, θα της έδινε σημασία.
Μόλις μπήκαν στην αίθουσα, έγιναν οι τελευταίες συστάσεις μεταξύ του Κέρβερου και του Ιαν. Η Βαλέρια έφερε τον δίσκο με τα μπισκότα και καφέ και έβγαλε τα χαρτιά της. Κάθισε δίπλα στον κύριο Πεκ, χαμογελώντας σε όλους.
«Νόμιζα ότι η συζήτηση θα είναι μεταξύ των εμπλεκομένων» είπε ο Ιαν, δείχνοντας ενοχλημένος για την παρουσία της «ερωμένης» του Πεκ στη συζήτηση.
«Δεν καταλαβαίνω» είπε ο κύριος Πεκ, σμίγοντας τα φρύδια του. «Όπως έχετε και εσύ τους δικηγόρους σας έχω και εγώ τους δικούς μου» συμπλήρωσε δείχνοντας προς το μέρος της. Ο Ιαν την κοίταξε. Μπερδεμένος και πάλι.
«Είμαι η δικηγόρος του κύριου Πεκ, κύριε Κάρτερ» του είπε ανασηκώνοντας προκλητικά το φρύδι. Τον έπαιζε. «Μάλλον βγάλατε λάθος συμπεράσματα».
Δεν απάντησε ποτέ. Μόνο κοκκίνισε λιγάκι και άνοιξε το στόμα του για να απαντήσει στην πρόκληση αλλά το έκλεισε αμέσως. Τι να έλεγε; Είχε γελοιοποιηθεί.
«Εγώ θα σας αφήσω στα ικανά χέρια της συναδέλφου μου» είπε ο Κέρβερος και σηκώθηκε. «Εγω μια υπόθεση να φροντίσω».
Τον χαιρέτισαν όλοι ευγενικά και οι δικηγόροι του Ιαν έβγαλαν τα χαρτιά τους από τους δερμάτινους χαρτοφύλακές τους με το λογότυπο του ομίλου του Ιαν.
«Τώρα, σοβαρά…» ψέλλισε ο Ιαν ενώ τεντωνόταν νωχελικά στην καρέκλα του «εσύ είσαι δικηγόρος;».
«Μάλιστα, κύριε Κάρτερ. Έχετε κάποιο πρόβλημα με τον επαγγελματικό προσανατολισμό μου;» τον ειρωνεύτηκε.
«Όχι, όχι» γέλασε ξερά εκείνος. Η Βαλέρια παρατήρησε ότι ανοιγόκλεινε τα βλέφαρα λίγο πιο γρήγορα από το κανονικό. Τον είχε επηρεάσει. «Ήταν φυσικό να κάνετε τη φυσική κλίση σας επάγγελμα» της είπε και οι δικηγόροι του τον κοίταξαν παραξενεμένοι.
«Γνωρίζεστε εσείς οι δύο; Κάτι δεν καταλαβαίνω» είπε ο κύριος Πεκ αλλά δεν του απάντησαν.
«Και ποια είναι η φυσική μου κλίση;».
«Το ψέμα, δεσποινίς Αρτσερ» την αποτέλειωσε αλλά η Βαλέρια σήμερα ένιωθε δυνατή να τον κάνει κομμάτια.
«Κάποιοι από εμάς έπρεπε να σπουδάσουμε και να βγάλουμε λεφτά με την αξία μας» του είπε χαμογελαστά. «Δεν κάναμε όλοι περιουσίες βασισμένοι στις πλάτες του μπαμπάκα μας» είπε και ο κύριος Λόιντ έβηξε αμήχανα. Τι στο καλό έκαναν; Και μάλιστα δημόσια.
«Σε ποιον αναφέρεστε, δεσποινίς;»
«Σε εσάς, κύριε Κάρτερ».
«Θα σας απογοητεύσω» της είπε και έλυσε τη γραβάτα του. Ήταν πολύ σέξι ο τρόπος που το έκανε. Τον φαντάστηκε να γδύνεται και να… «Αλλά ο πατέρας μου με αποκλήρωσε όταν έγινα 18 και ό,τι έκανα το έκανα μόνος μου» της απάντησε ουδέτερα αλλά η πικρία ακουγόταν στη φωνή του. Τουλάχιστον για κάποια που τον ήξερε τόσο καλά.
«Σας αποκλήρωσε; Μα αυτό είναι απαίσιο» είπε ευγενικά ο κύριος Πεκ αλλά το βλέμμα του Ιαν παρέμενε κολλημένο πάνω της. Καυτό.
«Προσπάθησε να με προστατεύσει από ένα ηλίθιο λάθος» κοιτώντας την συνεχώς, σχεδόν χωρίς να ανοιγοκλείνει τα βλέφαρα «και τα κατάφερε».










Χωρίς τα...ασχολίαστα παπούτσια και τσαντάκι!

Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2014

κεφάλαιο 11-αποφάσεις εν θερμώ

 Η Βαλέρια αποχαιρέτισε τον Τζορτζ μετά από λίγη ώρα και συνέχισε το διάβασμα μέχρι που δέχτηκε ένα τηλεφώνημα από τον Λούκας για να κανονίσουν τα δείπνο τους την επόμενη μέρα. Η Βαλέρια έκανε μια γκριμάτσα. Τον είχε ξεχάσει τελείως και με όλα αυτά που συνέβησαν τις τελευταίες μέρες πραγματικά δεν είχε καμία όρεξη να βγει μαζί του. Σκέφτηκε ότι κάποια στιγμή έπρεπε να βάλει τέλος σε αυτή την άχρωμη σχέση αλλά δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει και αυτό, οπότε έδωσε λίγο χρόνο στον εαυτό της μήπως και αλλάξει γνώμη.

Ξάπλωσε στο κρεβάτι της μετά τις έντεκα, έχοντας την αίσθηση ότι είχε περάσει τρένο από πάνω της. Έτρεμε ακόμα από την αίσθηση της λαβής του Ιαν στο χέρι της, από την κακία που είδε στο βλέμμα του. Κακία αναμεμειγμένη με ωμή ζήλια. Δεν καταλάβαινε από πού μπορεί να πήγαζαν τόσο έντονα συναισθήματα, αλλά ήταν σίγουρη ότι δεν ήθελε να τον ξανααντιμετωπίσει μόνη της.

Και αυτό που του είχε πει στο τέλος…πόσο το μετάνιωνε τώρα. Πάντα στη ζωή της είχε διαλέξει την αξιοπρεπή οδό και δεν της άρεσαν τα ξεκατινιάσματα. Μπορεί να ήξερε τι θα τον πλήγωνε και να είχε έτοιμη την ατάκα αλλά δεν έπρεπε να ξεστομίσει κάτι τόσο σκληρό. Και κάτι τόσο ανακριβές. Γιατί στην πραγματικότητα ο Ιαν ήξερε τι έκανε. Μπορεί να ήταν μικρός και άπειρος αλλά ήξερε τι έκανε. Και το κορμί της αντέδρασε με έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο που δεν άφηνε και πολλές αμφιβολίες σχετικά με τη δεξιοτεχνία του. Η Βαλέρια δεν ήξερε αν έπρεπε να το αποδώσει σε φυσικό ταλέντο ή απλά στο γεγονός ότι ήταν τόσο ταιριαστοί σε όλα τα άλλα ώστε το καλό σεξ να είναι απλά μια προέκταση της σχέσης τους, αλλά το σίγουρο ήταν ότι ο Ιαν ήταν ικανός και τρυφερός εραστής. Και αν ήταν έτσι στα 18 του δεν μπορούσε να φανταστεί πώς θα ήταν στα 28 του, μετά από σίγουρα πολλές ερωμένες. Η ίδια, πάλι, είχε κάνει μόνο τρεις ολοκληρωμένες σχέσεις μέσα σε αυτά τα δέκα χρόνια και το σεξ, όπως και οι ίδιες οι σχέσεις, ήταν πολύ ανάλατο. Είτε εκείνη δεν ένιωθε άνετα και δεν αφηνόταν ελεύθερη είτε ο εκάστοτε φίλος της δεν έπαιρνε πρωτοβουλίες. Το αποτέλεσμα είναι να αποφεύγει σχεδόν τις συνευρέσεις και να αναρωτιέται αν έχει κάτι παθολογικό. Αλλά οι αναμνήσεις που είχε από τον Ιαν μέσα σε εκείνο το σπιτάκι του κήπου την έκαναν να ελπίζει ότι κάπου μέσα της υπήρχε μια φλόγα, έτοιμη να ανάψει με το σωστό ερέθισμα.

