Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2014

κεφάλαιο 60-μίλησε κανεις;

Η άνοιξη στη Σκωτία ήταν μαγική. Μετά τον βαρύ χειμώνα, η θερμοκρασία είχε αρχίσει επιτέλους να πέφτει στα μέση του Απρίλη, και όλος της ο κήπος είχε ανθίσει. Κάθε πρωί που έβγαινε έξω για να κάνει δουλειές, κοιτούσε όλο θαυμασμό την απλή ομορφιά των λουλουδιών και τα αμέτρητα χρώματα. Ο κύκλος της ζωής, σκεφτόταν. Το χειμώνα μαραίνονται όλα και την άνοιξη ανθίζουν. Άραγε για εκείνη πότε θα ερχόταν η άνοιξη; Είχαν περάσει σχεδόν τρεις μήνες και δεν είχε ηρεμήσει καθόλου. Έβλεπε εφιάλτες, έκλαιγε, συνεχώς νόμιζε ότι τον έβλεπε ανάμεσα στον κόσμο. Κάθε ήχος που άκουγε μέσα στο σπίτι νόμιζε ότι ήταν η πόρτα κι ότι εκείνος είχε έρθει να πάρει το παιδί ή να της κάνει κακό. Κάθε φορά που έβλεπε έναν μαυροντυμένο ψηλό άντρα νόμιζε ότι την είχε βρει. Και έτρεμε. Έτρεμε στην ιδέα να τον αντιμετωπίσει ξανά.

Δεν του το είχε κάνει εύκολο. Ακόμα και αν ήθελε να τη βρει, που δεν είχε δείξει κανένα τέτοιο σημάδι δεδομένου ότι δεν είχε επικοινωνήσει καν με τους γονείς της, εκείνη είχε καλύψει καλά τα νώτα της. Δεν χρησιμοποιούσε το κανονικό της επώνυμο, δεν έκανε αγορές με πιστωτική κάρτα, κινείτο μόνο με μετρητά και δεν είχε κάνει πολλούς φίλους. Το σπίτι της ήταν απομονωμένο και θα μπορούσε να πει ότι την είχε ξεχάσει ακόμα και ο Θεός. Αυτή ήταν μεγάλη ανακούφιση, δηλαδή να ξέρει ότι δεν μπορούσε να τη βρει. Βέβαια ο Ρέμι ήταν πολύ ισχυρός και αν το ήθελε, ίσως την έβρισκε, αλλά τουλάχιστον εδώ, στην άκρη του κόσμου, αρκετά κοντά αλλά και μακριά από το Λονδίνο, θα μπορούσε να μπερδευτεί στα περίπλοκα δρομάκια που πολλά οδηγούσαν ακόμα και σε βάλτο. Δύο φορές ο ταχυδρόμος είχε κολλήσει στη λάσπη με τη μηχανή του και ένας υδραυλικός που είχε έρθει, έκανε ώρες μέχρι να καταφέρει με τις οδηγίες της να βρει την είσοδο.

Σήμερα ήταν Κυριακή και κάθε Κυριακή επισκεπτόταν τους σπιτονοικοκύρηδές της στο γηροκομείο. Ο Ρέμι συμπαθούσε πολύ το ηλικιωμένο ζευγάρι και η Μαρτίνα απολάμβανε να περνάει χρόνο μαζί τους επειδή δεν ένιωθε την ανάγκη να δώσει εξηγήσεις. Ήταν πολύ διακριτικοί άνθρωποι και δεν την είχαν ρωτήσει ποτέ από πού ήταν, τι έκανε, ποιος ήταν ο πατέρας του παιδιού και άλλα τέτοια. Τους είχε ψήσει μια μηλόπιτα και την πρόσφερε σε όλους τους ηλικιωμένους που ζούσαν στη μικρή αυτή μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων. Δεν ήταν πάνω από 30 άτομα, συγκεντρωμένα σε έξι αυτόνομα σπιτάκια. Η Μαρτίνα αναρωτήθηκε αν θ

α κατέληγε κι εκείνη σε γηροκομείο κάποτε, δεδομένου ότι θα ήταν μόνη στη ζωή και ο Ρέμι θα είχε δική του οικογένεια. Έδιωξε τη δυσάρεστη σκέψη και συνέχισε το παιχνίδι. Έπαιζαν ένα απλό παιχνίδι με χαρτιά και ο Ρέμι έδειχνε ενθουσιασμένος που κέρδιζε, αγνοώντας το γεγονός ότι φυσικά τον βοηθούσαν και οι τρεις να νικήσει.

Στις τρεις ακριβώς φόρεσε το τζάκετ πάνω από το φόρεμά της και πήρε αγκαλιά τον Ρεμί. Είχε σχεδόν αποκοιμηθεί όταν τον έβαλε στο αμάξι για να πάρουν το δρόμο της επιστροφής. Η Μαρτίνα θυμήθηκε ότι έπρεπε να σταματήσει σε ένα μίνι μάρκετ για να αγοράσει σοκολατάκια και τσάι και έτσι έκανε. Όταν έφτασε σπίτι, λίγο πριν τις τέσσερις, πήρε τον Ρέμι αγκαλιά ώστε να μην τον ξυπνήσει, την τσάντα της και τα ψώνια στο άλλο χέρι. Κόντεψε να πέσει, πατώντας βαθιά μέσα στις λάσπες, αλλά κράτησε την ισορροπία της. Κάτι τέτοιες στιγμές μισούσε που ήταν μόνη, να κουβαλάει τα βάρη, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Ήταν τόσο κουρασμένη, που το μόνο που ήθελε ήταν να ξαπλώσει. Αλλά είχε τόσα πολλά πράγματα να κάνει. Να μαγειρέψει για αύριο, να σφουγγαρίσει, να πλύνει τα ρούχα του Ρέμι, να κλαδέψει ένα φυτό που είχε πνίξει τα παρακείμενα. Συνέχισε να περπατάει με κόπο, ισορροπώντας σαν να περπατάει σε ξυλοπόδαρα. Τίποτα δε θύμιζε τη Μαρτίνα του παρελθόντος. Είχε κόψει τα μαλλιά της λιγάκι και ήταν ταλαιπωρημένη από τα ξενύχτια. Όποιος την έβλεπε θα έλεγε ότι ήταν ζητιάνα. Όχι μια διεθνώς αναγνωρισμένη πιανίστρια. Άλλο ένα βήμα και έφτανε στην είσοδο. Ευτυχώς που δεν ήταν κανείς εκεί να τη δει σε αυτά τα χάλια, να κουβαλάει το παιδί και τις σακούλες, και τα πόδια της να είναι καλυμμένα με λάσπες με τα μαλλιά κολλημένα στο πρόσωπο από την υγρασία. Μα πότε είχε βρέξει;



«Χρειάζεσαι βοήθεια;» άκουσε μια βραχνή φωνή πίσω της και το παιδί της ξαφνικά ξύπνησε. 

7 σχόλια:

  1. Πωωωω !! Ποιος να ειναι; ο Ρεμι; η κανενας αλλος που θα του γυαλισει η Μαρτινα; Πραγματικα εχω τοση αγωνία γ το τι θα ακολουθησει!

    -Νικολέτα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ελπίζω να την βρήκε να τελιωσει αυτό το χαζό κρυφτό

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Δεν τα θεωρώ όλα χαζα απλα ενουασα οτι ειναι κρίμα να κρύβεται κ να πονάει μακριά του την στιγμή που θα μπορούσε να του μιλήσει

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Λατρευω τις ιστορίες σου,γράφεις υπέροχα και Γ αυτο της εχω διαβάσει όλες...εχω παρατηρήσει ωστόσο ότι δεν δέχεσαι την αρνητική κριτική η έστω ένα αρνητικό σχόλιο...γράφω και εγω Ιστορίες σε άλλο σάιτ και μερικές φορές τα σχόλια Δεν είναι εντελώς θετικά. Δεν χρειάζεται ν αρπαζεσαι. Δεν γίνεται ν αρέσει σε όλους η δουλειά σου και από την στιγμή π υπάρχει ελευθερία λογοτ ο καθένας μπορεί να γράφει ότι θέλει αρκεί ν μην προσβάλει τον αλλον..άσε που η αρνητική κριτική μας βοηθάει να γίνουμε καλύτερη...Δεν είσαι καμία πρωταρα...αναφέρομαι και στα από πάνω σχόλια και σ αυτό π ειχε γινει τότε και έδωσες απότομο τέλος στην ιστορία σου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από έναν διαχειριστή ιστολογίου.

      Διαγραφή
    2. Είμαι Σκορπιός. Είμαι εύθικτη. I can't help it. Φιλια!

      Διαγραφή