Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2014

Κεφάλαιο 3-κιλότες να μην ξεχάσεις, Βαλέρια!

«Μα δεν γίνεται να φύγω και να πάω στην Κορνουάλη έτσι απλά!» διαμαρτυρήθηκε η Βαλέρια αν και ήξερε ότι το παιχνίδι ήταν χαμένο. Το αφεντικό της ήταν ένας ξεροκέφαλος άνθρωπος. Και εκείνη δεν είχε κανένα σοβαρό επιχείρημα. Μόνο ότι μισούσε αυτό το μέρος. «Έχω ένα σωρό υποθέσεις μισοτελειωμένες. Άλλωστε μου είχατε πει αρχικά ότι είχα μία βδομάδα και μετά δύο βδομάδες. Έχουν περάσει δέκα μέρες από την μέρα που μου αναθέσατε την υπόθεση. Είχα προγραμματίσει αλλιώς τις υποχρεώσεις μου και…»
«Δεν είναι δική μου απόφαση» τη διέκοψε αυστηρά ο Κέρβερος. «Ο πελάτης μας ανησυχεί επειδή ο επιχειρηματίας έχει αργήσει να συντάξει την προσφορά και θέλει να μιλήσει άμεσα με σένα για να δείτε τι θα κάνετε».
«Ε ας με πάρει τηλέφωνο!» αγανάκτησε η Βαλέρια. Είχε ξενυχτήσει οκτώ συνεχόμενα βράδια διαβάζοντας και ταυτόχρονα προχωρούσε και τις άλλες υποθέσεις της. Ήθελε άλλο λίγο χρόνο ακόμα. Και το να πάει στην Κορνουάλη της φαινόταν τελείως παράλογο. Και δυσάρεστο.
«Δε θα κάνω παζάρια με τον πελάτη, Βαλέρια. Είπες ότι θα το αναλάβεις. Ο πελάτης σε θέλει εκεί. Και θα πας. Αμάξι έχεις, αν δεν κάνω λάθος» συμπλήρωσε ξερά.
«Πού θα μείνω;» ρώτησε παγερά η Βαλέρια. Δεν ωφελούσε να το παλεύει.
«Ο κύριος Πεκ έχει μια μικρή αγροικία που λειτουργεί σαν ξενώνας. Πιστεύω ότι θα είσαι άνετα εκεί».
«Δηλαδή για να καταλάβω» ρώτησε η Βαλέρια στερεώνοντας τα γυαλιά της στην κορυφή της μύτης της «ο κύριος Πεκ θέλει να πάω εκεί για να συζητήσουμε πώς θα πείσουμε τον επιχειρηματία να επισπεύσει και να αυξήσει την προσφορά του;»
«Μάλιστα»
«Θεωρώ ότι ένας οικονομικός σύμβουλος θα τα κατάφερνε καλύτερα»
«’Η ίσως ένας πολύ ικανός δικηγόρος».
«Κύριε Στιλ, οι ικανότητές μου είναι αποδεδειγμένες» ανασήκωσε το πηγούνι της σθεναρά. «Η υπομονή μου είναι αυτή που δοκιμάζεται αυτή τη στιγμή» τον προκάλεσε. Είχε προσέξει ότι ο αγενής αυτός άνθρωπος δίσταζε να της απαντήσει όταν του αντιμιλούσε.
«Καλώς, δεσποινίς μου» είπε φουρκισμένος αλλά δεν έδωσε συνέχεια. «Εγώ προτείνω να φύγετε αύριο πρωί, να πάρετε μαζί σας τους φακέλους των υποθέσεων που έχετε σε εκκρεμότητα και να γυρίσετε Δευτέρα. Τώρα εσείς φυσικά, μπορείτε να κάνετε ό,τι θέλετε. Αρκεί να είναι ευχαριστημένος ο κύριος Πεκ» διαμήνυσε και βγήκε από το δωμάτιό της.

Η Βαλέρια σκέφτηκε ότι θα ήθελε να τον πνίξει αλλά αντί γι’αυτό χαμογέλασε. Πόσο άσχημα μπορεί να ήταν; Θα περνούσε ένα τριήμερο στην Κορνουάλη. Θα δούλευε όσο δούλευε και μετά θα πήγαινε βόλτα ή για περπάτημα. Της άρεσε πολύ το περπάτημα και στο Λονδίνο λόγω φόρτου εργασίας δεν είχε χρόνο να το απολαμβάνει. Το μόνο που την προβλημάτιζε ήταν ότι δε θα έβλεπε τον Λούκας και το Σαββατοκύριακο ήταν το μόνο κενό που είχε στη βδομάδα της για να περάσουν λίγο χρόνο μαζί. Αλλά θα του το εξηγούσε και θα καταλάβαινε. Έτσι ήταν ο Λούκας. Της άρεσε αυτό. Δεν την πίεζε να περνάνε χρόνο μαζί όταν δεν μπορούσε αλλά όταν ήθελε να βγει μαζί του εκείνος ήταν πάντα διαθέσιμος. Ήταν ο τέλειος σύντροφος για μια δικηγόρο! Η Λάουρα φυσικά της είχε πει ότι κανονικά θα έπρεπε να διεκδικεί πιο δυναμικά το χρόνο της, αλλά η Βαλέρια τής είχε εξηγήσει ότι κάτι τέτοιο θα την έπνιγε.

Μεξικάνικο! Αυτό ήταν! Απόψε θα έβγαινε με τον Πίτερ για μεξικάνικο. Η Βαλέρια χαμογέλασε. Πάντα την ξάφνιαζε το πώς το μυαλό της πηδούσε από το ένα θέμα στο άλλο. Οι φίλοι της και οι συγγενείς της δυσανασχετούσαν, αλλά δεν μπορούσε να κάνει κάτι γι’αυτό. Οι σκέψεις ξεφύτρωναν άναρχα στο μυαλό της, χωρίς να τις ελέγχει. Οι συνειρμοί της καμιά φορά δεν είχαν καμία λογική. Πού ήταν το σακίδιό της; Της το είχε επιστρέψει άραγε η Λάουρα;

Δούλεψε σκληρά μέχρι τις εφτά και είκοσι και αφού κλείδωσε το γραφείο μπήκε στο αμάξι της και οδήγησε μέχρι το μεξικάνικο εστιατόριο όπου έτρωγε συχνά με τον Πίτερ. Τον βρήκε να την περιμένει κοιτώντας τον κατάλογο των ποτών και πριν καν βγάλει το παλτό της του εξήγησε ότι ο Κέρβερος την έστελνε στην Κορνουάλη την επόμενη μέρα και μέχρι τη Δευτέρα βράδυ. Εκείνος δε φάνηκε να καταλαβαίνει γιατί δυσανασχετούσε. Η δουλειά του ήταν τόσο απαιτητική που ταξίδευε τουλάχιστον μία φορά το μήνα και μάλιστα στο εξωτερικό.
«Θα σε βοηθήσω κι εγώ σε ό,τι χρειαστείς» της είπε ενθουσιασμένος. «Έχω πολλή εμπειρία σε αυτά τα θέματα. Θα σου πω τα πάντα, ώστε να τον σκίσεις αυτόν τον επιχειρηματία» γέλασε ο Πίτερ. Από τους τέσσερις συμφοιτητές, αυτός είχε την περισσότερη αυτοπεποίθηση.
«Τι να σκίσω μωρέ;» ξίνισε το πρόσωπό της η Βαλέρια δοκιμάζοντας το κρασί που είχε διαλέξει ο Πίτερ. «Αυτός έχει τέσσερις δικηγόρους για την υπόθεση και ο Πεκ έχει εμένα. Κι εγώ δεν ξέρω την τύφλα μου. Ποιος θα σκίσει ποιον;» ρώτησε απελπισμένη.
«Μην τους αφήσεις να σε τρομοκρατήσουν! Θα τα καταφέρεις. Και αν φαίνονται βλοσυροί πίσω από τα καλοραμμένα κοστούμια τους, μπορείς πάντα να τους σκέφτεσαι με τα εσώρουχά τους!» συνέχισε να γελάει ο Πίτερ και η Βαλέρια τού έβγαλε τη γλώσσα της.
«Ευτυχώς δε θα τους δω αυτή τη φορά. Μόνο με τον Πεκ θα μιλήσω».
«Καλό αυτό. Κερδίζεις χρόνο για διάβασμα».
«Πολύ καλό το κρέας μου. Θες λίγο;» τον ρώτησε και ο Πίτερ τσίμπησε ένα κομμάτι. Αναστέναξε από την απόλαυση.
«Πάντως η Κορνουάλη είναι πολύ όμορφη» της είπε. «Έχεις πάει ποτέ;».
Η Βαλέρια χαμογέλασε παρόλο που ένιωσε έναν οξύ πόνο στο στήθος. Δεν είχε σημασία να εξηγήσει τι και πώς. Κανονικά, ούτε και η ίδια έπρεπε να θυμάται πια.
«Ναι, ναι…» είπε ήρεμα. «Είχα πάει κατασκήνωση για δύο μήνες ένα καλοκαίρι» συμπλήρωσε ουδέτερα. Εκείνο το καλοκαίρι, σκέφτηκε η Βαλέρια. Το φρικτό καλοκαίρι του 2004.
«Πω πω! Δύο μήνες κατασκήνωση!» την πείραξε ο Πίτερ. «Κακοπερνούσες, μικρή πριγκίπισσα!» γέλασε. Η Βαλέρια χαμογέλασε και πάλι.
«Ναι, ναι, οι γονείς μου φρόντιζαν πάντα να περνάω καλά» του είπε και άλλαξε θέμα.








Κεφάλαιο 2-αργά και σταθερά



Το αφεντικό της ήταν από το πρωί στη θέση του και την υποδέχτηκε με ένα ξινό χαμόγελο που είχε πιο πολύ να κάνει με το φόρεμά της. Της είχε πει ότι δεν του άρεσε όταν φορούσε κλειστά φορέματα και εκείνη του είχε απαντήσει ότι σχόλια περί ενδυμασίας ανήκουν στο φάσμα της σεξουαλικής παρενόχλησης χαμογελώντας ξερά κι έτσι εκείνος δεν ξαναείπε τίποτα. Μόνο που κάθε φορά που φορούσε κάτι πολύ σοβαρό, την στραβοκοιτούσε. Η Βαλέρια αηδίαζε με αυτόν τον άνθρωπο αλλά δεν είχε και πολλές επιλογές. Προς το παρόν.
Κάθισε στον υπολογιστή της και ετοιμάστηκε να σηκωθεί για να φέρει έναν φάκελο όταν είδε τον κύριο Στιλ από πάνω της. Έδειχνε χαρούμενος για κάποιο λόγο.
«Μπορεί να αναλάβουμε μια καλή υπόθεση» της είπε και της έκλεισε το μάτι. Η Βαλέρια χαμογέλασε υπομονετικά. Τι υπόθεση; Αναρωτήθηκε. Μάλλον κάποια μήνυση για διατάραξη κοινής ησυχίας. Συναρπαστικό. «Θέλω να το αναλάβεις εσύ όμως, γιατί είμαι πνιγμένος αυτή την περίοδο» συμπλήρωσε δραματικά και η Βαλέρια συγκρατήθηκε με κόπο να μη γελάσει. Πνιγμένος με τι; Με το Sudoku;
«Φυσικά, κύριε Στιλ. Αν μπορώ να βοηθήσω, με χαρά μου» του απάντησε ενώ ταυτόχρονα ανακάτευε το τσάι της νευρικά.
«Δεν είμαι σίγουρος ότι είσαι και η καλύτερη επιλογή αλλά μιας και είμαστε οι δυο μας…» είπε εκείνος. Η Βαλέρια δεν αντέδρασε. Από μέσα της όμως, τον έβριζε.
«Θα προσπαθήσω, κύριε. Για τι υπόθεση μιλάμε;»
«Ένας φίλος φίλου έχει δεχτεί μια προσφορά εξαγοράς του κτήματός του. Η προσφορά είναι καλή αλλά θέλει να τον εκπροσωπήσει κάποιος γιατί ο επιχειρηματίας έχει μια ισχυρή ομάδα δικηγόρων. Ενδιαφέρεσαι;» ρώτησε ξερά. Λες και δεν ήξερε.
«Φυσικά. Είναι ευκαιρία να ξεσκονίσω λίγο τις γνώσεις μου στις αγοραπωλησίες ακινήτων» είπε εκείνη ουδέτερα. Χαιρόταν όντως, αλλά δεν ήθελε να το δείξει πιο έντονα.
«Φυσικά αυτό δε σημαίνει ότι θα σταματήσεις να δουλεύεις στις υπόλοιπες υποθέσεις μας» διευκρίνισε ο Κέρβερος και η Βαλέρια έγνεψε θετικά.
«Φυσικά, κύριε Στιλ».
«Σε μία βδομάδα θα πρέπει να είσαι έτοιμη να συναντήσεις τους δικηγόρους του επιχειρηματία, οπότε πρέπει άμεσα να ξεκινήσεις διάβασμα και να συναντηθείς με τον πελάτη μας για να ορίζετε τι θα διαπραγματευτείτε».
«Πώς και δεν έχει δικηγόρο ήδη ο φίλος του φίλου σας;»
«Δεν έχει επιχειρήσεις ο άνθρωπος. Απλώς έχει μεγάλη οικογενειακή περιουσία και θέλει να ρευστοποιήσει. Δέχτηκε μια καλή προσφορά για ένα κτήμα και ένα οίκημα στην Ουαλία και θέλει να το δώσει. Δεν ξέρω περισσότερα. Χρειάζεται τα χρήματα. Θα μας δώσει το 1% της τιμής αγοράς οπότε μας συμφέρει να ανεβάσουμε την προσφορά».
«Εσάς συμφέρει» διευκρίνισε ξερά η Βαλέρια. Η ίδια δούλευε αγόγγυστα και ο μισθός της ήταν σταθερός. Καλός μεν, αλλά σταθερός. Παρά τα έσοδα που έφερνε στο γραφείο και παρά τις υπερωρίες που έκανε.
«Σε αυτή την περίπτωση…ίσως επαναδιαπραγματευτούμε την αμοιβή σου» απάντησε ο κύριος Στιλ τραχιά. «Θα σου δώσω ένα μπόνους αν πάνε όλα καλά» της είπε με ύφος 10 καρδιναλίων. Η Βαλέρια σκέφτηκε πόσο πολύ θα την ωφελούσαν τα έξτρα χρήματα και έγνεψε χαμογελώντας. Ο κύριος Στιλ βγήκε από το γραφείο της, εκείνη έκανε πίσω στην καρέκλα της και έκλεισε για λίγο τα μάτια της.

Κάθε μήνα κατέθετε στην τράπεζα 2.000 λίρες. Ένα ποσό που τη χώριζε από την πολυτελή ζωή. Ένα ποσό που την έκανε να ζει σαν φοιτήτρια, αντί σαν επαγγελματίας. Αλλά δεν την ένοιαζε και πολύ. Κάθε μήνα που έδινε τα χρήματα, ήξερε ότι βρισκόταν λίγο πιο κοντά στην αποπληρωμή του χρέους των γονιών της. Και αυτά τα λεφτά που της υποσχέθηκε έστω και πλάγια ο κύριος Στιλ, θα ήταν ό,τι έπρεπε. Το χρέος ήταν εξαψήφιο αλλά πλήρωνε τυπικά και ήταν νέα και είχε πολύ αποφασιστικότητα μέσα της. Οι γονείς της την είχε σπουδάσει και την είχαν φροντίσει και ήταν σειρά της να τους βοηθήσει.

Το πρόβλημα ξεκίνησε όταν οι γονείς της πήραν ένα δάνειο για να φτιάξουν το σπίτι τους. Ταυτόχρονα ο πατέρας της άρχισε να έχει ζημιά στην επιχείρησή του και οι καθυστερημένες δόσεις διογκώθηκαν, μέχρι που το χρέος διπλασιάστηκε. Οι γονείς της ζήτησαν τη βοήθειά της μέχρι να καταφέρουν να πουλήσουν ένα κομμάτι γης που είχαν αλλά μέχρι στιγμής δεν τα είχαν καταφέρει και έτσι εκείνη συνέχιζε να πληρώνει. Το μόνο που τη θύμωνε ήταν ο λόγος. Ο λόγος που ο πατέρας της είχε πάρει δάνειο για να φτιάξει το σπίτι. Ήταν πάντα ανταγωνιστικός σε σχέση με τους δίπλα, αλλά  η Βαλέρια πίστευε ότι περνώντας τα χρόνια θα αμβλυνόταν η ένταση. Είχε άδικο. Ο πατέρας της αποφάσισε να πάρει δάνειο για να ανακαινίσει το σπίτι, να ενισχύσει την περίφραξη, και να φτιάξει μια πισίνα. Για να μπει στο μάτι των δίπλα.  Λες και υπήρχε λόγος. Οι δίπλα ήταν πολύ πλούσιοι και η οποιαδήποτε αλλαγή στο σπίτι τους δε θα τους εντυπωσίαζε. Είχαν ήδη μια πανέμορφη έπαυλη, τεράστια πισίνα, δαιδαλώδη κήπο, λίμνες, ακόμα και ένα μεγάλο κλουβί με εξωτικά πουλιά.