Πριν πέσει για ύπνο μπήκε λίγο στο ίντερνετ και έκανε λίγη έρευνα για τον Ιαν. Δε βρήκε πολλά αν και έδειχνε να είναι πολύ πετυχημένος εφοπλιστής, ιδιοκτήτης τόσο πολυτελών κρουαζιερόπλοιων όσο και εννιά τάνκερ. Είχε φωτογραφηθεί με ένα σωρό μοντέλα και τον τελευταίο καιρό με την Κριστιάννα σε διάφορα γκαλά και δεξιώσεις και είχε συμμετάσχει σε φιλανθρωπικές αποστολές στην Αφρική και ένα σωρό άλλα ενδιαφέροντα πράγματα, αλλά δεν βρήκε κάτι περισσότερο. Βέβαια, δεν ήξερε τι έψαχνε. Τις προτιμήσεις του τις ήξερε. Τι περίμενε να βρει, περισσότερο από αυτά που ήξερε ήδη;

Τη Δευτέρα το απόγευμα βγήκε για δείπνο με τον Λούκας μετά από μια δύσκολη μέρα στο γραφείο. Ο Κέρβερος ήθελε πλήρη ενημέρωση για την υπόθεση του κύριου Πεκ, λες και είχε ιδέα από μεσιτικά, και μετά της φόρτωσε άλλο ένα διαζύγιο αφού της έκανε ένα λίγο απρεπές σχόλιο σχετικά με το ντύσιμό της. Δεν του απάντησε αλλά τον στραβοκοίταξε κι εκείνος μαζεύτηκε. Με το που ξεπλήρωνε το δάνειο την επόμενη μέρα θα έφευγε από εκεί μέσα. Αυτός ο άνθρωπος την αηδίαζε και σιγά σιγά άρχισε να νιώθει όλο και πιο άβολα μαζί του.

Πέρασε σχετικά καλά με τον Λούκας αν και φαινόταν κι εκείνος κουρασμένος. Μακάρι να είχε βαρεθεί κι αυτός την παρέα της. Θα της ήταν πιο εύκολο να χωρίσει μαζί του. Γύρισε σπίτι και μίλησε με τον Πίτερ στο τηλέφωνο. Τη βοήθησε κάπου που είχε κολλήσει και την επόμενη μέρα στη δουλειά, όταν έμαθε ότι ο κύριος Πεκ είχε δεχτεί τηλεφώνημα από τον Ιαν για να κανονίσουν συνάντηση, ένιωθε έτοιμη. Είχε διαβάσει πολύ και οι αντικειμενικές αξίες δικαιολογούσαν το ποσό που ζητούσαν. Θα ετοίμαζε τα συμβόλαια γρήγορα και όλα θα τέλειωναν. Η συνάντηση θα πραγματοποιείτο στο Λονδίνο και θα ερχόταν ο κύριος Πεκ, ο Ιαν με τους δικηγόρους του, εκείνη και ο Κέρβερος. Δεν γνώριζε αν ο Ιαν είχε ενημερωθεί ήδη για την ιδιότητά της αλλά δεν την ενδιέφερε και πολύ. Είχε αποφασίσει να συνεχίσει τη ζωή της και θα ξεκινούσε από τον τόπο του εγκλήματος για να ξορκίσει το κακό. Θα περνούσε το Σαββατοκύριακο στο πατρικό της.




Κεφάλαιο 10-λάχανα και χάχανα


Είχε δει αρκετά θρίλερ και ταινίες δράσης. Είχε δει πολλές σκηνές όπου η πρωταγωνίστρια είχε στα χέρια της μια βόμβα και έπρεπε να την απενεργοποιήσει ή κάτι παρόμοιο. Αλλά η ίδια είχε μεγαλύτερο πρόβλημα. Είχε τη βόμβα στο αμάξι της και έπρεπε να τη μεταφέρει.

Μετά την συζήτηση που είχε με τον Ιαν, ακολούθησαν οι αποχαιρετισμοί και ο κύριος Πεκ είχε τη φαεινή ιδέα να δώσει στο ζευγάρι τη σακούλα με τα λαχανικά. Ο Ιαν αρνήθηκε ευγενικά, λέγοντας ότι δεν μπορούσε να τα φορτώσει στη μηχανή αλλά η Κριστιάννα άρχισε να λέει κάτι περί της αξίας των βιολογικών προϊόντων και ότι της αρέσει να μαγειρεύει με καθαρά προϊόντα κλπ και έτσι όλοι έμειναν να αναρωτιούνται ποια θα ήταν η καλύτερη λύση. Ο Ιαν πρότεινε να τα στείλει ο κύριος Πεκ, η Κριστιάννα συμφώνησε, αλλά την «καλύτερη» λύση τη βρήκε ο κύριος Πεκ. Η Βαλέρια κόντεψε να πάθει συγκοπή όταν ο πελάτης της πρότεινε να μεταφέρει εκείνη τη σακούλα αφού πήγαιναν όλοι στο Λονδίνο. Η Κριστιάννα ενθουσιάστηκε με την ιδέα, η οποία υπό άλλες συνθήκες ίσως ήταν και αρκετά λογική, και πρότεινε να στείλει το βραδάκι τον Ιαν με το αμάξι του για να τα πάρει.
«Πού μένετε, δεσποινίς;» ρώτησε η κοπέλα τη Βαλέρια.
«Στο Φούλαμ» απάντησε. Είχε μπλέξει για τα καλά. Εκτός αν ήταν τυχερή και έμεναν στην άλλη άκρη του Λονδίνου.
«Τέλεια! Είμαστε πολύ κοντά! Θα έρθει απόψε ο Ιαν και θα τα πάρει!».
«Μα…είμαι κουρασμένος» είπε εκείνος αλλά η Κριστιάννα δεν έδωσε σημασία. Το μόνο που την ένοιαζε ήταν τα καρότα και τα λεμόνια. Η Βαλέρια αγνόησε μερικές κακίες που της ήρθαν στο μυαλό.
«Έλα, αγάπη μου!» νιαούρισε η Κριστιάννα. «Δίπλα είναι το Φούλαμ! Θα πας με το αμάξι και δεν θα κουραστείς!».
«Εσύ δεν οδηγείς;» ρώτησε η Βαλέρια ευγενικά την Κριστιάννα. Ίσως ήταν καλή ιδέα να έρθει η Κριστιάννα αντί για τον Ιαν.
«Αχ όχι!» είπε η κοπέλα γλυκά. «Η οδήγηση με αγχώνει πολύ» συμπλήρωσε δραματικά. Η Βαλέρια κοίταξε φευγαλέα τον Ιαν. Εκείνος κοιτούσε αδιάφορα. Η Κριστιάννα ήταν πολύ γλυκιά και όμορφη αλλά λίγο… μαλθακή για τα γούστα της. Ποιος άντρας άντεχε μια γυναίκα που κρέμεται πάνω του και νιαουρίζει για να πετύχει κάθε σκοπό της; Μάλλον ο Ιαν είχε μεταλλαχθεί μέσα σε αυτά τα δέκα χρόνια.

Και τώρα…τώρα βρισκόταν στο αμάξι της και οδηγούσε στον αυτοκινητόδρομο με τη σακούλα με τα λαχανικά στη θέση του συνοδηγού. Και πραγματικά ένιωθε σαν να μετέφερε μια βόμβα. Μια βόμβα που θα έσκαγε σε μερικές ώρες που θα ερχόταν ο Ιαν σπίτι της να την παραλάβει.

Διάολε, πώς είχε μπλέξει έτσι; Το μόνο που ήθελε ήταν να πάει σπίτι της και να κάνει ένα ζεστό μπάνιο. Το ρολόι του αυτοκινήτου έδειχνε πέντε το απόγευμα. Έπρεπε να κάνει ένα σωρό δουλειές στο σπίτι, να διαβάσει και να κοιμηθεί. Το μόνο που ΔΕΝ χρειαζόταν ήταν να περιμένει τον Ιαν. Σπίτι της. Στο άδυτό της.

Δεν είχε ξεχάσει την κουβέντα που της είχε πει. Πιο πολύ από αυτό που είχε πει για τους γονείς της και την έκανε να τον χαστουκίσει την πόνεσε αυτό το τελευταίο που της είπε. Τα μάτια της γέμισαν ξανά δάκρυα όταν το σκέφτηκε. «Δεν άξιζες τίποτα» άκουγε μέσα στο κεφάλι της ξανά και ξανά και κόντευε να τρελαθεί. Κάπου μετά το Μπρίστολ, στη μέση της διαδρομής, είχε σταματήσει να κλαίει. Δεν άξιζε τίποτα; Πώς ήταν δυνατόν να το λέει αυτό; Μιλούσε λες και του είχε κάνει κάτι και τον είχε πληγώσει. Λες και τον είχε κερατώσει ή τον είχε χρησιμοποιήσει για κάποιο λόγο. Όχι όμως. Τον είχε αγαπήσει με κάθε μόριο της ύπαρξής της, με την ανεμελιά και τον ενθουσιασμό των νεανικών της χρόνων. Και δεν έσφαλε ούτε μία φορά. Ίσως μόνο που δεν τον έψαξε. Αλλά δεν είχε και πολλές επιλογές. Είχε έναν πόλεμο σπίτι της και ήταν πολύ μικρή για να υπερασπίσει τις επιλογές της. Τώρα αν πίστευε ότι ο κύριος Πεκ ήταν εραστής της δεν είχε κανένα δικαίωμα να τη κατηγορεί ότι δεν άξιζε. Δεν γινόταν να ασκεί πάνω της αναδρομική εξουσία! Ήταν 26 ετών και μπορούσε να κάνει ό,τι θέλει.

