Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2014

Κάτι λιτό

Κεφάλαιο 52-Με αγάπη από ΣαΛόνικα.




«Χάσαμε τόσα χρόνια…» μονολόγησε ο Ρεμί, μερικά βράδια μετά. Η Μαρτίνα ήταν κουρνιασμένη στην αγκαλιά του, στο κρεβάτι του, ενώ ο Ρέμι κοιμόταν στο παιδικό δωμάτιο. Η Μαρτίνα είχε τη συσκευή ενδοεπικοινωνίας μαζί της και αν άκουγε τον παραμικρό θόρυβο θα έτρεχε στο δωμάτιο.
«Ναι, αλλά κερδίζουμε το χαμένο χρόνο» του είπε γελώντας εκείνη. Έκαναν έρωτα με νεανικό πάθος και ζωντάνια. Ο Ρεμί τη χάιδευε απαλά ενώ τσιμπολογούσε λίγο σταφύλι από μια ολόχρυση πιατέλα, δώρο από κάποιον άλλον εμίρη. «Για δες μας!» συνέχισε ακάθεκτη «αγκαλιά, να τρώμε σταφύλια, λες και είμαστε σε ρωμαϊκό όργιο».
«Ε όχι και ρωμαϊκό όργιο!» διαμαρτυρήθηκε ο Ρεμί «εμένα μου φτάνεις μόνο εσύ! Δε θέλω 10 νοματαίους!».
«Ναι αλλά τα φρουτάκια μετά το σεξ δε σου κακοπέφτουν» τον τσίγκλησε.
«Δεν αρνήθηκα ποτέ ότι είμαι άνθρωπος της τρυφηλότητας» γέλασε κι εκείνος με τη σειρά του και την φίλησε απαλά στα χείλη. «Σε αγαπάω τόσο πολύ» της είπε βραχνά και το φιλί του βάθυνε.
«Κι εγώ, Ρεμί μου» του είπε εκείνη. Δε χόρταινε να του το λέει. Του το έλεγε συνέχεια, για όσες φορές το είχε νιώσει στο παρελθόν και δεν του το είπε, για όσα χρόνια του το είχε στερήσει και τον έκανε να υποφέρει από ανασφάλειες. Ο Ρεμί έδειχνε να απολαμβάνει τα λόγια αγάπης σαν γάτα που αποζητάει τα χάδια στο λαιμό της.
«Δεν θέλω να φύγεις ποτέ» της είπε εκείνος ξαφνικά, σοβαρός, και η Μαρτίνα τον κοίταξε απορημένη.
«Ούτε για ένα ταξιδάκι;» του είπε μισοαστεία μισοσοβαρά.
«Ούτε για ένα λεπτό» είπε εκείνος στεγνά και άνοιξε το συρτάρι του κομοδίνου του. Η Μαρτίνα αναγκαστικά ξάπλωσε πίσω στο μαξιλάρι της. Ο Ρεμί ακούμπησε μπροστά της δύο διαβατήρια. Είχε μήνες να τα δει μπροστά της. Το βρετανικό διαβατήριο εκείνης και του παιδιού. «Αλλά θέλω να είσαι ελεύθερη, να μπορείς να επιλέξεις αν θες να είσαι μαζί μου» είπε σχεδόν πικρά.
«Ρεμί…» του είπε και ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό της. Ποια μεγαλύτερη απόδειξη αγάπης από αυτή; «Δεν ξέρω τι να πω…».
«Δε χρειάζεται να πεις τίποτα» τη διέκοψε εκείνος και την κοίταξε με αγωνία. «Δε σκόπευα να σε κρατήσω εδώ για πάντα» είπε ντροπαλά. «Ήθελα να προσπαθήσω να σε ξανακερδίσω, θα έκανα τα πάντα, αλλά δε θα σε υποχρέωνα να μείνεις εδώ για πάντα. Δεν είμαι τρελός» είπε και μετά χαμογέλασε λιγάκι. «Μόνο λιγάκι».
«Καρδιά μου, το ξέρω» του είπε και τον αγκάλιασε τρυφερά.
«Συνεχίζω να πιστεύω ότι το παιδί είναι ευτυχισμένο εδώ και ότι εσύ μπορείς να βρεις μια επαγγελματική…διέξοδο, αλλά δε θα σε κρατούσα φυλακισμένη εδώ. Απλώς ήλπιζα να τα καταφέρω» της είπε. «Όταν σου πρόσφερα τα γαλάζια τριαντάφυλλα, πίστευα ότι θα καταλάβαινες τι σήμαιναν, αλλά εσύ…» είπε και κούνησε το χέρι του στον αέρα.
«Αλήθεια, τι σήμαιναν;» είπε εκείνη.
«Τα γαλάζια τριαντάφυλλα είναι το σύμβολο του ανεκπλήρωτου, του ανέλπιδου έρωτα. Τα έφτιαξα μόνο για σένα».
«Είμαι τόσο χαζή» μονολόγησε η Μαρτίνα κοιτώντας τα χέρια της αμήχανα. «Αλλά σε ευχαριστώ για τα διαβατήρια. Ξέρω πόσο σημαντικό είναι για σένα να έχεις εξουσία, να ασκείς έλεγχο. Σε διαβεβαιώνω ότι δε θα φύγω».
«Μου το υπόσχεσαι; Τη ρώτησε με αγωνία. «Δηλαδή αν θες να πας ένα ταξίδι, μπορείς. ‘Ο,τι θες. Και για σεμινάριο, και για συναυλία, και για απλή επίσκεψη. Αλλά θέλω πάντα να γυρνάς σε μένα».
«Καρδιά μου» του είπε και κούρνιασε ξανά στην αγκαλιά του. «Πάντα θα γυρνάω σε εσένα. Είσαι το σπίτι μου, ο έρωτας της ζωής μου».
«Ωραία» χαμογέλασε ο Ρεμί. Ήταν τόσο όμορφος όταν χαμογελούσε. Τα ολόλευκα ίσια δόντια του θύμιζαν μια σειρά από μαργαριτάρια πίσω από τα αισθησιακά χείλη του. «Και τώρα που τα ξεκαθαρίσαμε όλα» της έσφιξε στην αγκαλιά του «Τι κάνεις στο τέλος του μήνα;».
«Έχουμε συναντήσεις με αρχιτέκτονες για τα δύο ωδεία και την όπερα. Γιατί;» ρώτησε με γνήσια απορία.
«Τίποτα, καρδιά μου» ανασήκωσε εκείνος τους ώμους. «Έλεγα να παντρευόμασταν».
«Να το δούμε αν είναι από…ΤΙ;» ρώτησε ξαφνικά, αφού συνειδητοποίησε τι  της είχε πει. Η καρδιά της πετάρισε στο στήθος της.
«Σε αγαπώ πολύ και θέλω να γίνεις γυναίκα μου. Σύντομα. Πολύ σύντομα» είπε αποφασιστικά και της έδωσε ένα μικρό βελούδινο κουτάκι. Η Μαρτίνα βρήκε μέσα ένα εξαίσιο δαχτυλίδι και το κοίταξε σαν χαζή, ανίκανη να συνειδητοποιήσει τι συνέβαινε. Εκείνος της το πέρασε στο δάχτυλο. Της ταίριαζε απόλυτα.
«Είναι οικογενειακό κειμήλιο» είπε περήφανος εκείνος. «Είναι δώρο της προγιαγιάς του πατέρα μου στη γυναίκα του γιου της και πάει από γενιά σε γενιά. Ουσιαστικά το έδωσε η μητέρα μου σε εμένα για να σου το δώσω».
«Η Αλίνα;» ρώτησε δακρυσμένη. «Ναι αλλά δε θα έχεις πρόβλημα; Με τη χώρα;» ρώτησε φοβισμένη αλλά εκείνος έγνεψε αρνητικά.
«Δε με νοιάζει» της είπε. «Θα συνηθίσουν».
«Μα…»
 «Πες μου ότι θα με παντρευτείς» την ικέτεψε με τον τόνο και το ύφος του. Πάλι τον είχε κάνει να αμφιβάλει.
«Ναι, ναι, χίλιες φορές ναι!» του είπε και τον φίλησε αχόρταγα. «Σε αγαπώ τόσο πολύ».
«Κι εγώ, κορίτσι μου».
Αγκαλιάστηκαν σφιχτά για αρκετή ώρα χωρίς να μιλάνε. Η Μαρτίνα κοιτούσε με θαυμασμό το δαχτυλίδι της και δεν πίστευε πόσο ευτυχισμένη την έκανε αυτός ο άντρας.
«Ξέρεις κάτι;» του είπε και τον τσίμπησε στα πλευρά μετά από μισή ωρίτσα περίπου. «Εσύ μου έκανες απόψε δύο υπέροχα δώρα κι εγώ κανένα».
«Εσύ μου χάρισες ένα υπέροχο παιδί. Κι ελπίζω και σε περισσότερα».
«Ναι, αλλά δεν πρέπει κι εγώ να ανταποδώσω για την πρόταση γάμου και το δαχτυλίδι;»
«Τι έχεις κατά νου;» απόρησε ο Ρεμί και εκείνη σηκώθηκε από το κρεβάτι. Φόρεσε βιαστικά μια μεταξένια ρόμπα πάνω από τα εσώρουχά της. «Ντύσου!» του είπε επιτακτικά κι εκείνος σηκώθηκε νωχελικά.
«Πού πάμε;» ρώτησε.
«Πάμε γρήγορα. Θέλω να παίξω πιάνο!» του είπε ενθουσιασμένη.

Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2014

κεφάλαιο 51-καλό ΣΚ!

51

«Θα σου δώσω μερικά δευτερόλεπτα να σκεφτείς αυτό που είπες και αν το εννοείς, να το επαναλάβεις» είπε εκείνος ανέκφραστος, αλλά το άκαμπτο κορμί του έδωσε στην Μαρτίνα να καταλάβει ότι και οι δικές του αισθήσεις ήταν σε εγρήγορση. «Αν αργήσεις παραπάνω, δε θα σου αφήσω την επιλογή, και δε θα φταίω για όσα συμβούν».
«Μην ανησυχείς» είπε η Μαρτίνα και τέντωσε αργά τα πόδια της στο ανάκλιντρο. Το βλέμμα του ακολούθησε την κίνησή της και κατέληξε στα μάτια της. «Και δε θα αργήσω» του χαμογέλασε όσο πιο λάγνα μπορούσε. «Νιώθω λίγο μόνη μου εδώ πέρα» του είπε παραπονιάρικα δείχνοντας το ανάκλιντρο. «Μήπως μπορείς να έρθεις, και να μου θυμίσεις λιγάκι μερικά πράγματα που έχω ξεχάσει;» τον ρώτησε ντροπαλά σχεδόν.
Ο Ρεμί σηκώθηκε απότομα και το στητό κορμί του έκανε το αίμα της να βράζει. Ανυπομονούσε να τον νιώσει κοντά της και έτρεμε στην ιδέα ότι τον ήθελε τόσο απεγνωσμένα παρά τα όσα της είχε πει η αντιπαθητική Ασσάν. Την πλησίασε κοιτώντας τη σταθερά και η Μαρτίνα κατέβασε τα μάτια της. Εκείνος έκατσε δίπλα της και η Μαρτίνα μάζεψε τα πόδια της. Το χέρι του στήριξε το σαγόνι της και πλησίασε το στόμα του στο δικό της. Αλλά δεν τη φίλησε. «Τι έχεις ξεχάσει δηλαδή;» τη ρώτησε βραχνά και ένιωσε στη φωνή του τον πόθο αλλά και την προσπάθειά του να συγκρατηθεί.
«Έχω ξεχάσει…» ξεκίνησε με φόρα αλλά κόμπιασε. Δεν ήξερε από πού να ξεκινήσει. «Έχω ξεχάσει πώς είναι να με χαϊδεύεις παντού» του είπε και κοκκίνισε «να νιώθω το βάρος σου πάνω μου να με συνθλίβει, να με φιλάς στο λαιμό ενώ…ξέρεις» συνέχισε, «να μου ψιθυρίζεις στα αραβικά λόγια αγάπης όταν…ξέρεις» κατέληξε.
«Ξέρω» απάντησε εκείνος χαμογελώντας αδιάντροπα με την αμηχανία της. Η Μαρτίνα έκλεισε τα μάτια όταν εκείνος έσυρε τα δάχτυλά του από το μάγουλό της στο λαιμό της και από εκεί στο στέρνο της, το οποίο ήταν γυμνό. Φορούσε ένα μπλουζάκι μεταξωτό που στερεωνόταν χαμηλά στους ώμους. «Και τι θες να σου κάνω;» τη ρώτησε, γνωρίζοντας ότι την προκαλούσε. Η Μαρτίνα πάντα δυσκολευόταν να του πει τι της άρεσε και τι ήθελε από αυτόν. Κουμπωμένη όπως ήταν στις πράξεις, ήταν και στα λόγια, τόσο μέσα στην κρεβατοκάμαρα όσο και έξω από αυτήν.
«Ρεμί…» του είπε βραχνά κοιτώντας τον «στη φάση που είμαι» συνέχισε, παίρνοντας το χέρι του και φιλώντας αργά τα ακροδάχτυλά του «ό,τι και να κάνεις, ευπρόσδεκτο θα είναι».
«Δηλαδή να μη δώσω τον καλύτερο εαυτό μου;» γέλασε εκείνος σκοτεινά.
«Τι έχεις κατά νου;» ρώτησε εκείνη, νιώθοντας σαν παιδάκι μέσα σε ζαχαροπλαστείο. Ο Ρεμί είχε το κλειδί την ικανοποίησής της στο χέρι του και το κουνούσε επιδεικτικά.
«Έλεγα να ξεκινήσουμε με μερικά φιλιά» της χαμογέλασε και τη φίλησε με πάθος στο στόμα. Η Μαρτίνα ανταποκρίθηκε με πάθος και όταν το χέρι του χώθηκε στη βάση του κεφαλιού της και την έγειρε πίσω, δεν πρόβαλε καμία αντίσταση. Η Μαρτίνα απολάμβανε το ερωτικό του φιλί και το παιχνίδισμα της γλώσσας του αλλά αποφάσισε να αναλάβει κι αυτή δράση και τα δάχτυλά της κινήθηκαν προς το πουκάμισό του. Του ξεκούμπωσε αργά τα κουμπιά του και του έβγαλε βιαστικά τη στενή φανέλα που φορούσε από μέσα. Όταν κόλλησε πάνω στο απαλό, καλογυμνασμένο κορμί του, η ζεστασιά του και το αρρενωπό άρωμά του πότισε την ψυχή της και έβγαλε ένα βαθύ αναστεναγμό. Πόσο άνετα, πόσο όμορφα ένιωθε στην αγκαλιά του. Τι σκεφτόταν τότε; Γιατί έβαζε τόσα εμπόδια στον εαυτό της, στην ευτυχία της;
Ο Ρεμί τη σήκωσε και την έστησε όρθια μπροστά του. Την έγδυσε αργά, μέχρι που έμεινε ολόγυμνη μπροστά του. Ξαφνικά ένα κύμα ντροπής την πλημμύρισε και έκρυψε το πρόσωπό της στα χέρια της. Εκείνος, καθισμένος μπροστά της, τράβηξε τα χέρια της. «Θέλω να σε βλέπω» της είπε απλά και το χέρι του ταξίδεψε από τη γάμπα της ως το γλουτό της, και μετά κάτω πάλι. Με αφηρημένες, σχεδόν ράθυμες κινήσεις, σε ένα ανελέητο μαρτύριο ηδονής ο Ρεμί κατέληξε να τη χαϊδεύει πίσω από το γόνατο, κάνοντάς τη να απορεί για το λόγο που εκείνο το σημείο ήταν τόσο ερωτογενές.
«Ρεμί…» βόγκηξε ασυναίσθητα αλλά εκείνος τη διέταξε να σωπάσει.
«Υπομονή» της είπε και συνέχισε να τη χαϊδεύει. Τα χείλη του ακούμπησαν τον αφαλό της και το χέρι του ανέβηκε πιο ψηλά, στα μπούτια της και μετά λίγο πιο ψηλά, μέχρι που βρήκαν το κέντρο της θηλυκότητάς της. Η Μαρτίνα έγειρε το κεφάλι πίσω, ανίκανη να στηρίξει το κεφάλι της. Τη χάιδευε αργά, με κυκλικές κινήσεις και όταν η Μαρτίνα πλησίαζε στην κορύφωση, σταματούσε για λίγο και συνέχιζε ξανά. Το βασανιστικό αυτό παιχνίδι συνεχίστηκε για πολύ, μέχρι που η Μαρτίνα δάκρυσε από την απόλαυση και τον παρακάλεσε να την αφήσει να τελειώσει. Εκείνος όμως την άφησε από τα χέρια του και ξεκούμπωσε το παντελόνι του. Έμεινε μόνο με το εσώρουχό του, ένα μαύρο κολλητό μποξεράκι και ήταν η δική του σειρά να κλείσει τα μάτια του όταν η Μαρτίνα έκλεισε την παλάμη της γύρω από τον ανδρισμό του.
«Εγώ φταίω;» τον ρώτησε εκείνη πονηρά ενώ έσκυβε για να τον φιλήσει.
«Για απόψε και για πολλά πολλά βράδια ακόμα» της είπε εκείνος βγάζοντας κοφτές ανάσες που της έδιναν όση επιβεβαίωση χρειαζόταν για να συνεχίσει. «Σταμάτα» της είπε απότομα και την τράβηξε πάνω του. Η Μαρτίνα ακούμπησε τα γόνατά της δίπλα από τους γοφούς της και χαμήλωσε πάνω του.
«Μαλακά» την προέτρεψε εκείνος αλλά η Μαρτίνα δεν είχε πολλή υπομονή. «Αγάπη μου» τον άκουσε να της λέει βραχνά όταν είχε μπει τελείως μέσα της και εκείνη άρχισε να κινείται πάνω του. Τον ήθελε τόσο πολύ και τόσο καιρό που δεν μπορούσε να κρατηθεί άλλο. Όταν τον ένιωσε έτοιμο να εκραγεί, άφησε τον εαυτό της ελεύθερο, πρώτη φορά, και τον άφησε να την οδηγήσει σε ένα ταξίδι γεμάτο νέα ερεθίσματα, νέες εμπειρίες. Ούρλιαξε το όνομά του, έτσι όπως της είχε πει κάποτε, έτσι όπως ήξερε ότι ήθελε. Τον αγκάλιασε σφικτά από τους ώμους και κάθισε στην αγκαλιά του κουλουριασμένη, ενώ εκείνος τη σκέπαζε με το πουκάμισό του. Το σμίξιμό τους είχε μια νεανική αδημονία, μια βιασύνη αναμεμειγμένη με αμηχανία και πάθος. Αλλά το αποτέλεσμα ήταν απολαυστικό.
«Τώρα που ούρλιαξα το όνομά σου από ηδονή» τον πείραξε, θυμίζοντάς του τα λόγια του «θα με αφήσεις;» τον ρώτησε ανάλαφρα, αλλά μέσα της έτρεμε την απάντηση.
«Τώρα να σε αφήσω;» την κοίταξε αυτός με μια αναγεννησιακή ηρεμία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του. «Τώρα που επιτέλους αφέθηκες; Τώρα που κατάλαβα για πρώτη φορά ότι με θες όσο κι εγώ;» την αγκάλιασε και τον ένιωσε να τρέμει.
«Νόμιζα ότι το ήξερες αυτό» του είπε παραπονιάρικα.
«Άνθρωπος είμαι κι εγώ» είπε εκείνος ψιθυριστά, με φωνή ραγισμένη σχεδόν. «Έχω κι εγώ ανασφάλειες. Είμαι κι εγώ ερωτευμένος και για μένα είσαι μια πανέμορφη ξανθιά θεά, με μοναδικό ταλέντο στη μουσική, εξαίσια ανατροφή και τρόπους. Φοβάμαι κι εγώ ότι δε σε ικανοποιώ και ότι δε μου αξίζεις και ότι αργά ή γρήγορα θα βρεις κάποιον άλλον» της είπε και η Μαρτίνα δάκρυσε από τη συγκίνηση.
«Αυτά σκεφτόσουν τόσο καιρό;» τον ρώτησε αλλά δεν της απάντησε. «Βασανιζόσουν και δε μου είχες πει κουβέντα;» επέμεινε. «Ποτέ δε μου είχε περάσει από το μυαλό ότι ένιωθες ανασφάλειες. Επειδή είσαι τόσο…εσύ» του γέλασε μέσα στα δάκρυά της «νόμιζα ότι ξέρεις πόσο όμορφος, πόσο μοναδικός είσαι. Πώς είναι δυνατόν να αμφέβαλλες;»
«Δε μου αφέθηκες ποτέ. Είχες ένα τοίχος γύρω σου και εγώ νόμιζα ότι κρατούσες πισινή, ότι περίμενες κάποιον άλλον, κάτι καλύτερο».
«Δεν υπάρχει κανείς άλλος, δεν υπήρξε ποτέ» του είπε αποφασιστικά. «Και θα συνεχίσω να σου δίνομαι άνευ όρων αν αυτό είναι που θες. Αν αυτό είναι που θα σε κάνει να μην…κοιτάς άλλες γυναίκες».
«Δεν κοιτάω άλλες γυναίκες. Θέλω μόνο εσένα» είπε εκείνος απότομα. «Βάλτο καλά στο κεφάλι σου».
«Εντάξει» του χαμογέλασε. «Νομίζω ότι το πιστεύω πια».
«Με αγαπάς πολύ;» τη ρώτησε.
«Πάρα πολύ!» του είπε και τον έσφιξε.
«Θα κοιμηθούμε απόψε μαζί;»
«Μα…το παιδί…».
«Θέλω να γίνουμε κανονικό ζευγάρι. Δε θέλω να κάνουμε έρωτα στα κρυφά» είπε εκείνος ξαφνικά και την αιφνιδίασε.
«Νομίζω ότι μιλάνε οι ορμόνες σου» του γέλασε. «Θες να το ξανασυζητήσουμε αύριο; Λίγο πιο ψύχραιμα;»

