Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2014

Κεφάλαιο 42-καλωσορίσατε, καινούργιες αναγνώστριες!!

42

Η ημέρα των Χριστουγέννων ήταν ανέλπιστα όμορφη. Η Μαρτίνα είχε ξυπνήσει πολύ πρωί και ετοίμασε τον Ρέμι για τη γιορτή της πρεσβείας. Ο πρέσβης ήταν λιγάκι ψυχρός άνθρωπος, αλλά είχε ενθουσιαστεί με την ιδέα της να διοργανώνουν μια μικρή δεξίωση για όλους τους δυτικούς στην πρεσβεία. Η γιορτή θα ξεκινούσε κατά τις 12 και θα τέλειωνε στις έξι το απόγευμα. Κοπέλες θα απασχολούσαν τα παιδιά και το απογευματάκι θα ερχόταν ένας κύριος ντυμένος Άγιος Βασίλης για να τους δώσει τα δωράκια τους. Οι γονείς της θα πήγαιναν λίγο πιο αργά, γιατί έπρεπε να ετοιμάσουν τις βαλίτσες τους. Επέστρεφαν στην Αγγλία την επόμενη μέρα το βράδυ και είχαν ψωνίσει ένα σωρό πράγματα που έπρεπε να τα χωρέσουν όλα στις αποσκευές τους. Η Μαρτίνα λυπόταν από τη μία που θα έφευγαν, αλλά από την άλλη ήθελε να μείνει και λίγο μόνη ξανά, μακριά από το άγρυπνο βλέμμα της μητέρας της, που τη ρωτούσε συνεχώς τις τελευταίες μέρες τι έχει και γιατί δεν είναι καλά.

Το κλίμα στο παλάτι ήταν λίγο τεταμένο μετά τον τσακωμό που είχε με τον Ρεμί. Τον είχε δει καναδυό φορές στο διάδρομο ή στο κεντρικό σαλόνι και τον χαιρέτισε βιαστικά. Εκείνος έδειξε την επιθυμία να της μιλήσει λίγο παραπάνω αλλά δεν του έδωσε και πολύ θάρρος. Τον προσπέρασε και έτρεξε στο δωμάτιό της. Δεν την ακολούθησε. Είχαν περάσει τόσες μέρες από την εκ βαθέων εξομολόγησή της και ακόμα δεν είχε ιδέα για το αν ήθελε να την ακολουθήσει ή όχι. Τι μπορούσε να της πει για να απαλύνει τον πόνο της; Τι μπορούσε να κάνει για να πάρει πίσω όλη την απόρριψη που ένιωσε ως γυναίκα; Ευτυχώς δεν την πίεσε. Ευτυχώς ή δυστυχώς; Δεν είχε απαντήσει σε αυτό το ερώτημα.

Φόρεσε ένα μακρύ κόκκινο φόρεμα με δαντελένια μανίκια και ένα ζευγάρι χρυσά πέδιλα που είχε αγοράσει στην Οσεάνα. Το κόκκινο ήταν το αγαπημένο της χρώμα και είχε πολλά κόκκινα φορέματα, αλλά δεν είχε συχνά την ευκαιρία να τα φοράει. Στην Οσεάνα όμως τα έβαζε συχνά και ένιωθε σαν πριγκίπισσα. Έφτασαν στην δεξίωση σχετικά νωρίς και βοήθησαν τον πρέσβη με ένα πρόβλημα που προέκυψε με την λίστα των καλεσμένων. Οι νέοι της συνεργάτες έφτασαν λίγο αργότερα και μοιράστηκαν το ίδιο τραπέζι, όπου τη συζήτηση μονοπώλησε το γνωστό θέμα: το πρότζεκτ. Έπρεπε να προσλάβουν καθηγητές μουσικής για να επανδρώσουν τα ωδεία και οι συνεντεύξεις για τις 100 θέσεις έπρεπε να γίνουν σε σύντομο χρονικό διάστημα. Η Μαρτίνα τούς παρακάλεσε να απολαύσουν τη γιορτή και να ξεχάσουν για λίγο τις υποχρεώσεις τους. Όλοι γέλασαν και συμμορφώθηκαν.

