Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2014

κεφάλαιο 62-πλησιάζει το τέλος...

«Μπορείς να φύγεις, σε παρακαλώ;» αγανάκτησε η Μαρτίνα με την επιμονή του. Τι είχε έρθει επιτέλους να κάνει; Να τη βγάλει τρελή και να της αποδείξει ότι μπορούσε να την κάνει ό,τι θέλει; Ε, όχι δα. Είχε και λίγη αξιοπρέπεια και πολλή νοημοσύνη. Αρκετά την είχε κοροϊδέψει. «Θα βρέξει σε λίγο και δεν πρόκειται να σε καλέσω μέσα» του είπε χαμογελώντας σατανικά όταν εκείνος δεν κουνήθηκε από το θέση του, αλλά, αντίθετα, άνοιξε λίγο την απόσταση μεταξύ των ποδιών του, δείχνοντάς της έτσι ότι εδραίωσε καλύτερα τη θέση του.
«Δε με νοιάζει» είπε εκείνος ατάραχος, σταυρώνοντας τα χέρια του. «Έχω χρόνο. Δεν έχω κάπου να πάω άλλωστε».
«Μεγάλα λόγια από έναν μικρό άντρα» του είπε θυμωμένη αλλά το ύφος του την έκανε να τρομάξει λιγάκι. Τα μάτια του πέταξαν σπίθες και το στόμα του σφίχτηκε σε μια ευθεία γραμμή. Τον είχε προσβάλει στην καρδιά του ευαίσθητου σημείου κάθε άντρα. Στον ανδρισμό του.
«Μικρός από ποία άποψη ακριβώς;» της είπε παγερά και μετά από ένα δευτερόλεπτο όπου τα γρανάζια του μυαλού της Μαρτίνα γυρνούσαν ακατάπαυστα για να του γυρίσει μια πετυχημένη απάντηση, εκείνος χαμογέλασε. Πονηρά. Ένα χαμόγελο ανέβηκε ενστικτωδώς στα χείλη της και με δυσκολία το έκρυψε πίσω από μια ξινή γκριμάτσα που σίγουρα δε θα την κολάκευε πολύ.
«Για να το γυρνάς στο πονηρό, πρέπει να είσαι πραγματικά σε πολύ δύσκολη θέση» του είπε ξερά.
«Χρειάζεται και ρώτημα;» γέλασε εκείνος. Το γέλιο του ήταν επίπεδο. Δεν έφτανε ως την ψυχή του. «Στέκομαι στη μέση του πουθενά, απέναντι από τη γυναίκα που αγαπώ όσο τίποτα. Κι εκείνη με κοιτάει με μίσος, για κάτι που έκανα και δεν το ξέρω. Και θέλω να την πνίξω με τα ίδια μου τα χέρια που σκότωσε την αγάπη μας, και ταυτόχρονα να τρέξω, να την αγκαλιάσω και να μην την αφήσω να φύγει ποτέ ξανά» κατέληξε. Η Μαρτίνα κατέβασε το κεφάλι της στο χώμα και κοίταξε τα βρώμικα παπούτσια της. Μην, μην, μην τολμήσετε να κυλήσετε, διέταξε τα δάκρυα που βρίσκονταν στην άκρη των ματιών της.
«Και τι θα καταφέρεις αν δε φύγω; Αν με φυλακίσεις;» τον προκάλεσε. Ήταν η ώρα να ανοίξουν τα χαρτιά τους. Είχε έρθει όντως εδώ για να την φυλακίσει ξανά; «Θα μείνω πάντα δίπλα σου και θα σε μισώ. Δε θα κάνουμε έρωτα. Θα θέλω άλλους άντρες. Θα σε σιχαίνομαι!» του πέταξε, σχεδόν φτύνοντας τις λέξεις.
«Ξέρεις κάτι, Μαρτίνα;» της είπε κοιτώντας τη λες και του μιλούσε κάποια τρελή. «Καμιά φορά νιώθω ότι μόνη σου βάζεις εμπόδια στον εαυτό σου, επειδή κατά βάθος δε θέλεις να είσαι ευτυχισμένη. Έχεις συνηθίσει στη μιζέρια σου. Κάθε φορά που πλησιάζουμε στην απόλυτη ευτυχία, βάζεις τρικλοποδιές στη σχέση μας. Δεν ξέρω τι φταίει. Ίσως είναι κάποια μορφή μαζοχισμού ή απλώς ανασφάλεια ότι μπορεί να είσαι ανεπαρκής. Ο,τι και να είναι, εγώ διατίθεμαι να σε συνοδεύσω στους καλύτερους ψυχολόγους» της είπε ήρεμα.
«Και τι θα τους πούμε; Ότι ξεκινάμε ψυχοθεραπεία επειδή εγώ είμαι μαζοχίστρια και μου αρέσει να αυτομαστιγώνομαι ή ότι εσύ τα είχες κρυφά πίσω από την πλάτη μου με την Ασσάν και κανονίζατε να με παντρευτείς;»