«Θα κοιμηθούμε μαζί απόψε» είπε αποφασιστικά «και θα φύγω απ΄το δωμάτιο πριν ξυπνήσει ο μικρός. Αν θες να συζητήσουμε αύριο, θα συζητήσουμε κάτι άλλο. Πιο…δραστικό» της είπε αινιγματικά και τη βοήθησε να ντυθεί.

Πέμπτη, 25 Σεπτεμβρίου 2014

Κεφάλαιο 50 αποχρώσεις του λιλά

«Τι σε τσίμπησε σήμερα; Μπορείς να μου πεις; Από την ώρα που γύρισες είσαι εριστική και τώρα κάθεσαι μουτρωμένη και κοιτάς την τηλεόραση χωρίς να μου μιλάς» της είπε ο Ρεμί, αλλά η Μαρτίνα δε γύρισε προς το μέρος του. Όντως ήταν πολύ εκνευρισμένη. Πάλευε μέσα της με την επιθυμία να ξεσπάσει και το βρετανικό της φλέγμα.
«Καλά είμαι» του είπε άτονα, προσπαθώντας να κερδίσει χρόνο. Δεν ήξερε πώς έπρεπε να αντιμετωπίσει όλο αυτό που της συνέβαινε. Ευτυχώς ο μικρός είχε πέσει για ύπνο νωρίς γιατί ο Ρεμί τον είχε πάει για ιππασία νωρίς το απόγευμα, πριν εκείνη γυρίσει από τη δουλειά, και ήταν ξεθεωμένος. Τώρα οι δυο γονείς βρίσκονταν στο αγαπημένο τους δωμάτιο, στο δωμάτιο του πιάνου, και έβλεπαν τηλεόραση καθισμένοι στον άνετο καναπέ. Αλλά η Μαρτίνα ένιωθε έτοιμη να εκραγεί.
«Δεν φαίνεσαι και πολύ καλά» της είπε εκείνος. Είχε κάνει υπομονή και την άφησε στην ησυχία της, αλλά μετά από τριάντα λεπτά που κάθονταν δίπλα δίπλα χωρίς να μιλάνε, τη ρώτησε τι είχε. Η Μαρτίνα τον διαβεβαίωσε ότι ήταν καλά αλλά δεν τον έπεισε. Κι εκείνος επέμεινε. «Πάω να σε αγκαλιάσω και τραβιέσαι».
«Κι εσύ έχεις μάθει στην απόλυτη διαθεσιμότητα. Σωστά;» ειρωνεύτηκε η Μαρτίνα, ανίκανη να ελέγξει τον θυμό της.
«Τι στο καλό σημαίνει αυτό πάλι;» ρώτησε εκείνος και σηκώθηκε απότομα. Άρχισε να περπατάει μέσα στο δωμάτιο, γεμίζοντας το οπτικό της πεδίο με την αρρενωπή παρουσία του. Παρά τον θυμό της την εντυπωσίαζε η ωμή ομορφιά του. «Ποια διαθεσιμότητα;» επέμεινε εκείνος όταν δεν απάντησε.
«Ε να…» του είπε χαμογελαστή η Μαρτίνα. Είχε αποφασίσει να του πει την αλήθεια και να τον αντιμετωπίσει. Γιατί δεν ανεχόταν να την κοροϊδεύει άλλο. «Είχαμε μια συζήτηση σήμερα με τους συνεργάτες μου και τους εξηγούσα πόσο δύσκολο είναι να ζητήσεις νομοθετική μεταρρύθμιση γιατί εκκρεμεί κάτι άλλο, οικογενειακό».
«Ε και;» απόρησε ο Ρεμί.
«Τους εξήγησα ότι υπάρχουν κάποιες αντιρρήσεις από αρχηγούς φυλών και ότι δε θέλεις να δημιουργήσεις πόλωση».
«Πολύ ωραία το έθεσες. Το πρόβλημα δε βλέπω» είπε εκείνος καυστικά.
«Το πρόβλημα είναι ότι όταν έμεινα μόνη μου με την Ασσάν, την αγαπημένη σου» του είπε και προσπέρασε την γκριμάτσα αποδοκιμασίας που αλλοίωσε τα όμορφα χαρακτηριστικά του «μου εξήγησε ότι είναι αναπόφευκτο να ξεσηκωθεί ο λαός αν μάθει ότι έχεις κάνει το παιδί με μια ξένη και ότι εκείνη είναι η εκλεκτή τους και ένα σωρό άλλες βλακείες. Δηλαδή όχι και πολύ βλακείες. Μάλλον δίκιο έχει» κατέληξε.
Ο Ρεμί είχε γίνει έξαλλος. Το έβλεπε από τα ρουθούνια του που φούσκωναν και ξεφούσκωναν, προσπαθώντας να ελέγξει τον θυμό του. Όταν άνοιξε το στόμα του τελικά, μιλούσε αργά, αλλά όχι ήρεμα.
«Και τι σε νοιάζει εσένα τι λέει η Ασσάν;»
«Κανονικά δε θα με ένοιαζε» του είπε και χαμογέλασε, απολαμβάνοντας το μπερδεμένο ύφος του «αλλά είναι που η Ασσάν άρχισε να αναπολεί τις στιγμές που περάσατε μαζί, το ταξίδι στο Παρίσι, το απίστευτο σεξ και τις υποσχέσεις και μου ήρθε να ξεράσω» κατέληξε ξερά.
Το ανασηκωμένο φρύδι του Ρεμί έπεσε ξαφνικά και την έπιασε από τον καρπό δυνατά. «Ζηλεύεις;» τη ρώτησε.
«Ρεμί, άκουγα μισή ώρα πόσο δοτικός εραστής είσαι και πόσο ωραία περάσατε στο Παρίσι και ότι κανείς δε συγκρίνεται μαζί σου και ότι μαζί, θα κάνετε ένα ισχυρό δίδυμο και θα βασιλεύετε με επιτυχία μπλα μπλα μπλα. Με κατηγορείς για κάτι;»
«Που την πίστεψες».
«Άρα;» γέλασε ξερά εκείνη. «Δεν είσαι καλός εραστής;»
«Προσπαθώ, αλλά δεν αναφέρομαι εκεί».
«Δεν περάσατε μαγευτικά στο Παρίσι;» ειρωνεύτηκε.
«Καλά ήταν» είπε αδιάφορα εκείνος.
«Να υποθέσω λοιπόν ότι η Ασσάν έλεγε σε όλα αλήθεια εκτός από το ότι της έχεις υποσχεθεί να βασιλεύσετε μαζί και να κατακτήσετε τον κόσμο;»
«Η αλήθεια, χαμπίμπτι, καμιά φορά, είναι θέμα ερμηνείας» είπε ήρεμα ο Ρεμί και κάθισε ξανά στον καναπέ. «Δύο άνθρωποι μπορεί να ακούσουν το ίδιο πράγμα και να το εκλάβουν τελείως διαφορετικά».
«Δηλαδή δεν της έδωσες ελπίδες;» τον ρώτησε δύσπιστα.
«Καμία, Μαρτίνα. Η σχέση μου με την Ασσάν ήταν σύντομη. Σου έχω ξαναπεί ότι τη σέβομαι, αλλά μέχρι εκεί. Την ξέρω από μικρή και είμαστε πιο πολύ φίλοι από εραστές».
«Και εκείνη γιατί λέει ότι ανήκετε μαζί;»
«Μπορεί να λέει ό,τι θέλει η Ασσάν. Φαντάζομαι πολλές κοπέλες από το χαρέμι ονειρεύονται το ίδιο».
«Σιγά, Ρεμί! Κόψε κάτι!»
«Μαρτίνα, άσε την ειρωνεία. Η θέση μου και η οικονομική μου κατάσταση είναι ισχυρό αφροδισιακό για κάποιες γυναίκες» της είπε απολογητικά. «Δυστυχώς όχι για όλες» κατέληξε και την κοίταξε με νόημα.
«Αγνοώ το ατυχές σχόλιο και σε ρωτάω ανοιχτά αν κοιμάσαι ακόμα με την Ασσάν. Η κοπέλα μού έδωσε σήμερα την εντύπωση ότι είχε έρθει με αποστολή να μου μιλήσει για εσάς, να με βγάλει από τη μέση. Τι στο διάολο τρέχει; Κοιμάσαι μαζί της;» είπε και ένιωσε να φεύγει από πάνω της ένα τεράστιο βάρος, ξεστομίζοντας την ερώτηση που έκαιγε τα σωθικά της σχεδόν από τη μέρα που έφτασε στην Οσεάνα.
«Σου το είπα και σου το ξαναλέω πως όχι» επέμεινε εκείνος σθεναρά. «Ο,τι είχα με την Ασσάν έχει τελειώσει πολύ καιρό πριν έρθεις. Δεν ξέρω τι την έπιασε, αλλά δε με νοιάζει κιόλας».
«Ησύχασα τώρα» φώναξε εκείνη. «Γιατί; Τι θα μου έλεγες; Την αλήθεια;»
«Πάντα σου έλεγα την αλήθεια! Πάντα!» φώναξε κι εκείνος με τη σειρά του.
«Με απήγαγες!» του πέταξε ξαφνικά. «Δεν νομίζω ότι είσαι και πολύ ειλικρινής».
«Σε ήθελα κοντά μου. Ήθελα να μάθω αν με αγάπησες ποτέ, όπως εγώ. Αλλά εσύ μάλλον…δεν έχεις όρια. ‘Η θα είσαι παγοκολώνα, ή θα τα κάνεις όλα στο μέγιστο βαθμό. Θα με αγαπάς πολύ και θα ζηλεύεις πολύ».
«Δε ζηλεύω, Ρεμί!».
«Τότε γιατί τσακωνόμαστε;»
«Επειδή ήρθε μια πανέμορφη γυναίκα και μου είπε ότι ανήκετε μαζί και ότι αυτή είναι αποδεκτή από το λαό ενώ εγώ θα σου δημιουργήσω πρόβλημα. Και ότι περνούσατε καλά στο κρεβάτι. Συγγνώμη, αλλά όλο αυτό…παραπάει!»
«Δεν περνάμε καλά; Δε σε αγαπάω;» τη ρώτησε τρυφερά. «Τι στο καλό σε έπιασε; Γιατί πρέπει πάντα να βρίσκεις ένα εμπόδιο; Γιατί βάζεις τρικλοποδιές στη σχέση μας;»
«Εγώ τις βάζω; Όλες οι γυναίκες έχουν μια πρώην για να ζηλεύουν. Εγώ έχω ένα ολόκληρο χαρέμι συν όποιες άλλες άσχετες έχεις…περιποιηθεί».
«Επιμένεις ότι δε ζηλεύεις;» γέλασε εκείνος και η Μαρτίνα έγινε έξαλλη.
«Είσαι απαράδεκτος» είπε η Μαρτίνα και κάθισε στο ανάκλιντρο, μακριά του. «Εκμεταλλεύεσαι τις γυναίκες και κοροϊδεύεις και εκείνες και εμένα. Αλλά εγώ δε θα κάτσω να ανεχτώ άλλο αυτή τη συμπεριφορά!» του είπε εκνευρισμένη.
«Και τι θα κάνεις;» ρώτησε εκείνος σε ανάλογο τόνο.
«Θα…θα διακόψουμε» του είπε νευριασμένη. Δεν το εννοούσε, αλλά τα νεύρα της την έκαναν να λέει τρελά πράγματα.
«Λογικέψου» είπε εκείνος προειδοποιητικά.
«Μη με κοιτάς εμένα έτσι» του είπε, αντιμετωπίζοντας στα ίσα το σαρωτικό βλέμμα του. «Γιατί είμαι έξαλλη μαζί σου! Έξαλλη!» επανέλαβε τη λέξη.
«Δεν είσαι έξαλλη» απάντησε εκείνος κι ένα στραβό χαμόγελο χάραξε τα γεμάτα χείλη του. «Έχεις πάθει μια μίνι υστερία».
«Όλα τα ξέρεις εσύ» τον ειρωνεύτηκε αλλά ένα παράξενο συναίσθημα φώλιασε στο στομάχι της. Ο τρόπος που την κοιτούσε…την έκανε πάντα να ξεχνάει πού ήταν, ποια ήταν.
«Ξέρω και γιατί έχεις πάθει υστερία» συνέχισε εκείνος ήρεμα, κοιτώντας τη σταθερά. Η Μαρτίνα δεν απάντησε. Δεν ήξερε τι να του πει. Έβλεπε στα μάτια του κάτι που την έκανε να ανατριχιάζει. Όχι από φόβο. Από κάτι άλλο, εξίσου δυνατό. «Και ξέρω και τι θες για να σου περάσει» κατέληξε εκείνος θριαμβευτικά.

