Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2014

κεφάλαιο 58-καλέ ξέχασα να το ανεβάσω!!

Το ταξίδι μέχρι το Λονδίνο ήταν πολύ καλό. Είχε καταφέρει να κοιμηθεί κιόλας λιγάκι, μιας και ο Ρέμι έπαιζε ένα επιτραπέζιο με την αεροσυνοδό τους. Είχε περάσει ένα απαίσιο βράδυ με τον Ρεμί. Είχαν ξαπλώσει μαζί και φυσικά δεν είχε καμία επιθυμία να κάνουν έρωτα, πράγμα που εξέπληξε δυσάρεστα τον Ρεμί, ο οποίος μάλλον είχε κακομάθει με την σεξουαλική προθυμία της τις προηγούμενες μέρες. Αλλά σε αυτή την περίπτωση της φαινόταν αδιανόητο να αφεθεί στα φιλιά του, στη ζεστή αγκαλιά του, στα έμπειρα χάδια του. Μπορούσε να το απολαύσει ουδέτερα, ξεχνώντας ότι αυτός ο άντρας ήταν ένα φίδι, αλλά μετά θα ένιωθε σαν πόρνη και δεν ήθελε να γεμίσει τον εαυτό της με επιπλέον αρνητικά συναισθήματα. Το πρωί τη συνόδευσε μέχρι το αεροδρόμιο και τη φίλησε με πάθος. Την έσφιξε και της είπε ότι την αγαπάει και για μερικά δευτερόλεπτα η Μαρτίνα προσευχήθηκε να ήταν αληθινά όσα έλεγε. Όλα είχαν γίνει τόσο γρήγορα που δεν πρόλαβε καλά καλά να συνηθίσει στη νέα τάξη πραγμάτων. Από τον απόλυτο έρωτα που ένιωθε για αυτόν τον άντρα, μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα ένιωσε απέχθεια. Τώρα ήταν αναγκασμένη να παίζει θέατρο, ενώ ήθελε απλώς να φύγει μια ώρα αρχύτερα από κοντά του ώστε να μη χρειάζεται πια να πνίγει τα δάκρυά της.

Είχε τόσα πολλά στο μυαλό της που νόμιζε ότι ο εγκέφαλός της θα εκραγεί. Έπρεπε να τακτοποιήσει τάχιστα τις λεπτομέρειες για το επόμενο σκέλος του ταξιδιού της, να απαντήσει επαρκώς στις ερωτήσεις του Ρέμι για τον πατέρα του και γιατί δεν επιστρέφουν στην Οσεάνα, να βρει μια δουλειά και να κρύψει την ταυτότητά της. Τουλάχιστον για λίγο καιρό. Έξι μήνες ίσως. Ναι, έξι μήνες έφταναν για να ηρεμήσει και να βάλει τη ζωή της σε κάποια τάξη. Και μετά θα επικοινωνούσε μαζί του και θα του έλεγε ότι μπορούσε να επισκέπτεται τον γιο του. Αφού φυσικά είχε συμβουλευτεί τον καλύτερο δικηγόρο και ήταν σίγουρη ότι δε θα κινδύνευε το παιδί της με αρπαγή.
Προσγειώθηκε νωρίς το μεσημέρι σε ένα αεροδρόμιο που απείχε περίπου μιάμιση ώρα από το κέντρο του Λονδίνου. Πήρε τον Ρεμί και του είπε ότι έφτασε. Του απάντησε ένα ξερό «κι εγώ» στο «σ’αγαπώ» του και τον έκλεισε βιαστικά. Θα πήγαινε στους γονείς της, θα έμενε εκεί ένα βράδυ και μετά μάλλον θα έκλεινε εισιτήρια. Θα έφευγε το πολύ σε δυο τρεις μέρες. Για έναν μακρινό προορισμό. Κάπου που να μην μπορούσε να τη βρει. Θα του έστελνε ένα μήνυμα να μην την ψάξει και ότι δεν είναι πια ηλίθια για να πιστεύει τα ψέματά του. Αυτό έπρεπε να κάνει. Και για την ψυχική της υγεία αλλά και για την αξιοπρέπειά της. Και μακροπρόθεσμα, και για την ευτυχία του γιου της.

Ένα πράγμα τής διέφευγε. Δεν είχε ιδέα πώς θα τον ξεπεράσει. Η αγάπη, η πληρότητα, η ευτυχία που ένιωθε όταν ήταν μαζί του ήταν αισθήματα τόσο έντονα που την είχαν αλλάξει για πάντα. Πώς θα ζούσε πάλι μια ζωή ανέραστη; Μια ζωή χωρίς τις συγκινήσεις που της πρόσφερε τόσο απλόχερα; Μήπως ήταν χαζή που τα άφηνε όλα πίσω της; Μήπως έπρεπε να μείνει εκεί και να παλέψει; Να τον διεκδικήσει; Θα κέρδιζε άραγε; ‘Η θα ήταν η επίσημη γυναίκα του, που θα ζούσε μέσα στα πλούτη, αλλά δε θα είχε καμία άλλη σχέση μαζί του; Θα μαράζωνε έτσι. Τον ήξερε καλά τον εαυτό της. Δεν ήταν γυναίκα που της έφταναν τα λίγα, που συμβιβαζόταν. Ήθελε το 110% των ανθρώπων, γιατί πολύ απλά το ίδιο έδινε και η ίδια. Σε όλες της τις σχέσεις και σε όλες της τις δραστηριότητες.

Το πιάνο της…πάλι το είχε χάσει. Πάλι το είχε αφήσει. Άραγε θα έπαιζε ποτέ κανείς σε αυτό ή θα έμενε έτσι κλειστό μέχρι να χαλάσει; Και το πρότζεκτ της; Α, αυτό σίγουρα θα το αναλάμβανε με μεγάλη χαρά η πάντα άξια Ασσάν. Σίγουρα θα έβαζε χέρι στις ιδέες της και θα απολάμβανε τα συγχαρητήρια που ανήκαν στην ίδια. Αλλά δεν την ένοιαζε. Η Ασσάν και ο Ρεμί ήταν φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον. Ύπουλοι και ψυχροί δολοφόνοι που πατούν επί πτωμάτων. Θα κάνουν τέλειο δίδυμο. Αυτοί οι δύο θα κατακτήσουν τον κόσμο.

Ένιωσε δάκρυα να τσούζουν τα μάτια της αλλά δεν έκλαψε. Ούτε αναστέναξε βαθιά για να φύγει ο κόμπος που την έπνιγε. Δεν ήταν πια δουλειά της τι ήταν και τι δεν ήταν ο Ρεμί. Το χρωστούσε στον εαυτό της να αφεθεί και να το ζήσει. Και το έκανε. Όσο κράτησε ήταν πανέμορφο. Αλλά έπαιξε και έχασε. Κι εκείνον και τον εαυτό της.







1 σχόλιο: