Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2014

κεφάλαιο 63-ο πυρετός με ψήνει κι εσύ είσαι η ασπιρίνη (Αντζυ Σαμίου)

«Μπες μέσα, τρελέ άνθρωπε! Πέφτουν κεραυνοί! Δε θέλω να σε δει το παιδί μου ψητό!» του φώναξε μετά από δέκα λεπτά που καθόταν ακίνητος στο σημείο που τον άφησε. Δεν είχε ιδέα τι προσπαθούσε να αποδείξει αλλά αυτή τη στιγμή δεν ήθελε να μάθει. Ήθελε μόνο να μπει μέσα, να στεγνώσει λιγάκι μέχρι να περάσει η μπόρα και να φύγει όπως ήρθε.
«Μόνο αν λυθεί αυτή η παρεξήγηση» της είπε εκείνος.
«Εντάξει, εντάξει» είπε παραιτημένη. «Μπες μέσα και θα το ακούσω το παραμύθι σου».

Ο Ρεμί μπήκε στο εσωτερικό του σπιτιού της και μια λιμνούλα νερό κύλησε γύρω από τα πόδια του. Δεν προχώρησε πιο μέσα για να μην λερώσει. Κοίταξε τριγύρω του το χώρο αλλά ό,τι κι αν σκέφτηκε δεν φάνηκε στο βλέμμα του. Έδειχνε καταπονημένος. Τα ρούχα του ήταν μουσκεμένα. Ακόμα και το παχύ παλτό του είχε ποτίσει με το νερό που έπεφτε από τον ουρανό.
«Βγάλε τα ρούχα σου» του είπε χωρίς να τον κοιτάει. Έβαζε νερό να βράσει για τσάι.
«Έχεις φέρει ρούχα μαζί σου; Πού είναι το αμάξι σου;» τον ρώτησε.
«Με έφεραν και έφυγαν, δεν έχω ρούχα μαζί μου. Δεν περίμενα να χρειαστεί να ξεβρακωθώ» της είπε καυστικά και κάθισε στον καναπέ. Έτρεμε. Μάλλον είχε αρρωστήσει ήδη.
«Ελπίζω να μην έχεις πάθει πνευμονία. Ρεμί, τι βλακείες είναι αυτές; Γιατί κάθισες στη βροχή; Τι θες να αποδείξεις;» τον ρώτησε ενώ έτρεχε στην τουαλέτα να φέρει μια πετσέτα. Αλλά τι θα έκανε μια πετσέτα;
«Το παιδί;» ρώτησε εκείνος ξεψυχισμένα σχεδόν.
«Πάρε» του είπε και του έδωσε την πετσέτα. «Το παιδί αποκοιμήθηκε βλέποντας τηλεόραση. Σκούπισε το κεφάλι σου και πάμε πάνω» είπε αυταρχικά. Εκείνος σηκώθηκε και τη ρώτησε πού πήγαιναν. Η Μαρτίνα του εξήγησε ότι πήγαιναν στο πάνω μπάνιο για να κάνει ένα ζεστό μπάνιο μέχρι να στεγνώσει τα ρούχα του στο στεγνωτήριο. «Θα καλέσουμε ένα ταξί και θα φύγεις μετά» του είπε.
«Μόνο αφού τα ξεκαθαρίσουμε όλα» απάντησε ο Ρεμί σιγανά. Μπήκαν στο μπάνιο μαζί και εκείνη του ρύθμισε τη θερμοκρασία του νερού.
«Βγάλε τα ρούχα σου και βάλ’τα στο στεγνωτήριο» του είπε δείχνοντας τη συσκευή δίπλα στο πλυντήριο. «Κάνε μπάνιο και μετά φόρα το μπουρνούζι μου» του είπε.
«Δεν έχεις κάτι…να φορέσω μετά;»