«Μα αν τα είχα με την Ασσάν γιατί να κανονίζω να σε παντρευτώ; Ξέρεις πόσο πιο απλό θα ήταν να παντρευτώ την Ασσάν;» της είπε απελπισμένος.
«Για το παιδί! Σας άκουσα! Μην το αρνείσαι!» ούρλιαξε η Μαρτίνα και εκείνη την ώρα μια αστραπή έσκισε τον ουρανό που σκοτείνιαζε σιγά σιγά. Η Μαρτίνα αναπήδησε. Πάντα αντιπαθούσε τους δυνατούς θορύβους. Οι πρώτες στάλες της βροχής έβρεξαν το δέρμα της αλλά δεν έδωσε σημασία.
«Τι ακριβώς άκουσες, τρελή γυναίκα;» χαμογέλασε εκείνος. «Γιατί δε θυμάμαι να είπα τίποτα τέτοιο με την Ασσάν».
«Σε άκουσα!» επανέλαβε και άρχισε να κλαίει. Δεν άντεχε άλλο τόση πίεση. Το μυαλό της και η καρδιά της ήταν έτοιμα να σπάσουν. Ήταν τόσο μακριά αυτοί οι δύο αλλά και τόσο κοντά που ένιωθε να τρέμει. «Λέγατε ότι ο γάμος είναι καλή ιδέα και γελούσατε και εσύ είπες ότι θα με τουμπάρεις» του είπε. Τα δάκρυα έρρεαν από τα μάτια της αλλά δεν ένιωθε θλίψη. Ήταν κάτι σαν ανακούφιση. Μπορούσε επιτέλους να του πει όσα ένιωθε. Η βροχή εντωμεταξύ είχε δυναμώσει. Είχαν γίνει και οι δύο μούσκεμα αλλά κανείς δεν έκανε ούτε βήμα.
«Να σε τουμπάρω;» γέλασε εκείνος. «Τι ρήμα είναι αυτό;»
«Πώς μπορείς και γελάς, κάθαρμα;» τον ρώτησε. «Ξέρεις πολύ καλά τι σημαίνει. Το κάνεις από την πρώτη στιγμή που με γνώρισες και έχω βαρεθεί να είμαι πιόνι σου».
«Πιόνι; Εσύ;»
«Δεν εκμεταλλεύονται έτσι έναν άνθρωπο που μας αγαπάει, Ρεμί. Τουλάχιστον εμείς στη χώρα μου δεν το κάνουμε».
«Νομίζω ότι το κάνετε» της είπε σκληρά. «Τουλάχιστον εσύ».
«Μη μου ρίχνεις το μπαλάκι».
«Δε ρίχνω τίποτα. Με κατηγορείς για βλακείες και δε μου έχεις εμπιστοσύνη. Αναρωτιέμαι αν αξίζει τον κόπο να κάτσω άλλο εδώ και να σε ακούω να αραδιάζεις ψέματα».
«Δεν είναι ψέματα! Σε άκουσα!»
«Τότε, υπάρχει θέμα εμπιστοσύνης μεταξύ μας. Γιατί αν ισχύει ότι άκουσες κάτι τέτοιο, σου λέω ότι δεν ήμουν εγώ και πρέπει να με πιστέψεις. Δε σου λέω ψέματα. Σε αγαπάω και είμαι εδώ για να προσπαθήσουμε».
«Με κοροϊδεύεις. Σε νοιάζει μόνο το παιδί. Η διαδοχή, ο λαός σου. Όχι εγώ».
«Δε σε κοροϊδεύω και δε θα φύγω αν δε σου το αποδείξω».
«Εγώ πάω μέσα. Έχω βραχεί και το παιδί είναι μόνο του» του είπε και του γύρισε την πλάτη. Εκείνος δεν απάντησε. Περπάτησε μέχρι την πόρτα και άνοιξε. Εκείνος στεκόταν εκεί. Αγέρωχος, Πανέμορφος. Σαν άγαλμα. «Δε θα σου πω να περάσεις. Φύγε».

«Δεν πάω πουθενά» είπε εκείνος και της χαμογέλασε. Τα αδρά χαρακτηριστικά του είχε αλλοιωθεί από τις ατελείωτες σταγόνες βροχής που κυλούσαν στο πρόσωπό του σαν μικροσκοπικά διαμάντια. Αλλά ο εκβιασμός του δε θα περνούσε. Έκλεισε την πόρτα πίσω της και ετοιμάστηκε να αντιμετωπίσει τον γιο της. 

2 σχόλια:

  1. ειμαι σχεδον 99 % σιγουρη πως δεν ηταν αυτος που ακουσε η Μαρτινα να μιλαει...καλε βαλε τον μεσα πριν παθει καμια πνευμονια ο ανθρωπος....!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αντε επιτελους εξασπασε και του τα πει για να λυθη η παρεξηση
    Αμα παθει πνευμονια ο ρεμις θα φταιει αυτη

    ΑπάντησηΔιαγραφή