Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2014

κεφάλαιο 51-καλό ΣΚ!

51

«Θα σου δώσω μερικά δευτερόλεπτα να σκεφτείς αυτό που είπες και αν το εννοείς, να το επαναλάβεις» είπε εκείνος ανέκφραστος, αλλά το άκαμπτο κορμί του έδωσε στην Μαρτίνα να καταλάβει ότι και οι δικές του αισθήσεις ήταν σε εγρήγορση. «Αν αργήσεις παραπάνω, δε θα σου αφήσω την επιλογή, και δε θα φταίω για όσα συμβούν».
«Μην ανησυχείς» είπε η Μαρτίνα και τέντωσε αργά τα πόδια της στο ανάκλιντρο. Το βλέμμα του ακολούθησε την κίνησή της και κατέληξε στα μάτια της. «Και δε θα αργήσω» του χαμογέλασε όσο πιο λάγνα μπορούσε. «Νιώθω λίγο μόνη μου εδώ πέρα» του είπε παραπονιάρικα δείχνοντας το ανάκλιντρο. «Μήπως μπορείς να έρθεις, και να μου θυμίσεις λιγάκι μερικά πράγματα που έχω ξεχάσει;» τον ρώτησε ντροπαλά σχεδόν.
Ο Ρεμί σηκώθηκε απότομα και το στητό κορμί του έκανε το αίμα της να βράζει. Ανυπομονούσε να τον νιώσει κοντά της και έτρεμε στην ιδέα ότι τον ήθελε τόσο απεγνωσμένα παρά τα όσα της είχε πει η αντιπαθητική Ασσάν. Την πλησίασε κοιτώντας τη σταθερά και η Μαρτίνα κατέβασε τα μάτια της. Εκείνος έκατσε δίπλα της και η Μαρτίνα μάζεψε τα πόδια της. Το χέρι του στήριξε το σαγόνι της και πλησίασε το στόμα του στο δικό της. Αλλά δεν τη φίλησε. «Τι έχεις ξεχάσει δηλαδή;» τη ρώτησε βραχνά και ένιωσε στη φωνή του τον πόθο αλλά και την προσπάθειά του να συγκρατηθεί.
«Έχω ξεχάσει…» ξεκίνησε με φόρα αλλά κόμπιασε. Δεν ήξερε από πού να ξεκινήσει. «Έχω ξεχάσει πώς είναι να με χαϊδεύεις παντού» του είπε και κοκκίνισε «να νιώθω το βάρος σου πάνω μου να με συνθλίβει, να με φιλάς στο λαιμό ενώ…ξέρεις» συνέχισε, «να μου ψιθυρίζεις στα αραβικά λόγια αγάπης όταν…ξέρεις» κατέληξε.
«Ξέρω» απάντησε εκείνος χαμογελώντας αδιάντροπα με την αμηχανία της. Η Μαρτίνα έκλεισε τα μάτια όταν εκείνος έσυρε τα δάχτυλά του από το μάγουλό της στο λαιμό της και από εκεί στο στέρνο της, το οποίο ήταν γυμνό. Φορούσε ένα μπλουζάκι μεταξωτό που στερεωνόταν χαμηλά στους ώμους. «Και τι θες να σου κάνω;» τη ρώτησε, γνωρίζοντας ότι την προκαλούσε. Η Μαρτίνα πάντα δυσκολευόταν να του πει τι της άρεσε και τι ήθελε από αυτόν. Κουμπωμένη όπως ήταν στις πράξεις, ήταν και στα λόγια, τόσο μέσα στην κρεβατοκάμαρα όσο και έξω από αυτήν.
«Ρεμί…» του είπε βραχνά κοιτώντας τον «στη φάση που είμαι» συνέχισε, παίρνοντας το χέρι του και φιλώντας αργά τα ακροδάχτυλά του «ό,τι και να κάνεις, ευπρόσδεκτο θα είναι».
«Δηλαδή να μη δώσω τον καλύτερο εαυτό μου;» γέλασε εκείνος σκοτεινά.
«Τι έχεις κατά νου;» ρώτησε εκείνη, νιώθοντας σαν παιδάκι μέσα σε ζαχαροπλαστείο. Ο Ρεμί είχε το κλειδί την ικανοποίησής της στο χέρι του και το κουνούσε επιδεικτικά.