Έφτασε στο σπίτι της κατά τις έξι το απόγευμα και ανέβασε το σακ βουαγιάζ στο διαμέρισμά της. Άνοιξε το λάπτοπ της και συνδέθηκε στο ίντερνετ. Η Λάουρα δεν ήταν μέσα και έτσι η Βαλέρια ξεκίνησε με τις δουλειές της. Έβαλε ένα πλυντήριο, ετοίμασε τα ρούχα της για την επόμενη μέρα, μαγείρεψε κοτόπουλο με μανιτάρια και ρύζι για να πάρει μαζί της στη δουλειά και όταν ο ήλιος άρχισε να δύει, άνοιξε τα βιβλία της και άρχισε να διαβάζει, έχοντας μπροστά της ένα πιάτο με φρούτα και ένα ποτήρι κόκκινο κρασί. Μα πού ήταν; Αναρωτήθηκε. Είχε περάσει η ώρα.

Μίλησε πολύ σύντομα με τη Λάουρα και της είπε μερικά πράγματα για την υπόθεση αλλά το έκλεισαν γιατί είχαν και οι δύο πολύ διάβασμα. Το κουδούνι της εξώπορτάς της χτύπησε και εκείνη πάγωσε. Ο Ιαν. Άνοιξε την πόρτα και βρήκε τον Τζορτζ απέξω. Ανακουφίστηκε. Ο γείτονάς της είχε έρθει να της φέρει την καφετιέρα που του είχε δανείσει. Τα πήγαιναν πολύ καλά και βλέπονταν καθημερινά. Ο Τζορτζ ήταν στιλίστας και τη βοηθούσε πολύ με τα ρούχα της.
«Τι κάνεις, κούκλα;» τη ρώτησε και της έδωσε ένα ηχηρό φιλί.
«Έχω ένα σωρό διάβασμα και καθόλου όρεξη!» γέλασε εκείνη και του πρόσφερε ένα ποτήρι κρασί. Αυτό ήταν! Αν δεν ήταν μόνη όταν ερχόταν ο Ιαν θα ήταν λιγότερο αμήχανη η συνάντηση.
«Τι θα βάλεις αύριο;» τη ρώτησε και κατευθύνθηκε στην ντουλάπα της. Τον άφησε να ψάξει με την ησυχία του. Είχε φοβερό ταλέντο στο να ξεθάβει φοβερά κομμάτια από εκεί μέσα και να τα συνδυάζει μοναδικά. Όχι ότι ήθελε να συνεπάρει τον Κέρβερο αλλά δεν ήθελε να πηγαίνει απεριποίητη πουθενά.

Το κουδούνι χτύπησε ξανά και η καρδιά της χοροπήδησε στο στήθος της. Ηλπιζε ότι δε θα είχε βρει τη διεύθυνση αλλά εκείνος τα είχε καταφέρει. Του άνοιξε την πόρτα κοιτώντας το πάτωμα αλλά τελικά σήκωσε τα μάτια της. Ο Ιαν φορούσε τώρα μαύρο παντελόνι και ένα παράξενο καρό πουκάμισο. Υπέροχος. Μοναδικός. Αυτές οι λέξεις τής ήρθαν στο μυαλό.
«Ήρθα για τα ρημάδια τα λαχανικά» της είπε λες και δεν ήξερε. Τον είδε να επιθεωρεί πρώτα το ατημέλητο λουκ της και μετά το σπίτι της.
«Θα σου έλεγα να περάσεις αλλά δεν μπορούσα να κουβαλήσω τα πράγματα πάνω και τα άφησα στο αμάξι. Κατέβα αν θες και θα ανοίξω από πάνω τον συναγερμό» του είπε αδιάφορα και κάθισε στον καναπέ της. Εκείνος την κοιτούσε εμβρόντητος. Μα τι περίμενε; Να τον προσκαλέσει για φαγητό;
«Αυτά θέλω να βάλεις» διάλεξε εκείνη τη στιγμή ο Τζορτζ για να μπει στο σαλόνι, κρατώντας ένα μαύρο παντελόνι και ένα μαύρο πουκάμισο με λευκές ρίγες. Η Βαλέρια τού χαμογέλασε, αλλά τόσο ο Ιαν όσο και οι Τζορτζ έμειναν να κοιτιούνται, απορημένοι και οι δύο για την ύπαρξη του άλλου άντρα μέσα στο σπίτι. Η Βαλέρια ήταν η μόνη που διασκέδαζε, κοιτώντας το πρόσωπο του Ιαν να αλλάζει χρώματα. Ποιος ξέρει τι θα σκεφτόταν…
«Καλησπέρα, είμαι ο Τζορτζ» είπε ο γείτονάς της στον Ιαν και ο Ιαν συστήθηκε αφού πρόσφερε το χέρι του σε μια χειραψία.
«Δεν ήξερα ότι διακόπτω» ψέλλισε ο Ιαν κατακόκκινος και ο Τζορτζ χαμογέλασε ζεστά.
«Ιαν, κατέβα και σου ανοίγω» του είπε εκείνη αποφασιστικά και ο Ιαν αφού χαιρέτισε ευγενικά έφυγε από το διαμέρισμά της. Η Βαλέρια πήγε στο παράθυρο και δοκίμασε το κουμπί αλλά ο αναθεματισμένος συναγερμός της δεν έπιανε. Αναγκάστηκε να φορέσει ένα παλτό πάνω από τις πιτζάμες της και κατέβηκε κάτω.

Τον βρήκε να περιμένει έξω από λευκό Polo της υπομονετικά.
«Ηλίθιο κουμπί» είπε εξοργισμένη και απενεργοποίησε τον συναγερμό.
«Ηλίθια λαχανικά» είπε κι εκείνος εξίσου έξαλλος και σήκωσε την τεράστια σακούλα λες και σήκωνε πούπουλα. Τη μετέφερε στο σπορ διθέσιο αμάξι του που είχε παρκάρει από πίσω της.
«Είναι βιολογικά όμως» του είπε με μια δόση ειρωνείας και ο Ιαν έπιασε το υπονοούμενο. Μέσα στο σκοτάδι του δρόμου έδειχνε απειλητικός, αλλά εκείνη δεν φοβήθηκε.
«Μπορώ να της αγοράσω έναν κήπο βιολογικά λαχανικά και κόλλησε σε αυτά τα συγκεκριμένα» είπε ο Ιαν. «Βλέπεις ήθελε η μοίρα να δω και τον νεαρό γκόμενο» της είπε και ξίνισε τη μούρη του.
«Καληνύχτα, Ιαν» του είπε εκείνη αδιάφορα και έκανε να φύγει αλλά εκείνος έπιασε τον καρπό της δυνατά και τη σταμάτησε. Η Βαλέρια προσπάθησε να απεγκλωβιστεί αλλά ήταν αδύνατο.
«Ξέρεις τι σκέφτηκα;» της είπε μέσα από τα σφιγμένα δόντια του. Η Βαλέρια δεν του απάντησε κι εκείνος συνέχισε. «Αφού πας με τον κωλόγερο και τον γορίλα εκεί πάνω…δε θα είχες πρόβλημα να πας και μαζί μου» της είπε με κακία και η Βαλέρια σταμάτησε να κινείται. Είχε παγώσει και η ανάσα της είχε κοπεί σαν να είχε κρίση πανικού. Τι της είχε πει;
«Όποτε θες» του είπε τάχαμ αδιάφορα και εκείνος χαμογέλασε. Η Βαλέρια σκέφτηκε ότι ήταν η στιγμή της να κάνει απόσβεση στο πτυχίο της. Η ετοιμολογία της  την είχε φέρει ως εδώ. Τι στο καλό; Μπορούσε να απαντήσει σε έναν άντρα που έδειχνε έρμαιο των παθών του. «Μόνο που ελπίζω αυτή τη φορά να ξέρεις τι κάνεις» του είπε ναζιάρικα και τρέχοντας κλείστηκε στην πολυκατοικία της αφήνοντάς τον απέξω. Κόκαλο.



Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2014

κεφάλαιο 9-χρωματολογία

Η Βαλέρια κατάφερε να ξεφύγει για μερικά λεπτά από την «ευχάριστη» παρέα και πήγε να μαζέψει τα πράγματά της. Ο κύριος Πεκ συνέχιζε να μιλάει χαρωπά με την Κριστιάννα ενώ ο Ιαν πληκτρολογούσε στο κινητό του.  Τα είχαν πει όλα. Είχαν δει τον κήπο, το σπίτι και κάθε πιθανή γωνία. Η ώρα πλησίαζε δύο. Έπρεπε κάποια στιγμή να φύγουν, ώστε να τελειώνει το μαρτύριό της και να γυρίσει στο Λονδίνο. Μόνο μία σκέψη τη βασάνιζε. Τι θα γινόταν αν η προσφορά του Ιαν ήταν γελοία. Θα έπρεπε να ασχοληθεί πολύ με το θέμα και δεν ήθελε. Προσευχήθηκε να δώσει κάποια καλή προσφορά και να τελειώνει γρήγορα η υπόθεση. Να αγοράσει το σπίτι, να παντρευτεί την Κριστιάννα και να ζήσουν μια ευτυχισμένη ζωή διαλέγοντας μεταξύ ψημένης και ωμής σιένα. 
«Αγάπη μου, πρέπει να ξεκινήσουμε σε μισή ωρίτσα» τον άκουσε να μιλάει γλυκά στην αρραβωνιαστικιά του όταν κατέβηκε πάλι στον κάτω όροφο και έβαλε το σακίδιό της στο αμάξι της.
«Εντάξει, αγάπη μου» είπε η Κριστιάννα τιτιβίζοντας και αφού τύλιξε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του τον φίλησε ανάλαφρα. Η Βαλέρια σκέφτηκε ότι μαζί της δεν έδειχνε τόσο ευτυχισμένος αλλά μετά μάλωσε τον εαυτό της. Δεν υπήρχε λόγος να συγκρίνει τη σχέση τους με αυτή που είχε σήμερα. Είχαν περάσει δέκα χρόνια και ήταν φυσικό να είχε ωριμάσει συναισθηματικά, να ήξερε τι ζητούσε και τι έδινε.
«Πριν φύγω θα ήθελα να κάνουμε μια σύντομη συζήτηση για το οικονομικό» είπε ξερά ο Ιαν στον κύριο Πεκ, ο οποίος είχε μαζέψει μια τεράστια σακούλα με καρότα και λεμόνια. Η Κριστιάννα έδειχνε εκστασιασμένη. Αυτό ήταν υπέρ τους.
«Εγώ δε θέλω να είμαι μπροστά» είπε ναζιάρικα η Κριστιάννα και ο Ιαν έγνεψε. Προφανώς, αφού ήταν δώρο, δεν ήθελε να μάθει την τιμή. Πόσο κομψό…
«Κι εγώ έχω απόλυτη εμπιστοσύνη στην Βαλέρια. Μπορεί εκείνη να διαπραγματευτεί  την τιμή. Εγώ πάω μια βόλτα ακόμα με την Κριστιάννα» είπε ο κύριος Πεκ και η Βαλέρια πάγωσε. Το ίδιο και ο Ιαν.
Έμειναν να κοιτιούνται μερικά δευτερόλεπτα και μετά αυτόματα κοίταξαν αλλού. Η αμηχανία ήταν δυσβάσταχτη. Είχαν τόσο καιρό να μείνουν μόνοι… Αραγε τι θα έλεγαν;
«Τι κάνεις;» είπε εκείνος με έναν τόνο τραχύ, χώνοντας τα χέρια του στις τσέπες.
«Είμαι μια χαρά, ευχαριστώ. Εσύ;» ρώτησε η Βαλέρια ευγενικά. Ακόμα δεν πίστευε τη ατυχία της. Γιατί τους είχαν αφήσει μόνους;
«Δε με κατάλαβες» της είπε αργά, λες και μιλούσε σε ηλίθια. «Τι κάνεις. Με τον γέρο» συνέχισε και η γκριμάτσα που έκανε της έδωσε σαφή εικόνα για την άποψη που είχε για εκείνη. Ώστε αυτή ήταν η πρόθεσή του. Να την προσβάλει.
«Δεν είναι δουλειά σου τι κάνω, Ιαν. Πες μου μια τιμή να τελειώνουμε» μπήκε στο ψητό η Βαλέρια. Αυτό μπορούσε να το αντιμετωπίσει. Θα μιλούσαν για την αγοραπωλησία.
«Εσύ θα μου πεις μια τιμή. Αν μου αρέσει, θα το πάρω. Αν όχι, απλώς θα γελάσω και θα πάω να βρω κάτι καλύτερο για το κορίτσι μου» είπε θριαμβευτικά. Η Βαλέρια σκέφτηκε ότι δεν ήταν ποτέ επηρμένος. Τι είχε πάθει και διαφήμιζε την περιουσία και την σχέση του;
«Το κορίτσι σου έχει ενθουσιαστεί» είπε εκείνη ανοίγοντας τα χαρτιά της.
«Το κορίτσι μου θα ενθουσιαστεί και με το επόμενο. Γενικά η Κριστιάννα ενθουσιάζεται εύκολα. Είναι καλλιτέχνης. Ευαίσθητη ψυχή. Συναισθηματική. Και ειλικρινής» της πέταξε. Η Βαλέρια ένιωσε ότι υπήρχε κάποιο υπονοούμενο αλλά δεν έδωσε συνέχεια.
«Είμαι σίγουρη. Φαίνεται αξιόλογη. Και πολύ όμορφη» του είπε ειλικρινά και κοίταξε τα πόδια της. Ξαφνικά δεν μπορούσε να τον κοιτάει. Της ήταν πολύ επίπονη όλη αυτή η συζήτηση. «Αλλά ας μιλήσουμε για το σπίτι τώρα. Πόσα δίνεις;»
«Μου έρχεται αηδία» της είπε εκνευρισμένος και δάγκωσε τα χείλη του. «Μια νέα κοπέλα με έναν γέρο. Και κάθεσαι και κόβεις και ράβεις με την περιουσία του. Πότε έγινες προικοθήρας εσύ; Νόμιζα ότι  ήσουν σοβαρή» της είπε και κλώτσησε μια μικρή πέτρα μακριά.
«Πόσα;» τον προκάλεσε. Τι την είχε πιάσει και το έκανε αυτό; Γιατί δεν του έλεγε την αλήθεια; Γιατί της άρεσε να τον βλέπει τόσο επηρεασμένο από την παρουσία της;  Έστω και με τόσο αρνητικό τρόπο;
«Ώστε είχαν δίκιο οι γονείς μου» είπε εκείνος σχεδόν μονολογώντας. Η Βαλέρια δεν τον ρώτησε γιατί. Αλλά εκείνος  συνέχισε. «Νόμιζα ότι ήσουν αθώα, αλλά τελικά σε νοιάζουν μόνο τα λεφτά. Ασύδοτη σαν τον πατέρα σου» της είπε σκληρά και η Βαλέρια ένιωσε τις παλάμες της να καίνε. Τα μάτια της θόλωσαν και ένα κόκκινο πέπλο κάλυψε τη λογική της. Η παλάμη της προσγειώθηκε με ένα δυνατό κρότο στο μάγουλό του χωρίς να το σκεφτεί καλά. Μετά το αρχικό σοκ, εκείνος έπιασε τον καρπό της και τον έσφιξε. Η Βαλέρια πίστεψε ότι θα πεθάνει από τον πόνο αλλά δεν του έδωσε την ευχαρίστηση ούτε να βλεφαρίσει.
«Μην τολμήσεις να μιλήσεις ξανά έτσι για τους δικούς μου» του είπε τεντώνοντας το δάχτυλο προς το μέρος του.
«Μην τολμήσεις να με αγγίξεις ξανά» απάντησε εκείνος εξίσου έξαλλος. Το μάγουλό του ήταν κόκκινο.
«Σε σιχαίνομαι!» του φώναξε ξαφνικά, σίγουρη πια ότι οι άλλοι δύο είχαν απομακρυνθεί. «Σε βλέπω και μου έρχεται εμετός!» συνέχισε ενώ εκείνος έδειχνε σοκαρισμένος από  το ξέσπασμα. Το ίδιο όμως ένιωθε και εκείνη. Από πού είχε ξεπηδήσει αυτή η μαινάδα που είχε κυριέψει το σώμα της; Ακόμα και τότε, στην αποκορύφωση της απελπισίας και του πόνου της, δεν σκέφτηκε ποτέ ότι τον μισεί. Πώς ήταν δυνατόν να τον μισεί; Πώς είναι δυνατόν τόση πολλή αγάπη να μεταμορφωθεί σε μίσος; «Πες μου μια καταραμένη τιμή να τελειώνουμε» τον ικέτεψε. Το κεφάλι της κόντευε να σπάσει από την ένταση.
«Οκτώ εκατομμύρια» είπε εκείνος απότομα. Έδειχνε κουρασμένος.
«Δεν δεχόμαστε κάτω από δώδεκα» είπε εκείνη εριστικά.
«Αν το κτήμα έχει ιδιωτική πρόσβαση στην παραλία το ξανασυζητάμε. Μέχρι τότε, οκτώ. Και αν σας αρέσει. Φεύγω» της είπε και της γύρισε την πλάτη. Η Βαλέρια ένιωσε τα δάκρυα να κυλούν καυτά στα μάγουλά της. Είχε συγκρατηθεί τόσες ώρες, αλλά δεν άντεχε άλλο. Από χθες ένιωθε λες και έβραζε στην κόλαση. Τον είδε να ξεμακραίνει, μια φιγούρα μοναχική και αριστοκρατική, σαν ήρωας σε μυθιστόρημα εποχής, λουσμένος από το λευκό φως του ήλιου. Πώς είχαν γίνει έτσι τα πράγματα μεταξύ τους; Εντάξει, είχαν χωρίσει, αλλά θα μπορούσαν να έχουν μια φιλική επαφή. Ξαφνικά τον είδε να κοντοζυγώνει και γύρισε απότομα προς το μέρος της. Η Βαλέρια κατέβασε απότομα το κεφάλι στο έδαφος και σκούπισε άτσαλα τα δάκρυά της. Την είχε δει ότι έκλαιγε. Διάολε. Κατευθυνόταν ξανά προς το μέρος της. Σταμάτησε μπροστά της. Έβλεπε τα παπούτσια του. Μύριζε το άρωμά του. Μπαχάρι, σανταλόξυλο και λεμόνι. Μοναδικός. Αν μικρός ήταν ωραίος, ως ενήλικας, την έκανε να χάνει τον αυτοέλεγχό της. Παρόλο που την είχε πληγώσει τόσο πολύ.
«Δεν άξιζες τίποτα τελικά» της είπε βραχνά και μετά από μερικές στιγμές της γύρισε την πλάτη του κι έφυγε οριστικά. Η Βαλέρια έμεινε στη θέση της, νιώθοντας φτηνή, παρόλο που  αυτό που της καταλόγιζε δεν ίσχυε. Η πίκρα στη φωνή του, η απογοήτευση, η κατηγορία ήταν τόσο βαθιά, που ανατρίχιασε. Κι αν πριν από δέκα χρόνια είχαν χωρίσει πρώτη φορά, σήμερα ήταν το τελευταίο κεφάλαιο στην ιστορία τους.