Άνοιξε τα μάτια της και κοίταξε την οθόνη του υπολογιστή της. Για προστασία οθόνης είχε μια φωτογραφία της παρέας της κι εκείνης από ένα σύντομο ταξίδι στο Παρίσι. Χαμογελούσε και ακτινοβολούσε ευτυχία. Δεν είχε ξεσπάσει το πρόβλημα τότε. Δεν είχε επωμιστεί αυτό το τεράστιο βάρος. Ένα βάρος που την ανάγκαζε να μείνει σε μια δουλειά που αντιπαθούσε. Ξεφύσησε και στρώθηκε για δουλειά. Δεν είχε χρόνο για χάσιμο. Έπρεπε να ετοιμαστεί για τη καινούργια υπόθεση.  

Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2014

Μοντέρνα Ιουλιέτα/κεφάλαιο 1-Καλή αρχή, πιο χαλαρά αυτή τη φορά...

Η Βαλέρια έβγαλε τις γόβες της κάτω από το γραφείο της. Το αφεντικό της έλειπε και δεν υπήρχε λόγος να κάθεται φορώντας τα ψηλοτάκουνα δερμάτινα παπούτσια της. Μόνο όταν ήταν εκεί ο Τζέισον Στιλ, γνωστός και ως «Κέρβερος» έπρεπε να είναι και να δείχνει άψογη. Καταράστηκε σιωπηρά την αδυναμία της να βρει ένα άλλο δικηγορικό γραφείο για να εργαστεί ενώ μέσα της ήξερε ότι ακόμα και αν έβρισκε κάτι καλύτερο, θα ήταν λίγο δύσκολο να παραιτηθεί μετά από δύο χρόνια μόνο που εργαζόταν εκεί. Δεν θα φαινόταν καλό στο βιογραφικό της και δεν θα την έπαιρνε κανείς στα σοβαρά. Αλλά στο συγκεκριμένο γραφείο ένιωθε ότι το ταλέντο της πήγαινε στράφι. Αναλάμβαναν μόνο διαζύγια και κάτι κτηματικές διαφορές και το αφεντικό της δήλωνε ότι στην ηλικία του, τα 65, το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να πάρει σύνταξη και όχι να αγορεύει στις δικαστικές αίθουσες και να κυνηγάει δύσκολες υποθέσεις. Βέβαια αυτό είχε και τα καλά του. Της είχε αναφέρει εμμέσως ότι αν έπαιρνε σύνταξη θα της άφηνε το δικηγορικό γραφείο και η Βαλέρια ήταν σίγουρη ότι θα μπορούσε να το βάλει σε καλύτερες βάσεις. Θα μπορούσε να προσλάβει μερικούς νέους και ταλαντούχους δικηγόρους, γνωστούς της από το πανεπιστήμιο, και να αναλάβουν μαζί ένα εξειδικευμένο νομικό κομμάτι, να εστιάσουν εκεί ώστε να αποκτήσουν πείρα και να έχουν το «μονοπώλιο». Αλλά προς το παρόν έπρεπε να βρει έναν τρόπο να εξασφαλίσει στον κύριο Τέιτ περισσότερες επισκέψεις στα παιδιά του και να μειωθεί η διατροφή της πρώην κυρίας Τέιτ κατά 300 λίρες το μήνα. Κοίταξε τα χαρτιά μπροστά της και ξεφύσησε. Βαριόταν. Αφόρητα. Ήπιε λίγο από το τσάι της, που είχε παγώσει, και μόρφασε. Πόσες ώρες είχαν περάσει από το διάλειμμά της; Κοίταξε το ρολόι της. Είχε πάει έξι το απόγευμα και είχε άλλες δύο ώρες δουλειά. Δούλευε με εξαντλητικούς ρυθμούς για να μάθει καλά τη δουλειά και να αποδείξει την αξία της και καμιά φορά ξεχνούσε…να ζήσει.

Στις οκτώ και πέντε έκλεισε τα χαρτιά της στο χαρτοφύλακά της και μπήκε στο αμάξι της. Ζούσε σε ένα μικρό αλλά άνετο διαμέρισμα στο Φούλαμ, κοντά στο μετρό. Εκείνη τη μέρα έβρεχε από το πρωί και έτσι πήρε το αμάξι, παρόλο που ήξερε ότι θα έκανε δύο ώρες να βρει να παρκάρει. Το διαμέρισμά της ήταν πολύ όμορφα διακοσμημένο και ήταν το καταφύγιό της μετά από μια κουραστική μέρα στη δουλειά. Το είχε φτιάξει με πολύ μεράκι, και μόνο εκεί χαλάρωνε πραγματικά. Τα βιβλία της ήταν τακτοποιημένα σε μια ξύλινη βιβλιοθήκη, ο καναπές της ήταν ευθυγραμμισμένος άψογα με την τηλεόραση, η κουζίνα της ήταν εξοπλισμένη και το υπνοδωμάτιό της θύμιζε παραμύθι. Ο χώρος καθρέπτιζε την προσωπικότητά της.

Έβαλε στα γρήγορα τις πιτζάμες της, ετοίμασε ένα γρήγορο γεύμα και αφού έφαγε στα γρήγορα, άνοιξε το λάπτοπ της για να μιλήσει με τη φίλη της τη Λάουρα, η οποία ήταν στη Νέα Υόρκη για ένα σεμινάριο. Ήταν η πιο αγαπημένη της φίλη, μαζί με τον Πίτερ και τη Μάντι, και προσπαθούσε να τους βλέπει όσο πιο συχνά γινόταν. Ήταν όλοι συμφοιτητές στο πανεπιστήμιο, αλλά είχαν διαλέξει διαφορετικούς δρόμους. Ο Πίτερ εργαζόταν ως νομικός σύμβουλος σε μια επιχείρηση στο Λονδίνο, η Λάουρα έκανε μετεκπαίδευση στο προσφυγικό δίκαιο και η Μάντι έκανε διδακτορικό στο Σάρεϊ.
«Τι κάνεις, κορίτσι;» άκουσε τη φωνή της φίλης της με το που πραγματοποιήθηκε η κλήση. «Φαίνεσαι κουρασμένη» πρόσθεσε όταν ενεργοποιήθηκε το βίντεο.
«Ευχαριστώ» ξίνισε τη μούρη της η Βαλέρια. «Αλλά ξέρεις τα ωράριά μου» γέλασε.
«Τα ξέρω και δε θα σταματήσω να σου λέω ότι σου αξίζει κάτι καλύτερο».
«Μόνο που δεν υπάρχει το κάτι καλύτερο».
«Δεν θέτεις ψηλά τον πήχυ. Ούτε στα επαγγελματικά, ούτε στα προσωπικά» επέμεινε η πάντα κοφτή φίλη της.
«Εσύ θα ήθελες να με δεις πρόεδρο δικαστηρίου, παντρεμένη με τον Ντέιβιντ Γκάντι για να είσαι σίγουρη ότι έχω αυτό που μου αξίζει» γέλασε η Βαλέρια. Την ενοχλούσε αυτή η συζήτηση αλλά αναγνώριζε στη φίλη της το ελαφρυντικό των καλών προθέσεων.
«Γιατί όχι; Αποφοίτησες πρώτη στο έτος μας, με εξαιρετικές συστατικές και υποτροφία για μεταπτυχιακό. Και αφού έσκισες και σε αυτό, πήγες και χώθηκες σε ένα δικηγορικό γραφείο ενός τρελού. Όσο για τον Ντέιβιντ Γκάντι, γιατί όχι; Είσαι μια κούκλα! Ακόμα και με φανελένιες πιτζάμες και κοκάλινα γυαλιά».
«Χώθηκα στο δικηγορικό γιατί πλήρωνε καλά. Δεν είχα την πολυτέλεια να ψάξω όσο θέλω. Ξέρεις ότι οι γονείς μου έχουν ένα χρέος και πρέπει να βοηθήσω. Όσο για την εμφάνισή μου, ε…ευχαριστώ» ψέλλισε χιουμοριστικά
«Όχι εμένα» είπε η Λάουρα κάνοντας μια γκριμάτσα. «Τον Μίτσελ και τη Μπάρμπαρα Αρτσερ».

Το βλέμμα της Βαλέρια πλανήθηκε στο χώρο και σταμάτησε σε μια κορνίζα πάνω στο τζάκι. Ο πατέρας και η μητέρα της. Τα όμορφα χαρακτηριστικά και των δύο, το χαμόγελο της αριστοκρατικής μητέρας της, τα κομψά τους ρούχα τη μέρα της ορκωμοσίας της την έκαναν να χαμογελάσει. Όντως, οι γονείς της ήταν ένα όμορφο ζευγάρι. Είχαν παλέψει με τις δυσκολίες και κατάφεραν να διατηρήσουν τη σχέση τους ανέπαφη. Και παρόλο που τα τελευταία χρόνια πάλευαν με το χρέος για το σπίτι, δεν άφηναν τις δυσκολίες να τους κάμψουν.  Ο πατέρας της είχε μια επιχείρηση με γεωργικά εργαλεία και η μητέρα της ήταν δασκάλα μέχρι που πήρε σύνταξη. Έμεναν ακόμα στο σπίτι όπου είχε μεγαλώσει, σε ένα μικρό χωριό κοντά στο Μπράιτον. Η Βαλέρια είχε προσπαθήσει να τους πείσει να πουλήσουν το σπίτι και να φύγουν μακριά από αυτό το απαίσιο χωριό αλλά δεν την άκουγαν. Εκείνη είχε φύγει με μεγάλη χαρά για να σπουδάσει και πήγαινε πολύ σπάνια. Μισούσε εκείνο το χωριό. Την έπνιγε. Και το σπίτι…το αγαπούσε, αλλά δεν έβλεπε το λόγο να ξεπληρώνει το χρέος αντί να το πουλήσουν και να πάνε οι γονείς της να μείνουν σε ένα πιο μικρό και σύγχρονο σπίτι, παρά σε μια βικτωριανή αγροικία με τεράστιο κήπο και απαίσιους γείτονες.

Αναρίγησε στη σκέψη των γειτόνων τους. Το ζεύγος Κάρτερ. Η Τίφανι και ο Μπαρθόλομιου. Θεέ μου, τι φρικτοί άνθρωποι. Έμεναν δίπλα τους, σε ένα τεράστιο σπίτι με κήπο και ιδιωτική λίμνη. Ήταν απίστευτα πλούσιοι και σνομπ. Για κάποιο λόγο που η Βαλέρια δε γνώριζε οι δύο οικογένειες, οι Κάρτερ και οι Αρτσερ συνδέονταν με ένα ασίγαστο μίσος. Ένα μίσος που κατά ένα μεγάλο τρόπο, επηρέασε πολύ τη ζωή της.

«Γιατί δε μιλάς;» την επανέφερε στην πραγματικότητα η φίλη της. «Τι σκέφτεσαι;»
«Μπα, τίποτα. Έχω πολλή δουλειά και προσπαθώ να οργανώσω την αυριανή μέρα».
«Ξεχνάς να χαλαρώσεις, φιλενάδα. Με τον Λούκας τι γίνεται;»
«Τίποτα σοβαρό» είπε η Βαλέρια ανασηκώνοντας αδιάφορα τους ώμους. «Βγαίνουμε, αλλά δεν νιώθω ότι προχωράει η σχέση».
«Στο κρεβάτι πώς τα πάτε;» ρώτησε η Λάουρα μπαίνοντας στο ψητό.
«Καλά…» είπε η Βαλέρια χωρίς ενθουσιασμό. «Απλώς δεν βλέπω πυροτεχνήματα».
«Δεν είναι όλες οι σχέσεις όπως οι ρομαντικές ιστορίες, φιλενάδα. Μερικές σχέσεις ξεκινάνε λίγο πιο χλιαρά. Δε βλέπουν όλες οι γυναίκες αστεράκια και δεν ζαλίζονται όταν της φιλάει το αγόρι τους. Μερικές φορές φτάνει ο άλλος να είναι καλός άνθρωπος και να σε αγαπάει και όλα τα υπόλοιπα βρίσκονται».
«Μάλλον έτσι θα είναι» είπε μηχανικά η Βαλέρια χωρίς να το εννοεί.
«Δηλαδή εσύ τι; Πες μου ότι περιμένεις τον ιππότη!» γέλασε η κυνική Λάουρα.
«Ναι, γιατί όχι;» την προκάλεσε η Βαλέρια. Ήταν νέα και όμορφη. Δεν είχε κι αυτή δικαίωμα στην αγάπη; «Είναι πολύ όμορφο συναίσθημα ο έρωτας, Λάουρα. Καλό το σεξ και καλή και η χημεία και οι ενδιαφέρουσες συζητήσεις και η ταύτιση ιδεών. Αλλά ο έρωτας είναι άλλο πράγμα. Το να φιλάς τον άλλον και να νιώθεις ότι η καρδιά σου συντονίζεται με τη δική του, το να νιώθεις ολόκληρη μόνο στην αγκαλιά σου, να φτερουγίζει η καρδιά σου όταν σε κοιτάει…όλα αυτά είναι ανεκτίμητα και τα αξίζει κάθε γυναίκα» κατέληξε με ένα πάθος που έβγαζε πια μόνο στο δικαστήριο.
«Φιλενάδα…» κόμπιασε η Λάουρα, μπερδεμένη από το ξέσπασμα της φίλης της «δεν καταλαβαίνω. Μιλάς λες και…δεν ήξερα…»
«Ναι, Λάουρα» χαμογέλασε η Βαλέρια πικρά, γνωρίζοντας ότι έπρεπε να βρει τρόπο να ξεγλιστρήσει από τη φίλη της μετά από αυτό. «Το έχω ζήσει».




Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014

Αποτελέσματα!

Λοιπόν!!! Ξεχώρισαν η 10η και η 2η αλλά πήγε καλά και η 12η! Πιστεύω ότι πρέπει να κερδίσει η 10η επειδή είχε πιο πολλές ψήφους κι έτσι κι αλλιώς την έχουν στείλει δύο υποψήφιες! ΣΥγχαρητήρια και στην υποψήφια που έστειλε τη 2η!
Προσωπικά (οχι ότι έχει και πολλή σημασία) μου άρεσε αυτή με το φτερό και η γαλάζια. Η δική μου entry ήταν η πρώτη.

Καλή συνέχεια σε ό,τι κάνετε! Μείνετε συντονισμένες για την επόμενη ιστορία!

ΥΓ. Εκτός από την ΜΜ ποια άλλη έστειλε το 10?


Εφιάλτης!

Εχουμε ισοπαλία! Ψηφίστε όλες!!!

Ψηφίστε!

Κορίτσια, οι ψήφοι σας έχουν φοβερή διασπορά! Συνεχίστε να ψηφίζετε γιατί χανόμαστεεεε!
χαχαχα

ΥΓ. Πρώτη φορά έλαβα τόσες ωραίες υποψηφιόητες. Εκτός από 2 όλες οι άλλες μου αρέσουν πάρα πολύ. Μπήκατε αμέσως στο πνεύμα!!

Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2014

Υποψηφιες-Ψηφίστε!












Στείλτε μου ποια σας αρέσει περισσότερο, λέγοντας ποια σειρά έχει από πάνω. Π.χ. η 1η ή η 2η κλπ.
Αν ξέχασα κάποια, ενημερώστε με. Καλη επιτυχία!!!

Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2014

Καλέ, πώς δε μού'ρθε;

Ο διαγωνισμός μας λήγει την Παρασκευή 23:59 και έχει θέμα
"Προσκλητήριο Γάμου".
Νομίζω ότι πρέπει να συμφωνήσουμε όλες ότι το προσκλητήριο θα πρέπει να είναι λίγο αριστοκρατικό μιας και πρόκειται για βασιλικό γάμο.
Καλή επιτυχία σε όλες μας
Στείλτε όλες στο μέιλ paulinanikolidaki@gmail.com και όχι στο FB μου ή με ταχυδρομικό περιστέρι, κλπ.