Η Μαρτίνα πήρε μια βαθιά ανάσα και αγνόησε το καρδιοχτύπι της. Αγνόησε και όλες τις φωνούλες στο μυαλό της και αποφάσισε να ακούσει τις κραυγές του κορμιού της.

«Αφού ξέρεις» του είπε χαμογελώντας κι εκείνη όλο νόημα «γιατί δεν μου το δίνεις;»

Τετάρτη, 24 Σεπτεμβρίου 2014

κεφάλαια 49-ε ε έρχεται

49

«Τραγούδα μου κάτι» της είπε ο Ρεμί μία βδομάδα μετά. Είχαν γυρίσει από το ταξίδι τους πολύ κουρασμένοι και πολύ γεμάτοι ταυτόχρονα. Ο Ρεμί είχε κοιμηθεί στο ίδιο κρεβάτι μαζί της το βράδυ που πέρασαν στο ξενοδοχείο αλλά δεν την είχε ενοχλήσει. Η Μαρτίνα θα του παραδιδόταν αμαχητί αν έκανε την παραμικρή κίνηση. Αλλά εκείνος δεν την έκανε. Είχε αρχίσει να δυσανασχετεί που ήταν τόσο κύριος. Στο διήμερό τους είχαν κάνει ψώνια και είχαν επισκεφτεί ένα σωρό όμορφα μέρη στην εξωτική χώρα. Την Κυριακή το βράδυ ο Ρεμί την άφησε με δυσκολία να μπει στο υπνοδωμάτιό της. Της γκρίνιαξε ότι τον απομάκρυνε με τη στάση της αλλά εκείνη του εξήγησε ότι ούτε μπορούσε να κοιμηθεί στο δωμάτιό του μακριά από το παιδί της, ούτε να ξυπνήσει ο μικρός το πρωί και να τον βρει εκεί και να μάθει τόσο άγαρμπα για την επανασύνδεση. Ο Ρεμί συνέχισε να είναι μουτρωμένος αλλά το επόμενο πρωί είχε βρει πάλι το κέφι του και λίγο πριν φύγει για δουλειά η Μαρτίνα, της ζήτησε να του τραγουδήσει κάτι, όπως έκανε όταν ήταν μαζί και ετοιμάζονταν για το πανεπιστήμιο.
«Να σου δώσω ένα φιλάκι και να πατσίσουμε;» του είπε και αγνόησε την γκριμάτσα που έκανε εκείνος.
«Δε μου κάνεις το χατίρι» παραπονέθηκε εκείνος.
«Μη με πιέζεις, καρδιά μου».
«Δε σε πιέζω για το ένα, δε σε πιέζω για το άλλο…» είπε εκείνος. «Πού σταματάει ο κύριος και πού αρχίζει ο μα…»
«Μην το πεις!» γέλασε η Μαρτίνα και τον αγκάλιασε. «Θα τα πούμε το βράδυ;»
«Σήμερα δυστυχώς έχω πολλή δουλειά γιατί αύριο έχουμε μια σημαντική συνάντηση με δύο αρχηγούς φυλών. Ο Σαράμ θα θίξει ένα θέμα που έχει να κάνει με μείωση των εξουσιών τους και περιμένουμε αντιδράσεις» είπε απολογητικά.
«Ωραία, καταλαβαίνω» είπε η Μαρτίνα. «Το πολύ πολύ να έρθω να δουλέψουμε μαζί. Θα γυρίσω κατά τις έξι, θα φάω με το παιδί και θα παίξω λίγο μαζί του και μετά είμαι όλη δική σου όταν πέσει για ύπνο».
«Όλη δική μου;» τη ρώτησε πονηρά και η Μαρτίνα γέλασε.
«Όλο εκεί το μυαλό σου!» τον μάλωσε.
«Φοβάμαι ότι δε με θες» της είπε σοβαρά εκείνος.
«Είσαι χαζός; Ποια γυναίκα δε θα σε ήθελε; Είσαι πανέμορφος, έξυπνος και σέξι».
«Δε με νοιάζουν οι άλλες. Μόνο εσύ. Το καταλαβαίνεις; Μόνο εσύ» της είπε και την έσφιξε από τα μπράτσα. «Εσύ είσαι η τελευταία γυναίκα με την οποία θα κοιμηθώ. Τέλος» είπε αποφασιστικά.
«Εσύ πάλι είσαι ο πρώτος και ο τελευταίος» του είπε εκείνη και τον χάιδεψε στο μάγουλο απαλά.
«Μου αρέσει η ιδέα» είπε εκείνος και χαμογέλασε δειλά. «Και δηλαδή…» είπε ντροπαλά «με αγαπάς όσο σε αγαπάω;».
Η Μαρτίνα έμεινε βουβή για μερικά δευτερόλεπτα. Η ανάσα της είχε κοπεί και δάκρυα απειλούσαν να κυλήσουν στα μάγουλά της. Το σοκ όμως ήταν τόσο γλυκό…Μπορεί να είχε παγώσει το σώμα της, η καρδιά της όμως χτυπούσε δυνατά στο στήθος της και ένιωθε λες και είχε βουτήξει σε μια θάλασσα ευτυχίας.
«Με αγαπάς;» τον ρώτησε ψελλίζοντας σχεδόν. «Ξανά;»
«Πάντα» της είπε εκείνος και χαμογέλασε. «Δε σταμάτησα ποτέ» την κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια και η Μαρτίνα διάβασε την αλήθεια μέσα τους.
«Σε πιστεύω» του είπε. Ο Ρεμί την κοιτούσε σταθερά και έσμιξε τα φρύδια του. Η Μαρτίνα αναρωτήθηκε γιατί σκοτείνιασε. Και μετά κατάλαβε.
«Κι εγώ σε αγαπώ, καρδιά μου» του είπε και τον φίλησε απαλά στα χείλη. «Και τότε σε αγαπούσα και τώρα και για πάντα. Είσαι ο πιο όμορφος άντρας που έχω δει, ο πιο ενδιαφέρων άνθρωπος που έχω συναναστραφεί και μόνο μαζί σου νιώθω πλήρης. Σε αγαπούσα ακόμα κι όταν δε σ’ αγαπούσα» κατέληξε.
«Αλήθεια λες; Περίμενα τόσα χρόνια να το ακούσω» της είπε φανερά συγκινημένος και την έσφιξε πάνω του. «Αγαπιόμαστε!» είπε θριαμβευτικά. «Δε θα μας χωρίσει ποτέ κανένας!»
«Ρεμί…θα αργήσω!» τον μάλωσε και του έδειξε το ρολόι που της είχε κάνει δώρο. Ήταν ένα ξεχωριστό κόσμημα με αληθινά διαμάντια στο καντράν. «Είναι παρά δέκα. Θα περιμένει η Ασσάν!» του είπε. Σήμερα είχαν συνάντηση για να την ενημερώσει για όσα είχε κάνει ώστε να τη βοηθήσει με την οργάνωση του τομέα του χορού. Επιπλέον, θα της σύστηνε και τον δρα Κάρστεν, ο οποίος είχε εγκατασταθεί ήδη στην Οσεάνα και είχε μπει πολύ δυναμικά στον στίβο των εργασιών, αποδεικνύοντας ότι παρόλο που ήταν δύσκολος άνθρωπος, ήταν ένας άψογος επαγγελματίας. 
«Πες της ότι σε καθυστέρησα εγώ επειδή σε φιλούσα» γέλασε εκείνος.
«Δεν είναι και πολύ κομψό αυτό…δεδομένου του παρελθόντος σας» του είπε καυστικά και το χαμόγελό του πάγωσε.
«Δεν της έδωσα καμία υπόσχεση και δεν έδειξε να την πείραξε  που χωρίσαμε» της είπε. «Την εκτιμώ και τη σέβομαι, αλλά μέχρι εκεί».
«Ας το ελπίσουμε» του είπε και του έβγαλε τη γλώσσα. «Γιατί αλλιώς θα αναγκαστώ να την ξεμαλλιάσω».