  

Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2014

flashback

Σταμάτα να γελάς!»
«Μα καλά, πώς μου είχε διαφύγει αυτό και δε σε είχα ρωτήσει ποτέ;»
«Είσαι γελοίος! Σταμάτα!»
«Έλα εδώ να σου δώσω ένα φιλάκι! Μη θυμώνεις!»
«Αφού με κοροϊδεύεις!»
«Σου κάνω μια πλάκα και αμέσως βγάζεις νύχια, καρδιά μου!»
«Μη με εκνευρίζεις!»
«Εγώ φταίω; Χαχαχαχαχα. Σε ονόμασαν Βαλέρια Άννα και εγώ φταίω; Χαχαχαχαχα»
«Το μεσαίο μου όνομα είναι Άννα επειδή έτσι έλεγαν την προγιαγιά μου. Το Βαλέρια άρεσε στους γονείς μου. Τώρα αν εσένα σου ακούγεται αστείο, τι να πω…»
«Μπορεί οι γονείς σου να έπιναν φύλλα βαλεριάνας για να είναι ήρεμοι και έτσι να τους ήρθε η έμπνευση».
«Είσαι βλάκας»
«Έλα εδώ και σταμάτα να μουτρώνεις».
«Δε σε αγαπάω»
«Δε σε πιστεύω»
«Το όνομά μου είναι όμορφο»
«Είναι…και τώρα που το σκέφτομαι σου πάει».
«Πώς έτσι;»
«Γιατί κι εσύ καταφέρνεις να με ηρεμείς ακόμα και όταν έχω ένα σωρό δυσκολίες».
«Ευχαριστώ»
«Έχεις δει ποτέ βαλεριάνα; Έτσι θα σε φωνάζω από εδώ και πέρα. Βαλεριάνα».
«Όχι δεν έχω δει. Πώς είναι;»
«Είναι ένα καταπράσινο πανέμορφο φυτό με μακρύ βλαστό. Το λουλούδι του θυμίζει αμυγδαλιά και γιασεμί. Είναι υπέροχο! Θες να φυτέψουμε ένα;»
«Πού τα ξέρεις όλα αυτά;»
«Διαβάζω. Λέγε τώρα. Θες να φυτέψουμε μερικές βαλεριάνες; Τι λες για το σημείο όπου ενώνονται οι φράκτες μας; Θα είναι συμβολικό».
«Συμφωνώ! Πολύ ωραία ιδέα!»
«Ωχ, με φωνάζουν για φαγητό. Βγαίνω εγώ πρώτος και μόλις σου κάνω το σύνθημα, φύγε κι εσύ. Αύριο πάλι;».


Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2014

Κεφάλαιο 8-ένα ηρεμιστικό παρακαλώ...

Φυσικά δεν κατάφερε να φύγει την Κυριακή. Το μαρτύριο παρατάθηκε, καθώς ο κύριος Πεκ είχε φτάσει στο σπίτι νωρίς το πρωί και της ζήτησε να μείνει για να μπορέσουν μαζί να βολιδοσκοπήσουν λιγάκι την κατάσταση. Η Βαλέρια προσπάθησε να το αποφύγει αλλά δεν τα κατάφερε. Ήταν πελάτης της και έπρεπε να τον εξυπηρετήσει. Προς το παρόν δηλαδή. Είχε μια ελπίδα, μικρή βέβαια, ότι ο Κέρβερος θα την άφηνε να απεμπλακεί από την υπόθεση. Αλλά δεν το θεωρούσε πιθανό. Πώς θα άντεχε να ξαναδεί τον Ιαν;

Η απάντηση δεν άργησε. Στις δώδεκα ακριβώς το ευτυχισμένο ζευγάρι επέστρεψε στον τόπο του εγκλήματος με μια κατάμαυρη μηχανή μεγάλου κυβισμού. Ο Ιαν έδειχνε πραγματικά απειλητικός με το μαύρο τζιν και το μαύρο δερμάτινο τζάκετ. Απειλητικός και αφόρητα σέξι. Η Κριστιάννα έβγαλε πρώτη το κράνος και τα μαλλιά της ξεχύθηκαν στην πλάτη της. Ήταν προφανές ότι έιωθε άνετα πάνω στη μηχανή του αρραβωνιαστικού της. Θα ταξίδευαν συχνά μαζί. Ποιος ξέρει. Ίσως είχαν κάνει και το ταξίδι στη Σκωτία που ονειρευόταν ο Ιαν μικρός.
«Καλημέρα» είπε ο κύριος Πεκ χαμογελώντας αν και είχε εξομολογηθεί στην Βαλέρια ότι είχε άγχος για αυτή τη συνάντηση. Οι δικηγόροι του Ιαν είχαν ξεκαθαρίσει ότι το αφεντικό τους δε σκόπευε να επισκεφτεί σύντομα το σπίτι και είχε εφησυχάσει. Αλλά είχε φτάσει η στιγμή που φοβόταν. Το ζευγάρι θα επιθεωρούσε το σπίτι και μπορεί σήμερα να γινόταν κάποια νύξη για την τιμή και τους όρους αγοραπωλησίας.
«Καλημέρα» είπε ο Ιαν και η Κριστιάννα και ακολούθησαν χειραψίες προς κάθε κατεύθυνση. Η Βαλέρια χαμογέλασε την ώρα που έσφιγγε το χέρι της ο Ιαν, όχι επειδή χαιρόταν ιδιαίτερα που τον έβλεπε, αλλά επειδή της φαινόταν πολύ αστείο να τον χαιρετά τόσο επίσημα.
«Πολύ όμορφη μέρα κάνει σήμερα» είπε ζωηρά η Κριστιάννα και κοίταξε τον λαμπερό ήλιο. Μπορεί να είχε κρύο αλλά η ηλιοφάνεια τα έκανε όλα να δείχνουν πιο ευχάριστα.
«Συγγνώμη αν σας χαλάσαμε τα σχέδια με την επίσκεψή μας» είπε ξερά ο Ιαν, δείχνοντας ότι δεν το εννοούσε. Σίγουρα ψάρευε για πληροφορίες.
«Ω για μένα δεν είναι κόπος» είπε ευγενικά ο κύριος Πεκ. «Η Βαλέρια ήθελε να φύγει για Λονδίνο γιατί έχει υποχρεώσεις, αλλά μου έκανε τη χάρη και έμεινε» είπε και χαμογέλασε στην κοπέλα. Ο Ιαν έκανε μια γκριμάτσα που μόνο η Βαλέρια μπορούσε να αποκρυπτογραφήσει. Είχε αηδιάσει.
«Τι λέτε; Πάμε;» πρότεινε η Κριστιάννα τρίβοντας τα χέρια με ενθουσιασμό. «Πρέπει κι εμείς να ξεκινήσουμε για Λονδίνο μετά το μεσημέρι» είπε.
«Προτείνω να κάνουμε μια βόλτα πρώτα στους εξωτερικούς χώρους μήπως πιάσει καμιά μπόρα» πρότεινε ο κύριος Πεκ και η Βαλέρια συμφώνησε. Το ίδιο και το ζευγάρι. Η Βαλέρια σήμερα ευτυχώς  φορούσε ένα ωραίο τζιν και ένα χοντρό πουλόβερ που τόνιζε τα καταγάλανα μάτια της. Οι γαλότσες δεν την κολάκευαν πολύ αλά σίγουρα εγγυούνταν την ασφάλεια και την αξιοπρέπειά της!