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014

Ιδέες;

Κορίτσια μου, τι διαγωνισμό να βάλω; Στέρεψα από ιδέες! Χελπ!

κεφάλαιο 67-Le fin

Ο γάμος του Ρεμί και της Μαρτίνας ήταν ένα μοναδικό κοσμικό γεγονός για την Οσέανα αλλά και τα γειτονικά εμιράτα. Η τελετή έλαβε χώρα σε πολύ στενό οικογενειακό κύκλο αλλά μετά ακολούθησε μια υπέροχη δεξίωση στο παλάτι με 500 περίπου καλεσμένους από όλο τον κόσμο, φίλους τους ζευγαριού και συγγενείς. Η Μαρτίνα φόρεσε ένα στενό φόρεμα με μακριά μανίκια όπως πρόσταζε η ισλαμική παράδοση, με ένα μακρύ πέπλο κεντημένο στο χέρι σε ένα μικρό εργαστήριο της Οσεάνα. Από κοσμήματα διάλεξε μόνο το βραχιόλι που της είχε αγοράσει ο Ρεμί και το μονόπετρό της. Ο Ρεμί φόρεσε ένα μαύρο κοστούμι και ένα παραδοσιακό σάλι στους ώμους του. Ήταν και οι δύο μοναδικά όμορφοι. Αυτός όμως που έκλεψε την παράσταση, ήταν ο Ρέμι, ο οποίος φόρεσε το ίδιο κοστούμι με τον πατέρα του σε μικροσκοπικό νούμερο και έδειχνε τόσο σαν μικρογραφία του Ρεμί, που όλα τα φλας άστραψαν προς το μέρος του όταν μπήκε στην αίθουσα του γάμου κρατώντας ένα σατέν μαξιλάρι με τις βέρες.

Για το στολισμό ο Ρεμί είχε διαλέξει λευκά και ροζ τριαντάφυλλα και ορχιδέες και η Μαρτίνα είχε διαλέξει ροζ λεπτομέρειες για το τραπέζι της δεξίωσης. Ροζ πιάτα, ροζ κρυστάλλινα ποτήρια και ροζ κορδέλες στα λευκά τραπεζομάντιλα στόλισαν τις μεγάλες ροτόντες που στήθηκαν στην κύρια σάλα του παλατιού. Εκλεκτά εδέσματα από τοπικά προϊόντα αλλά και γαλλική σαμπάνια και αγγλικά τυριά πρωταγωνίστησαν στο μοναδικό δείπνο που είδε προετοιμάσει ένας επώνυμος σεφ σε στενή συνεργασία με το προσωπικό του παλατιού που είχε καταθέσει ψυχή για να είναι όλα στην εντέλεια.

Οι γονείς του Ρεμί δώρισαν στη Μαρτίνα ένα περιδέραιο από τη βασιλική συλλογή, διακοσμημένο με ζαφείρια και ο Ρεμί τής έκανε δώρο μια υπέροχη μονοκατοικία στο κέντρο του Λονδίνου για να έχει κάπου να μένει κάθε φορά που θα πήγαινε εκεί με το παιδί για να επισκεφτούν τη χώρα ή τους γονείς της. Η Μαρτίνα τού είπε ότι δε χρειάζεται ολόκληρο σπίτι και συμφώνησαν μαζί να το κάνουν ένα μικρό καταφύγιο για ανύπαντρες μητέρες. Η Μαρτίνα πήρε δώρο στον Ρεμί ένα ζευγάρι λευκόχρυσα μανικετόκουμπα με τα γράμματα Μ και Ρ, και ένα βολβό από μια σπάνια ποικιλία τριαντάφυλλων που φυτρώνουν μόνο σε ψυχρά κλίματα. Ο Ρεμί κατάλαβε αμέσως για ποιο λουλούδι πρόκειται και πόσο δύσκολο ήταν να εντοπίσει κάτι τέτοιο και μόνο που δε δάκρυσε. Την αγκάλιασε σφιχτά και τη στριφογύρισε στον αέρα πολλές φορές λέγοντάς της ότι μόνο εκείνη τον καταλαβαίνει τόσο καλά.

Στο γάμο τους η Μαρτίνα έπαιξε μια σειρά από κομμάτια στο πιάνο και τραγούδησε δύο τραγούδια καθηλώνοντας τους προσκεκλημένους τους. Ο Ρεμί έκανε πρόποση «στην όμορφη γυναίκα του που τον κάνει να νιώθει πάντα σαν να είναι 20 χρονών» και της ζήτησε να του υποσχεθεί ότι δε θα εγκαταλείψει ποτέ το πιάνο και το τραγούδι. Η Μαρτίνα τού είπε ότι σκόπευε να εμφανιστεί σε δύο συναυλίες το επόμενο έτος και εκείνος ενθουσιάστηκε με τα νέα.

Παρόλο που ο γάμος ήταν ένα έντονο κοσμικό γεγονός, δεν έλειψε και το πιο ανάλαφρο στοιχείο. Οι φίλοι του ζευγαριού, από Οσεάνα και Αγγλία, έκαναν ό,τι μπορούσαν για να διασκεδάσουν όλοι. Ακόμη και η Ασσάν, συνοδευόμενη από τον Πιέρ, έβγαλε φωτογραφία με την Μαρτίνα και τον Ρεμί, όπου είχε περάσει τα χέρια της γύρω από το λαιμό της Μαρτίνα ότι τάχαμ την πνίγει επειδή της πήρε τον άντρα.
Ο Σαράμ ευχήθηκε και στους δύο να ευτυχήσουν και για μερικά δευτερόλεπτα η Μαρτίνα ορκίστηκε ότι τον είδε να της χαμογελάει, αλλά δεν ήταν σίγουρη. Για ένα πράγμα όμως ήταν σίγουρη. Ότι πια δεν μπορούσε κανείς να φέρει εμπόδια στη σχέση της με τον Ρεμί. Μόνο η ίδια. Και εκείνη είχε ορκιστεί να μην το κάνει. Ήθελε να είναι ευτυχισμένη, ήθελε να είναι μαζί του, ήθελε να φτιάξει μια όμορφη οικογένεια.
«Καρδιά μου» άκουσε τον Ρεμί να της λέει στο αφτί μερικά δευτερόλεπτα μετά. Τον είχε δει να μιλάει με κάτι φίλους του στην άκρη της αίθουσας. Πότε είχε πλησιάσει κιόλας; «Σε είδα λίγο αφηρημένη και ήθελα να σε ρωτήσω αν είσαι καλά» τη ρώτησε
ανήσυχος.
«Καλά είμαι» τον διαβεβαίωσε. «Απλώς σκεφτόμουν πόσο ευτυχισμένη είμαι» κούρνιασε στην αγκαλιά του δακρυσμένη. «Πόσα πολλά άλλαξαν μέσα σε ένα χρόνο. Νιώθω ότι δεν αξίζω τόση ευτυχία».
«Την αξίζεις, κι αυτή κι άλλη τόση, γιατί μου έκανες το πιο όμορφο δώρο. Μου χάρισες έναν υπέροχο γιο και τώρα μια ζεστή οικογένεια. Έδωσες νόημα στην μοναχική ζωή μου».
«Κι εσύ, αγάπη μου» λικνίστηκε στην αγκαλιά του αργά, στο ρυθμό ενός μπλουζ, «με κάνεις να νιώθω ζωντανή!» τον έσφιξε πάνω της.
«Σε αγαπώ πολύ, το ξέρεις;» τη ρώτησε βραχνά ο Ρεμί και εκείνη έγνεψε.
«Κι εγώ, Ρεμί μου» τον φίλησε ανάλαφρα σε ένα σιωπηρό όρκο αιώνιας αγάπης.







Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2014

κεφάλαιο 66-Ειρηνάκι, πώς πέρασες;

Η Μαρτίνα γύρισε με τον Ρεμί και το παιδί τους στην Οσέανα μετά από δέκα μέρες. Παραιτήθηκε από τη δουλειά της και ο Ρεμί προπλήρωσε μερικά νοίκια ώστε οι σπιτονοικοκύρηδές της να μην αγχώνονταν να βρουν άμεσα ενοικιαστή και πλήρωσαν επιπλέον και κάποιο άτομο από το χωριό να ρίχνει μια ματιά στον κήπο. Στη συνέχεια, πέρασαν μερικές μέρες στη βόρεια Ιταλία και επέστρεψαν στην βάση τους μια ηλιόλουστη μέρα γύρω στις τρεις το μεσημέρι.

Η υποδοχή στο αεροδρόμιο ήταν κάτι που δεν περίμενε ποτέ η Μαρτίνα. Ο Ρεμί τής είχε εξηγήσει ότι το διάστημα που έλειψε, εξαιτίας της κακής του διάθεσης, είχε διαρρεύσει από κάποιον στον παλάτι ότι τον είχε αφήσει ο «έρωτας της ζωής του» και το παιδί του επειδή ένιωθαν ανεπιθύμητοι στη χώρα. Έτσι, μια απίστευτη μεταστροφή επετεύχθη, παρά τις κακές προθέσεις αυτού που «πούλησε» την ιστορία, και τώρα όλοι λάτρευαν τη Μαρτίνα και τον μικρό Ρέμι, και κανείς δε στενοχωρήθηκε που ο εμίρης δεν παντρεύτηκε την Ασσάν. Βέβαια σε αυτό βοήθησε πολύ και ο αρραβώνας της Ασσάν με τον Πιερ Ντιπόν, χρυσό κληρονόμο μιας βιομηχανίας χαρτοπολτού.

Μια πομπή με τριάντα κοπέλες πετούσαν ροδοπέταλα στον αέρα και περίπου διακόσια άτομα που ήταν συγκεντρωμένα στο αεροδρόμιο έσκυψαν με σεβασμό το κεφάλι τους όταν πέρασαν από μπροστά τους.
«Δηλαδή τώρα με θέλουν;» γέλασε η Μαρτίνα μπαίνοντας στην πολυτελή λιμουζίνα.
«Δεν τους είχαμε δώσει ποτέ την ευκαιρία να πουν τη γνώμη τους» είπε ο Ρεμί χαμογελαστός. «Είχαμε όλοι ως δεδομένο ότι θα αντιδρούσαν. Τελικά οι κάτοικοι της Οσεάνα είναι πολύ ρομαντικοί».
«Κανείς δεν αντέδρασε;»
«Ω όχι! Είχαμε και συνεχίζουμε να έχουμε προβλήματα με μερικούς αρχηγούς φυλών αλλά δε θα είναι πρόβλημα. Καιρός είναι να ξεπεράσουμε λίγο τις αναχρονιστικές αντιλήψεις και να προχωρήσουμε στον 21ο αιώνα».
«Αυτό σημαίνει ότι άνοιξε ο δρόμος και για το πρότζεκτ μου;»
«Ανελέητη γυναίκα, γυρνάμε μετά από τόσο καιρό σπίτι μας, και εσένα σε νοιάζει το πρότζεκτ;» την πείραξε εκείνος.
«Ε αφού όλα τα υπόλοιπα τα έχουμε λύσει, αγάπη μου!» γουργούρισε η Μαρτίνα και αγκάλιασε τον Ρεμί. Ο Ρέμι κοιμόταν στην αγκαλιά της Ναντίν, εξουθενωμένος από το ταξίδι και απόλυτα ευτυχισμένος που την είχε ξαναδεί. Βρίσκονταν τώρα στο αυτοκίνητο ακριβώς από πίσω τους.
«Δεν έχουμε λύσει το πότε θα γίνει ο γάμος».
«Το συντομότερο» είπε η Μαρτίνα.
«Αυτή την απάντηση περίμενα» της χαμογέλασε. «Τι λες για την επόμενη Κυριακή; Δηλαδή σε 12 μέρες; Θα προλάβεις;»
«Θα προλάβω άνετα».
«Τέλεια!»
«Και πού θα πάμε μήνα του μέλιτος;»
«Έλεγα…Ταϊλάνδη! Εσύ τι λες;»
«Ο,τι πεις εσύ» είπε η Μαρτίνα.
«Τι θα γίνει;» συνοφρυώθηκε ο Ρεμί. «Πολύ συμφωνείς εσύ και έχω αρχίσει να ανησυχώ».
«Είπα να ξεκινήσω από τώρα να είμαι καλή σύζυγος!»
«Μα εγώ δε θέλω να είσαι καλή σύζυγος!» αντέδρασε εκείνος. «Εγώ θέλω να είσαι εσύ! Γλωσσού και αντιδραστική».
«Ε τότε…» γέλασε η Μαρτίνα «θέλω να παντρευτούμε σε είκοσι μέρες γιατί θέλω να βρω καινούργιο φόρεμα και δε θέλω να πάμε Ταϊλάνδη αλλά στα νησιά Φίτζι».
«Ήδη μετάνιωσα» γέλασε και ο Ρεμί με τη σειρά του.
«Μήπως θες να φύγω πάλι;»
«Αυτό θα γίνεται κάθε φορά; Θα με απειλείς ότι θα φύγεις;» σκοτείνιασε ο Ρεμί. «Δε γελάω. Δεν μπορώ να το ξαναπεράσω όλο αυτό. Προτιμώ να πεθάνω…»
«Ε, Ρεμί, σώπα!» του είπε και ακούμπησε τον δείχτη της στα χείλη του. Έδειχνε αληθινά ταραγμένος. «Δε θα πάω πουθενά» συμπλήρωσε όσο πιο σοβαρά μπορούσε, κοιτώντας τον σταθερά στα μάτια. «Όσο με αγαπάς και σε αγαπάω και είμαστε ευτυχισμένοι, θα μείνω μαζί σου».
«Δηλαδή για πάντα» είπε εκείνος τόσο κατηγορηματικά όσο και ερωτηματικά.
«Για πάντα» του είπε και τον αγκάλιασε.

Το δωμάτιό τους τους περίμενε στρωμένο με αφράτα στρωσίδια και μια πλούσια ανθοδέσμη με λουλούδια από το θερμοκήπιο του Ρεμί. Η Μαρτίνα είδε την κάρτα που ξεχώριζε ανάμεσα στα κόκκινα τριαντάφυλλα και διάβασε μια μικρή φράση που την έκανε να γυρίσει προς το μέρος του Ρεμί δακρυσμένη. «Καλωσόρισες στο σπίτι μας».
«Οι γονείς σου;» τον ρώτησε λίγο μετά αφού είχαν ξεκουραστεί λιγάκι.
«Ο πατέρας μου είναι λίγο αδιάθετος και η μητέρα μου φοβόταν μήπως μας κολλήσουν. Θες να πάμε να τους δούμε εμείς;»
«Φυσικά. Μου έλειψαν πολύ και οι δύο» του είπε με κάθε ειλικρίνεια.
«Και σε αυτούς έλειψες. Η μητέρα μου ήταν σίγουρη ότι κάτι σου έκανα και έφυγες και δε μου μιλούσε όλο αυτό το διάστημα. Ο δε πατέρας μου με είπε πρώτη φορά ηλίθιο στα 33 μου» μόρφασε.
«Ε όχι και ηλίθιος» είπε κεφάτα η Μαρτίνα. «Πνευματώδης, δυναμικός και αφόρητα σέξι…ναι. Αλλά όχι ηλίθιος!».
«Σέξι έ;» ανασήκωσε το δεξί του φρύδι και την έσφιξε πάνω του. «Και τι θα κάνεις γι’αυτό, Μαρτίνα; Ψιθύρισε βραχνά στο αφτί της.
«Θα…προσπαθήσω να σε πείσω ότι είμαι αντάξιά σου!» ψιθύρισε κι εκείνη και τα χέρια της κατηφόρισαν…