«Δε θα χρειαστεί να ξεμαλλιάσεις ποτέ καμία αλλά μου αρέσει να με διεκδικείς. Καλημέρα, αγάπη μου» τη φίλησε πάλι και η Μαρτίνα με βαριά καρδιά άφησε το γραφείο του.


Τρίτη, 23 Σεπτεμβρίου 2014

κεφάλαιο 48-αγάπηηηηηη

«Παίζεις βρώμικα» είπε η Μαρτίνα μερικές μέρες μετά. Μερικές πανέμορφες μέρες μετά. Ήταν Παρασκευή απόγευμα και μετά από καθημερινά ραντεβού, υπονοούμενα, κομπλιμέντα και δωράκια, ο Ρεμί είχε αποφασίσει να πάνε «ένα διημεράκι» στο Ντουμπάι για ψώνια και χαλάρωση με το ιδιωτικό του τζετ.
«Εγώ;» ρώτησε εκείνος θεατρινίστικα. «Εγώ απλώς θέλω να περάσω λίγο ποιοτικό χρόνο μαζί σου» της είπε και την αγκάλιασε. Η Μαρτίνα δεν πρόβαλε αντίσταση.
«Και το παιδί;» ρώτησε όταν τα χείλη του άφησαν τα δικά της. Αυτές τις τελευταίες μέρες ένιωθε ότι ήταν σε διαρκές στάδιο…προκαταρκτικών. Ο Ρεμί τη φιλούσε αμέτρητες φορές μέσα στη μέρα, τη χάιδευε αργά και της έστελνε μηνύματα γεμάτα ερωτικές υποσχέσεις. Ένιωθε το κορμί της έτοιμο να του παραδοθεί αλλά… είχε ακόμα μέσα της ψήγματα ανασφάλειας. Σημαντικά λιγότερο, αλλά συνέχιζε να πιστεύει ότι θα τον απογοήτευε στο κρεβάτι.
«Το παιδί θα το προσέχει η Ναντίν. Ένα Σαββατοκύριακο θα λείψουμε μόνο» είπε εκείνος ήρεμα, αλλά αποφασιστικά. «Εκτός από γονείς του είμαστε και ζευγάρι και πρέπει να διαφυλάξουμε τη σχέση μας. Και πίστεψέ με, σε κάθε παιδί αρέσει να βλέπει τους γονείς του ερωτευμένους» της είπε.
«Μάλλον έχεις δίκιο» είπε η Μαρτίνα σουφρώνοντας τα χείλη της.
«Το φοράς βλέπω» της είπε φέρνοντας το χέρι της στο στόμα του. Κοίταξε χαμογελαστός το μοναδικό βραχιόλι που της είχε χαρίσει. Ήταν ένα περίτεχνο κόσμημα από κίτρινο χρυσό και μικρά διαμάντια. Μια λεπτή αλυσίδα έδενε γύρω από τον καρπό και συνέχιζε ως το δάχτυλο. «Βραχιόλι της σκλάβας» της είπε πει ότι το έλεγαν στην αγορά και αμέσως μετά γέλασε με το ύφος της. Της εξήγησε ότι ήταν ένα χαρακτηριστικό ισλαμικό κόσμημα και μάλιστα το φορούσαν οι γυναίκες του χαρεμιού. Η Μαρτίνα συνέχισε να τον κοιτάει καχύποπτα και μόνο όταν εκείνος της έδειξε ότι είχε χαράξει μια αραβική φράση πάνω που σήμαινε «μοναδική αγαπημένη» του χαμογέλασε δειλά και του υποσχέθηκε ότι θα το φορούσε. Σήμερα το πρωί πριν πάει στη δουλειά, το πέρασε από τον καρπό και το δάχτυλό της γιατί ήξερε ότι θα είχε δύσκολη μέρα και ήθελε να έχει τον Ρεμί κοντά της, έστω και με αυτόν τον τρόπο.
«Μου αρέσει πολύ» του είπε με κάθε ειλικρίνεια και τον ευχαρίστησε ξανά. «Αλλά μη με κακομαθαίνεις τόσο».
«Μου αρέσει να σε κακομαθαίνω. Θέλω να προλαβαίνω κάθε επιθυμία σου. Σε στερήθηκα τόσα χρόνια…» είπε σχεδόν απελπισμένος και τη φίλησε με πάθος. «Θα πάμε τελικά αύριο το ταξιδάκι που λέγαμε;».
«Η αλήθεια είναι ότι είχα λίγη δουλειά για το Σαββατοκύριακο, αλλά…».
«Όχι δουλειά το Σαββατοκύριακο» είπε αυστηρά εκείνος. «Δε θέλω να κουράζεσαι».
«Δεν κουράζομαι, μου αρέσει» του είπε και του χαμογέλασε ζεστά. Κάθονταν στο σαλονάκι όπου είχαν αλλάξει τη χρονιά μαζί. Εκεί περνούσαν πια τον ελεύθερο χρόνο τους. Αγκαλιασμένοι στον καναπέ ή παίζοντας με το παιδί. «Αλλά θα χαρώ αν πάμε ένα ταξιδάκι» του απάντησε τελικά κι εκείνος τη σήκωσε στην αγκαλιά του ενθουσιασμένος.
«Μου αρέσει να μου λες ναι» είπε εκείνος γελώντας. «Κυρίως μου αρέσει να μου λες ναι επαναλαμβανόμενα στο κρεβάτι αλλά θα περιμένω» της είπε.
«Σύντομα» του είπε και τον αγκάλιασε. «Αν είσαι καλό παιδί».
«Δεν είμαι» της είπε και την έσφιξε πάνω του. Η Μαρτίνα κατάλαβε τι εννοούσε.
«Ρεμί, αγάπη μου, είμαι η μητέρα του παιδιού σου!» τον πείραξε και τραβήχτηκε. Εκείνος την έσφιξε ξανά πάνω του.
«Το ξέρω» της είπε και δάγκωσε το κάτω χείλος της. «Απλώς πιστεύω…» ψιθύρισε στο αφτί της βραχνά «ότι ένας άντρας έχει πολλά δωμάτια για να σέβεται τη γυναίκα του. Δεν είναι ανάγκη να τη σέβεται ΚΑΙ στο υπνοδωμάτιο» της είπε και η Μαρτίνα γέλασε.
«Θεέ μου, τι πρόστυχος που είσαι!» τον αγκάλιασε. «Αλλά νομίζω ότι μου αρέσει!»
«Λέγε τώρα! Θα πάμε Ντουμπάι;»
«Και Ντουμπάι, και Παρίσι και Γη του Πυρός. Αρκεί να είμαστε μαζί!»
«Αυτή είναι η σωστή απάντηση».
«Μπορώ να πάω στο δωμάτιό μου τώρα;» τον ρώτησε τάχαμ αγανακτισμένη.
«Μόνο για λίγο. Είμαι εθισμένος» της γέλασε εκείνος.

Η Μαρτίνα έφυγε από το δωμάτιο σχεδόν πετώντας. Ένιωθε πολύ ευτυχισμένη. Τόσο πολύ που φοβόταν. Φοβόταν μήπως κάτι πήγαινε στραβά γιατί δεν είχε τίποτα να την κρατήσει. Είχε βέβαια το παιδί της, αλλά ο Ρέμι πια λάτρευε τον πατέρα του και θα δυσκολευόταν πολύ αν η Μαρτίνα δημιουργούσε κάποια ρήξη μαζί του. Δεν της άρεσε να νιώθει τόσο αδύναμη αλλά του το χρωστούσε. Της είχε ζητήσει την απόλυτη εμπιστοσύνη της και του την πρόσφερε. Παρόλο που πάλευε με όλους τους εσωτερικούς δαίμονές της, με όλη της την ιδιοσυγκρασία, με ό,τι ήξερε μέχρι τώρα. Τον αγαπούσε και του το έδειχνε με κάθε τρόπο. Δεν είχαν πει τα λόγια, αλλά οι λέξεις, οι σκέψεις, οι πράξεις ήταν εκεί. Αυτή τη φορά θα τα έκανε όλα σωστά. Όχι μόνο εκείνος. Αλλά και η ίδια. Γιατί τον αγαπούσε. Και προτιμούσε να του δοθεί απόλυτα ξανά, κι ας φοβόταν, παρά να ζήσει μακριά του.




Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2014

κεφάλαιο 47-υπερμετρωπία

«Τι κάνει εδώ το κορίτσι μου;» της είπε ο Ρεμί την επόμενη μέρα με όλο του το πρόσωπο να ακτινοβολεί από τη θερμότητα των λόγων του. Η Μαρτίνα είχε κοιμηθεί στο δωμάτιό της και εκείνος στο δικό του, αλλά αν έκρινε από τους μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια του σήμερα το πρωί, ούτε εκείνος είχε κοιμηθεί πολύ. Όλο το βράδυ πάλευε με την επιθυμία να πάει στο δωμάτιό του. Η ανάγκη της ήταν ακατανίκητη, αλλά η ανασφάλειά της μήπως δεν του χάριζε την ηδονή που του άξιζε την είχε κάνει να μείνει στο κρεβάτι της και να στριφογυρίζει μέχρι τα ξημερώματα.
«Ήρθα να σου δώσω ένα φιλάκι πριν πάω για δουλειά» του είπε και έκατσε στην αγκαλιά του, παίρνοντας θάρρος από τα χέρια του, που τα είχε τεντώσει προς το μέρος της σε μια τρυφερή πρόσκληση. Εκείνος έκανε λίγο πίσω την καρέκλα του για να βολευτεί πάνω του. Η Μαρτίνα τύλιξε τα χέρια της πίσω από το λαιμό του και κούρνιασε στο λαιμό του. «Και να βεβαιωθώ ότι δεν ονειρεύομαι» πρόσθεσε ντροπαλά.
«Αν ισχύει αυτό, τότε βλέπουμε και οι δύο το ίδιο όνειρο» της είπε τρυφερά, χαϊδεύοντας την πλάτη της αργά. «Αλλά γιατί να πας στη δουλειά; Κάτσε εδώ να περάσουμε τη μέρα μαζί» είπε εκείνος σαν μικρό παιδί. «Μου έχεις λείψει τόσο πολύ».
«Ρεμί μου» νιαούρισε και τον φίλησε απαλά στα χείλη «έχω πολλή δουλειά. Πρέπει να διευθετήσω αυτό το θέμα με τις ώρες διδασκαλίας» του υπενθύμισε.
«Α, σχετικά με αυτό. Σκέφτηκα ότι μπορείς να κάνεις την απαραίτητη προετοιμασία και έχουμε αρκετούς μήνες μέχρι την έναρξη του επόμενου σχολικού έτους. Μέχρι τότε θα έχουμε βρει λύση. Εντωμεταξύ ασχολήσου πιο πολύ με τα ωδεία».
«Απλώς πρέπει να υπάρχει απόσταση από τη διευθέτηση του θέματος του παιδιού και του θέματος της νομοθετικής αλλαγής. Να μην πέσει βαρύ στο λαό» του είπε σοβαρά.
«Μην ανησυχείς, και έχω πάρει τις αποφάσεις μου για το τι να πω για το παιδί» της είπε χαμογελώντας πονηρά.
«Μήπως να ενημερώσεις και την μητέρα του;» τον πείραξε, και τον τσίμπησε μαλακά.
«Σύντομα, καρδιά μου» την έσφιξε εκείνος πάνω του. «Πες μου τώρα, πού θες να πάμε απόψε για φαγητό;».
«Εμείς οι δύο;» τον ρώτησε ξαφνιασμένη.
«Θες και παρέα;» γέλασε ο Ρεμί.
«Όχι, όχι…απλώς δεν ήξερα ότι μπορείς να κυκλοφορείς άνετα δημοσίως και μάλιστα μαζί μου».
«Μπορώ να κάνω ό,τι θέλω. Το θέμα είναι αν θες κι εσύ» είπε αποφασιστικά.
«Φυσικά και θέλω! Έχω δει ένα πολύ ωραίο εστιατόριο και θέλω να πάμε εκεί! Μπορούμε; Να σου πω το όνομα;».
«Θα πάμε όπου θες εσύ! Θέλω πολύ να βγούμε ραντεβού».
«Ραντεβού; Κι εγώ θέλω! Θα φορέσω κάτι όμορφο. Στο παιδί τι θα πούμε;»
«Προς το παρόν δε χρειάζεται να του εξηγήσουμε κάτι αλλά σύντομα θα μάθει την αλήθεια για το πόσο ερωτευμένος είναι ο μπαμπάς με τη μαμά» της είπε και η Μαρτίνα ένιωσε την καρδιά της να πεταρίζει στο στήθος της. Ενστικτωδώς δάκρυα ανάβλυσαν από τα μάτια της. Δάκρυα χαράς, ευτυχίας, πληρότητας. Ερωτευμένος ο Ρεμί μαζί της; Είχε σταθεί μία φορά τυχερή και τον γνώρισε. Και τώρα είχε και δεύτερη ευκαιρία. Παρόλα τα λάθη του παρελθόντος. Λάθη εκατέρωθεν, που τους είχαν απομακρύνει αλλά δε στάθηκαν ικανά να τους χωρίσουν; Κάρμα; Κισμέτ; Μοίρα; Δεν ήξερε ποια ήταν η σωστή λέξη. Αλλά κάποιος συμπαντικός νόμος τους έφερε κοντά. Και αυτή τη φορά δεν έπρεπε να τα θαλασσώσουν.
«Και η μαμά με τον μπαμπά» του είπε και τον άφησε να της σκουπίσει τα δάκρυα με τα ακροδάχτυλά του.
«Ομορφή μου αγάπη, ζωή μου» της ψιθύρισε και τη φίλησε γλυκά.  «Αυτή τη φορά θα τα κάνω όλα σωστά. Δε θα κάνω ούτε ένα λάθος. Δε θα σε απογοητεύσω» της είπε βραχνά, φανερά συγκινημένος. «Το μόνο που θέλω είναι να με εμπιστευτείς. Να αφεθείς. Σου υπόσχομαι ότι θα κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ».
«Μου ζητάς τα αδύνατα» του χαμογέλασε ανάμεσα στα καινούργια δάκρυα που έρρεαν από τα μάτια της. «Είμαι φύσει συγκρατημένη, αλλά δες πού μας οδήγησε όλο αυτό…» μονολόγησε. «Ίσως αυτή τη φορά πρέπει να αλλάξω τακτική. Ίσως αυτή τη φορά σού αξίζει η απόλυτη εμπιστοσύνη».
«Θέλω να σε κάνω τόσο ευτυχισμένη που να ξεχάσεις τον πόνο που σου προκάλεσα» της είπε εκείνος.
«Τον έχω ξεχάσει ήδη. Από τη στιγμή που με φίλησες ξανά, χαζέ» τον πείραξε.
«Ένιωσες κι εσύ αυτό που ένιωσα κι εγώ; Ότι επέστρεψες σπίτι σου;»
«Ακριβώς!» του είπε και έσφιξε τις γροθιές της. «Ακριβώς αυτό!»
«Χαμπίμπτι, θα αργήσεις!» τη μάλωσε.
«Μα έχω ακόμα δέκα λεπτά» διαμαρτυρήθηκε εκείνη.
«Όχι, δε θα έχεις» είπε ο Ρεμί και αφού την είδε απορημένη της εξήγησε. «Αν συνεχίσεις να αναδεύεσαι έτσι στην αγκαλιά μου, φορώντας αυτό το ανεκδιήγητο φόρεμα, δεν θα σε αφήσω να φύγεις σε δέκα λεπτά» της είπε πονηρά.
«Ανεκδιήγητο;» άλλαξε εκείνη την κουβέντα, προσπαθώντας να ελέγξει το καυτό κύμα που σάρωσε το κορμί της. «Τι; Επειδή είναι λίγο κοντό; Και λίγο κόκκινο; Και επειδή έχει λίγο ντεκολτέ; Πωπώ!» του είπε βγαίνοντας από το γραφείο του  λικνίζοντας τους γοφούς της. «Πολύ συντηρητικός έχεις γίνει!» του είπε δραματικά και του πέταξε ένα φιλί στον αέρα.

Έκανε ένα βήμα έξω από την πόρτα αλλά επέστρεψε. Κάτι είχε ξεχάσει.
«Ρεμί, γιατί φοράς γυαλιά;» τον ρώτησε χιουμοριστικά. Δεν είχε ξαναδεί τα γυαλιά του. Πότε είχε αποκτήσει μυωπία; Ήθελε να του κάνει λίγη πλάκα ότι γερνάει. Αλλά ήταν τόσο σέξι με τα γυαλιά που δεν της έβγαινε.

«Για να σε βλέπω καλύτερα» απάντησε ο κακός λύκος της και αφού χαμογέλασε με το σχόλιό του, έφυγε για το γραφείο της.