Περπάτησαν πάνω από μία ώρα κοιτώντας τα διάφορα κτίσματα καθώς και τα δέντρα στον κήπο. Ο Ιαν παρέμενε τελείως ανέκφραστος, πράγμα το οποίο ήταν σίγουρο προμελετημένο, αλλά η Κριστιάννα έδειχνε πιο ζωηρά τον ενθουσιασμό της. Ειδικά με τον στάβλο, τα έχασε. Ο Ιαν της χαμογελούσε τρυφερά και δεν άφησε στιγμή το χέρι της. Η Βαλέρια είχε προετοιμαστεί ψυχολογικά για όλο αυτό και έτσι κατάφερε να το αγνοήσει, αλλά ένιωσε σαν να τη χτυπάει ηλεκτρικό σοκ όταν εκείνος φίλησε την αρραβωνιαστικιά του πεταχτά στα χείλη όταν νόμιζαν ότι κανείς δεν τους έβλεπε. Είχε ξεμείνει πίσω αλλά τους είδε. Και ένιωσε την επιθυμία να πάει και να τους χαστουκίσει και τους δύο, αλλά φυσικά δεν το έκανε. Δεν είχε κανένα δικαίωμα πια να ζηλεύει. Ο Ιαν δεν την κοιτούσε καν, και όταν την κοιτούσε φευγαλέα, τυχαία, ήταν το βλέμμα του τόσο παγερό που ήταν σχεδόν σίγουρη ότι δεν την είχε αναγνωρίσει. Αν δεν της μιλούσε με τόσο οξεία αγένεια, θα ήταν σίγουρη ότι δεν είχε καταλάβει ποια ήταν. Και αυτό ήταν αυτό που την πονούσε περισσότερο. Ήταν δυνατόν να είχε ξεχάσει το παρελθόν τους; Να είχε τραβήξει σε όλα μια κόκκινη γραμμή και να την άφησε πίσω του; Δε θα την πείραζε τόσο που αδιαφορούσε αν μπορούσε να κάνει και η ίδια το ίδιο.
«Τα λουλούδια είναι η μανία μου. Ελπίζω να σας αρέσει κι εσάς ο κήπος μου» είπε ο κύριος Πεκ, φανερά ανήσυχος ότι οι νέοι αγοραστές μπορεί να τα γκρέμιζαν όλα και να μην έδιναν σημασία στον κόπο του. Ο Ιαν δεν έδωσε σημασία σε όσα είπε ο πελάτης της. Συνέχισε να κοιτάει τριγύρω του διερευνητικά, δείχνοντας σχεδόν αδιάφορος. Μάλλον δεν ήθελε να δείξει ενθουσιασμό για να μην αυξηθεί η τιμή προσφοράς. ‘Η μπορεί απλά να ένιωθε αμήχανα. Αν και αυτό φάνταζε λίγο απίθανο. Απέπνεε απίστευτη σιγουριά και δυναμισμό.

Συνέχισαν να περπατάνε κοιτώντας τη θέα στη θάλασσα. Η Κριστιάννα είπε ότι λατρεύει το νερό επειδή μεγάλωσε σε ένα παραθαλάσσιο χωριό στη Γαλλία. Η Βαλέρια δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί στις αβρότητες όμως.
Πώς μπορεί να είναι τόσο απόμακρος; Πώς γίνεται να μην γυρίζει ούτε να με δει; αναρωτήθηκε πικραμένη. Δεν περίμενε κάτι φοβερό, μια αναγνώριση ότι κάποτε αυτοί οι δύο…
«Είναι πολύ όμορφα όλα. Και τα τριαντάφυλλα…» μύρισε η Κριστιάννα ένα κατακόκκινο λουλούδι. Η Βαλέρια χαμογέλασε.
«Κι εμένα αυτά είναι τα αγαπημένα μου» είπε, γνωρίζοντας ότι έδινε λάθος εντύπωση στον Ιαν αλλά εκείνος δεν έδωσε σημασία. Κάτι πληκτρολογούσε στο κινητό του.
«Αυτό τι είναι;» ρώτησε η Κριστιάννα τον κύριο Πεκ δείχνοντας ένα καταπράσινο φυτό με μακρύ κοτσάνι. Το αίμα της Βαλέρια άρχισε να καίει. Όχι, όχι αυτό.
«Α…» αναφώνησε ικανοποιημένος ο κύριος Πεκ «αυτή είναι βαλεριάνα» είπε και η Βαλέρια πάγωσε. «Εκτός από τις ηρεμιστικές του ιδιότητες είναι και ένα πανέμορφο φυτό. Λίγοι το γνωρίζουν αυτό. Δεν είναι υπέροχο;» ρώτησε την Κριστιάννα και εκείνη έγνεψε θετικά.
Εκείνη τη στιγμή όμως συνέβη και κάτι άλλο. Λες και τον χτύπησε αστραπή ο Ιαν σήκωσε το βλέμμα του και την κοίταξε. Και τον κοίταξε κι εκείνη. Ο χρόνος σταμάτησε για λίγο και όλα κυλούσαν πιο αργά. Δεν ωφελούσε να αποφύγει το βλέμμα του. Αφέθηκε στο παιχνίδισμα των χρωμάτων στα μάτια του, στο θυμό και το πάθος που έβλεπε εκεί μέσα. Για μερικά δευτερόλεπτα ένιωσε ότι κάτι της έλεγε αλλά δεν μπορούσε να είναι σίγουρη.

Ώστε θυμόταν…



 