Πέμπτη, 16 Οκτωβρίου 2014

κεφάλαιο 65-φιλάκια και χαδάκια

«Νομίζω ότι κάποια στιγμή πρέπει να σηκωθούμε από το κρεβάτι» είπε η Μαρτίνα γελώντας, δύο μέρες μετά. «Πρέπει να μαγειρέψω τίποτα, να πάμε σούπερ μάρκετ, να πάω στη δουλειά».
«Δεν τους είπες ότι είσαι άρρωστη;» παραπονέθηκε ο Ρεμί, ενώ χάιδευε τον ώμο της.
«Τους το είπα, ναι, αλλά με έχουν ανάγκη. Έχουν καινούργια παραλαβή».
«Με αγαπάς;» τη ρώτησε εκείνος και η Μαρτίνα τον φίλησε. Τις τελευταίες 48 ώρες τη ρωτούσε συνέχεια. Εκείνη απαντούσε με απέραντη υπομονή στην ερώτησή του, προσπαθώντας να καταλαγιάσει την τρικυμία αμφιβολίας που είχε προκαλέσει μέσα του.
«Φυσικά και σε αγαπάω, Ρεμί, και λυπάμαι πολύ που δε σε πίστεψα και χάσαμε τόσο καιρό».
«Και τότε γιατί συζητάμε για τις καινούργιες παραλαβές του βιβλιοπωλείου; Γιατί δε συζητάμε πότε θα γυρίσουμε σπίτι μας;» τη ρώτησε εκείνος συνοφρυωμένος.
«Ρεμί μου» γουργούρισε εκείνη και χώθηκε στην αγκαλιά του γλυκά. «Ας περάσουμε λίγο χρόνο μακριά από το παλάτι. Φοβάμαι ότι μόλις γυρίσουμε θα αντιμετωπίσουμε πάλι προβλήματα. Ο Σαράμ, το πρωτόκολλο, το χαρέμι…όλα αυτά…» είπε και έκανε μια κίνηση με το χέρι που έδειχνε πόσο πολύ τη σύγχυζαν όλοι αυτοί οι περιορισμοί.
«Αγάπη μου, εγώ ορίζω την κατάσταση στην Οσεάνα. Και ό,τι σε δυσκολεύει μπορώ να το σταματήσω. Θες να απολύσω τον Σαράμ; Θα το κάνω. Το χαρέμι το έχω διαλύσει ήδη και το πρωτόκολλο μπορώ να το αγνοήσω. Αυτό που θέλω είναι να είσαι ευτυχισμένη μαζί μου και να μη μου ξαναφύγεις ποτέ».
«Χάθηκε να ήσουν ένας απλός άνθρωπος;» παραπονέθηκε εκείνη.
«Ένας απλός άνθρωπος είμαι» απάντησε εκείνος σοβαρά. «Που αγαπάει μια κοπέλα και προσπαθεί να την πείσει να ζήσει μαζί του. Αυτή τη στιγμή νιώθω την ίδια ανασφάλεια που νιώθει κάθε άντρας» εξομολογήθηκε.
«Χαζέ» του ανακάτεψε τα μαλλιά «θα έρθω πίσω μαζί σου» συμπλήρωσε και τα κατάμαυρα μάτια του φωτίστηκαν. «Δε θέλω να νιώσεις ξανά ανασφαλής. Κι εγώ δε θέλω να είμαι πια μακριά σου».
«Μαρτίνα μου, ζωή μου» ψιθύρισε εκείνος στο αφτί της και την έσφιξε δυνατά στο στέρνο του. «Δηλαδή μου δίνεις μια δεύτερη ευκαιρία;» έλαμψε ολόκληρος.
«Τρίτη αν το καλοσκεφτείς» γέλασε εκείνη και ο Ρεμί την ακολούθησε.
«Θα γυρίσεις πίσω μαζί μου;»
«Ναι!»
«Και θα αναλάβεις ξανά το πρότζεκτ που παραπαίει χωρίς εσένα;»
«Φυσικά».
«Και θα μεγαλώσουμε μαζί το παιδί μας, αγαπημένοι και μονιασμένοι;»
«Εννοείται!» τον φίλησε ξανά. «Μόνο που…έχω κι εγώ μερικές επιθυμίες» είπε.
«Σε όλα ναι» γέλασε ο Ρεμί.
«Δηλαδή θα μπορώ να ταξιδεύω όσο θέλω;»
«Αυτό ίσχυε και πριν…φύγεις».
«Και θα με εμπιστεύεσαι τυφλά;»
«Όσο εσύ!»
«Πολύ διπλωματική απάντηση!»
«Θα σε εμπιστεύομαι τυφλά»
«Θα υπερισχύει η γνώμη μου σχετικά με την ανατροφή του παιδιού;»
«Ναι».
«θα με αγαπάς κάθε λεπτό και στιγμή του υπόλοιπου της ζωής σου;»
«Άνετα!» γέλασε εκείνος και η Μαρτίνα του έδωσε ένα απαλό χαστούκι.
«Τότε, Ρεμί, δέχομαι!». Ο Ρεμί την κοίταξε παραξενεμένος.
«Τι δέχεσαι;»
«Να γίνω γυναίκα σου ντε!»
«Νόμιζα ότι αυτό το είχαμε ξεκαθαρίσει» είπε εκείνος μπερδεμένος.
«Ναι, αλλά έχουν αλλάξει λίγο οι όροι πια».
«Τι; Δηλαδή μπορεί να μην θες να με παντρευτείς;»
«Μα μόλις σου είπα ότι δέχομαι».
«Μα τότε να σου ξανακάνω την πρόταση!»
«Θα πάρω και δεύτερο μονόπτερο;»
«Θες; Σκέφτηκα να πάρουμε κάτι πιο σύγχρονο αυτή τη φορά».
«Όχι, το πρώτο είναι πολύ όμορφο. Και ξεχωριστό».
«Μαρτίνα, είσαι η γυναίκα της ζωής μου. Θες να με παντρευτείς και να ζήσουμε μαζί για πάντα ευτυχισμένοι;»
«Άνετα!» μιμήθηκε την απάντησή του και φιλήθηκαν.


κεφάλαιο 64-'Ρεμί, σε αγαπάμε. Για χαμπίμπι, για λελελι

«Περνάω πολύ καλά εδώ πέρα» είπε το επόμενο πρωί ο Ρεμί, ξαπλωμένος καταμεσής του κρεβατιού της, περικυκλωμένος από βιβλία και περιοδικά που είχε «δανειστεί» από τη μικρή βιβλιοθήκη της και μασουλώντας ένα μπισκότο από τον δίσκο που του είχε πάει για πρωινό. Του είχε ετοιμάσει τσάι και μπισκότα, φυσικά, τοστ, φυσικό χυμό πορτοκάλι και αβγά ομελέτα. Είχε περάσει ένα πολύ δύσκολο βράδυ, με πυρετό και βήχα. Τα ξημερώματα τον είχαν βρει λίγο καλύτερα και τώρα, στις δέκα και τέταρτο σχεδόν ήταν όπως χθες πριν αρχίσει τις σαχλαμάρες με τη βροχή. Είχε μόνο λίγα δέκατα και έβηχε ελάχιστα. «Καιρό είχα να ξεκουραστώ έτσι. Μετά από πολύ καιρό» είπε και χτύπησε τις παλάμες του μεταξύ τους με ενθουσιασμό «δεν έχω τι να κάνω!» χαμογέλασε. Η Μαρτίνα πήρε λίγο το βλέμμα της από πάνω του, και κοίταξε τον γιο της, ο οποίος είχε ξυπνήσει κατά τις οκτώ και είχε έρθει βολίδα να κουκουλωθεί δίπλα στον πατέρα του, παρά τις διαμαρτυρίες της Μαρτίνα ότι μπορεί να κολλήσει. Εκείνη είχε κοιμηθεί στον καναπέ. Φυσικά.
«Αγάπη μου, πήγαινε να πλύνεις τα δοντάκια και να παίξεις λιγάκι. Πρέπει να φροντίσω λίγο τον μπαμπά» του είπε.
«Να πούμε στον γιατρό να έρθει, μόμι. Ο δρ Τζον έρχεται πάντα όταν τον καλείς και του αρέσουν τα κουλουράκια σου» είπε ο μικρός με ενθουσιασμό.
«Πολύ εκνευριστικός ακούγεται αυτός ο δρ Τζον. Δεν τον θέλω» είπε πεισματικά ο Ρεμί και ακόμα και ο γιος του τον κοίταξε απορημένος. Η Μαρτίνα χαμογέλασε με την παιδαριώδη αντίδρασή του αλλά δεν έδωσε συνέχεια. Έπρεπε να ξεκαθαρίσουν μερικά πράγματα οι δυο τους, και ο Ρεμί δε βοηθούσε. Έδειχνε τόσο απίστευτα εναρμονισμένος με το χώρο, απολάμβανε το πρωινό του λες και ήταν στο Four Seasons, και το ροζ μπουρνούζι της…ποτέ δεν έδειχνε τόσο ωραίο πάνω της!
«Μόμι, να δω τηλεόραση;» ρώτησε ο μικρός, ξέροντας ότι δύσκολα θα του έλεγε όχι αυτή τη στιγμή. Αφού απέσπασε τη συγκατάθεσή της, όρμησε έξω από το δωμάτιο τσιρίζοντας. Η Μαρτίνα άνοιξε τις κουρτίνες και φως απλώθηκε στο δωμάτιο.
«Λοιπόν, Ρεμί, μάλλον είσαι καλύτερα, οπότε σκέφτομαι ότι ίσως πρέπει να καλέσουμε ένα ταξί και να…»
«Πάλι τα ίδια;» γκρίνιαξε εκείνος. «Νόμιζα ότι θα περάσουμε λίγο χρόνο μαζί. Να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα. Να φύγουμε μαζί από εδώ» της εξήγησε ενώ τεντωνόταν κάτω από τα σκεπάσματά της. Κυρίαρχος στη ζωή και στο κρεβάτι της.
«Μέχρι χθες σε μισούσα, Ρεμί. Και μετά ήρθες και αρρώστησες και τώρα…» του είπε απελπισμένη «τώρα δεν ξέρω τι να πιστέψω. Τι είναι αυτό που κάνεις στις αισθήσεις μου; Γιατί δεν μπορώ να σκεφτώ καθαρά όταν είμαι μαζί σου;» ξέσπασε.
«Αν σε ανακουφίζει, κι εγώ το ίδιο νιώθω κοντά σου» της είπε ήρεμα εκείνος και της έκανε νόημα να καθίσει δίπλα του. Η Μαρτίνα όμως κάθισε σε μια καρέκλα απέναντί του. Εκείνος μόρφασε.
«Εσύ με κάνεις ό,τι θέλεις».
«Ψέματα. Εσύ με κάνεις ό,τι θέλεις. Έφυγες και κατέρρευσα. Μετά εξοργίστηκα. Μετά βυθίστηκα ξανά στη λύπη και μετά θύμωσα. Πάλι. Ένα τρενάκι του τρόμου. Ακόμα και τώρα δεν ξέρω τι νιώθω».
«Θες να βγεις κι από πάνω; Καταλαβαίνεις τι είναι αυτό που άκουσα; Και ακόμα δεν είμαι σίγουρη» του είπε. Όλο το βράδυ το είχε περάσει άγρυπνη. Προσπαθώντας να καταλάβει αν αυτό που της είχε πει έβγαζε κάποιο νόημα. Και ναι, έβγαζε. Πώς ήταν δυνατόν να μιλούσαν αγγλικά οι δυο τους; Γιατί ο διάλογος που είχε ακούσει ήταν στα αγγλικά.
«Δεν ξέρω αν ωφελεί να σε πείσω» είπε εκείνος ξαφνικά και έκανε στην άκρη το δίσκο. «Ακόμα και αν τώρα ξεκαθαρίσουν όλα, τι θα γίνεται μετά; Θα με παρατάς κάθε φορά που νομίζεις ότι κάτι άκουσες;».
«Δε νομίζω. Το άκουσα».
«Θα σε πλησιάζουν με κακές προθέσεις. Θα σου λένε ένα σωρό ανακρίβειες. Εσύ θα πιστεύεις εκείνους και όχι εμένα;»
«Σε άκουσα! Με τα ίδια τα αφτιά μου!» υπερασπίστηκε τον εαυτό της.
«Δεν άκουσες εμένα, τρελή γυναίκα! Άκουσες την Ασσάν με κάποιον άλλον! Εγώ έλειψα για μερικά λεπτά. Δε θυμάμαι άλλα. Πάνε τόσοι μήνες. Δώσε μου το κινητό μου να πάρουμε την Ασσάν να ρωτήσουμε» της είπε σοβαρά.
«Α ναι!» γέλασε ξερά εκείνη. «Θα πάρουμε τη συνεργό σου! Σίγουρα θα μας πει την αλήθεια!».
«Η υπομονή μου κοντεύει να τελειώσει, Μαρτίνα» προειδοποίησε εκείνος εκνευρισμένος. «Η Ασσάν, όπως κι εγώ, δεν ξέρει το λόγο που έφυγες. Οπότε ό,τι μας πει θα είναι αληθινό. Δεν το έχουμε  προσχεδιάσει».
«Πού ξέρω εγώ;» ανασήκωσε τους ώμους αδιάφορα. «Εσείς οι δύο…είστε φοβερό δίδυμο».
«Επαγγελματικό, ίσως λιγάκι» είπε αδιάφορα ο Ρεμί.
«Ενώ…προσωπικά δεν είστε;» επέμεινε η Μαρτίνα.
«Σου είπα όχι και ο λόγος μου είναι συμβόλαιο. Πάρε το κινητό μου, μπες στο Skype, κάλεσέ την και ρώτα την ό,τι θες. Θα εκπλαγείς» την προκάλεσε. Η Μαρτίνα έγνεψε αρνητικά. «Τι έγινε; Φοβάσαι; Φοβάσαι ότι μπορεί να με παράτησες χωρίς λόγο;».
«Δε φοβάμαι τίποτα!» πείσμωσε εκείνη και άρπαξε το κινητό του. Μπήκε στο Skype και κάλεσε σε βιντεοκλήση την Ασσάν. Η κοπέλα απάντησε αμέσως.
«Ρεμί, τι έγινε;» ρώτησε εκείνη ανήσυχη στα αραβικά όταν τον είδε στο κρεβάτι.
«Τίποτα, Ασσάν. Απλώς είμαι εδώ με τη Μαρτίνα» απάντησε στα αγγλικά εκείνος «και θέλει να σου μιλήσει».
«Με τη Μαρτίνα;» απόρησε η Ασσάν. «Νόμιζα ότι…μα ναι, ας μου μιλήσει» ψέλλισε εκείνη. Η Μαρτίνα γύρισε το κινητό προς το μέρος της.
«Καλημέρα, Ασσάν» είπε διστακτικά.
«Καλημέρα, Μαρτίνα» απάντησε η Ασσάν. Την έβλεπε στην οθόνη, πανέμορφη όπως πάντα, να περπατάει πάνω κάτω σε ένα δωμάτιο και να ετοιμάζεται για κάποια εκδήλωση, αν έκρινε από τα ρολά στο κεφάλι της και το μακρύ φόρεμα που έβλεπε κρεμασμένο στην ντουλάπα από π.
«Ασσάν, λίγες μέρες  πριν φύγω είχατε μια τηλεδιάσκεψη και σε άκουσα να γελάς με κάποιον λέγοντας κάτι για ένα γάμο. Ότι είναι η καλύτερη λύση. ‘Η κάτι τέτοιο. Με ποιον μιλούσες;» τη ρώτησε απότομα για να την δυσκολεύσει.
«Δε θυμάμαι τώρα. Τι λες;» μόρφασε η Ασσάν. «Σε λίγες ώρες αρραβωνιάζομαι κι εσύ με πήρες να με ρωτήσεις με ποιον μιλούσα πριν από τόσους μήνες;» γέλασε εκείνη και ο Ρεμί τη διέταξε να απαντήσει. Η Ασσάν συμμορφώθηκε αμέσως.
«Τι να σου πω; Με ποιους είχαμε τηλεδιάσκεψη εκείνη τη μέρα; Αν δεν κάνω λάθος…πρέπει να ήταν ο Ραζ, ο Αχμέτ και ο Αλί. Λογικά θα είπα κάτι στον Αχμέτ. Αγαπάει μια κοπέλα, αλλά εκείνη του κάνει τη δύσκολη. Του πρότεινα πέρσι τέτοιον καιρό να την αιφνιδιάσει με ένα μονόπετρο. Εκείνος το έκανε και μάλλον είχε επιτυχία. Κάτι τέτοιο άκουσες;» ρώτησε η Ασσάν.
«Και μιλάτε αγγλικά με τον Αχμέτ;» είπε καυστικά η Μαρτίνα.
«Σπουδάσαμε μαζί στο Λονδίνο. Μιλάει αραβικά της Υεμένης, την πιο δύσκολη αραβική διάλεκτο και πολύ…σπαστά τα κλασικά αραβικά. Συγγνώμη κιόλας» ειρωνεύτηκε η Ασσάν. Η Μαρτίνα δεν απάντησε για λίγο.
«Μπορώ τώρα να κλείσω; Δε φτάνει που ο Ρεμί δεν μπορεί να παρευρεθεί στον αρραβώνα μου γιατί σε κυνηγάει, πρέπει να απαντάω και σε ερωτήσεις λες και κατηγορούμαι για κάτι».
Ο Ρεμί τής είπε πάλι κάτι στα αραβικά αυστηρά και η Ασσάν κατέβασε το κεφάλι.
«Συγγνώμη» απάντησε τελικά.
«Μη ζητάς συγγνώμη. Ασσάν, πού είναι ο αρραβώνας σου;» ρώτησε η Μαρτίνα με γνήσιο ενδιαφέρον. Τα είχε κάνει μαντάρα. Πώς θα κέρδιζε ξανά την εκτίμηση και των δύο;
«Στο Παρίσι. Ο Πιέρ είναι Γάλλος» απάντησε ξερά.
«Ο Πιέρ;» αναρωτήθηκε η Μαρτίνα.
«Ναι, ο Πιέρ. Είχαμε παλιά ένα φλερτ και βρεθήκαμε πριν από μερικούς μήνες και ας πούμε…ότι τα βρήκαμε» χαμογέλασε ντροπαλά. «Είμαι πολύ ευτυχισμένη αν και φοβάμαι λιγάκι μήπως ο πατέρας μου αντιδράσει που θέλουμε να κάνουμε πολιτικό γάμο εδώ».
«Δηλαδή…».
«Δηλαδή δε θέλω τον Ρεμί. Συνεχίζω βέβαια να πιστεύω ότι δεν του αξίζει μια γυναίκα που τον αμφισβητεί τόσο πολύ και τόσα συχνά, αλλά δεν είναι δικιά μου δουλειά. Έχω επιτέλους τη δική μου ευτυχία να φροντίσω, Μαρτίνα».
«Ασσάν» χαμογέλασε η Μαρτίνα υποχωρητικά «λυπάμαι που θα χάσουμε τον αρραβώνα σου». Γύρισε και κοίταξε διερευνητικά τον Ρεμί, ο οποίος απολάμβανε το τσάι του ήρεμος, και μετά στράφηκε ξανά στην Ασσάν. «Εγώ κι ο Ρεμί όμως θα χαρούμε πολύ να σας παντρέψουμε. Έτσι σίγουρα ο πατέρας σου θα το δεχτεί πιο εύκολα!».
«Ναι, είναι καλή ιδέα!» χαμογέλασε με ενθουσιασμό η Ασσάν. «Ευχαριστώ πολύ».
«Λυπάμαι πολύ για όλα» είπε η Μαρτίνα ντροπαλά.
«Ω μην ανησυχείς, καταλαβαίνω» είπε γελώντας η Ασσάν. «Ο έρωτας…!»
«Συγχαρητήρια και πάλι!» ευχήθηκε η Μαρτίνα και αφού χαιρέτισε και ο Ρεμί, το έκλεισαν.

Μετά στράφηκε πολύ αργά προς το μέρος του και του έτεινε το κινητό. Εκείνος το πήρε αδιάφορα, μασουλώντας το τοστ του.
«Συγγνώμη, έχεις σκοπό να τρως για πολλή ώρα;» τον πείραξε. Θεέ μου, πώς θα ζητούσε συγγνώμη μετά από όλο αυτό; Τον είχε παρεξηγήσει τελείως.
«Σου δίνω χρόνο» χαμογέλασε εκείνος σατανικά. Η Μαρτίνα κοκκίνισε.
«Συγγνώμη» του είπε ντροπαλά και τον κοίταξε επιτέλους. Είχε φάει όσα υπήρχαν στον δίσκο και καθόταν γαλήνια και περίμενε την απολογία της. «Χόρτασες;» τον ρώτησε για να αλλάξει θέμα, αλλά δεν πήρε την απάντηση που περίμενε.
«Όχι» της είπε βραχνά, ακούμπησε το δίσκο στην καρέκλα δίπλα του, την άρπαξε και τη φίλησε.



Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2014

κεφάλαιο 63-ο πυρετός με ψήνει κι εσύ είσαι η ασπιρίνη (Αντζυ Σαμίου)

«Μπες μέσα, τρελέ άνθρωπε! Πέφτουν κεραυνοί! Δε θέλω να σε δει το παιδί μου ψητό!» του φώναξε μετά από δέκα λεπτά που καθόταν ακίνητος στο σημείο που τον άφησε. Δεν είχε ιδέα τι προσπαθούσε να αποδείξει αλλά αυτή τη στιγμή δεν ήθελε να μάθει. Ήθελε μόνο να μπει μέσα, να στεγνώσει λιγάκι μέχρι να περάσει η μπόρα και να φύγει όπως ήρθε.
«Μόνο αν λυθεί αυτή η παρεξήγηση» της είπε εκείνος.
«Εντάξει, εντάξει» είπε παραιτημένη. «Μπες μέσα και θα το ακούσω το παραμύθι σου».

Ο Ρεμί μπήκε στο εσωτερικό του σπιτιού της και μια λιμνούλα νερό κύλησε γύρω από τα πόδια του. Δεν προχώρησε πιο μέσα για να μην λερώσει. Κοίταξε τριγύρω του το χώρο αλλά ό,τι κι αν σκέφτηκε δεν φάνηκε στο βλέμμα του. Έδειχνε καταπονημένος. Τα ρούχα του ήταν μουσκεμένα. Ακόμα και το παχύ παλτό του είχε ποτίσει με το νερό που έπεφτε από τον ουρανό.
«Βγάλε τα ρούχα σου» του είπε χωρίς να τον κοιτάει. Έβαζε νερό να βράσει για τσάι.
«Έχεις φέρει ρούχα μαζί σου; Πού είναι το αμάξι σου;» τον ρώτησε.
«Με έφεραν και έφυγαν, δεν έχω ρούχα μαζί μου. Δεν περίμενα να χρειαστεί να ξεβρακωθώ» της είπε καυστικά και κάθισε στον καναπέ. Έτρεμε. Μάλλον είχε αρρωστήσει ήδη.
«Ελπίζω να μην έχεις πάθει πνευμονία. Ρεμί, τι βλακείες είναι αυτές; Γιατί κάθισες στη βροχή; Τι θες να αποδείξεις;» τον ρώτησε ενώ έτρεχε στην τουαλέτα να φέρει μια πετσέτα. Αλλά τι θα έκανε μια πετσέτα;
«Το παιδί;» ρώτησε εκείνος ξεψυχισμένα σχεδόν.
«Πάρε» του είπε και του έδωσε την πετσέτα. «Το παιδί αποκοιμήθηκε βλέποντας τηλεόραση. Σκούπισε το κεφάλι σου και πάμε πάνω» είπε αυταρχικά. Εκείνος σηκώθηκε και τη ρώτησε πού πήγαιναν. Η Μαρτίνα του εξήγησε ότι πήγαιναν στο πάνω μπάνιο για να κάνει ένα ζεστό μπάνιο μέχρι να στεγνώσει τα ρούχα του στο στεγνωτήριο. «Θα καλέσουμε ένα ταξί και θα φύγεις μετά» του είπε.
«Μόνο αφού τα ξεκαθαρίσουμε όλα» απάντησε ο Ρεμί σιγανά. Μπήκαν στο μπάνιο μαζί και εκείνη του ρύθμισε τη θερμοκρασία του νερού.
«Βγάλε τα ρούχα σου και βάλ’τα στο στεγνωτήριο» του είπε δείχνοντας τη συσκευή δίπλα στο πλυντήριο. «Κάνε μπάνιο και μετά φόρα το μπουρνούζι μου» του είπε.
«Δεν έχεις κάτι…να φορέσω μετά;»
«Δυστυχώς όχι. Θα πρέπει να φορέσεις το μπουρνούζι μου μέχρι να στεγνώσουν τα ρούχα σου. Έχω μερικές φανέλες, αλλά θα σου είναι λίγο μικρές».
«Καλώς» της είπε και άρχισε να βγάζει αργά τα ρούχα του. Οι κινήσεις του πρόδιδαν την κόπωσή του.
«Θα περιμένω απ’έξω. Φοβάμαι ότι μπορεί να χτυπήσεις» του είπε και βγήκε από το μπάνιο. Σε μερικά δευτερόλεπτα άκουσε το νερό να τρέχει. Ο Ρεμί δεν έμεινε για πολύ κάτω από το ντους. Όταν βγήκε, κουκουλωμένος με το ροζ μπουρνούζι της, εκείνη γέλασε. Είχε τα νεύρα της με όλη αυτή την αναστάτωση, αλλά το θέαμα ήταν μοναδικό. Το μπουρνούζι της του έφτανε μέχρι το γόνατο και ερχόταν σε τόση αντίθεση με την αρρενωπή ομορφιά του που δεν μπορούσε παρά να ξεκαρδιστεί.
«Υποθέτω ότι δεν μου πάει το ροζ» μονολόγησε δραματικά εκείνος και χαμογέλασε χωρίς να την κοιτάει.
«Σε είκοσι λεπτά τα ρούχα σου θα είναι στεγνά» απάντησε εκείνη προσπαθώντας να ελέγξει το γέλιο της.
«Σε ευχαριστώ» απάντησε εκείνος και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού της ντροπαλά.
«Κατεβαίνω κάτω να καλέσω ταξί. Θα πω να είναι εδώ σε μία ώρα. Να δεις λιγάκι το παιδί και μετά να φύγεις».
«Δε θέλω να φύγω» είπε εκείνος σαν παιδί.
«Ρεμί, δεν υπάρχει λόγος να μείνεις».
«Μπορώ να δεχτώ να μη με θες, να μη με αγαπάς πια» της είπε και ακούμπησε το χέρι του στο κεφάλι του. Πρέπει να είχε φοβερό πονοκέφαλο. «Αλλά δε θέλω να μείνεις με την εντύπωση ότι σε κορόιδεψα».
«Εντάξει, δε με κορόιδεψες. Θα στείλω το παιδί να σε δει. Πάω κάτω να μαγειρέψω για το βράδυ».
«Σε αγαπάω» τον άκουσε να της λέει λίγο πριν κλείσει την πόρτα πίσω της. Δεν ήταν σίγουρη ότι είχε ακούσει καλά και τον κοίταξε. Μεγάλο λάθος. Το φουρτουνιασμένο βλέμμα του την τάραξε. Ανατρίχιασε ολόκληρη. Φορούσε το μπουρνούζι της και μετά βίας στήριζε τον κορμό του. Ήταν σχεδόν…γελοίος. Ήταν εξαντλημένος και πρέπει να ήταν άρρωστος, στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Αλλά το βλέμμα του φανέρωνε ειλικρίνεια. Πώς ήταν δυνατόν; «Γιατί με άφησες;» ψιθύρισε και τα μάτια του έκλεισαν βαριά. Ξάπλωσε πίσω στο κρεβάτι της και σχεδόν έχασε τις αισθήσεις του. Η Μαρτίνα τον πλησίασε και τον σκέπασε με μια αφράτη κουβέρτα. Χρειαζόταν ξεκούραση. Θα τον άφηνε να ξεκουραστεί και θα μιλούσαν το βραδάκι.

Κατέβηκε στον κάτω όροφο και ετοίμασε πατατοσαλάτα και ψητό χοιρινό. Ο Ρέμι κοιμόταν ακόμα στον καναπέ. Είχε πολλές δουλειές αλλά προτίμησε να ανέβει στο δωμάτιό της και να δει αν είναι καλά ο Ρεμί. Τον βρήκε να κοιμάται γαλήνια. Ακούμπησε το χέρι της στο μέτωπό του. Έκαιγε.
«Ρεμί, ξύπνα» του είπε απαλά. Έτσι αβοήθητος που ήταν, την έκανε να αμφιβάλει για το μίσος που ένιωθε για εκείνον. Ήταν ο Ρεμί, διάολε. Πώς μπορούσε να μην τον αγαπάει; Έπρεπε να προσέχει όμως. Δεν την είχε πείσει για τίποτα ακόμα.
 «Σου έφερα ένα αντιπυρετικό. Δεν είσαι καλά. Πρέπει να καλέσω γιατρό».
Εκείνος άνοιξε τα μάτια μου με δυσκολία.
«Αγάπη μου» της είπε σιγανά και της χαμογέλασε. Η Μαρτίνα ανταπέδωσε.
«Πιες αυτό» του είπε και εκείνος ήπιε το χάπι. «Πώς νιώθεις;»
«Πονάω ολόκληρος και ζεσταίνομαι».
«Έχεις πυρετό. Επίτηδες έμεινες στη βροχή;» τον μάλωσε. «Για να με αναγκάσεις να σε περιθάλψω;»
«Το βλέμμα σου δε μου άφηνε ελπίδες ότι θα με περιθάλψεις. Αν είχες ένα όπλο θα με σκότωνες» είπε με παράπονο.
«Έχει περάσει η ώρα. Πρέπει να κοιμηθείς εδώ» του είπε εκείνη για να αλλάξει θέμα. «Θα σε πάω αύριο στο σταθμό και φεύγεις από εκεί».
«Τα ρούχα μου;» τη ρώτησε.
«Είναι διπλωμένα στην καρέκλα δίπλα σου» του είπε. «Φόρεσε κάτι και σου φέρνω να φας»
«Μείνε μαζί μου» της είπε παρακλητικά.
«Και ποιος θα φέρει το φαγητό;»
«Δεν πεινάω».
«Πρέπει να φας. Έχεις πάρει φάρμακο».
«Δε σου είπα ψέματα» της είπε απότομα. Η Μαρτίνα πάγωσε. Έκανε να φύγει αλλά την έπιασε δυνατά από τον καρπό. «Δεν μίλησα ποτέ με την Ασσάν εναντίον σου, καρδιά μου. Πίστεψέ με».
«Και με ποιον μιλούσε τότε; Έλεγε ότι ο γάμος είναι η λύση και μετά εσύ είπες ότι θα με τουμπάρεις και γελούσατε. Ήσασταν οι δυο σας στην αίθουσα των συσκέψεων» του είπε και δάκρυα άρχισαν να κυλούν από τα μάτια της. Ποτέ δε θα ξεπερνούσε αυτό το σοκ.
«Αγάπη μου» της είπε και τη χάιδεψε απαλά, αλλά η Μαρτίνα τραβήχτηκε. «Τόσο καλά είναι τα αραβικά σου;» γέλασε και ακούμπησε ξανά πίσω στο μαξιλάρι του.
«Τι εννοείς;» τον ρώτησε. Τα βλέφαρά του ήταν βαριά.

«Πώς τα κατάλαβες όλα αυτά; Εγώ και η Ασσάν δε μιλάμε ποτέ αγγλικά όταν είμαστε μόνοι» της είπε ψιθυριστά και αποκοιμήθηκε ξανά. 

Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2014

κεφάλαιο 62-πλησιάζει το τέλος...

