Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Πέμπτη, 18 Σεπτεμβρίου 2014

Κεφάλαιο 45-Α-πο-καλυφθείτε! (που λέγαμε και στον στρατό)

«Ρεμί, το πιάνο μου…» είπε με φωνή που έσβηνε και κάθισε μπροστά στο λατρεμένο της όργανο. Το χειροποίητο κάθισμα με το δερμάτινο κάλυμμα ήταν εκεί, μπροστά από το πελώριο πιάνο. Ήταν εκείνο. Το δικό της. Όχι κάποιο που του έμοιαζε. Το δικό της. Το ολόδικό της. Μια γρατζουνιά τής θύμισε ένα ατύχημα που είχε ενώ έκανε πρόβα σε ένα δύσκολο κομμάτι. «Πού το βρήκες;» τον ρώτησε δακρυσμένη και άγγιξε τα πλήκτρα δειλά, λες και άγγιζε το κορμί του εραστή της για πρώτη φορά. «Δεν ήταν και δύσκολο» της είπε εκείνος περήφανος ενώ ακουμπούσε τα χέρια του πάνω στους ώμους της. Στεκόταν από πίσω της και το κεφάλι της σχεδόν ακουμπούσε στους επίπεδους κοιλιακούς του. «Μαζί το είχαμε αγοράσει! Θυμάσαι; Μου είχες πάρει τα αφτιά με το μοντέλο! Όταν συγκέντρωσες τα λεφτά, ήμουν εκεί όταν έδωσες την προκαταβολή και κανόνισες να σου το φέρουν στο σπίτι». Η Μαρτίνα θυμήθηκε εκείνες τις μέρες. Πόσο ανέμελη ήταν. Είχαν μπει στον πανάκριβο οίκο χειροποίητων οργάνων φορώντας τζιν και αθλητικά και όλοι τους λοξοκοιτούσαν. Ο Ρεμί είχε εκνευριστεί και ήθελε να φύγουν αλλά εκείνη επέμεινε. Ήθελε εκείνο το συγκεκριμένο πιάνο και δε θα έφευγε χωρίς να το αγοράσει. Ήταν η πρώτη φορά που αγόραζε δικό της πιάνο, όπως το ήθελε, και το αγόραζε με λεφτά που είχε βγάλει με το ταλέντο της.
«Πώς το βρήκες;» επέμεινε.
«Το έψαχνα σχεδόν από τη στιγμή που μου είπες ότι το πούλησες. Δεν με έπεισες ότι το έκανες τόσο εύκολα. Ο άνθρωπός μου βρήκε εύκολα τον πρώτο αγοραστή επειδή το είχε πάει για συντήρηση στην εταιρεία από όπου το αγοράσαμε, αλλά μετά δυσκολεύτηκε λιγάκι γιατί ο άνθρωπος αυτός το είχε δωρίσει σε ένα ίδρυμα και έπρεπε να κάνουμε μεγαλύτερη δωρεά και να αγοράσουμε δύο καινούργια όργανα για να πάρουμε πίσω το δικό σου».
«Είσαι τρελός!» του είπε και άρχισε να κλαίει.
«Νόμιζα ότι το ήξερες αυτό» της είπε και την χάιδεψε τρυφερά.
«Το πιάνο μου, Ρεμί, το πιάνο μου» του επαναλάμβανε μέσα στα αναφιλητά της. Εκείνος δεν την παρηγόρησε. Την άφησε να κλαίει, να ξεσπάσει. Της έδωσε το χρόνο της.
«Δεν μπορούσα να κοιμηθώ τα βράδια» της είπε τελικά. «Δεν το άντεχε η τιμή μου να ξέρω ότι το πούλησες για να μεγαλώσεις το παιδί μας. Να ξέρω ότι εγώ έφταιγα για όλα» παραδέχτηκε φανερά συγκινημένος. Το κεφάλι της είχε γείρει μπροστά και είχε καλύψει τα μάτια της με τα χέρια της.
«Όλα λάθος τα κάναμε, Ρεμί, όλα λάθος» του είπε κλαίγοντας.
«Όχι και όλα!» της είπε γλυκά. «Το παιδί μας είναι φοβερό! Και το οφείλω σε σένα!».
«Ρεμί, σε ευχαριστώ πολύ» του ψιθύρισε και εκείνος τη φίλησε στο κεφάλι και απομακρύνθηκε. Στήριξε το μπράτσο του στο πιάνο και της χαμογέλασε.