Σάββατο, 20 Σεπτεμβρίου 2014

κεφάλαιο 46-Play it again, Sam

Μόνο εγώ φοβάμαι;» σηκώθηκε από το πιάνο και άρχισε να περπατάει πάνω κάτω μέσα στο δωμάτιο. Είχε υπέροχη θέα στον κήπο και άπλετο χώρο για να μπουν μερικές καρέκλες. Ήταν κατάλληλο για πριβέ κονσέρτα. Χαμογέλασε στην ιδέα ότι ο Ρεμί τα είχε υπολογίσει όλα. Ακόμα και το χρώμα στους τοίχους, ένα σκούρο μπλε σχεδόν μαύρο. Το αγαπημένο της. Πόσο καλά την ήξερε…ήταν χαμένη αν αποφάσιζε να τη διεκδικήσει πάλι. Αν το εννοούσε. «Δεν έχω άμυνες, Ρεμί. Δεν έχω άλλη δύναμη μέσα μου. Αν σε χάσω ξανά, δε θα μπορέσω να σταθώ στα πόδια μου. Διάολε! Δε θα μπορέσω καν αν φύγω! Είμαι φυλακισμένη! Θα πρέπει να ζήσω μια ζωή μέσα στο παλάτι και να σε βλέπω με την επόμενη» του είπε και σκούπισε τα μάτια της.
«Μα τι λες;» της χαμογέλασε εκείνος χαμηλόφωνα από την άλλη άκρη του δωματίου. «Πότε φτάσαμε κιόλας στην επόμενη;»
«Φτάσαμε, φτάσαμε» είπε εκείνη νευρικά. «Γιατί εμείς είμαστε των άκρων. Τρέμω, Ρεμί. Φοβάμαι πολύ. Νιώθω τελείως απροστάτευτη μπροστά σε όλο αυτό το μεγαλείο» του είπε και έδειξε με το χέρι της το δωμάτιο, το παλάτι, εκείνον.
«Είσαι τόσο ειλικρινής που σπας κόκαλα» είπε εκείνος ανέκφραστος.
«Φοβάμαι» επανέλαβε ξανά.
«Το ξέρω, χαμπίμπτι» της είπε απαλά και την πλησίασε με μεγάλες δρασκελιές. Ακούμπησε με τα ακροδάχτυλά του το μάγουλό της και η Μαρτίνα έκλεισε τα μάτια της από την απόλαυση. «Κι εγώ φοβάμαι».
«Εσύ; Γιατί;»
«Μήπως σε απογοητεύσω πάλι»
«Ρεμί, μην μιλάς έτσι» τον μάλωσε αλλά έβλεπε στα μάτια του ότι κι εκείνος ήταν μπερδεμένος. «Και οι δύο κάναμε λάθη. Αλλά το μεγαλύτερο το έκανα εγώ. Εσύ πάντα έδειχνες τι ένιωθες. Ρίσκαρες. Εγώ ήμουν κουμπωμένη» παραδέχτηκε.
«Και τώρα το ίδιο κάνεις» την κατηγόρησε. «Ακόμα δεν καταλαβαίνω τι νιώθεις. Αν με θες. Πόσο με θες».
«Όσο και τότε» του χαμογέλασε ντροπαλά.
«Δηλαδή;» ρώτησε γεμάτος αγωνία.
«Πιο πολύ κι από τη ζωή μου» τον χάιδεψε απαλά στο μπράτσο γουργουρίζοντας. «Δεν μπορεί να μην το ξέρεις».
«Ε τότε;» ξέσπασε εκείνος. «Τι περιμένουμε; Σε θέλω και με θέλεις. Γιατί δεν είμαστε μαζί;»
«Το θεωρείς τόσο εύκολο; Όλο αυτό το παρελθόν, όλος αυτός ο πόνος…η εγκατάλειψη. Με κατηγορείς αν νιώθω ανασφάλεια;».
«Σε κατηγορώ που δε ρισκάρεις. Που δεν με θες τόσο για να προσπαθήσεις».
«Ξέρεις πάντα τι να πεις» γέλασε πικρά. «Με κάνεις ό,τι θες».
«Εγώ;» κάγχασε εκείνος. «Εγώ σε κάνω ό,τι θέλω; Τρέχω από πίσω σου να προλάβω κάθε επιθυμία σου»
«Το βλέπω και το εκτιμώ, αλλά όταν θυμώνεις, είσαι τόσο σκληρός».
«Και τώρα είμαι» της είπε και χαμογέλασε πονηρά. Η Μαρτίνα κοκκίνισε.
«Είναι λίγο ακατάλληλο το σχόλιό σου δεδομένης της συζήτησης» του είπε κοιτώντας τα πόδια της.
«Εγώ νομίζω ότι είναι πολύ κατάλληλο» της είπε και πέρασε το χέρι του γύρω από τη μέση της. Πλησίασε το κεφάλι του στο αφτί της και δάγκωσε το λοβό της. Η Μαρτίνα αναστέναξε. «Γιατί τσακωνόμαστε;» τη ρώτησε εκείνος βραχνά. «Γιατί δεν…εγκαινιάζουμε το πιάνο σου;».
Η Μαρτίνα έκανε ένα βήμα πίσω σοκαρισμένη και τον κοίταξε με γουρλωμένα μάτια.
«Τι εννοείς; Ω Θεέ μου!» του είπε και κάλυψε το στόμα της. Εκείνος γέλασε και την αγκάλιασε ξανά.
«Θα τα βρούμε όλα κάνοντας σεξ» πρότεινε.
«Ναι, γιατί τα πηγαίναμε τόσο καλά…» του είπε πικραμένη. «Και με ρωτάς γιατί φοβάμαι».
«Θα σε περιμένω» της είπε αποφασιστικά «αλλά μη με κατηγορείς αν ξεχνιέμαι πού και πού. Είναι που είσαι τόσο όμορφη…» της είπε και χάιδεψε τα μαλλιά της. «Τα μάτια σου, το πρόσωπό σου, τα μαλλιά σου» της είπε και φίλησε την άκρη της μύτης της «μου κόβεις την ανάσα. Έλαμψε το παλάτι από τη στιγμή που ήρθες».
«Σταμάτα…» τον μάλωσε αδύναμα, χωρίς να το εννοεί. Εκείνος ακούμπησε ένα απαλό φιλί στα χείλη της αλλά η φλόγα δεν άργησε να απλωθεί ανάμεσα στους δύο. Την αγκάλιασε σφιχτά και βάθυνε το φιλί του, λεηλατώντας το στόμα της και βάζοντας φωτιά στις αισθήσεις της. Η Μαρτίνα σχεδόν κρεμάστηκε πάνω του, αλλά όταν το χέρι του άφησε τη μέση της και ανέβηκε στο κούμπωμα του σουτιέν της, τραβήχτηκε πίσω.
«Όχι εδώ» διαμαρτυρήθηκε εκείνη, αλλά ο Ρεμί είχε καθίσει ήδη σε ένα ανάκλιντρο που βρισκόταν μέσα στο δωμάτιο και την είχε τραβήξει πάνω στα πόδια του.
«Δεν μπορώ να κρατηθώ μακριά σου» της είπε βραχνά, συνεχίζοντας να τη φιλάει στο πρόσωπο και στους γυμνούς της ώμους. «Το ήθελα τόσο καιρό όλο αυτό…» ψιθύρισε στο αφτί της.
«Μου είπες ότι θα με περιμένεις» του νιαούρισε και μόνο τότε ο Ρεμί τραβήχτηκε λιγάκι και συλλογίστηκε αυτό που του είπε.
«Έχεις δίκιο, ομορφιά μου» της είπε ζεστά, κοιτώντας τη χαμογελαστός. «Αλλά έχω να σε αγγίξω τόσα χρόνια και μου έχεις λείψει» της είπε με ειλικρίνεια. «Θα σε περιμένω λοιπόν, όπως δεσμεύτηκα» είπε αποφασιστικά. «Θα σε περιμένω να έρθεις σε μένα και ελπίζω να μην αργήσεις γιατί μετά δε θα φταίω εγώ» την γαργάλησε και η Μαρτίνα γέλασε.
«Τώρα δηλαδή…τι σημαίνουν όλα αυτά για εμάς;» ρώτησε ντροπαλά η Μαρτίνα, ανίκανη να συνειδητοποιήσει την τύχη της.
«Σημαίνει ότι η μοίρα μάς ξανάφερε κοντά και δεν έχουμε δικαίωμα να κάνουμε  πάλι σαν παιδιά» της είπε σοβαρός. Η Μαρτίνα έγνεψε. «Δεν έχω γνωρίσει άλλη γυναίκα σαν κι εσένα και ποτέ δεν σε έβγαλα από μέσα μου. Κι ούτε θέλω. Αν κι εσύ θέλεις, μπορούμε να…» κόμπιασε «να δοκιμάσουμε ξανά» κατέληξε και την κοίταξε γεμάτος αγωνία. Η Μαρτίνα δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο Ρεμί φοβόταν την απάντησή της. Μα δεν έβλεπε;
«Θέλω κι εγώ» του είπε γρήγορα, για να τον σώσει από την ανασφάλειά του. «Λες η δεύτερη φορά να είναι και η τυχερή;» τον ρώτησε και του χάιδεψε τα μαλλιά απαλά. Εκείνος αναστέναξε.
«Σου το υπόσχομαι, χαμπίμπτι. Σου το υπόσχομαι».




Πέμπτη, 18 Σεπτεμβρίου 2014

our remi


Κεφάλαιο 45-Α-πο-καλυφθείτε! (που λέγαμε και στον στρατό)