«Έλεγα να ξεκινήσουμε με μερικά φιλιά» της χαμογέλασε και τη φίλησε με πάθος στο στόμα. Η Μαρτίνα ανταποκρίθηκε με πάθος και όταν το χέρι του χώθηκε στη βάση του κεφαλιού της και την έγειρε πίσω, δεν πρόβαλε καμία αντίσταση. Η Μαρτίνα απολάμβανε το ερωτικό του φιλί και το παιχνίδισμα της γλώσσας του αλλά αποφάσισε να αναλάβει κι αυτή δράση και τα δάχτυλά της κινήθηκαν προς το πουκάμισό του. Του ξεκούμπωσε αργά τα κουμπιά του και του έβγαλε βιαστικά τη στενή φανέλα που φορούσε από μέσα. Όταν κόλλησε πάνω στο απαλό, καλογυμνασμένο κορμί του, η ζεστασιά του και το αρρενωπό άρωμά του πότισε την ψυχή της και έβγαλε ένα βαθύ αναστεναγμό. Πόσο άνετα, πόσο όμορφα ένιωθε στην αγκαλιά του. Τι σκεφτόταν τότε; Γιατί έβαζε τόσα εμπόδια στον εαυτό της, στην ευτυχία της;
Ο Ρεμί τη σήκωσε και την έστησε όρθια μπροστά του. Την έγδυσε αργά, μέχρι που έμεινε ολόγυμνη μπροστά του. Ξαφνικά ένα κύμα ντροπής την πλημμύρισε και έκρυψε το πρόσωπό της στα χέρια της. Εκείνος, καθισμένος μπροστά της, τράβηξε τα χέρια της. «Θέλω να σε βλέπω» της είπε απλά και το χέρι του ταξίδεψε από τη γάμπα της ως το γλουτό της, και μετά κάτω πάλι. Με αφηρημένες, σχεδόν ράθυμες κινήσεις, σε ένα ανελέητο μαρτύριο ηδονής ο Ρεμί κατέληξε να τη χαϊδεύει πίσω από το γόνατο, κάνοντάς τη να απορεί για το λόγο που εκείνο το σημείο ήταν τόσο ερωτογενές.
«Ρεμί…» βόγκηξε ασυναίσθητα αλλά εκείνος τη διέταξε να σωπάσει.
«Υπομονή» της είπε και συνέχισε να τη χαϊδεύει. Τα χείλη του ακούμπησαν τον αφαλό της και το χέρι του ανέβηκε πιο ψηλά, στα μπούτια της και μετά λίγο πιο ψηλά, μέχρι που βρήκαν το κέντρο της θηλυκότητάς της. Η Μαρτίνα έγειρε το κεφάλι πίσω, ανίκανη να στηρίξει το κεφάλι της. Τη χάιδευε αργά, με κυκλικές κινήσεις και όταν η Μαρτίνα πλησίαζε στην κορύφωση, σταματούσε για λίγο και συνέχιζε ξανά. Το βασανιστικό αυτό παιχνίδι συνεχίστηκε για πολύ, μέχρι που η Μαρτίνα δάκρυσε από την απόλαυση και τον παρακάλεσε να την αφήσει να τελειώσει. Εκείνος όμως την άφησε από τα χέρια του και ξεκούμπωσε το παντελόνι του. Έμεινε μόνο με το εσώρουχό του, ένα μαύρο κολλητό μποξεράκι και ήταν η δική του σειρά να κλείσει τα μάτια του όταν η Μαρτίνα έκλεισε την παλάμη της γύρω από τον ανδρισμό του.
«Εγώ φταίω;» τον ρώτησε εκείνη πονηρά ενώ έσκυβε για να τον φιλήσει.
«Για απόψε και για πολλά πολλά βράδια ακόμα» της είπε εκείνος βγάζοντας κοφτές ανάσες που της έδιναν όση επιβεβαίωση χρειαζόταν για να συνεχίσει. «Σταμάτα» της είπε απότομα και την τράβηξε πάνω του. Η Μαρτίνα ακούμπησε τα γόνατά της δίπλα από τους γοφούς της και χαμήλωσε πάνω του.
«Μαλακά» την προέτρεψε εκείνος αλλά η Μαρτίνα δεν είχε πολλή υπομονή. «Αγάπη μου» τον άκουσε να της λέει βραχνά όταν είχε μπει τελείως μέσα της και εκείνη άρχισε να κινείται πάνω του. Τον ήθελε τόσο πολύ και τόσο καιρό που δεν μπορούσε να κρατηθεί άλλο. Όταν τον ένιωσε έτοιμο να εκραγεί, άφησε τον εαυτό της ελεύθερο, πρώτη φορά, και τον άφησε να την οδηγήσει σε ένα ταξίδι γεμάτο νέα ερεθίσματα, νέες εμπειρίες. Ούρλιαξε το όνομά του, έτσι όπως της είχε πει κάποτε, έτσι όπως ήξερε ότι ήθελε. Τον αγκάλιασε σφικτά από τους ώμους και κάθισε στην αγκαλιά του κουλουριασμένη, ενώ εκείνος τη σκέπαζε με το πουκάμισό του. Το σμίξιμό τους είχε μια νεανική αδημονία, μια βιασύνη αναμεμειγμένη με αμηχανία και πάθος. Αλλά το αποτέλεσμα ήταν απολαυστικό.