«Μπορείς να φύγεις, σε παρακαλώ;» αγανάκτησε η Μαρτίνα με την επιμονή του. Τι είχε έρθει επιτέλους να κάνει; Να τη βγάλει τρελή και να της αποδείξει ότι μπορούσε να την κάνει ό,τι θέλει; Ε, όχι δα. Είχε και λίγη αξιοπρέπεια και πολλή νοημοσύνη. Αρκετά την είχε κοροϊδέψει. «Θα βρέξει σε λίγο και δεν πρόκειται να σε καλέσω μέσα» του είπε χαμογελώντας σατανικά όταν εκείνος δεν κουνήθηκε από το θέση του, αλλά, αντίθετα, άνοιξε λίγο την απόσταση μεταξύ των ποδιών του, δείχνοντάς της έτσι ότι εδραίωσε καλύτερα τη θέση του.
«Δε με νοιάζει» είπε εκείνος ατάραχος, σταυρώνοντας τα χέρια του. «Έχω χρόνο. Δεν έχω κάπου να πάω άλλωστε».
«Μεγάλα λόγια από έναν μικρό άντρα» του είπε θυμωμένη αλλά το ύφος του την έκανε να τρομάξει λιγάκι. Τα μάτια του πέταξαν σπίθες και το στόμα του σφίχτηκε σε μια ευθεία γραμμή. Τον είχε προσβάλει στην καρδιά του ευαίσθητου σημείου κάθε άντρα. Στον ανδρισμό του.
«Μικρός από ποία άποψη ακριβώς;» της είπε παγερά και μετά από ένα δευτερόλεπτο όπου τα γρανάζια του μυαλού της Μαρτίνα γυρνούσαν ακατάπαυστα για να του γυρίσει μια πετυχημένη απάντηση, εκείνος χαμογέλασε. Πονηρά. Ένα χαμόγελο ανέβηκε ενστικτωδώς στα χείλη της και με δυσκολία το έκρυψε πίσω από μια ξινή γκριμάτσα που σίγουρα δε θα την κολάκευε πολύ.
«Για να το γυρνάς στο πονηρό, πρέπει να είσαι πραγματικά σε πολύ δύσκολη θέση» του είπε ξερά.
«Χρειάζεται και ρώτημα;» γέλασε εκείνος. Το γέλιο του ήταν επίπεδο. Δεν έφτανε ως την ψυχή του. «Στέκομαι στη μέση του πουθενά, απέναντι από τη γυναίκα που αγαπώ όσο τίποτα. Κι εκείνη με κοιτάει με μίσος, για κάτι που έκανα και δεν το ξέρω. Και θέλω να την πνίξω με τα ίδια μου τα χέρια που σκότωσε την αγάπη μας, και ταυτόχρονα να τρέξω, να την αγκαλιάσω και να μην την αφήσω να φύγει ποτέ ξανά» κατέληξε. Η Μαρτίνα κατέβασε το κεφάλι της στο χώμα και κοίταξε τα βρώμικα παπούτσια της. Μην, μην, μην τολμήσετε να κυλήσετε, διέταξε τα δάκρυα που βρίσκονταν στην άκρη των ματιών της.
«Και τι θα καταφέρεις αν δε φύγω; Αν με φυλακίσεις;» τον προκάλεσε. Ήταν η ώρα να ανοίξουν τα χαρτιά τους. Είχε έρθει όντως εδώ για να την φυλακίσει ξανά; «Θα μείνω πάντα δίπλα σου και θα σε μισώ. Δε θα κάνουμε έρωτα. Θα θέλω άλλους άντρες. Θα σε σιχαίνομαι!» του πέταξε, σχεδόν φτύνοντας τις λέξεις.
«Ξέρεις κάτι, Μαρτίνα;» της είπε κοιτώντας τη λες και του μιλούσε κάποια τρελή. «Καμιά φορά νιώθω ότι μόνη σου βάζεις εμπόδια στον εαυτό σου, επειδή κατά βάθος δε θέλεις να είσαι ευτυχισμένη. Έχεις συνηθίσει στη μιζέρια σου. Κάθε φορά που πλησιάζουμε στην απόλυτη ευτυχία, βάζεις τρικλοποδιές στη σχέση μας. Δεν ξέρω τι φταίει. Ίσως είναι κάποια μορφή μαζοχισμού ή απλώς ανασφάλεια ότι μπορεί να είσαι ανεπαρκής. Ο,τι και να είναι, εγώ διατίθεμαι να σε συνοδεύσω στους καλύτερους ψυχολόγους» της είπε ήρεμα.
«Και τι θα τους πούμε; Ότι ξεκινάμε ψυχοθεραπεία επειδή εγώ είμαι μαζοχίστρια και μου αρέσει να αυτομαστιγώνομαι ή ότι εσύ τα είχες κρυφά πίσω από την πλάτη μου με την Ασσάν και κανονίζατε να με παντρευτείς;»
«Μα αν τα είχα με την Ασσάν γιατί να κανονίζω να σε παντρευτώ; Ξέρεις πόσο πιο απλό θα ήταν να παντρευτώ την Ασσάν;» της είπε απελπισμένος.
«Για το παιδί! Σας άκουσα! Μην το αρνείσαι!» ούρλιαξε η Μαρτίνα και εκείνη την ώρα μια αστραπή έσκισε τον ουρανό που σκοτείνιαζε σιγά σιγά. Η Μαρτίνα αναπήδησε. Πάντα αντιπαθούσε τους δυνατούς θορύβους. Οι πρώτες στάλες της βροχής έβρεξαν το δέρμα της αλλά δεν έδωσε σημασία.
«Τι ακριβώς άκουσες, τρελή γυναίκα;» χαμογέλασε εκείνος. «Γιατί δε θυμάμαι να είπα τίποτα τέτοιο με την Ασσάν».
«Σε άκουσα!» επανέλαβε και άρχισε να κλαίει. Δεν άντεχε άλλο τόση πίεση. Το μυαλό της και η καρδιά της ήταν έτοιμα να σπάσουν. Ήταν τόσο μακριά αυτοί οι δύο αλλά και τόσο κοντά που ένιωθε να τρέμει. «Λέγατε ότι ο γάμος είναι καλή ιδέα και γελούσατε και εσύ είπες ότι θα με τουμπάρεις» του είπε. Τα δάκρυα έρρεαν από τα μάτια της αλλά δεν ένιωθε θλίψη. Ήταν κάτι σαν ανακούφιση. Μπορούσε επιτέλους να του πει όσα ένιωθε. Η βροχή εντωμεταξύ είχε δυναμώσει. Είχαν γίνει και οι δύο μούσκεμα αλλά κανείς δεν έκανε ούτε βήμα.
«Να σε τουμπάρω;» γέλασε εκείνος. «Τι ρήμα είναι αυτό;»
«Πώς μπορείς και γελάς, κάθαρμα;» τον ρώτησε. «Ξέρεις πολύ καλά τι σημαίνει. Το κάνεις από την πρώτη στιγμή που με γνώρισες και έχω βαρεθεί να είμαι πιόνι σου».
«Πιόνι; Εσύ;»
«Δεν εκμεταλλεύονται έτσι έναν άνθρωπο που μας αγαπάει, Ρεμί. Τουλάχιστον εμείς στη χώρα μου δεν το κάνουμε».
«Νομίζω ότι το κάνετε» της είπε σκληρά. «Τουλάχιστον εσύ».
«Μη μου ρίχνεις το μπαλάκι».
«Δε ρίχνω τίποτα. Με κατηγορείς για βλακείες και δε μου έχεις εμπιστοσύνη. Αναρωτιέμαι αν αξίζει τον κόπο να κάτσω άλλο εδώ και να σε ακούω να αραδιάζεις ψέματα».
«Δεν είναι ψέματα! Σε άκουσα!»
«Τότε, υπάρχει θέμα εμπιστοσύνης μεταξύ μας. Γιατί αν ισχύει ότι άκουσες κάτι τέτοιο, σου λέω ότι δεν ήμουν εγώ και πρέπει να με πιστέψεις. Δε σου λέω ψέματα. Σε αγαπάω και είμαι εδώ για να προσπαθήσουμε».
«Με κοροϊδεύεις. Σε νοιάζει μόνο το παιδί. Η διαδοχή, ο λαός σου. Όχι εγώ».
«Δε σε κοροϊδεύω και δε θα φύγω αν δε σου το αποδείξω».
«Εγώ πάω μέσα. Έχω βραχεί και το παιδί είναι μόνο του» του είπε και του γύρισε την πλάτη. Εκείνος δεν απάντησε. Περπάτησε μέχρι την πόρτα και άνοιξε. Εκείνος στεκόταν εκεί. Αγέρωχος, Πανέμορφος. Σαν άγαλμα. «Δε θα σου πω να περάσεις. Φύγε».

«Δεν πάω πουθενά» είπε εκείνος και της χαμογέλασε. Τα αδρά χαρακτηριστικά του είχε αλλοιωθεί από τις ατελείωτες σταγόνες βροχής που κυλούσαν στο πρόσωπό του σαν μικροσκοπικά διαμάντια. Αλλά ο εκβιασμός του δε θα περνούσε. Έκλεισε την πόρτα πίσω της και ετοιμάστηκε να αντιμετωπίσει τον γιο της. 

Resolutions!

Αποφάσισα να πάρω μέρος στο διαγωνισμό του LoveRadio και θέλω τη συμπαράστασή σας.
Η παρούσα ιστορία τελειώνει σιγά σιγά και για την επόμενη σκέφτομαι να κόψω λίγο ρυθμούς γιατί έχω κουραστεί πολύ με τα επαγγελματικά μου σε συνδυασμό με καθημερινό γράψιμο. Εξ'ού και η ευθιξία! Eπίσης, θέλω παράλληλα να γράψω και κάτι για το διαγωνισμό, οπότε...καταλαβαίνετε!

Σας φιλώ και σας ευχαριστώ εκ των προτέρων για τη συμπαράσταση.
Ξέρω ότι είστε όλες ανεξάρτητες γυναίκες και πολυάσχολες, και ελπίζω στην κατανόησή σας!

Πωλίνα

Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2014

κεφάλαιο 61-ας αρχίσουν οι χοροί...τρα λα λαλαλαλα...! Καλό ΣΚ, δεσποσύνες! Μόμι, με διαβάζεις;

«Τι κάνεις εσύ εδώ;» ψέλλισε, σφίγγοντας ταυτόχρονα το παιδί της στην αγκαλιά της. Ήταν όμως ήδη πολύ αργά. Ο μικρός είχε ξυπνήσει και αναδευόταν βίαια για να τον αφήσει να κατέβει. Τον άφησε. Όχι επειδή ήθελε, αλλά επειδή τα χέρια της ήταν βαριά και δεν τα ήλεγχε. Ούτε αυτά, ούτε την καρδιά της που είχε ήδη ξεστρατίσει. Τον κοιτούσε με ένα απίστευτο συνδυασμό συναισθημάτων: τρόμο και χαρά. Πώς μπορούσε να χαίρεται που τον βλέπει; Ειδικά αυτή η στιγμή, που έδειχνε σαν ζητιάνα; Από την άλλη, έτρεμε το λόγο που τον είχε φέρει εδώ. Σίγουρα το αίμα που στράγγισε από το πρόσωπό του όταν τον κοίταξε ήταν μια καλή ένδειξη ότι τη μισούσε κι αυτός. Του είχε χαλάσει το παιχνίδι μάλλον.
«Πού με βρήκες;» τον ρώτησε θυμωμένη. Θυμωμένη που είχε πιστέψει έστω και για ένα λεπτό ότι θα γλύτωνε.
«Δε σε είχα χάσει ποτέ» απάντησε εκείνος βραχνά, ενώ φιλούσε τον Ρέμι. To βλέμμα του όμως δεν την άφηνε λεπτό. Το παιδί έδειχνε τρισευτυχισμένο. «Μικρέ, άσε με να μιλήσω με τη μαμά» του είπε ξαφνικά και μετά από μερικές διαμαρτυρίες ο γιος της έτρεξε προς το εσωτερικό του σπιτιού. Η Μαρτίνα εντωμεταξύ είχε ξεκλειδώσει την πόρτα. Αλλά ο Ρεμί δεν έκανε ούτε ένα βήμα προς το μέρος της. Στεκόταν εκεί, απέναντί της, αγέρωχος, φορώντας ένα φθαρμένο τζιν και ορειβατικά μποτάκια. Είχε μελετήσει το έδαφος. Ήξερε πού ερχόταν. Με τον ήλιο να ξεκινάει την πορεία προς τη δύση και το ζοφερό ουρανό της Σκωτίας από πάνω του, η εικόνα του της θύμισε σκηνή από θρίλερ. Ένας πανέμορφος εκτελεστής.
«Θα σου έλεγα να περάσεις μέσα» μόρφασε εκείνη «αλλά είναι που δεν είσαι ευπρόσδεκτος» ειρωνεύτηκε.
«Έκανα μεγάλη υπομονή τόσο καιρό. Σου έδωσα χρόνο να σου περάσουν τα νεύρα για αυτό το κάτι που έκανα, που δεν έχω ιδέα τι είναι. Ήξερα από την πρώτη μέρα τις κινήσεις σου. Πού είσαι και τι κάνεις. Και περιμένω. Μια εξήγηση. Γιατί έφυγες. Αυτός είναι ο λόγος που με βλέπεις εδώ. Όχι για να πιούμε τσάι και κουλουράκια» της είπε. Η Μαρτίνα το περίμενε αυτό μάλλον, σε κάποια γωνία του μυαλού της, αλλά δεν είχε έτοιμη κάποια απάντηση. Εκείνος όμως στεκόταν ακίνητος, περιμένοντας. Το εννοούσε; Θα έμενε εκεί μέχρι να πάρει απάντηση;
«Κι αν δεν απαντήσω;»
«Τότε θα μείνω εδώ».
«Κι αν βρέξει;»
«Θα μείνω εδώ».
«Γιατί ήρθες; Για άλλη μια επίδειξη ανδρισμού;» τον προκάλεσε.
«Το αντίθετο, Μαρτίνα» της είπε εκείνος τραχιά. «Ηρθα για να επίδειξη ταπεινότητας. Για μια επίδειξη έλλειψης εγωισμού. Ηρθα να σε ρωτήσω γιατί με παράτησες και να προσπαθήσω να σου αλλάξω γνώμη. Να σε παρακαλέσω, αν χρειαστεί» την αποστόμωσε. Η αλήθεια ήταν ότι ήθελε κότσια να το κάνει αυτό ένας άντρας. Δηλαδή ένας άντρας που αγαπούσε ειλικρινά και όχι κάποιος με ύπουλα σχέδια.
«Δε χρειάζονται όλα αυτά, Ρεμί. Εχεις τη ζωή σου στην Οσέανα και εγώ προσπαθώ να στήσω τη ζωή μου εδώ».
«Πού; Εδώ;» κάγχασε εκείνος και έδειξε με τα χέρια του τον περιβάλλοντα χώρο. «Μέσα στις λάσπες; Πέντε χιλιόμετρα από το πλησιέστερο μαγαζί και τριάντα χιλιόμετρα από το νοσοκομείο;»
«Ουάο! Μελέτησες καλά πριν έρθεις!» τον ειρωνεύτηκε.
«Δεν είναι συνθήκες αυτές για μια γυναίκα μόνη με ένα παιδί. Μα καλά…δεν έχεις καθόλου μυαλό; Ποιος θα σε άκουγε αν κάποιος έμπαινε για διάρρηξη; Είναι δύσκολο να μαθευτεί ότι μένεις μόνη;» φώναξε απελπισμένος.
«Ρεμί, αν έμενα στο παλάτι, μέσα στο χρυσό κλουβί με τα τάγματα ασφαλείας, θα κινδύνευα πιο πολύ» του απάντησε σαρκαστικά. Εκείνος έκανε ένα βήμα μπροστά αλλά το μετάνιωσε και έμεινε ξανά ακίνητος.
«Από τι; Πες μου!» φώναξε έξαλλος εκείνος. «Τι σου έκανα; Γιατί με άφησες;». Κάτι στη φωνή του την έκανε να τον κοιτάξει στα μάτια. Για ένα κλάσμα δευτερολέπτου είδε πόνο στο βλέμμα του. Πόσο καλός ηθοποιός είναι, σκέφτηκε. Δεν άφηνε ούτε χαραμάδα στην αμφιβολία.
«Γιατί ήρθες ως εδώ;» τον ρώτησε ξανά εκείνη. «Με πόσες γυναίκες χορταίνει πια ο εμίρης;» της ξέφυγε και αμέσως το μετάνιωσε. Είχε πει περισσότερα από όσα ήθελε.
«Μόνο με μία. Και με μία συγκεκριμένη. Εσένα» της είπε με τόση πειστικότητα που την έκανε να ανατριχιάσει.
«Ψεύτη!» φώναξε όσο πιο δυνατά μπορούσε. Στη μέση της ερημιάς δεν την ένοιαζε τίποτα.
«Δε λέω ψέματα, Μαρτίνα. Σε αντίθεση με εσένα».
«Τι ψέμα έχω πει εγώ;»
«Ότι με αγαπάς»
«Αυτό δεν…» είπε και σταμάτησε. Εκείνος χαμογελούσε. Είχε καρφωθεί. Το υποσυνείδητό της βιάστηκε και είπε την αλήθεια.
«Πες μου γιατί με άφησες. Τι στο καλό έκανα; Εγώ προσπάθησα να σου δώσω τα πάντα. Να σε κάνω ευτυχισμένη. Τι παραπάνω ήθελες;»
«Ειλικρινή αγάπη».
«Πιο πολλή αγάπη;» έσφιξε τις γροθιές του. «Δεν έχω άλλη!» φώναξε κι κοπάνησε το στήθος του με το δεξί του χέρι.
«Ψεύτη» επανέλαβε σαν ρομπότ η Μαρτίνα, γνωρίζοντας ότι με τη στάση της δεν βοηθούσε πολύ τη συζήτηση.
«Ξέρεις κάτι;» της είπε αφού πέρασαν μερικά ατελείωτα δευτερόλεπτα. «Δεν άξιζες τόση αγάπη τελικά. Το βλέπω τώρα. Είσαι μια σκληρή, άκαρδη γυναίκα. Με κοιτάς και στα μάτια σου βλέπω…το κενό. Πριν από μερικούς μήνες, με κοίταγες με λατρεία. Τι άλλαξε; Εκτός αν δεν με αγάπησες ποτέ» της είπε πικραμένος.
«Εγώ; Εγώ δε σε αγάπησα;» γέλασε η Μαρτίνα. «Δε βαρέθηκες με αυτή την κατηγορία; Εγώ, Ρεμί, την αγάπη μου την απέδειξα μένοντας πιστή σε σένα ακόμα και όταν δεν είμαστε μαζί. Εσύ;» τον ρώτησε όλο νόημα.
«Κι εγώ το ίδιο. Τι σημαίνει αυτό; Όχι ότι σε νοιάζει αλλά δεν έχω κοιμηθεί με κάποια καινούργια».
«Με κάποια παλιά ίσως;»
«Ούτε. Μα τι λες; Με κατηγορείς ότι ήμουν άπιστος».
«Σε κατηγορώ ότι έστησες μια πλεκτάνη για να σε παντρευτώ. Σε κατηγορώ ότι μου πούλησες αγάπη για να έχεις κοντά σου τον γιο σου και να τον αποδεχτεί ο λαός σου. Σε κατηγορώ ότι όλα αυτά τα κανόνισες με την ερωμένη σου, το φίδι, την Ασσάν. Σε κατηγορώ ότι με κορόιδεψες όπως δεν έχει κοροϊδέψει άντρας γυναίκα. Σε κατηγορώ ότι είσαι ανάξιος να στέκεσαι μπροστά μου. Ακόμα και είκοσι βήματα μακριά».
«Τι λες; Θεέ μου, δεν καταλαβαίνω λέξη!» διαμαρτυρήθηκε ο Ρεμί. «Είσαι ζηλιάρα και πρέπει να κολακευτώ ή απλώς είσαι τρελή και πρέπει να λάβω τα μέτρα μου;»
«Το μόνο που είμαι είναι ηλίθια» του είπε και σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος της. «Που πίστεψα σε εσένα».
«Και τι έκανα;»
«Σου είπα!»
«Μου λες ότι σου ζήτησα να με παντρευτείς με σκοπιμότητα».
«Ακριβώς».
«Και πώς το φαντάστηκες αυτό;»
«Δεν το φαντάστηκα. Το άκουσα» του είπε. Είχε έρθει η ώρα να του το πει. Τι στο καλό; Δε θα τον άφηνε να την κατηγορεί ότι είναι τρελή. Το μόνο πρόβλημα ήταν ότι την αποσυντόνιζε. Με αυτό το μακρύ παλτό και το λεπτό πουλόβερ που κολλούσε στα δυνατά του μπράτσα, έκανε την καρδιά της να χτυπάει δυνατά. Έτσι ήταν αυτά. Η καρδιά είχε προβλήματα, αλλά το σώμα δεν ήταν υποχρεωμένο να ακολουθήσει.
«Μου λες ότι με άκουσες να σκαρώνω σχέδια εναντίον σου;» γέλασε εκείνος. Ο ουρανός εντωμεταξύ είχε βαρύνει και η Μαρτίνα ήξερε ότι σε λίγα λεπτά θα έπιανε βροχή. Διάολε, όλα στραβά.
«Σε άκουσα, ναι. Μαζί με την ερωμένη σου».
«Την Ασσάν;»
«Ώστε το παραδέχεσαι;»
«Εσύ την ανέφερες πριν».
«Φίδι!» του είπε, μπερδεμένη. Θα την τύλιγε σε μια κόλλα χαρτί. Το είχε αυτό το ταλέντο ο Ρεμί.
«Πολύ ώριμη αντίδραση!» είπε εκείνος. «Θες να αρχίσουμε τους χαρακτηρισμούς; Κι εσύ είσαι ανώριμη και επιπόλαιη!».
«Εσύ είσαι ένα άπιστο κάθαρμα!».
«Κι εσύ είσαι ανάγωγη και κακομαθημένη»
«Κι εσύ είσαι ύπουλος και ψεύτης».
«Κι εσύ είσαι η γυναίκα της ζωής μου και δε θα φύγω από εδώ αν δε λυθεί αυτή η ηλίθια παρεξήγηση».






κεφάλαιο 60-μίλησε κανεις;

Η άνοιξη στη Σκωτία ήταν μαγική. Μετά τον βαρύ χειμώνα, η θερμοκρασία είχε αρχίσει επιτέλους να πέφτει στα μέση του Απρίλη, και όλος της ο κήπος είχε ανθίσει. Κάθε πρωί που έβγαινε έξω για να κάνει δουλειές, κοιτούσε όλο θαυμασμό την απλή ομορφιά των λουλουδιών και τα αμέτρητα χρώματα. Ο κύκλος της ζωής, σκεφτόταν. Το χειμώνα μαραίνονται όλα και την άνοιξη ανθίζουν. Άραγε για εκείνη πότε θα ερχόταν η άνοιξη; Είχαν περάσει σχεδόν τρεις μήνες και δεν είχε ηρεμήσει καθόλου. Έβλεπε εφιάλτες, έκλαιγε, συνεχώς νόμιζε ότι τον έβλεπε ανάμεσα στον κόσμο. Κάθε ήχος που άκουγε μέσα στο σπίτι νόμιζε ότι ήταν η πόρτα κι ότι εκείνος είχε έρθει να πάρει το παιδί ή να της κάνει κακό. Κάθε φορά που έβλεπε έναν μαυροντυμένο ψηλό άντρα νόμιζε ότι την είχε βρει. Και έτρεμε. Έτρεμε στην ιδέα να τον αντιμετωπίσει ξανά.

Δεν του το είχε κάνει εύκολο. Ακόμα και αν ήθελε να τη βρει, που δεν είχε δείξει κανένα τέτοιο σημάδι δεδομένου ότι δεν είχε επικοινωνήσει καν με τους γονείς της, εκείνη είχε καλύψει καλά τα νώτα της. Δεν χρησιμοποιούσε το κανονικό της επώνυμο, δεν έκανε αγορές με πιστωτική κάρτα, κινείτο μόνο με μετρητά και δεν είχε κάνει πολλούς φίλους. Το σπίτι της ήταν απομονωμένο και θα μπορούσε να πει ότι την είχε ξεχάσει ακόμα και ο Θεός. Αυτή ήταν μεγάλη ανακούφιση, δηλαδή να ξέρει ότι δεν μπορούσε να τη βρει. Βέβαια ο Ρέμι ήταν πολύ ισχυρός και αν το ήθελε, ίσως την έβρισκε, αλλά τουλάχιστον εδώ, στην άκρη του κόσμου, αρκετά κοντά αλλά και μακριά από το Λονδίνο, θα μπορούσε να μπερδευτεί στα περίπλοκα δρομάκια που πολλά οδηγούσαν ακόμα και σε βάλτο. Δύο φορές ο ταχυδρόμος είχε κολλήσει στη λάσπη με τη μηχανή του και ένας υδραυλικός που είχε έρθει, έκανε ώρες μέχρι να καταφέρει με τις οδηγίες της να βρει την είσοδο.

Σήμερα ήταν Κυριακή και κάθε Κυριακή επισκεπτόταν τους σπιτονοικοκύρηδές της στο γηροκομείο. Ο Ρέμι συμπαθούσε πολύ το ηλικιωμένο ζευγάρι και η Μαρτίνα απολάμβανε να περνάει χρόνο μαζί τους επειδή δεν ένιωθε την ανάγκη να δώσει εξηγήσεις. Ήταν πολύ διακριτικοί άνθρωποι και δεν την είχαν ρωτήσει ποτέ από πού ήταν, τι έκανε, ποιος ήταν ο πατέρας του παιδιού και άλλα τέτοια. Τους είχε ψήσει μια μηλόπιτα και την πρόσφερε σε όλους τους ηλικιωμένους που ζούσαν στη μικρή αυτή μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων. Δεν ήταν πάνω από 30 άτομα, συγκεντρωμένα σε έξι αυτόνομα σπιτάκια. Η Μαρτίνα αναρωτήθηκε αν θ

α κατέληγε κι εκείνη σε γηροκομείο κάποτε, δεδομένου ότι θα ήταν μόνη στη ζωή και ο Ρέμι θα είχε δική του οικογένεια. Έδιωξε τη δυσάρεστη σκέψη και συνέχισε το παιχνίδι. Έπαιζαν ένα απλό παιχνίδι με χαρτιά και ο Ρέμι έδειχνε ενθουσιασμένος που κέρδιζε, αγνοώντας το γεγονός ότι φυσικά τον βοηθούσαν και οι τρεις να νικήσει.

Στις τρεις ακριβώς φόρεσε το τζάκετ πάνω από το φόρεμά της και πήρε αγκαλιά τον Ρεμί. Είχε σχεδόν αποκοιμηθεί όταν τον έβαλε στο αμάξι για να πάρουν το δρόμο της επιστροφής. Η Μαρτίνα θυμήθηκε ότι έπρεπε να σταματήσει σε ένα μίνι μάρκετ για να αγοράσει σοκολατάκια και τσάι και έτσι έκανε. Όταν έφτασε σπίτι, λίγο πριν τις τέσσερις, πήρε τον Ρέμι αγκαλιά ώστε να μην τον ξυπνήσει, την τσάντα της και τα ψώνια στο άλλο χέρι. Κόντεψε να πέσει, πατώντας βαθιά μέσα στις λάσπες, αλλά κράτησε την ισορροπία της. Κάτι τέτοιες στιγμές μισούσε που ήταν μόνη, να κουβαλάει τα βάρη, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Ήταν τόσο κουρασμένη, που το μόνο που ήθελε ήταν να ξαπλώσει. Αλλά είχε τόσα πολλά πράγματα να κάνει. Να μαγειρέψει για αύριο, να σφουγγαρίσει, να πλύνει τα ρούχα του Ρέμι, να κλαδέψει ένα φυτό που είχε πνίξει τα παρακείμενα. Συνέχισε να περπατάει με κόπο, ισορροπώντας σαν να περπατάει σε ξυλοπόδαρα. Τίποτα δε θύμιζε τη Μαρτίνα του παρελθόντος. Είχε κόψει τα μαλλιά της λιγάκι και ήταν ταλαιπωρημένη από τα ξενύχτια. Όποιος την έβλεπε θα έλεγε ότι ήταν ζητιάνα. Όχι μια διεθνώς αναγνωρισμένη πιανίστρια. Άλλο ένα βήμα και έφτανε στην είσοδο. Ευτυχώς που δεν ήταν κανείς εκεί να τη δει σε αυτά τα χάλια, να κουβαλάει το παιδί και τις σακούλες, και τα πόδια της να είναι καλυμμένα με λάσπες με τα μαλλιά κολλημένα στο πρόσωπο από την υγρασία. Μα πότε είχε βρέξει;



«Χρειάζεσαι βοήθεια;» άκουσε μια βραχνή φωνή πίσω της και το παιδί της ξαφνικά ξύπνησε. 

Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2014

κεφάλαιο 59-διαβάστε το 58 πρώτα!

Δεν είναι ότι δεν είχε τις ευκαιρίες. Το παιδί της έκανε ό,τι μπορούσε για να της φτιάξει το κέφι αλλά μόνο σήμερα είχε καταφέρει να την κάνει να γελάσει. Ακόμα και η ίδια εξεπλάγη με την αντίδρασή της, ακούγοντας τον ήχο να βγαίνει από το λαιμό της. Ώστε μπορούσε να γελάει ακόμα. Χάρηκε με αυτή την αλλαγή. Τελικά ίσχυε αυτό που έλεγαν, ότι ό,τι δε σε σκοτώνει σε κάνει πιο δυνατό.

Η προσπάθεια του Ρέμι να γλείψει το μπωλ όπου είχε αναμείξει διάφορα υλικά για να φτιάξει κέικ σοκολάτας, είχε ως αποτέλεσμα να γεμίσει όλη η μούρη με σοκολάτα. Εκείνος έδειχνε τόσο αφοσιωμένος σε αυτό που έκανε, και την Μαρτίνα την έπιασαν γέλια όταν εκείνος την κοίταξε όλο θλίψη, έχοντας κάνει το μπολ να γυαλίζει. Ευτυχώς είχε και εκείνον. Δε θα μπορούσε να φανταστεί τη ζωή της χωρίς το παιδί της. Ειδικά αυτή την περίοδο. Μόνο για αυτόν ξυπνούσε το πρωί και σηκωνόταν από το κρεβάτι.

Είχε περάσει ένας μήνας από τη στιγμή που έφυγε από το Λονδίνο και εγκαταστάθηκε σε ένα μικρό και απομακρυσμένο από τον πολιτισμό χωριό της βόρειας Σκωτίας. Το απίστευτο κρύο τα βράδια την έκανε να μετανιώνει την επιλογή της αλλά τα πρωινά ο ήλιος έριχνε ένα απίστευτα λαμπερό χρώμα στους βάλτους και στην μικρή λίμνη κοντά στο σπιτάκι της. Είχε νοικιάσει σε άλλο όνομα ένα σπίτι φτιαγμένο από πέτρα, το οποίο βρισκόταν σε ένα τεράστιο αγρόκτημα. Οι ιδιοκτήτες ήταν ηλικιωμένοι και ζούσαν σε ένα γηροκομείο, αλλά της είχαν νοικιάσει το σπίτι σε πολύ οικονομική τιμή, με την προϋπόθεση να προσέχει το κτήμα. Έτσι, είχε αφοσιωθεί στις αγροτικές δουλειές και τα απογεύματα δούλευε σε ένα μικρό βιβλιοπωλείο στο Ελγιν. Έπαιρνε και τον μικρό μαζί της, ο οποίος συνήθως καθόταν ήσυχος ή έπαιζε με τα άλλα παιδάκια στον ειδικά διαμορφωμένο χώρο.

Του έλειπε ο πατέρας του και της το έδειχνε με κάθε τρόπο. Τον ανέφερε συχνά, μιλούσε αραβικά όταν θύμωνε και της επαναλάμβανε ότι στην Οσεάνα δεν έχει ποτέ κρύο. Αλλά δεν μπορούσε να του εξηγήσει το λόγο που έφυγαν. Του είχε πει ότι έπρεπε να πάνε ένα μικρό ταξίδι γιατί δεν ήταν σίγουρη για τον γάμο και το άφησε εκεί. Ο μικρός δε ρώτησε πολλά αλλά έδειξε ενοχλημένος. Οι γονείς της, δε, της είπαν ανοιχτά ότι τη θεωρούν τρελή και ότι ο Ρεμί είναι ό,τι καλύτερο της έχει συμβεί. Τους άφησε ρητές εντολές να μην πουν τίποτα για εκείνη αν τους ρωτούσε εκείνος και έφυγε για βόρεια Σκωτία λέγοντάς τους ότι θα πάει στην Ιρλανδία.
Όχι ότι την είχε ψάξει κιόλας. Τους τηλεφωνούσε συχνά και της είχαν πει ότι δεν τους είχε ενοχλήσει. Μάλλον είχε λάβει το μέιλ που του έστειλε. Του έγραφε ότι ο γάμος ματαιώνεται και ότι δεν είναι ηλίθια για να πιστεύει τα ψέματά του. Μετά έκλεισε το λογαριασμό της, γιατί δεν ήθελε να διαβάσει την απάντησή του.

Μαύρη απελπισία είχε κυριέψει την ψυχή της όμως. Ήταν τόσο θλιμμένη που ώρες ώρες αναρωτιόταν τι ήταν χειρότερο. Να είναι μαζί του ή χώρια του. Αλλά όταν σκεφτόταν τι είχε ακούσει, γινόταν ξεκάθαρο μέσα της. Σαν δίσκος που είχε κολλήσει, οι λέξεις του ζευγαριού είχαν στοιχειώσει τα βράδια της. Και ειδικά το χθεσινό βράδυ. Χρειάστηκε να πιει δύο ποτήρια κόκκινο κρασί για να χαλαρώσει και να κοιμηθεί. Η νύχτα του γάμου τους. Τα δάκρυά της έρρεαν ασταμάτητα, σαν χείμαρρος την εποχή βροχοπτώσεων. Πόσο διαφορετική είχε φανταστεί αυτή τη νύχτα… Μια ρομαντική τελετή, μια πολυτελής δεξίωση και μετά ένα ερωτικό βράδυ. Αλλά τίποτα από αυτά δε συνέβη. Εκείνη βρισκόταν κρυμμένη σε ένα χωριό στη Σκωτία, εκείνος βρισκόταν στην Οσεάνα με τη γυναίκα που του άξιζε σε όλα τα επίπεδα και ανάμεσά τους υπήρχε...τίποτα. Ένα απέραντο κενό που την περιγελούσε για τις ελπίδες που αφέθηκε να νιώσει.

Άραγε εκείνος το θυμήθηκε; Αναρωτήθηκε και αμέσως μάλωσε τον εαυτό της. Τι την ένοιαζε; Δεν την ένοιαζε αν το είχε θυμηθεί, αν είχε προλάβει να ακυρώσει τα πάντα, τι θα είπαν οι καλεσμένοι και πώς αντιμετώπισε το πολιτικό κόστος. Όλα αυτά ήταν δική του δουλειά. Η δική της δουλειά ήταν να ξυπνάει νωρίς και να ποτίζει τα λαχανικά, να μαγειρεύει στο γιο της, να δουλεύει στο βιβλιοπωλείο, και το βράδυ όταν γύριζε σπίτι, να φροντίζει να μην λιποθυμήσει από την εξάντληση.

Είχε λεφτά, αλλά στην κάρτα της. Αν ο Ρεμί ήθελε να τη βρει και να την εκδικηθεί, ή να αρπάξει το παιδί, θα την εντόπιζε πανεύκολα μέσω των τραπεζικών συναλλαγών της. Είχε βγάλει μερικά χρήματα από το Λονδίνο αλλά υπήρχε ανώτατο όριο ανάληψης και έτσι είχε χρήματα μόνο για τα εισιτήρια και την εγγύηση για το σπίτι. Αν στο Λονδίνο δυσκολευόταν τόσα χρόνια, τώρα πραγματικά κινδύνευε να περιπέσει σε ένδεια. Ευτυχώς ο μικρός ήθελε ακόμα για να πάει σχολείο και δεν είχε φοβερά έξοδα. Χρειαζόταν μόνο λίγο φαγητό και φροντίδα. Αυτά μπορούσε να του τα προσφέρει. Θα ζούσαν μια απλοϊκή ζωή, κοντά στη φύση, και σιγά σιγά θα γίνονταν ευτυχισμένοι. Η Μαρτίνα χαμογέλασε και πήρε τον μικρό αγκαλιά για να τον πάει στο μπάνιο. Η ώρα είχε περάσει και έπρεπε να κοιμηθεί. Αύριο είχαν πολύ πρωινό ξύπνημα, γιατί έπρεπε να σκεπάσουν τα λαχανικά. Ίσως έριχνε χαλάζι…


κεφάλαιο 58-καλέ ξέχασα να το ανεβάσω!!

Το ταξίδι μέχρι το Λονδίνο ήταν πολύ καλό. Είχε καταφέρει να κοιμηθεί κιόλας λιγάκι, μιας και ο Ρέμι έπαιζε ένα επιτραπέζιο με την αεροσυνοδό τους. Είχε περάσει ένα απαίσιο βράδυ με τον Ρεμί. Είχαν ξαπλώσει μαζί και φυσικά δεν είχε καμία επιθυμία να κάνουν έρωτα, πράγμα που εξέπληξε δυσάρεστα τον Ρεμί, ο οποίος μάλλον είχε κακομάθει με την σεξουαλική προθυμία της τις προηγούμενες μέρες. Αλλά σε αυτή την περίπτωση της φαινόταν αδιανόητο να αφεθεί στα φιλιά του, στη ζεστή αγκαλιά του, στα έμπειρα χάδια του. Μπορούσε να το απολαύσει ουδέτερα, ξεχνώντας ότι αυτός ο άντρας ήταν ένα φίδι, αλλά μετά θα ένιωθε σαν πόρνη και δεν ήθελε να γεμίσει τον εαυτό της με επιπλέον αρνητικά συναισθήματα. Το πρωί τη συνόδευσε μέχρι το αεροδρόμιο και τη φίλησε με πάθος. Την έσφιξε και της είπε ότι την αγαπάει και για μερικά δευτερόλεπτα η Μαρτίνα προσευχήθηκε να ήταν αληθινά όσα έλεγε. Όλα είχαν γίνει τόσο γρήγορα που δεν πρόλαβε καλά καλά να συνηθίσει στη νέα τάξη πραγμάτων. Από τον απόλυτο έρωτα που ένιωθε για αυτόν τον άντρα, μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα ένιωσε απέχθεια. Τώρα ήταν αναγκασμένη να παίζει θέατρο, ενώ ήθελε απλώς να φύγει μια ώρα αρχύτερα από κοντά του ώστε να μη χρειάζεται πια να πνίγει τα δάκρυά της.

Είχε τόσα πολλά στο μυαλό της που νόμιζε ότι ο εγκέφαλός της θα εκραγεί. Έπρεπε να τακτοποιήσει τάχιστα τις λεπτομέρειες για το επόμενο σκέλος του ταξιδιού της, να απαντήσει επαρκώς στις ερωτήσεις του Ρέμι για τον πατέρα του και γιατί δεν επιστρέφουν στην Οσεάνα, να βρει μια δουλειά και να κρύψει την ταυτότητά της. Τουλάχιστον για λίγο καιρό. Έξι μήνες ίσως. Ναι, έξι μήνες έφταναν για να ηρεμήσει και να βάλει τη ζωή της σε κάποια τάξη. Και μετά θα επικοινωνούσε μαζί του και θα του έλεγε ότι μπορούσε να επισκέπτεται τον γιο του. Αφού φυσικά είχε συμβουλευτεί τον καλύτερο δικηγόρο και ήταν σίγουρη ότι δε θα κινδύνευε το παιδί της με αρπαγή.
Προσγειώθηκε νωρίς το μεσημέρι σε ένα αεροδρόμιο που απείχε περίπου μιάμιση ώρα από το κέντρο του Λονδίνου. Πήρε τον Ρεμί και του είπε ότι έφτασε. Του απάντησε ένα ξερό «κι εγώ» στο «σ’αγαπώ» του και τον έκλεισε βιαστικά. Θα πήγαινε στους γονείς της, θα έμενε εκεί ένα βράδυ και μετά μάλλον θα έκλεινε εισιτήρια. Θα έφευγε το πολύ σε δυο τρεις μέρες. Για έναν μακρινό προορισμό. Κάπου που να μην μπορούσε να τη βρει. Θα του έστελνε ένα μήνυμα να μην την ψάξει και ότι δεν είναι πια ηλίθια για να πιστεύει τα ψέματά του. Αυτό έπρεπε να κάνει. Και για την ψυχική της υγεία αλλά και για την αξιοπρέπειά της. Και μακροπρόθεσμα, και για την ευτυχία του γιου της.

Ένα πράγμα τής διέφευγε. Δεν είχε ιδέα πώς θα τον ξεπεράσει. Η αγάπη, η πληρότητα, η ευτυχία που ένιωθε όταν ήταν μαζί του ήταν αισθήματα τόσο έντονα που την είχαν αλλάξει για πάντα. Πώς θα ζούσε πάλι μια ζωή ανέραστη; Μια ζωή χωρίς τις συγκινήσεις που της πρόσφερε τόσο απλόχερα; Μήπως ήταν χαζή που τα άφηνε όλα πίσω της; Μήπως έπρεπε να μείνει εκεί και να παλέψει; Να τον διεκδικήσει; Θα κέρδιζε άραγε; ‘Η θα ήταν η επίσημη γυναίκα του, που θα ζούσε μέσα στα πλούτη, αλλά δε θα είχε καμία άλλη σχέση μαζί του; Θα μαράζωνε έτσι. Τον ήξερε καλά τον εαυτό της. Δεν ήταν γυναίκα που της έφταναν τα λίγα, που συμβιβαζόταν. Ήθελε το 110% των ανθρώπων, γιατί πολύ απλά το ίδιο έδινε και η ίδια. Σε όλες της τις σχέσεις και σε όλες της τις δραστηριότητες.

Το πιάνο της…πάλι το είχε χάσει. Πάλι το είχε αφήσει. Άραγε θα έπαιζε ποτέ κανείς σε αυτό ή θα έμενε έτσι κλειστό μέχρι να χαλάσει; Και το πρότζεκτ της; Α, αυτό σίγουρα θα το αναλάμβανε με μεγάλη χαρά η πάντα άξια Ασσάν. Σίγουρα θα έβαζε χέρι στις ιδέες της και θα απολάμβανε τα συγχαρητήρια που ανήκαν στην ίδια. Αλλά δεν την ένοιαζε. Η Ασσάν και ο Ρεμί ήταν φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον. Ύπουλοι και ψυχροί δολοφόνοι που πατούν επί πτωμάτων. Θα κάνουν τέλειο δίδυμο. Αυτοί οι δύο θα κατακτήσουν τον κόσμο.

Ένιωσε δάκρυα να τσούζουν τα μάτια της αλλά δεν έκλαψε. Ούτε αναστέναξε βαθιά για να φύγει ο κόμπος που την έπνιγε. Δεν ήταν πια δουλειά της τι ήταν και τι δεν ήταν ο Ρεμί. Το χρωστούσε στον εαυτό της να αφεθεί και να το ζήσει. Και το έκανε. Όσο κράτησε ήταν πανέμορφο. Αλλά έπαιξε και έχασε. Κι εκείνον και τον εαυτό της.







Δευτέρα, 6 Οκτωβρίου 2014

κεφάλαιο 57-αγαπημένες Κέικ και Πωλ, καλωσορίσατε και πάλι πίσω!

Ο Ρεμί έδειχνε ανήσυχος. Ειλικρινά ανήσυχος. Η Μαρτίνα τον θαύμασε για την υποκριτική του δεινότητα. Για μερικά δευτερόλεπτα την έπεισε ότι το εννοούσε.
«Να πας φυσικά, αγάπη μου» της είπε με πάθος. «Και θα έρθω κι εγώ μαζί σου!»
«Όχι, δεν είναι ανάγκη» απάντησε χαμογελώντας με δυσκολία. «Θα μείνω μόνο λίγες μέρες και θα επιστρέψω για να συνεχίσω τις ετοιμασίες».
«Μα δεν είναι δυνατόν, αγάπη μου, να μην έρθω; Τι θα πει η μητέρα σου; Είμαι πλέον κι εγώ σαν παιδί της. Τουλάχιστον έτσι θέλω να με βλέπει».
Η Μαρτίνα ένιωσε την επιθυμία να του ουρλιάξει ότι τον μισεί εκείνον και τα ψέματά του, αλλά δεν είπε κουβέντα. Μια φορά ηθοποιός εκείνος, δυο φορές θεατρίνα εκείνη.
«Έχεις τόσες δουλειές εδώ εσύ. Η μητέρα μου θα καταλάβει. Άλλωστε το σπίτι μας είναι μικρό και εγώ θα πρέπει να μείνω εκεί για να τη φροντίζω. Δε θα είσαι άνετα».
«Στο πανεπιστήμιο έμενα σε εστία» της είπε ξερά. «Ακόμα να καταλάβεις ότι μπορεί να ζω στην πολυτέλεια αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δεν μπορώ να ζήσω και σε ένα μικρότερο σπίτι».
«Ρεμί, σε ευχαριστώ πολύ για το γνήσιο ενδιαφέρον σου» του είπε και πίεσε τον εαυτό της να του χαϊδέψει το μάγουλο. «Αλλά ειλικρινά, δε χρειάζεται να έρθεις. Η μητέρα μου στραμπούληξε το πόδι της και θα πάω τρεις τέσσερις μέρες να τη βοηθήσω. Θα ψάξω και μερικά πράγματα για τον γάμο και θα γυρίσω. Τόσο απλό. Ακόμη φοβάσαι;» τον προκάλεσε ψεύτικα. «Ακόμα δεν με εμπιστεύεσαι;».
«Όχι, δεν είναι αυτό»  απέρριψε την ιδέα ο Ρεμί πολύ γρήγορα. «Απλώς δε θέλω να μείνουμε χώρια τόσες μέρες. Τέλοσπάντων, δε θέλω να γίνομαι φορτικός. Νιώθω λίγο άβολα που θα φύγεις αλλά δεν μπορώ να σε κρατώ φυλακισμένη. Προτείνω να πετάξεις με το τζετ μας. Μόνο βιάσου να γυρίσεις» της είπε ικετευτικά. Η Μαρτίνα κοίταξε τα σοκολατένια μάτια του και εξεπλάγη το πώς παρέμεναν τόσο ζεστά παρόλα τα αισχρά ψέματά του.
«Μην ανησυχείς και θα γυρίσουμε σύντομα».
«Θα γυρίσετε; Δηλαδή θα πάρεις και το παιδί;».
«Εννοείται, Ρεμί!» του είπε με σιγουριά. Αυτό το κομμάτι ήταν που φοβόταν πιο πολύ στο καλά οργανωμένο σχέδιό της. Έπρεπε να τον πείσει χωρίς να εγείρει τις υποψίες του. Από αυτό το σκέλος της συζήτησης θα κρίνονταν όλα. «Να δει το παιδί τη γιαγιά του λιγάκι. Άσε που είναι ευκαιρία να τον πάω στον οδοντίατρό του. Είναι ένας φοβερός γιατρός και δέχεται μόνο ελάχιστους ασθενείς. Ο Ρέμι μόνο σε αυτόν κάθεται να τον εξετάσει».
«Έχουμε κι εδώ γιατρούς».
«Το ξέρω και του έχω εξηγήσει ότι είναι τελευταία φορά που πάμε στον δρα Πίτερς» του είπε τάχαμ αυστηρά. «Αλλά για το φετινό έλεγχο ας πάει στον δρα Πίτερς. Να δει λίγο και τη γιαγιά του» επανέλαβε αδύναμα. Το έχανε, το έβλεπε. Δεν τον είχε πείσει. Την κοιτούσε δύσπιστα.
«Το παιδί μπορεί να μείνει εδώ» επέμεινε εκείνος.
«Πάλι αρχίσαμε» αγανάκτησε εκείνη. «Με καταπιέζεις. Δεν το βλέπεις; Πώς θα παντρευτούμε έτσι;» του είπε, ξέροντας ότι εκείνος θα τρόμαζε στην ιδέα ότι θα ματαίωνε τον γάμο. Προφανώς είχε ανάγκη αυτή την τυπικότητα για να αποδεχτεί ο κόσμος το νόθο παιδί του. 
«Θέλω χρόνο να το σκεφτώ» είπε εκείνος τρίβοντας τα μάτια του. Νύσταζε και έδειχνε κουρασμένος. Την πλησίασε και την αγκάλιασε από πίσω. Η Μαρτίνα κράτησε την αναπνοή της και προσπάθησε να μην τραβηχτεί. Δεν άντεχε άλλο αυτή τη φαρσοκωμωδία. Έπρεπε να φύγει.
«Ρεμί, σε τέσσερις μέρες θα είμαστε και οι δύο πίσω. Μη φοβάσαι, αγάπη μου. Όχι πια» του είπε τρυφερά. Εκείνος χαμογέλασε, ανακουφισμένος.
«Καλά τότε» είπε εκείνος και ανασήκωσε τους ώμους. «Θα ναυλώσω το τζετ να πάτε άνετα και γυρνάτε σε τέσσερις μέρες πάλι με το ίδιο. Εντωμεταξύ εγώ θα συνεχίσω με τις ετοιμασίες εδώ. Έχεις δει τη λίστα των καλεσμένων; Έχει ξεπεράσει τα χίλια άτομα. Είναι σωστή τρέλα».
«Είμαι σίγουρη ότι θα τα καταφέρεις» του είπε.
«Έχεις κάτι εσύ;» τη ρώτησε μετά από μερικά δευτερόλεπτα που την επιθεωρούσε προσεκτικά.
«όχι, όχι. Απλώς ανησυχώ για τη μητέρα μου»
«Αν θες πάντως, μπορώ να κανονίσω να μεταφερθεί εδώ. Να κάνει εδώ την αποθεραπεία της και να έρθει με την ησυχία της στο γάμο».
«Δεν είναι ανάγκη, ένα διάστρεμμα είναι μόνο».
«Καλώς τότε. Πότε λες να φύγεις;»
«Αύριο το πρωί είναι καλά;»

«Ναι, αγάπη μου, θα προλάβουμε. Και απόψε θα σε σφίξω στην αγκαλιά μου για να σε χορτάσω».