Ο Ρέμι τσίριξε δυνατά όταν ο Άγιος Βασίλης τού έδωσε ένα ξύλινο τρενάκι. Ο γιος της είχε μανία με τα τρενάκια και η Μαρτίνα τού αγόραζε συχνά μινιατούρες. Έσκισε με μανία το κουτί και προσπάθησε να το συναρμολογήσει, αλλά η Μαρτίνα το πήρε από τα χέρια του και τον προέτρεψε να παίξει με τα άλλα παιδάκια και του είπε ότι θα είχε ευκαιρία το βράδυ να το φτιάξει με τον μπαμπά του και να παίξει με την ησυχία του. Ο μικρός παραιτήθηκε πολύ εύκολα και αυτό της έκανε εντύπωση. Λίγοι μήνες στην Οσεάνα και είχε γίνει πιο πειθήνιος, πιο συνεργάσιμος. Η μετρημένη αυστηρότητα του Ρεμί είχε βοηθήσει σε πολλά πράγματα και αυτό το εκτιμούσε η Μαρτίνα.


Γύρισαν κατά τις εφτά στο σπίτι και όλοι αποσύρθηκαν αποκαμωμένοι στα δωμάτιά τους. Η Μαρτίνα περιφέρθηκε για λίγο στον κήπο, προσπαθώντας να ηρεμήσει. Ο Ρεμί έλειπε, την ενημέρωσε η Ναντίν, οπότε δε φοβόταν μήπως τον συναντήσει πουθενά. Περπάτησε ξυπόλυτη ως το θερμοκήπιο και κάθισε μερικά λεπτά για να θαυμάσει απ έξω τα όμορφα τριαντάφυλλα. Λευκά και κόκκινα μπουμπούκια, κίτρινα και μωβ. Τακτοποιημένα προσεκτικά όλα, ζωηρόχρωμα και δροσερά. Ποιος ήταν αυτός ο άντρας που τα φρόντιζε; Θα ανακάλυπτε ποτέ τι κρυβόταν πίσω από το σοβαρό παρουσιαστικό; Νόμιζε ότι τον ήξερε. Κάποτε τον αγκάλιαζε, τον φιλούσε. Απολάμβανε τα βλέμματα ζήλιας από τις άλλες γυναίκες και άνθιζε από την προσοχή του. Τώρα όμως ήταν ένας άλλος. Ένας ξένος. Δεν είχε ιδέα τι σκεφτόταν και γιατί δεν αντέδρασε σε αυτό που του είχε πει. Δεν ήθελε να τη λυπάται. Δε θα του έλεγε ποτέ πώς αισθανόταν γιατί το θεωρούσε προσωπική ήττα να ανοίγεσαι τόσο πολύ. Να ξεγδύνεσαι συναισθηματικά. Αλλά την πίεσε τόσο πολύ που ένιωσε ότι θα σπάσει. Και γι’ αυτό του μίλησε. Και παρόλο που δε θα ήξερε τι άλλο να του πει αν την αντιμετώπιζε και τις ζητούσε εξηγήσεις, για κάποιο λόγο, αυτή τη στιγμή, θα ήθελε πολύ να είναι κοντά της. Κι ας ήταν για να τσακωθούν. Δεν ήθελε να περάσει μια τόσο όμορφη μέρα χωρίς εκείνον. Για τον Ρεμί δεν ήταν σημαντική θρησκευτική γιορτή, κι ας είχε αγοράσει στον μικρό ένα δώρο σεβόμενος τη θρησκεία του γιου του. Αλλά περίμενε ότι θα τον έβλεπε λιγάκι. Έστω και ένα νεύμα από μακριά θα της άλλαζε τελείως τη διάθεση. Είχε αρχίσει να νιώθει ότι οι μέρες που δεν έβλεπε τον Ρεμί ήταν μέρες χαμένες. Και αυτή η σκέψη τής έφερε μια τεράστια μελαγχολία. Την έφερε αντιμέτωπη με ένα τεράστιο ερώτημα που μάταια προσπαθούσε να αγνοήσει: Γιατί;

2 σχόλια:

  1. Γιατι τι? Αχ αυτός ο άνθρωπος Αντι να την πιασει κ να μίληση την αφήσε να βασανίζετε

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αχ ρε Ρεμί..... Αντί να κάτσεις να της πεις οτι είδα τρελός για εκείνη φεύγεις και εξαφανιζεσαι..... Και η αλλη η τρελλεγγο.... Παει να της Μιλήσει ο Ρεμί;;; Τρέχετε ποδαράκια μου αυτη... Και τώρα κανει και παράπονα....

    ΑπάντησηΔιαγραφή