«Δυστυχώς όχι. Θα πρέπει να φορέσεις το μπουρνούζι μου μέχρι να στεγνώσουν τα ρούχα σου. Έχω μερικές φανέλες, αλλά θα σου είναι λίγο μικρές».
«Καλώς» της είπε και άρχισε να βγάζει αργά τα ρούχα του. Οι κινήσεις του πρόδιδαν την κόπωσή του.
«Θα περιμένω απ’έξω. Φοβάμαι ότι μπορεί να χτυπήσεις» του είπε και βγήκε από το μπάνιο. Σε μερικά δευτερόλεπτα άκουσε το νερό να τρέχει. Ο Ρεμί δεν έμεινε για πολύ κάτω από το ντους. Όταν βγήκε, κουκουλωμένος με το ροζ μπουρνούζι της, εκείνη γέλασε. Είχε τα νεύρα της με όλη αυτή την αναστάτωση, αλλά το θέαμα ήταν μοναδικό. Το μπουρνούζι της του έφτανε μέχρι το γόνατο και ερχόταν σε τόση αντίθεση με την αρρενωπή ομορφιά του που δεν μπορούσε παρά να ξεκαρδιστεί.
«Υποθέτω ότι δεν μου πάει το ροζ» μονολόγησε δραματικά εκείνος και χαμογέλασε χωρίς να την κοιτάει.
«Σε είκοσι λεπτά τα ρούχα σου θα είναι στεγνά» απάντησε εκείνη προσπαθώντας να ελέγξει το γέλιο της.
«Σε ευχαριστώ» απάντησε εκείνος και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού της ντροπαλά.
«Κατεβαίνω κάτω να καλέσω ταξί. Θα πω να είναι εδώ σε μία ώρα. Να δεις λιγάκι το παιδί και μετά να φύγεις».
«Δε θέλω να φύγω» είπε εκείνος σαν παιδί.
«Ρεμί, δεν υπάρχει λόγος να μείνεις».
«Μπορώ να δεχτώ να μη με θες, να μη με αγαπάς πια» της είπε και ακούμπησε το χέρι του στο κεφάλι του. Πρέπει να είχε φοβερό πονοκέφαλο. «Αλλά δε θέλω να μείνεις με την εντύπωση ότι σε κορόιδεψα».
«Εντάξει, δε με κορόιδεψες. Θα στείλω το παιδί να σε δει. Πάω κάτω να μαγειρέψω για το βράδυ».
«Σε αγαπάω» τον άκουσε να της λέει λίγο πριν κλείσει την πόρτα πίσω της. Δεν ήταν σίγουρη ότι είχε ακούσει καλά και τον κοίταξε. Μεγάλο λάθος. Το φουρτουνιασμένο βλέμμα του την τάραξε. Ανατρίχιασε ολόκληρη. Φορούσε το μπουρνούζι της και μετά βίας στήριζε τον κορμό του. Ήταν σχεδόν…γελοίος. Ήταν εξαντλημένος και πρέπει να ήταν άρρωστος, στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Αλλά το βλέμμα του φανέρωνε ειλικρίνεια. Πώς ήταν δυνατόν; «Γιατί με άφησες;» ψιθύρισε και τα μάτια του έκλεισαν βαριά. Ξάπλωσε πίσω στο κρεβάτι της και σχεδόν έχασε τις αισθήσεις του. Η Μαρτίνα τον πλησίασε και τον σκέπασε με μια αφράτη κουβέρτα. Χρειαζόταν ξεκούραση. Θα τον άφηνε να ξεκουραστεί και θα μιλούσαν το βραδάκι.