Πέμπτη, 6 Νοεμβρίου 2014

κεφάλαιο 7-σκέψεις

Μη σηκώσεις το κεφάλι σου, Βαλέρια. Αφησέ τον να περιφέρεται μπροστά σου κοιτώντας τα παράθυρα, το τζάκι, τις πόρτες, ακόμα και τα ντουλάπια. Συνέχισε να διαβάζεις τους φακέλους σου ή μάλλον να τους κοιτάς. Αυτός δεν χρειάζεται να ξέρει ότι δεν μπορείς να συγκεντρωθείς. Και δεν μπορείς να συγκεντρωθείς γιατί η καρδιά σου κοντεύει να σπάσει. Είστε μόνοι μέσα στο δωμάτιο και η Κριστιάννα είναι στον πάνω όροφο και επιθεωρεί τα υπνοδωμάτια. Αυτός χαζεύει αδιάφορα και σου δίνει την εντύπωση ότι θέλει να του μιλήσεις. Αλλά μπορεί και να μην ισχύει. Μπορεί όλα αυτά να είναι ευσεβείς πόθοι.
Πότε πέρασαν τόσα χρόνια; Δέκα ολόκληρα χρόνια. Πίστευες  ότι δε θα τον έβλεπες ξανά, ότι δε θα ένιωθες αυτή τη συγκίνηση. Ήσουν τόσο χαζή. Πώς ήταν δυνατόν να μην σου προκαλέσει ξανά όλα αυτά τα συναισθήματα; Ο δεσμός που είχατε ήταν μοναδικός, ξεπερνούσε τα ανθρώπινα μέτρα, σας τρόμαζε ακόμα και εσάς τους ίδιους. Και τρόμαξε ακόμα περισσότερο τους δικούς σας.
Αλλά δε θα μπορούσε να σε βοηθήσει λίγο η μοίρα; Αφού σου έπαιξε αυτό το παιχνίδι και τον έφερε μπροστά σου, χάθηκε να επέστρεφε με κοιλίτσα και καράφλα; Στα 28 του ο Ιαν είναι ένας γοητευτικός νέος, με σκούρα ξανθά μαλλιά, σταρένιο δέρμα και ένα σώμα σφριγηλό και γυμνασμένο. Τα λευκά του δόντια φαίνονται κάθε φορά που χαμογελάει στην Κριστιάννα και τα μάτια του δεν έχουν χάσει τη λάμψη τους. Είναι όμορφος και το ξέρεις. Και κυρίως, το ξέρει κι εκείνος. Και τα χρόνια που δεν τον έχεις δει τον έχουν κάνει καλύτερο, σαν το ουίσκι που αποκτάει ένταση και γεύση μετά από χρόνια σε ένα σκοτεινό κελάρι.
Απάντησέ του. Σε ρωτάει αν μένεις καιρό εδώ. Πες του ότι φεύγεις αύριο και ήρθες την Παρασκευή. Μπράβο. Μη δώσεις άλλες λεπτομέρειες. Αφησέ τον να πιστεύει ότι είσαι η μετρέσα του κύριου Πεκ. Κράτα το προνόμιο του αιφνιδιασμού και χρησιμοποίησέ το αργότερα. Σου μιλάει πάλι. Σήκωσε τα μάτια σου και κοίτα τον. Μπορείς. Μην κοκκινίσεις. Όπως σε κοιτάει αυτός με βλέμμα κενό και αδιάφορο, λες και δεν σε αγάπησε ποτέ, λες και δεν σε κράτησε στα χέρια του, λες και τα κορμιά και οι ψυχές σας δεν ήταν ένα από τότε που θυμάσαι τον εαυτό σου. Σε ρώτησε αν έχει πολύ κρύο τον χειμώνα. Πες του ότι δεν ξέρεις ,γιατί δεν έχεις έρθει χειμώνα. Πρόσφερέ του λίγο τσάι. Αρνήθηκε. Δεν πειράζει. Δεν του αρέσει το τσάι. Το θυμάσαι, αλλά δείξε του ότι δεν το θυμάσαι.
Χαμογέλα στην Κριστιάννα, μπήκε στο δωμάτιο. Θες να την πνίξεις, αλλά συγκρατήσου. Είναι καλή. Δε φταίει σε τίποτα. Δεν μπήκε ανάμεσά σας. Δέκα χρόνια πάνε. Κάποιος άλλος θα έλεγε ότι ήταν ένας εφηβικός έρωτας, ένα ξεμυάλισμα. Θα γελούσε αν του εξηγούσες πόσο σημαντικός  ήταν για τη ζωή σου και πόσο έκλαψες όταν χωρίσατε. Όταν σας χώρισαν.
Καληνύχτισέ τους ευγενικά και χαμογέλασε ξανά. Ναι, ναι, πες ότι θα τους περιμένεις αύριο στις 12 για να δείτε τον εξωτερικό χώρο. Ξέρεις ότι θα λείπεις. Δεν μπορείς να το ξαναπεράσεις όλο αυτό. Η καρδιά σου θα σπάσει.
Έφυγαν, είσαι μόνη σου. Συνέχισε να διαβάζεις, δεν έχεις χρόνο για ξεκούραση. Όχι, όχι, μην αφήνεις το μυαλό σου να ξεστρατίσει πάλι. Μην γυρνάς πίσω στο καλοκαίρι του 2004…
Είναι αναπόφευκτο. Δεν ωφελεί να αντιστέκεσαι. Το έχεις δουλέψει με τον εαυτό σου και έχεις καταφέρει να ελέγξεις το κύμα ντροπής που σε πλημμυρίζει όταν θυμάσαι τον πατέρα του Ιαν να μπουκάρει στο σπιτάκι του κήπου και να σας βρίσκει εκεί…μαζί. Ο Ιαν σε σκέπασε άτσαλα με το σεντόνι αλλά σίγουρα ο πατέρας του πρόλαβε να δει ότι ήσουν γυμνή. Ότι πριν από μερικά λεπτά κάνατε έρωτα. Μια φυσική εξέλιξη της σχέσης που είχατε. Ο Ιαν είχε προσπαθήσει να το αποτρέψει. «Είσαι μικρή» σου είχε πει και εσύ του είχες πει ότι ήσουν πολύ σίγουρη και τον άγγιξες με έναν τρόπο που δε θα άφηνε ασυγκίνητο κανέναν 18χρονο. Και δεν το μετάνιωσες. Ήσουν μόνο 16 χρόνων αλλά ήσουν σίγουρη ότι τον αγαπούσες και ότι τον ήθελες. Είχατε περάσει ώρες ατελείωτες μαζί σαν παιδιά, παίζοντας κρυφά από τους γονείς σας. Οι οικογένειές σας μισούσαν η μία την άλλη. Και ακόμα μισιούνται. Κανείς δεν σας είχε πει ποτέ τον λόγο. Ακόμα δεν ξέρεις. Μεγαλώνοντας ήξερες μόνο δύο πράγματα. Ότι απαγορεύεται να περάσει το φράκτη και ότι ο γιος των δίπλα είναι ο εχθρός. Όμως εσύ πέρασες το φράκτη. Ένα εμπόδιο τόσο κυριολεκτικό όσο και μεταφορικό. Το ίδιο και εκείνος. Από τότε που ήσουν πέντε κι εκείνος εφτά παίζατε κρυφά μαζί. Σε όλα τα απόμακρα σημεία των κτημάτων σας όπου δε θα μπορούσε να σας βρει κανείς. Παίζατε κρυφτό και κυνηγητό και μετά άλλα, πιο περίπλοκα παιχνίδια. Στα δέκα σας ήσασταν τόσο δεμένοι που όταν αρρώσταινε ο ένας, αρρώσταινε και ο άλλος από λύπη και όταν μπήκατε στην εφηβεία, άρχισαν οι συζητήσεις. Περνούσατε άπειρες ώρες στον στάβλο, ταΐζοντας τα άλογα, προσέχοντας μην σας δει κανείς και μιλούσατε ασταμάτητα. Μιλούσατε για τα όνειρά σας, για τις προτιμήσεις σας, διαβάζατε βιβλία και ανταλλάζατε απόψεις για το θάνατο και την αιωνιότητα. Κάθε μέρα. Τον έβλεπες κάτι μέρα. Δεν είχες μάτια για άλλο αγόρι στο σχολείο και αν δεν σου έστελνε κάθε βράδυ μήνυμα για καληνύχτα δεν κοιμόσουν. Ο έρωτας δεν άργησε να έρθει. Κατά βάθος το ήξερες από πολύ μικρή ότι αυτός ήταν ο ένας. Όταν όμως έφτασες στα 15 και σε φίλησε, ένιωσες ότι είσαι η πιο ευτυχισμένη κοπέλα στον κόσμο. Και για έναν ολόκληρο χρόνο όλα κυλούσαν υπέροχα. Το μόνο πρόβλημα ήταν το μίσος των γονιών σας και υποφέρατε που έπρεπε να κρατάτε κρυφή τη σχέση σας. Αλλά είχατε αποφασίσει να τους αποκαλύψετε όταν περνούσατε στο πανεπιστήμιο. Σύντομα, δηλαδή. Πολύ σύντομα. Ο Ιαν ήταν ήδη 18 και σε λίγους μήνες θα ξεκινούσε σπουδές στην Οξφόρδη. Θα σε περίμενε όμως άλλα δύο χρόνια. Εσύ ανησυχούσες ότι θα γνωρίσει κάποια συμφοιτήτρια εκεί στο πανεπιστήμιο και θα σε ξεχάσει. Εκείνος σου είχε ορκιστεί αιώνια αγάπη και τον είχες πιστέψει. Εκείνο το απόγευμα όμως είχε σαρώσει τα σχέδιά σας.
Ο πατέρας του μπήκε στην καλύβα απότομα, αποφασισμένος να δώσει τέλος σε κάτι που υποπτευόταν. Η ντροπή δε σε αφήνει να θυμάσαι πολλές λεπτομέρειες. Ο Ιαν ούρλιαξε στον πατέρα του να βγει έξω. Εκείνος είχε πει κάτι για το «τσουλάκι των δίπλα που ήθελε να τον τυλίξει για τα λεφτά του». Κάτι είχες ψελλίσει αλλά δεν ακούστηκες. Πατέρας και γιος πιάστηκαν στα χέρια. Προσπάθησες να τους χωρίσεις αλλά έπρεπε ταυτόχρονα να κρατάς το σεντόνι μπροστά σου.
Οι εξελίξεις ήταν τόσο γρήγορες που ζαλίστηκες. Οι γονείς του ενημέρωσαν τους δικούς σου σε μια σπάνια εκεχειρία. Οι δικοί σου σε κατηγόρησαν για «προδοσία» και σε έστειλαν δύο ολόκληρους μήνες σε μια κατασκήνωση. Στην Κορνουάλη. Γι’ αυτό μισούσες αυτό το μέρος. Όταν γύρισες, εκείνος είχε ξεκινήσει πανεπιστήμιο. Δεν σε έψαξε. Δεν τον έψαξες. Το τέλος σας ήταν άδοξο. Αλλά έπρεπε να το δεχτείς.

Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2014

Theo James&Alexis Bledel



Κεφάλαιο 6-Νύχτες με τον εχθρό μου

Ηταν δυνατόν η μοίρα να της έπαιζε τόσο πικρό παιχνίδι; Ο άντρας απέναντί της, αυτός που την κοιτούσε εξίσου μπερδεμένος, με μισάνοιχτο το στόμα ήταν όντως ο ‘Ιαν Θίοντορ Κάρτερ;  Ο ίδιος άντρας που πριν από μερικά χρόνια αποτελούσε το άλλο της μισό και ακόμα μερικά χρόνια πιο πίσω ήταν ο καλύτερος φίλος της; Φορούσε μια ηλίθια ροζ ρόμπα και μπροστά της στεκόταν ο μόνος άνθρωπος που έκανε την καρδιά της να χτυπάει, ακόμα και μετά από τόσα χρόνια που είχε να τον δει; Ω, η μοίρα τής έπαιζε άτιμο παιχνίδι.
«’Ει, τι έπαθες εσύ; Πέρνα μέσα!» γέλασε η κοπέλα, παροτρύνοντας τον Ιαν να περάσει το κατώφλι. Η Βαλέρια δεν μπορούσε ακόμα να συνειδητοποιήσει ποιος ήταν και τι έκανε ακριβώς εκεί. «Συγγνώμη για την ώρα, δεσποινίς μου!» είπε ευγενικά η κοπέλα και της άπλωσε το χέρι. «Είμαι η Κριστιάννα Γουέστγουντ και αυτός είναι ο Ιαν Κάρτερ» συμπλήρωσε και η Βαλέρια έσφιξε άψυχα τα χέρια τους διαδοχικά.  Ένιωθε λες και είχε περάσει κυκλώνας από πάνω της. Ήθελε να τρέξει στο δωμάτιο της, να κουκουλωθεί με το πάπλωμα και να πείσει τον εαυτό της ότι τίποτα από αυτό δεν ήταν αληθινό. «Ήμασταν στην περιοχή και δεν κρατιόμουν να δω το σπίτι» είπε ενθουσιασμένη η Κριστιάννα, αγνοώντας την ένταση. Ο Ιαν στεκόταν λίγο πιο πίσω, κοιτώντας κυρίως τα πόδια του. «Ο Ιαν ήθελε να μου το κρατήσει για έκπληξη αλλά τελικά λύγισε. Ήρθαμε για βόλτα αλλά επειδή είδαμε το αμάξι…συγγνώμη…νομίζαμε ότι ήταν του κυρίου Πεκ» είπε.
«Δεν πειράζει, δεσποινίς» είπε ξεψυχισμένα η Βαλέρια και χαμογέλασε αδύναμα. «Απλώς δεν περίμενα επισκέψεις τέτοια ώρα και είμαι λίγο…ατημέλητη» είπε ντροπαλά και ευχήθηκε να είχε φορέσει κάτι πιο κομψό. Η Κριστιάννα φορούσε ένα στενό τζιν και ένα υπέροχο πουλόβερ κάτω από το δερμάτινο τζάκετ της. Και παρόλο που κρατούσε το κράνος στο χέρι της, τα ξανθά μαλλιά της ήταν πολύ περιποιημένα.
«Μη νοιάζεστε καθόλου, εμείς θα φύγουμε αμέσως» είπε η Κριστιάννα και γύρισε προς τον Ιαν. «Αγάπη μου, γιατί δε μιλάς; Νιώθω ότι κάτι μου διαφεύγει» είπε η κοπέλα και η Βαλέρια σκέφτηκε ότι ήταν έξυπνη. 
«Απλώς είμαι λίγο κουρασμένος, αγάπη μου» ανταπέδωσε εκείνος με μια βραχνή φωνή που θα έλιωνε και παγόβουνο. Η Βαλέρια ένιωσε ένα τσίμπημα στην καρδιά της αλλά το απέδωσε στα χρόνια που είχε συνηθίσει να τον αγαπάει. «Αλλά αφού ήρθαμε μέχρι εδώ και πριν πάρουμε το δρόμο της επιστροφής, ας ρίξουμε μια ματιά. Είμαι σίγουρος ότι η δεσποινίς δε θα ενοχληθεί» είπε εκείνος αδιάφορα, αλλά ο τρόπος που απέφευγε το βλέμμα της Βαλέρια τη διαβεβαίωνε ότι ένιωθε και αυτός άβολα. Γιατί δεν έφευγε όμως;
«Φυσικά και μπορείτε, αν και εγώ είμαι λίγο απασχολημένη και θα πρέπει να σας αφήσω» είπε χαμογελαστή. «Θα συνεχίσω αυτό που έκανα και εσείς μπορείτε να κάνετε τη βόλτα σας».
«Τι θα δούμε μέσα στο σκοτάδι; Πού είναι τα κτίρια;» θύμωσε ο Ιαν αλλά η Βαλέρια δεν έκανε πίσω. Μπορεί να είχε εκπλαγεί σαν να είχε φάει χαστούκι, μπορεί να την είχε συνεπάρει το άρωμά του, μπορεί να ένιωσε για ένα δευτερόλεπτο όταν τελικά την κοίταξε ότι δεν είχε περάσει ούτε μια μέρα από εκείνο το καλοκαίρι του 2004 που έγινε δική του, αλλά εντωμεταξύ είχε μεγαλώσει. Είχε ωριμάσει. Ήταν μια αποφασιστική γυναίκα. Μια δικηγόρος. Και σίγουρα, όχι μεσίτρια.
«Κύριε μου, δεν είναι δουλειά μου να σας ξεναγήσω» του είπε ξερά και η Κριστιάννα έσμιξε τα φρύδια της.
«Και ποια είναι η δουλειά σας ακριβώς;  Ξέρει ο κύριος Πεκ ότι δε με εξυπηρετείτε; Περίμενα ότι η γυναίκα του θα κάνει ό,τι καλύτερο για να πουληθεί το σπίτι» κατέληξε επιθετικά και η Βαλέρια ξεκαρδίστηκε. Εκείνος έμεινε να την κοιτάει πάλι με μισάνοιχτο στόμα. Η Βαλέρια πήγε στην κουζίνα και έβαλε λίγο τσάι.
«Θέλετε λίγο τσάι, δεσποινίς;» σέρβιρε ένα φλιτζάνι στην Κριστιάννα. Η κοπέλα το πήρε με χαρά.
«Συγχωρέστε τον αρραβωνιαστικό μου» της είπε απολογητικά. «Του ζήτησα να έρθουμε μερικές μέρες στην Κορνουάλη να ζωγραφίσω κι αυτός γκρινιάζει συνέχεια. Κάτι δεν του πάει καλά με το μέρος» είπε αόριστα. Η Βαλέρια δεν είπε τίποτα. Ο Ιαν έδειχνε αμήχανος.
Δεν το πίστευε ότι ήταν σε ένα δωμάτιο με τον Ιαν μετά από τόσα χρόνια και τον σέρβιρε τσάι.  Πίστευε ότι δε θα τον ξανάβλεπε ποτέ. Μπορεί τα σπίτια τους να ήταν πλάι πλάι αλλά τα τελευταία δέκα χρόνια τον είχε δει μόνο φευγαλέα 2 φορές. Και τώρα…συζητούσε με την αρραβωνιαστικιά του για τα πυρότουβλα. Μιλούσε μαζί της μηχανικά ενώ το μυαλό της αρμένιζε στα περασμένα.
«Πάντως κάντε μια βολτίτσα και μπορείτε να έρθετε και αύριο» είπε με ψεύτικη άνεση η Βαλέρια. «Θα πω στον κύριο Πεκ να είναι εδώ γιατί εγώ θα πρέπει να επιστρέψω στο Λονδίνο» είπε. Αν της έλεγαν πότε θα έρχονταν θα φρόντιζε να λείπει. Έπρεπε να ελαχιστοποιήσει τις επαφές. Ίσως έπρεπε να πει στον Κέρβερο ότι πρέπει να αφήσει και την υπόθεση.