Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τετάρτη, 17 Σεπτεμβρίου 2014

Κεφάλαιο 44-νιάου!

«Μπαμπά, θα πάρω κι άλλο δώρο!» είπε ο Ρέμι στον πατέρα του εκείνο το βράδυ. Η ώρα ήταν έντεκα αλλά ο μικρός δεν είχε καμία πρόθεση να κοιμηθεί, παρόλο που ήταν πολύ κουρασμένος και είχε περάσει κατά πολύ η ώρα που έπεφτε στο κρεβάτι. Κάθονταν και οι τρεις σε έναν αφράτο καναπέ στο μικρό σαλόνι που βρισκόταν ανάμεσα στις δύο πτέρυγες. Η Μαρτίνα ένιωθε άνετα σε αυτό το δωμάτιο γιατί το μέγεθος του χώρου δεν την έκανε να νιώθει ασήμαντη και επειδή εκεί μέσα υπήρχε μια μεγάλα οθόνη όπου έβλεπε ταινίες με την ησυχία της. Ο δε καναπές ήταν τόσο άνετος που πολλά βράδια την έπαιρνε ο ύπνος πάνω του. Είχαν αποφασίσει εκείνο το πρωί μαζί με τον Ρεμί, να υποδεχτούν σε αυτό το δωμάτιο το νέο χρόνο οι τρεις τους. Ήταν ιδέα του Ρεμί, ο οποίος έδειχνε πολύ ήρεμος παρά την τελευταία τους προστριβή. Ήθελε να περάσουν τη γιορτή «σαν οικογένεια» και να δώσουν στο παιδί το δώρο του μαζί. Το είχαν αγοράσει την προηγούμενη μέρα από το μοναδικό μαγαζί που υπήρχε με μουσικά είδη. Είχαν διαλέξει μια μικρή κιθάρα και ήλπιζαν να του αρέσει. Άλλωστε ο Άγιος Βασίλης τού είχε φέρει ήδη παιχνίδια και βιβλία, οπότε για την πρωτοχρονιά σκέφτηκαν να του αγοράσουν κάτι λίγο πιο πρωτότυπο. Η Μαρτίνα είχε συμφωνήσει ότι το παιδί μπορούσε να ξεκινήσει μαθήματα μουσικής αν και όποτε ήθελε.

«Το ξέρω, αγόρι μου» είπε ο Ρεμί στα αραβικά και ο μικρός χαμογέλασε. Ήταν πραγματικά θαυμάσιο το πώς ο μικρός ρουφούσε τη νέα γλώσσα σαν σφουγγάρι. Η Μαρτίνα φορούσε πιτζάμες, το ίδιο και ο Ρέμι. Ο Ρεμί φορούσε ένα γκρι παντελόνι φόρμας και ένα κολλητό μαύρο φανελάκι που την έκανε να σκέφτεται πολύ ακατάλληλα πράγματα δεδομένων των περιστάσεων. Μετά τη συζήτηση στον κήπο μιλούσαν άνετα, αλλά υπήρχε μεταξύ τους μια αδιόρατη μελαγχολία. Εκείνη καταλάβαινε το λόγο που ένιωθε απογοητευμένη. Της είχε πει ότι έβαλε τελεία στο παρελθόν του μαζί της σχεδόν την ίδια στιγμή που εκείνη συνειδητοποιούσε πόσο πολύ τον αγαπούσε ακόμα. Τη στιγμή που συνειδητοποιούσε ότι δεν πρέπει να είχε σταματήσει ούτε λεπτό να τον αγαπάει. Αλλά εκείνος; Γιατί ήταν τόσο ήσυχος, σχεδόν υποτονικός; Τι πρόβλημα είχε; Αφού είχε «ελευθερωθεί» όπως της είχε πει, αφού είχε αφήσει πίσω το παρελθόν τους, γιατί έδειχνε λες και τον είχε χτυπήσει κεραυνός; Μετά από τον τσακωμό, μιλούσαν ήρεμα και συνεννοούνταν για το παιδί σαν φυσιολογικοί άνθρωποι. Και η Μαρτίνα απορούσε γιατί. Όχι ότι δεν της άρεσε, αλλά γιατί; Τι είχε πάθει;

«Κοιμήθηκε» ψιθύρισε η Μαρτίνα χαζεύοντας μια ταινία στη δορυφορική τηλεόραση. Στην Αγγλία ήταν ακόμα οκτώμισι, τρεις ώρες πίσω. Αλλά το δικό τους ρολόι, αυτό που βρισκόταν πάνω στο πέτρινο τζάκι έδειχνε ότι ο χρόνος άλλαζε σε μισή ώρα. «Τώρα που κοιμήθηκε ο μικρός, μπορείς αν θες…να…μπορείς να πας για ύπνο. Είμαι κι εγώ κουρασμένη, μπορεί να κοιμηθώ» του είπε ευγενικά. Εκείνος χαμογέλασε ήρεμα και η Μαρτίνα ένιωσε την επιθυμία να χωθεί στην αγκαλιά του. Ο μικρός είχε ξαπλώσει σε ένα μαξιλάρι δίπλα της και τώρα βρισκόταν σε απόσταση αναπνοής από τον Ρεμί.
«Όχι, θα μείνω μαζί σου» είπε αποφασιστικά και στράφηκε προς την τηλεόραση. Έβλεπαν μια χαζοταινία αλλά ήταν ό,τι έπρεπε για την περίσταση. Γελούσαν πού και πού και δε χρειαζόταν να σκεφτούν πολύ. Σχετικά με την ταινία δηλαδή, γιατί το μυαλό της Μαρτίνας τουλάχιστον κόντευε να πάρει φωτιά. Ο ώμος της ακουμπούσε τον ώμο του Ρεμί. Το σώμα του εξέπεμπε μια γλυκιά θαλπωρή και ήθελε να τον ακουμπήσει, να του δείξει ότι δεν τον απέφευγε, απλώς δεν ήξερε πώς να κάνει το πρώτο βήμα. Όχι δηλαδή ότι θα είχε και ανταπόκριση, αλλά να…ίσως της έκανε τη χάρη για ένα βράδυ.

 «Πρωτοχρονιά μαζί» μονολόγησε εκείνος και η Μαρτίνα σιγογέλασε.
«Ναι, το περίμενες;» τον ρώτησε και σκέπασε τον Ρεμί. «Και δεν σε έχω σκοτώσει. Πολλές φορές το έχω φαντασιωθεί» γέλασε ξανά.
«Εγώ ποτέ δεν φαντασιώθηκα να σε σκοτώνω» είπε εκείνος βραχνά αλλά δε συνέχισε. Η Μαρτίνα απογοητεύτηκε αλλά δεν του το έδειξε. Κάτι είχε αλλάξει στην ατμόσφαιρα. Ίσως έφταιγε το σκοτάδι, η ταινία ή τα κεριά που φώτιζαν ρομαντικά το δωμάτιο. Και ότι ήταν δίπλα δίπλα φυσικά. Επίπονα κοντά.
Ο Ρεμί πήρε το τηλεκοντρόλ και έκλεισε την τηλεόραση. Η Μαρτίνα δεν αντέδρασε. Είχαν μείνει μερικά λεπτά μέχρι την αλλαγή. «Πόσα πολλά άλλαξαν μέσα σε ένα χρόνο» είπε σιγανά αλλά εκείνος την άκουσε.
«Ελπίζω να είσαι ευτυχισμένη εδώ» της είπε και πέρασε το χέρι του γύρω από τον ώμο της. Η Μαρτίνα κούρνιασε στην αγκαλιά του χωρίς δεύτερη σκέψη. Από αύριο θα σκεφτόταν τι ήταν αυτό που συνέβαινε απόψε. Αλλά απόψε θα ζούσε. Θα έπαιρνε ό,τι της έδινε.
«Είμαι, ναι» του είπε διστακτικά.
«Θα σου βρούμε και έναν σύντροφο και θα είσαι πιο πολύ» της είπε πειραχτικά εκείνος. Η Μαρτίνα ρούφηξε το άρωμά του. Είχε τα χέρια της μπουνιές στο στήθος της και απολάμβανε την αίσθηση του σώματός του. Δεν τον άγγιζε. Είχε δίκιο για το παράπονό του. Δεν τον άγγιζε. Η οικειότητα μεταξύ τους ήταν μοναδική, την ένιωθαν και οι δύο και δεν την ψηλαφούσαν, αλλά ήταν εκεί. Κατάλοιπο μιας σχέσης που διήρκησε λίγο αλλά άφησε σημάδια και στους δύο. 
«Ωραία» του απάντησε αδιάφορα, ανίκανη να σκεφτεί οποιονδήποτε άλλον άντρα να την κρατάει έτσι. Και να νιώθει την καρδιά της να σπάει σε μικρά κομμάτια απόλαυσης.
«Δέκα» της ψιθύρισε στο αφτί και η Μαρτίνα χαμογέλασε. «Εννιά, οκτώ, εφτά…» συνέχισε να μετράει μέχρι που άκουσε από τα χείλη του το «ένα». Κάπου στον ορίζοντα είδε μερικές λάμψεις. Μάλλον ο πρέσβης έκανε την υπόσχεσή του να ρίξει πυροτεχνήματα πράξη.
«Καλή χρονιά, χαμπίμπτι» της ψιθύρισε και τη φίλησε μαλακά στο κεφάλι.
«Καλή χρονιά» είπε η Μαρτίνα, απόλυτα χαλαρή στην αγκαλιά του. Δεν ήθελε να σηκωθεί. Δεν ήθελε να φύγει από εκεί μέσα, αλλά ο χρόνος είχε αλλάξει και δεν μπορούσε να βρει άλλη δικαιολογία.
«Θες να πάω τον μικρό στο δωμάτιό του;» τη ρώτησε μετά από μερικά δευτερόλεπτα κι εκείνη έγνεψε θετικά. «Μείνε εδώ» της είπε και αφού έλειψε μερικά λεπτά γύρισε πίσω.
«Πάμε να σου δείξω το δώρο σου» είπε εκείνος χαμογελώντας και η Μαρτίνα απόρησε.
«Δώρο; Μα γιατί; Δεν έπρεπε!» του παραπονέθηκε, αλλά στην πραγματικότητα ανυπομονούσε. Αν και δεν της άρεσε που την είχε αφήσει από την αγκαλιά του.

Περπάτησαν κι οι δύο ξυπόλητοι μέσα στην απόλυτη σιωπή του παλατιού. Αυτή η ώρα ήταν μοναδική γιατί το προσωπικό είχε αποσυρθεί και είχε όλο το παλάτι ήταν στη διάθεσή της.
«Πού πάμε; Δεν έχω ξανάρθει από εδώ» τον ρώτησε.
«Είναι ένα μικρό δωμάτιο, με θέα στον κήπο. Ζήτησα να το ανακαινίσουν» της είπε και συνέχισε να περπατάει.
«Αυτό είναι το δώρο; Το δωμάτιο;» γέλασε η Μαρτίνα αμήχανα.
«Και αυτό» άκουσε το χαμόγελο στη φωνή του.

Ο Ρεμί στάθηκε έξω από μια διπλή πελώρια πόρτα. Η μυρωδιά φρέσκου χρώματος γέμισε τα ρουθούνια της πριν καν μπει μέσα. Αλλά όταν άνοιξε η πόρτα όλες οι αισθήσεις της χτύπησαν κόκκινο. Έτρεξε σαν παιδί, διασχίζοντας τα λίγα μέτρα σχεδόν με σπριντ. Όταν το είδε από κοντά, ένιωσε την καρδιά της να μπαίνει στη θέση της γιατί ήξερε ότι είχε πια κοντά όποιον και ό,τι αγαπούσε πιο πολύ στη ζωή της. Δεν ήξερε τι να κάνει, τι να το κάνει, αλλά ήξερε ένα πράγμα. Ήταν πολύ μα πολύ ευτυχισμένη που έβλεπε μπροστά της κάτι τόσο δικό της. Κάτι που νόμιζε ότι δε θα ξαναδεί ποτέ. Το σύμβολο της νεανικής της ανεμελιάς, το ταλέντο της, το πάθος της. Και πάνω στο πολύτιμο ξύλο του, είδε ακουμπισμένη μια κομψή λευκή κάρτα. Την άρπαξε ανυπόμονα και αφού διάβασε όσα είχε γράψει εκεί ο Ρεμί με τον μοναδικά αρρενωπό τρόπο του, γύρισε και τον κοίταξε μπερδεμένη.





7 σχόλια:

  1. :'( :'( έκλαψα
    Από τα καλύτερα κεφάλαιΑ που έχω διαβαΣει μεχρι στιγμής
    Αμα μετά την κάρτα δεν τον φιλήσει θα είναι ηλίθια

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ελπίζω να χρησιμοποιήσει και αλλιώς το πιάνο της ;)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. αχ θα τρελαθω!! αυτη η ιστορια ειναι απλα Υ-Π-Ε-Ρ-Ο-Χ-Η!!! σε λατρευω! :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Μοναδικο κεφαλαιο ακομα μια φορα μας καθηλωσες .Περιμενουμε την συνεχεια !!!:)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Πωωωω ρε παιδί μου...... Ένας άντρας ξέρει πως να σε κανει να λιωσεις...... Περιμένουμε με ανυπομονησία τη συνέχεια!!!!! Φιλάκια!!!! :·)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Μετα απο μια δεκάτη ανάγνωση σκέφτηκα κάτι άλλο... Μήπως ο Ρεμί έβαλε αυτήν την κάρτα πανω στο πιάνο για να την μπερδέψει;; Μήπως ξέρω γω αυτο που γράφει η κάρτα παει για το πιάνο;; Οτι δηλαδή το πιάνο ανυπομωνει να νιώσει τα δάχτυλα της πανω του;; Βλακεία είπα εε;;;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Φυσικά και η κάρτα έχει διπλή ανάγνωση. Και το πιάνο μιλάει και ο Ρεμί!

    ΑπάντησηΔιαγραφή