Κατέβηκε στον κάτω όροφο και ετοίμασε πατατοσαλάτα και ψητό χοιρινό. Ο Ρέμι κοιμόταν ακόμα στον καναπέ. Είχε πολλές δουλειές αλλά προτίμησε να ανέβει στο δωμάτιό της και να δει αν είναι καλά ο Ρεμί. Τον βρήκε να κοιμάται γαλήνια. Ακούμπησε το χέρι της στο μέτωπό του. Έκαιγε.
«Ρεμί, ξύπνα» του είπε απαλά. Έτσι αβοήθητος που ήταν, την έκανε να αμφιβάλει για το μίσος που ένιωθε για εκείνον. Ήταν ο Ρεμί, διάολε. Πώς μπορούσε να μην τον αγαπάει; Έπρεπε να προσέχει όμως. Δεν την είχε πείσει για τίποτα ακόμα.
 «Σου έφερα ένα αντιπυρετικό. Δεν είσαι καλά. Πρέπει να καλέσω γιατρό».
Εκείνος άνοιξε τα μάτια μου με δυσκολία.
«Αγάπη μου» της είπε σιγανά και της χαμογέλασε. Η Μαρτίνα ανταπέδωσε.
«Πιες αυτό» του είπε και εκείνος ήπιε το χάπι. «Πώς νιώθεις;»
«Πονάω ολόκληρος και ζεσταίνομαι».
«Έχεις πυρετό. Επίτηδες έμεινες στη βροχή;» τον μάλωσε. «Για να με αναγκάσεις να σε περιθάλψω;»
«Το βλέμμα σου δε μου άφηνε ελπίδες ότι θα με περιθάλψεις. Αν είχες ένα όπλο θα με σκότωνες» είπε με παράπονο.
«Έχει περάσει η ώρα. Πρέπει να κοιμηθείς εδώ» του είπε εκείνη για να αλλάξει θέμα. «Θα σε πάω αύριο στο σταθμό και φεύγεις από εκεί».
«Τα ρούχα μου;» τη ρώτησε.
«Είναι διπλωμένα στην καρέκλα δίπλα σου» του είπε. «Φόρεσε κάτι και σου φέρνω να φας»
«Μείνε μαζί μου» της είπε παρακλητικά.
«Και ποιος θα φέρει το φαγητό;»
«Δεν πεινάω».
«Πρέπει να φας. Έχεις πάρει φάρμακο».
«Δε σου είπα ψέματα» της είπε απότομα. Η Μαρτίνα πάγωσε. Έκανε να φύγει αλλά την έπιασε δυνατά από τον καρπό. «Δεν μίλησα ποτέ με την Ασσάν εναντίον σου, καρδιά μου. Πίστεψέ με».
«Και με ποιον μιλούσε τότε; Έλεγε ότι ο γάμος είναι η λύση και μετά εσύ είπες ότι θα με τουμπάρεις και γελούσατε. Ήσασταν οι δυο σας στην αίθουσα των συσκέψεων» του είπε και δάκρυα άρχισαν να κυλούν από τα μάτια της. Ποτέ δε θα ξεπερνούσε αυτό το σοκ.
«Αγάπη μου» της είπε και τη χάιδεψε απαλά, αλλά η Μαρτίνα τραβήχτηκε. «Τόσο καλά είναι τα αραβικά σου;» γέλασε και ακούμπησε ξανά πίσω στο μαξιλάρι του.
«Τι εννοείς;» τον ρώτησε. Τα βλέφαρά του ήταν βαριά.

«Πώς τα κατάλαβες όλα αυτά; Εγώ και η Ασσάν δε μιλάμε ποτέ αγγλικά όταν είμαστε μόνοι» της είπε ψιθυριστά και αποκοιμήθηκε ξανά. 

4 σχόλια:

  1. Poor Ρεμις!! Πνευμονία τον έκοψε!! Τι τραβάει ο ερμος για την καψούρα του!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. το ηξερα πως ο Ρεμι ηταν αθωος!! να δεις που αυτος ο Σαραμ, η σουπια, εχει κανει τη ζημια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Μαρτινα θα σε σκοτωσω εξαιτια σου αρρωστησε ο Ρεμις μου :( αμα δεν ηταν ο Ρεμις ποιος ηταν ?

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Αχ τι περνάνε και αυτοί οι άντρες..... Καημένε Ρεμί έπεεπε να πάθεις πνευμονία για να κάτσει να ακούσει την αλήθεια....

    ΑπάντησηΔιαγραφή