«Παίξε μου κάτι, χαμπίμπτι. Δε θέλω να είμαι αυτός που σου έκοψε το πιάνο. Εγώ ήθελα να είμαι ο άνεμος κάτω από τα φτερά σου, όχι εμπόδιο. Έπαιζες και τραγουδούσες σαν άγγελος. Παίξε μου κάτι» την ικέτευσε σχεδόν.
«Δεν μπορώ, Ρεμί, μη με πιέζεις» του είπε και έκλεισε το κάλυμμα πάνω από τα πλήκτρα. «Σε ευχαριστώ που το βρήκες και κάποια στιγμή θα επιστρέψω σε αυτό, αλλά δεν είμαι έτοιμη».
«Μα νόμιζα ότι…» είπε αλλά δεν ολοκλήρωσε.
«Είμαι μπερδεμένη. Αυτό το δώρο, αυτό που μου έγραψες…τι εννοείς; Με τρελαίνεις» του είπε θυμωμένη.
«Κι εσύ με τρελαίνεις!» είπε ο Ρεμί δυναμικά. «Εννοώ ό,τι σου λέω και ό,τι σου δείχνω. Γιατί δεν βλέπεις μπροστά σου;».
«Νόμιζα ότι ήθελες να αφήσεις το παρελθόν πίσω σου» του είπε λίγο ειρωνικά και το βλέμμα του την έκανε να καταλάβει ότι τον είχε εκνευρίσει.
«Ισχύει αυτό» της είπε και όταν εκείνη δεν απάντησε κοπάνησε τη παλάμη του στο μέτωπό του. «Πες μου ότι δεν κατάλαβες αυτό που νομίζω!» είπε ξαφνικά και γέλασε.
«Τι δηλαδή;»
«Εγώ εννοούσα ότι βάλαμε τελεία στο παλιό κεφάλαιο και τώρα μπορούμε να ξαναρχίσουμε!» είπε. «Αν θες κι εσύ φυσικά» είπε ντροπαλά αμέσως μετά.
«Α! Αυτό εννοούσες; Θεέ μου» είπε η Μαρτίνα και έχωσε το πρόσωπό της στα χέρια της.
«Δεν έχεις καταλάβει πόσο πολύ σε θέλω;» τη ρώτησε και τράβηξε τα χέρια της. Η Μαρτίνα άνοιξε τα μάτια της. «Δε θέλω να σε πιέσω γιατί χρειάζεσαι χρόνο, αλλά σε θέλω. Και θέλω να το ξέρεις. Όποτε είσαι έτοιμη, θα σε περιμένω».
«Ρεμί, εγώ…και το χαρέμι;».
«Χαμπίμπτι, το χαρέμι είναι θεσμός, αλλά από τη γενιά του πατέρα μου και μετά δεν…κάνουμε χρήση των υπηρεσιών» της είπε ήρεμα.
«Δηλαδή;»
«Δηλαδή αν θέλω κοιμάμαι μαζί τους, αλλά δεν το κάνω. Όλη αυτή η προθυμία…με απωθεί. Τις σέβομαι και τις φροντίζω και τις προικίζω όταν παντρεύονται, αλλά δεν κοιμάμαι μαζί τους. Όχι βέβαια ότι είναι πολύ διαφορετικό από το να έχεις μια ατζέντα με 5-10 διαθέσιμες γυναίκες. Αυτό δεν κάνουν οι δυτικοί;»
«Και η Ασσάν; Κι αυτή δεν είναι τίποτα;»
«Κάποτε, για λίγο» της είπε ειλικρινά. Η ζήλια την έκανε να χάσει το φως της.
«Τη μισώ».

«Δεν υπάρχει λόγος να ζηλεύεις. Σου το είχα ξαναπεί αλλά δεν το κατάλαβες. Καμία γυναίκα δε σου μοιάζει, καμία γυναίκα δεν μπορεί να πάρει τη θέση σου μέσα μου. Τι άλλο θες να ακούσεις; Δώσε μου μια ευκαιρία» την αποτελείωσε. 

3 σχόλια:

  1. αυτη τη στιγμη χρειαζομαι ενα κουτι χαρτομαντιλα.... νομιζω οτι θα βαλω τα κλαματα απο τη συγκινηση! αμαν βρε Ρεμι κοντεψες να μας σκασεις...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Επιτέλους ξεκαθάρισαν όλα καιρός ηταν !!!!!! Άλλο ενΑ κεφάλαιο που έκλαψα :'( τι αλλο θέλει πια για να πέσει στην αγκαλιά του ???? Τι???

    ΑπάντησηΔιαγραφή