«Τώρα που ούρλιαξα το όνομά σου από ηδονή» τον πείραξε, θυμίζοντάς του τα λόγια του «θα με αφήσεις;» τον ρώτησε ανάλαφρα, αλλά μέσα της έτρεμε την απάντηση.
«Τώρα να σε αφήσω;» την κοίταξε αυτός με μια αναγεννησιακή ηρεμία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του. «Τώρα που επιτέλους αφέθηκες; Τώρα που κατάλαβα για πρώτη φορά ότι με θες όσο κι εγώ;» την αγκάλιασε και τον ένιωσε να τρέμει.
«Νόμιζα ότι το ήξερες αυτό» του είπε παραπονιάρικα.
«Άνθρωπος είμαι κι εγώ» είπε εκείνος ψιθυριστά, με φωνή ραγισμένη σχεδόν. «Έχω κι εγώ ανασφάλειες. Είμαι κι εγώ ερωτευμένος και για μένα είσαι μια πανέμορφη ξανθιά θεά, με μοναδικό ταλέντο στη μουσική, εξαίσια ανατροφή και τρόπους. Φοβάμαι κι εγώ ότι δε σε ικανοποιώ και ότι δε μου αξίζεις και ότι αργά ή γρήγορα θα βρεις κάποιον άλλον» της είπε και η Μαρτίνα δάκρυσε από τη συγκίνηση.
«Αυτά σκεφτόσουν τόσο καιρό;» τον ρώτησε αλλά δεν της απάντησε. «Βασανιζόσουν και δε μου είχες πει κουβέντα;» επέμεινε. «Ποτέ δε μου είχε περάσει από το μυαλό ότι ένιωθες ανασφάλειες. Επειδή είσαι τόσο…εσύ» του γέλασε μέσα στα δάκρυά της «νόμιζα ότι ξέρεις πόσο όμορφος, πόσο μοναδικός είσαι. Πώς είναι δυνατόν να αμφέβαλλες;»
«Δε μου αφέθηκες ποτέ. Είχες ένα τοίχος γύρω σου και εγώ νόμιζα ότι κρατούσες πισινή, ότι περίμενες κάποιον άλλον, κάτι καλύτερο».
«Δεν υπάρχει κανείς άλλος, δεν υπήρξε ποτέ» του είπε αποφασιστικά. «Και θα συνεχίσω να σου δίνομαι άνευ όρων αν αυτό είναι που θες. Αν αυτό είναι που θα σε κάνει να μην…κοιτάς άλλες γυναίκες».
«Δεν κοιτάω άλλες γυναίκες. Θέλω μόνο εσένα» είπε εκείνος απότομα. «Βάλτο καλά στο κεφάλι σου».
«Εντάξει» του χαμογέλασε. «Νομίζω ότι το πιστεύω πια».
«Με αγαπάς πολύ;» τη ρώτησε.
«Πάρα πολύ!» του είπε και τον έσφιξε.
«Θα κοιμηθούμε απόψε μαζί;»
«Μα…το παιδί…».
«Θέλω να γίνουμε κανονικό ζευγάρι. Δε θέλω να κάνουμε έρωτα στα κρυφά» είπε εκείνος ξαφνικά και την αιφνιδίασε.
«Νομίζω ότι μιλάνε οι ορμόνες σου» του γέλασε. «Θες να το ξανασυζητήσουμε αύριο; Λίγο πιο ψύχραιμα;»

«Θα κοιμηθούμε μαζί απόψε» είπε αποφασιστικά «και θα φύγω απ΄το δωμάτιο πριν ξυπνήσει ο μικρός. Αν θες να συζητήσουμε αύριο, θα συζητήσουμε κάτι άλλο. Πιο…δραστικό» της είπε αινιγματικά και τη βοήθησε να ντυθεί.

5 σχόλια:

  1. Αχου τα χρυσά μου!! Πόσο τον αγαπώ το. Ρεμί..... Ωχ Θεέ μου....εγινε αυτο που θέλανε και οι δυο(και όλες εμεις)Καλο ΣΚ συγγραφέα μας

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. αυτα μας κανεις τωρα συγγραφεα μας νυχτιατικο και τρεχουμε και δε φτανουμε!
    τον αγαπω τον Ρεμι! ποσο υπεροχη και μαγευτικη ιστορια... καλο ΣΚ συγγραφεα μας!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Επιτελους!!!!!!! Αφεθηκε καιρος ηταν πια δεν αντεχε αλλο ο καημενος ο Ρεμι ;) φανταστηκο και αισθησιακο το σημερινο κεφαλαιο ποιος περιμενει μεχρι την δευτερα
    Καλο ΣΚ :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή