Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2014

κεφάλαιο 33-Ρεμί, θα αγιάσεις.

Ονειρευόταν; Η Μαρτίνα ήταν σίγουρη ότι ονειρευόταν. Τον τελευταίο καιρό έβλεπε συνέχεια στον ύπνο της ότι τη φιλούσε ο Ρεμί, ότι της έλεγε τρυφερά λόγια και μετά ξάπλωναν μαζί και έκαναν έρωτα. Το πρωί ξυπνούσε ιδρωμένη και με υνατό καρδιοχτύπι. Και κάθε βράδυ ανυπομονούσε να πέσει για ύπνο για να το ξαναδεί. Και τώρα; Αυτό που ένιωθε να καίει το κορμί της, αυτός ο χείμαρρος συναισθημάτων που σάρωνε την ψυχή και το μυαλό της ήταν ένα όνειρο ή πραγματικότητα; Αυτή μυρωδιά ήταν πολύ οικεία. Ο αψύς συνδυασμός από κανέλλα και σαπούνι, καπνό και σκληρό αρσενικό. Μάλλον δεν ονειρευόταν. Τη φιλούσε ο Ρεμί.
«Ρεμί…δεν…» ψέλλισε αλλά εκείνος τη διέταξε αμέσως να σταματήσει και συνέχισε να τη φιλάει. Άγρια, διεκδικητικά, σαν να ήθελε να της δείξει ποιος είχε την εξουσία. Λες και η Μαρτίνα είχε καμία αμφιβολία. Τη φιλούσε μανιασμένα, δαγκώνοντας, γλείφοντας, ρουφώντας τα χείλη της, λεηλατώντας τη γλώσσα της, εξερευνώντας το στόμα της σαν έφηβος. λες και δεν είχε φιλήσει ξανά, με ένα πάθος που την έκανε να ριγεί.

Την έσφιξε πάνω του όταν ένιωσε τα πόδια της να λυγίζουν και απότομα ξεκόλλησε το στόμα του από το δικό της. Η Μαρτίνα ένιωθε μια βαθιά απογοήτευση, σαν να έχανε ένα κομμάτι του εαυτού της.
«Ο τρόπος που φιλάς» της είπε σκληρά και την απομάκρυνε από κοντά του «μου δείχνει ότι με θες. Πάντα αυτό μου έλεγε. Αλλά έκανα λάθος. Και τότε και τώρα» της είπε. Η Μαρτίνα ήθελε να του ουρλιάξει ότι τον ήθελε αλλά δεν το έκανε. Δεν ήθελε να του δείξει όσα ένιωθε.
«Ρεμί, δεν ξέρω τι να πω…» ψέλλισε εκείνη, ακουμπώντας τα δάχτυλά της στο στόμα της το οποίο παλλόταν ακόμα από το άγριο φιλί του. Το απόλυτο σκοτάδι την έκανε πιο ντροπαλή. Ήταν παράλογο, το καταλάβαινε, αλλά ένιωθε σαν να έκανε κάτι κακό, παράνομο.
«Μην πεις τίποτα» είπε αυστηρά εκείνος. «Πάλι άρχισες τα δεν. Τα μισώ αυτά τα δεν σου» σήκωσε τον τόνο της φωνής του. «Είμαστε στη μέση του πουθενά, εγώ κι εσύ, μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, σε ένα ειδυλλιακό τοπίο. Σε φιλάω και με σπρώχνεις!».
«Δεν είναι έτσι!» διαμαρτυρήθηκε η Μαρτίνα ντροπαλά.
«Το κάνεις ασυναίσθητα!» την πίεσε. «Σε φιλάω και σφίγγεσαι. Δεν αφήνεσαι ποτέ. Με σπρώχνεις μακριά σου! Αν είναι δυνατόν. Τι χρειάζεται για να λιώσει η Βασίλισσα του Πάγου;».
«Με προσβάλλεις, εγώ δεν…» ψέλλισε τρομαγμένη. Εκείνος έβγαλε τη ζακέτα του και της την έδωσε.
«Φόρα αυτό. Κρυώνεις» τη διέταξε και η Μαρτίνα δεν μπήκε στον κόπο να το αρνηθεί. Κοίταξε ψηλά και χαμογέλασε. Το φεγγάρι έλαμπε και τους φώτιζε σαν προβολέας, μόνο εκείνον και αυτή. Και τα αστέρια θύμιζαν χρυσόσκονη σε παιδική χειροτεχνία. Ήταν όλα τόσο όμορφα…Μόνο που απέναντί της…αυτός ο άντρας την κοιτούσε γεμάτος θυμό. Πώς είχαν μπλέξει τόσο άσχημα τα πράγματα; Πρώτη φορά συνειδητοποιούσε πόσο τον πλήγωνε αυτή η συστολή της. Πόσο τον ακύρωνε σαν άντρα. Από την άλλη, σκεφτόταν ότι δεν είχε καλογερέψει και για χάρη της.
«Ρεμί, εμείς οι δυο, είμαστε κακός συνδυασμός. Αυτό που έγινε μόνο θα μπερδέψει τα πράγματα» του είπε χαμηλόφωνα.
«Να με κοιτάς στα μάτια!» της ούρλιαξε μέσα στη νυχτερινή σιγαλιά. Η Μαρτίνα τρόμαξε. «Να με κοιτάς στα μάτια όταν μου λες ότι εγώ κι εσύ είμαστε κακός συνδυασμός!».
Η Μαρτίνα σήκωσε ντροπαλά το βλέμμα της και τον κοίταξε. Το όμορφο πρόσωπό του ήταν αλλοιωμένο από το θυμό. Τα χαρακτηριστικά του ήταν τραβηγμένα. Τόσο όμορφο βράδυ, Θεέ μου, και πήγαινε χαμένο. Τσακώνονταν σαν να μην είχε περάσει ούτε μια μέρα. Σαν να  μην είχε αλλάξει τίποτα. Αλλά και πάλι…τι είχε αλλάξει; Η πίκρα, η απογοήτευση ήταν εκεί. Πώς μπορούσε να τον ξαλαφρώσει χωρίς να κινδυνεύσει η καρδιά της;
«Ρεμί, μη φωνάζεις. Φοβάμαι» του είπε απαλά. Και έλεγε την αλήθεια.
«Τι φοβάσαι; Εμένα;» ρώτησε εκείνος πιο ήρεμα, αλλά σταθερά σε τεταμένο τόνο. «’Η εσένα;».
«Δε μου αρέσουν οι φωνές, όλο αυτό ανάμεσά μας…είναι πολύ για μένα. Δεν μπορώ να το διαχειριστώ».
«Ναι, αλλά υπάρχει! Κάτι υπάρχει! Σε φίλησα! Και όχι τυχαία. Το ήθελα πολύ. Και το ήθελες κι εσύ. Και θέλω να σε γδύσω και να κολυμπήσουμε γυμνοί στη λίμνη από πίσω σου, όπως έχω φανταστεί χιλιάδες φορές. Και θέλω να κάνουμε έρωτα αργά, μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, εσύ κι εγώ, χωρίς ταυτότητες, δύο άνθρωποι που θέλουν πολύ ο ένας τον άλλον. Χωρίς παρελθόν».
«Και χωρίς μέλλον!» τον διέκοψε εκείνη, ανίκανη να ελέγξει τη λάβα στο κορμί της. Τις εικόνες που τρύπωσαν στο μυαλό της, την επιθυμία να χωθεί στην αγκαλιά του και να τον χαϊδέψει. Να δει αν είχε αλλάξει το κορμί του από την τελευταία φορά που έτρεξε τα δάκτυλά της πάνω του.
«Με τίποτα δεν είσαι ευχαριστημένη, χαμπίμπτι» είπε εκείνος πικρά και οι ώμοι του βούλιαξαν. Μια βαριά σιωπή απλώθηκε ανάμεσά τους. «Σε έχει τυφλώσει αυτή η καταραμένη συστολή σου, ο φόβος σου μήπως σε πληγώσουν. Αλλά δε βλέπεις ότι πληγώνεις εσύ κόσμο».
«Σε πληγώνω, Ρεμί;» τον αντιμετώπισε θυμωμένη. Τυφλωμένη από τη ζήλια. «Φαντάζομαι ότι το χαρέμι σου θα δουλεύει διπλοβάρδιες από τη στεναχώρια σου».
«Τι σχέση έχει το χαρέμι μου;» τη μαστίγωσε εκείνος με τον οξύ τόνο του. Το χέρι του άρπαξε τον καρπό της και τον έσφιξε αλλά αμέσως την άφησε. «Πόσα προσχώματα πια; Πόσα εμπόδια; Τι άλλο θα βάλεις ανάμεσά μας; Μην υποκρίνεσαι ότι ζηλεύεις» την προκάλεσε. Η Μαρτίνα ήθελε να του πει ότι τρελαινόταν από τη ζήλια αλλά δε θα το έκανε. Ο εγωισμός της δεν της το επέτρεπε.
«Ρεμί, άσε με ήσυχη» του είπε κοιτώντας την άμμο κάτω από τα πόδια της. Χάος. Αυτό τη χώριζε από τον Ρεμί. Ένα χάος.
«Θα σε αφήσω, Μαρτίνα» είπε πικρά ο άντρας απέναντί της και έκανε ένα βήμα μακριά αλλά σταμάτησε. «Με κάνεις να νιώθω τόσο αβοήθητος. Το μισώ αυτό» της είπε. «Μιλάω και δεν με ακούς. Νιώθω και δε με αφουγκράζεσαι. Σηκώνω τα χέρια ψηλά» της είπε και την άφησε μόνη.





14 σχόλια:

  1. Εε αμαν και αυτη..σκοτσεζικο ντους..μια κρυο μια ζεστη..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. χαχαχαχα δεν πανε καλα αυτοι

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. αρχισαμε τα ιδια παλι;;;; γιατι και η μαρτινα αλλα και η μαντι απο το αλλο στορυ πρεπει να το χαλανε παντα? μου την θυμησε τωρα και αυτην

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Γιατί αν δεν το χάλαγε κάποιος, κάθε ιστορία θα είχε ένα κεφάλαιο.

      Διαγραφή
  4. Εγω πιστευω οτι και αυτος γι αυτον τον λογο καταφερε να την ξεχωρισει απο τις αλλες ,η Μαρτινα δεν ηταν μια απο αυτες που θελουν να ειναι διπλα του μονο και μονο για την εξουσια,ακομα και τωρα που ξερει ποιος ειναι ποτε δεν του συμπεριφερεται σαν τον αντρα με την μεγαλη δυναμη οπου οι αλλοι τον εκαναν να νιωθει οτι ειναι ενας ανθρωπος σκληρος και συναισθηματικα κενος.....Μαρια

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Έλεος πια την παρακαλάει κ του λέει οχι έχουμε τρέλαθη τελιως

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Μαρτίνα, έχεις πολλά θεματάκια να λύσεις κορίτσι μου...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Θα κάνω την διάφορα και θα πω ότι η Μαρτινα μετα απο ολα αυτά που εχει περάσει για αυτόν τον άντρα ειναι λογικό να εχει τις επιφυλάξεις της!! Αν και χτες που το διάβασα μου ήρθε να σπάω την οθόνη αλλα και πάλι οπως λέει και η συγγραφέας αν δεν υπήρχαν τέτοιες ανατροπές δεν θα υπήρχαν και ιστορίες... Τι θελουμε δηλαδή; Γνωρίστηκαν το κάνανε παντρεύτηκαν και τέλος;; Η ιστορία ειναι ΤΕΛΕΙΑ!!! Και ναι εχουμε ΟΛΟΙ θέματα να λύσουμε!!!

      Διαγραφή
    2. Φυσικά και έχουμε όμως τώρα η Μαρτίνα είναι το θέμα μας...! και φαίνεται πως πιπιλάει το παρελθόν από συνήθεια και όχι γιατί το πιστεύει!

      Διαγραφή
    3. έχεις πολύ δίκιο, Κέικ, σε αυτό που λες. Δεν το είχα σκεφτεί. Θα το συμπεριλάβω. Καμιά φορά κολάμε στο παρελθόν από συνήθεια, παρόλο που μπορεί να το έχουμε ξεπεράσει.

      Διαγραφή
  7. Γι αυτό σ'αγαπάμε συγγραφέα της καρδιάς μας! Γιατί πιάνεις τον παλμό μας ;)

    ΑπάντησηΔιαγραφή