«Ρεμί, το πιάνο μου…» είπε με φωνή που έσβηνε και κάθισε μπροστά στο λατρεμένο της όργανο. Το χειροποίητο κάθισμα με το δερμάτινο κάλυμμα ήταν εκεί, μπροστά από το πελώριο πιάνο. Ήταν εκείνο. Το δικό της. Όχι κάποιο που του έμοιαζε. Το δικό της. Το ολόδικό της. Μια γρατζουνιά τής θύμισε ένα ατύχημα που είχε ενώ έκανε πρόβα σε ένα δύσκολο κομμάτι. «Πού το βρήκες;» τον ρώτησε δακρυσμένη και άγγιξε τα πλήκτρα δειλά, λες και άγγιζε το κορμί του εραστή της για πρώτη φορά. «Δεν ήταν και δύσκολο» της είπε εκείνος περήφανος ενώ ακουμπούσε τα χέρια του πάνω στους ώμους της. Στεκόταν από πίσω της και το κεφάλι της σχεδόν ακουμπούσε στους επίπεδους κοιλιακούς του. «Μαζί το είχαμε αγοράσει! Θυμάσαι; Μου είχες πάρει τα αφτιά με το μοντέλο! Όταν συγκέντρωσες τα λεφτά, ήμουν εκεί όταν έδωσες την προκαταβολή και κανόνισες να σου το φέρουν στο σπίτι». Η Μαρτίνα θυμήθηκε εκείνες τις μέρες. Πόσο ανέμελη ήταν. Είχαν μπει στον πανάκριβο οίκο χειροποίητων οργάνων φορώντας τζιν και αθλητικά και όλοι τους λοξοκοιτούσαν. Ο Ρεμί είχε εκνευριστεί και ήθελε να φύγουν αλλά εκείνη επέμεινε. Ήθελε εκείνο το συγκεκριμένο πιάνο και δε θα έφευγε χωρίς να το αγοράσει. Ήταν η πρώτη φορά που αγόραζε δικό της πιάνο, όπως το ήθελε, και το αγόραζε με λεφτά που είχε βγάλει με το ταλέντο της.
«Πώς το βρήκες;» επέμεινε.
«Το έψαχνα σχεδόν από τη στιγμή που μου είπες ότι το πούλησες. Δεν με έπεισες ότι το έκανες τόσο εύκολα. Ο άνθρωπός μου βρήκε εύκολα τον πρώτο αγοραστή επειδή το είχε πάει για συντήρηση στην εταιρεία από όπου το αγοράσαμε, αλλά μετά δυσκολεύτηκε λιγάκι γιατί ο άνθρωπος αυτός το είχε δωρίσει σε ένα ίδρυμα και έπρεπε να κάνουμε μεγαλύτερη δωρεά και να αγοράσουμε δύο καινούργια όργανα για να πάρουμε πίσω το δικό σου».
«Είσαι τρελός!» του είπε και άρχισε να κλαίει.
«Νόμιζα ότι το ήξερες αυτό» της είπε και την χάιδεψε τρυφερά.
«Το πιάνο μου, Ρεμί, το πιάνο μου» του επαναλάμβανε μέσα στα αναφιλητά της. Εκείνος δεν την παρηγόρησε. Την άφησε να κλαίει, να ξεσπάσει. Της έδωσε το χρόνο της.
«Δεν μπορούσα να κοιμηθώ τα βράδια» της είπε τελικά. «Δεν το άντεχε η τιμή μου να ξέρω ότι το πούλησες για να μεγαλώσεις το παιδί μας. Να ξέρω ότι εγώ έφταιγα για όλα» παραδέχτηκε φανερά συγκινημένος. Το κεφάλι της είχε γείρει μπροστά και είχε καλύψει τα μάτια της με τα χέρια της.
«Όλα λάθος τα κάναμε, Ρεμί, όλα λάθος» του είπε κλαίγοντας.
«Όχι και όλα!» της είπε γλυκά. «Το παιδί μας είναι φοβερό! Και το οφείλω σε σένα!».
«Ρεμί, σε ευχαριστώ πολύ» του ψιθύρισε και εκείνος τη φίλησε στο κεφάλι και απομακρύνθηκε. Στήριξε το μπράτσο του στο πιάνο και της χαμογέλασε.
«Παίξε μου κάτι, χαμπίμπτι. Δε θέλω να είμαι αυτός που σου έκοψε το πιάνο. Εγώ ήθελα να είμαι ο άνεμος κάτω από τα φτερά σου, όχι εμπόδιο. Έπαιζες και τραγουδούσες σαν άγγελος. Παίξε μου κάτι» την ικέτευσε σχεδόν.
«Δεν μπορώ, Ρεμί, μη με πιέζεις» του είπε και έκλεισε το κάλυμμα πάνω από τα πλήκτρα. «Σε ευχαριστώ που το βρήκες και κάποια στιγμή θα επιστρέψω σε αυτό, αλλά δεν είμαι έτοιμη».
«Μα νόμιζα ότι…» είπε αλλά δεν ολοκλήρωσε.
«Είμαι μπερδεμένη. Αυτό το δώρο, αυτό που μου έγραψες…τι εννοείς; Με τρελαίνεις» του είπε θυμωμένη.
«Κι εσύ με τρελαίνεις!» είπε ο Ρεμί δυναμικά. «Εννοώ ό,τι σου λέω και ό,τι σου δείχνω. Γιατί δεν βλέπεις μπροστά σου;».
«Νόμιζα ότι ήθελες να αφήσεις το παρελθόν πίσω σου» του είπε λίγο ειρωνικά και το βλέμμα του την έκανε να καταλάβει ότι τον είχε εκνευρίσει.
«Ισχύει αυτό» της είπε και όταν εκείνη δεν απάντησε κοπάνησε τη παλάμη του στο μέτωπό του. «Πες μου ότι δεν κατάλαβες αυτό που νομίζω!» είπε ξαφνικά και γέλασε.
«Τι δηλαδή;»
«Εγώ εννοούσα ότι βάλαμε τελεία στο παλιό κεφάλαιο και τώρα μπορούμε να ξαναρχίσουμε!» είπε. «Αν θες κι εσύ φυσικά» είπε ντροπαλά αμέσως μετά.
«Α! Αυτό εννοούσες; Θεέ μου» είπε η Μαρτίνα και έχωσε το πρόσωπό της στα χέρια της.
«Δεν έχεις καταλάβει πόσο πολύ σε θέλω;» τη ρώτησε και τράβηξε τα χέρια της. Η Μαρτίνα άνοιξε τα μάτια της. «Δε θέλω να σε πιέσω γιατί χρειάζεσαι χρόνο, αλλά σε θέλω. Και θέλω να το ξέρεις. Όποτε είσαι έτοιμη, θα σε περιμένω».
«Ρεμί, εγώ…και το χαρέμι;».
«Χαμπίμπτι, το χαρέμι είναι θεσμός, αλλά από τη γενιά του πατέρα μου και μετά δεν…κάνουμε χρήση των υπηρεσιών» της είπε ήρεμα.
«Δηλαδή;»
«Δηλαδή αν θέλω κοιμάμαι μαζί τους, αλλά δεν το κάνω. Όλη αυτή η προθυμία…με απωθεί. Τις σέβομαι και τις φροντίζω και τις προικίζω όταν παντρεύονται, αλλά δεν κοιμάμαι μαζί τους. Όχι βέβαια ότι είναι πολύ διαφορετικό από το να έχεις μια ατζέντα με 5-10 διαθέσιμες γυναίκες. Αυτό δεν κάνουν οι δυτικοί;»
«Και η Ασσάν; Κι αυτή δεν είναι τίποτα;»
«Κάποτε, για λίγο» της είπε ειλικρινά. Η ζήλια την έκανε να χάσει το φως της.
«Τη μισώ».

«Δεν υπάρχει λόγος να ζηλεύεις. Σου το είχα ξαναπεί αλλά δεν το κατάλαβες. Καμία γυναίκα δε σου μοιάζει, καμία γυναίκα δεν μπορεί να πάρει τη θέση σου μέσα μου. Τι άλλο θες να ακούσεις; Δώσε μου μια ευκαιρία» την αποτελείωσε. 

Τετάρτη, 17 Σεπτεμβρίου 2014

Κεφάλαιο 44-νιάου!

«Μπαμπά, θα πάρω κι άλλο δώρο!» είπε ο Ρέμι στον πατέρα του εκείνο το βράδυ. Η ώρα ήταν έντεκα αλλά ο μικρός δεν είχε καμία πρόθεση να κοιμηθεί, παρόλο που ήταν πολύ κουρασμένος και είχε περάσει κατά πολύ η ώρα που έπεφτε στο κρεβάτι. Κάθονταν και οι τρεις σε έναν αφράτο καναπέ στο μικρό σαλόνι που βρισκόταν ανάμεσα στις δύο πτέρυγες. Η Μαρτίνα ένιωθε άνετα σε αυτό το δωμάτιο γιατί το μέγεθος του χώρου δεν την έκανε να νιώθει ασήμαντη και επειδή εκεί μέσα υπήρχε μια μεγάλα οθόνη όπου έβλεπε ταινίες με την ησυχία της. Ο δε καναπές ήταν τόσο άνετος που πολλά βράδια την έπαιρνε ο ύπνος πάνω του. Είχαν αποφασίσει εκείνο το πρωί μαζί με τον Ρεμί, να υποδεχτούν σε αυτό το δωμάτιο το νέο χρόνο οι τρεις τους. Ήταν ιδέα του Ρεμί, ο οποίος έδειχνε πολύ ήρεμος παρά την τελευταία τους προστριβή. Ήθελε να περάσουν τη γιορτή «σαν οικογένεια» και να δώσουν στο παιδί το δώρο του μαζί. Το είχαν αγοράσει την προηγούμενη μέρα από το μοναδικό μαγαζί που υπήρχε με μουσικά είδη. Είχαν διαλέξει μια μικρή κιθάρα και ήλπιζαν να του αρέσει. Άλλωστε ο Άγιος Βασίλης τού είχε φέρει ήδη παιχνίδια και βιβλία, οπότε για την πρωτοχρονιά σκέφτηκαν να του αγοράσουν κάτι λίγο πιο πρωτότυπο. Η Μαρτίνα είχε συμφωνήσει ότι το παιδί μπορούσε να ξεκινήσει μαθήματα μουσικής αν και όποτε ήθελε.

«Το ξέρω, αγόρι μου» είπε ο Ρεμί στα αραβικά και ο μικρός χαμογέλασε. Ήταν πραγματικά θαυμάσιο το πώς ο μικρός ρουφούσε τη νέα γλώσσα σαν σφουγγάρι. Η Μαρτίνα φορούσε πιτζάμες, το ίδιο και ο Ρέμι. Ο Ρεμί φορούσε ένα γκρι παντελόνι φόρμας και ένα κολλητό μαύρο φανελάκι που την έκανε να σκέφτεται πολύ ακατάλληλα πράγματα δεδομένων των περιστάσεων. Μετά τη συζήτηση στον κήπο μιλούσαν άνετα, αλλά υπήρχε μεταξύ τους μια αδιόρατη μελαγχολία. Εκείνη καταλάβαινε το λόγο που ένιωθε απογοητευμένη. Της είχε πει ότι έβαλε τελεία στο παρελθόν του μαζί της σχεδόν την ίδια στιγμή που εκείνη συνειδητοποιούσε πόσο πολύ τον αγαπούσε ακόμα. Τη στιγμή που συνειδητοποιούσε ότι δεν πρέπει να είχε σταματήσει ούτε λεπτό να τον αγαπάει. Αλλά εκείνος; Γιατί ήταν τόσο ήσυχος, σχεδόν υποτονικός; Τι πρόβλημα είχε; Αφού είχε «ελευθερωθεί» όπως της είχε πει, αφού είχε αφήσει πίσω το παρελθόν τους, γιατί έδειχνε λες και τον είχε χτυπήσει κεραυνός; Μετά από τον τσακωμό, μιλούσαν ήρεμα και συνεννοούνταν για το παιδί σαν φυσιολογικοί άνθρωποι. Και η Μαρτίνα απορούσε γιατί. Όχι ότι δεν της άρεσε, αλλά γιατί; Τι είχε πάθει;

«Κοιμήθηκε» ψιθύρισε η Μαρτίνα χαζεύοντας μια ταινία στη δορυφορική τηλεόραση. Στην Αγγλία ήταν ακόμα οκτώμισι, τρεις ώρες πίσω. Αλλά το δικό τους ρολόι, αυτό που βρισκόταν πάνω στο πέτρινο τζάκι έδειχνε ότι ο χρόνος άλλαζε σε μισή ώρα. «Τώρα που κοιμήθηκε ο μικρός, μπορείς αν θες…να…μπορείς να πας για ύπνο. Είμαι κι εγώ κουρασμένη, μπορεί να κοιμηθώ» του είπε ευγενικά. Εκείνος χαμογέλασε ήρεμα και η Μαρτίνα ένιωσε την επιθυμία να χωθεί στην αγκαλιά του. Ο μικρός είχε ξαπλώσει σε ένα μαξιλάρι δίπλα της και τώρα βρισκόταν σε απόσταση αναπνοής από τον Ρεμί.
«Όχι, θα μείνω μαζί σου» είπε αποφασιστικά και στράφηκε προς την τηλεόραση. Έβλεπαν μια χαζοταινία αλλά ήταν ό,τι έπρεπε για την περίσταση. Γελούσαν πού και πού και δε χρειαζόταν να σκεφτούν πολύ. Σχετικά με την ταινία δηλαδή, γιατί το μυαλό της Μαρτίνας τουλάχιστον κόντευε να πάρει φωτιά. Ο ώμος της ακουμπούσε τον ώμο του Ρεμί. Το σώμα του εξέπεμπε μια γλυκιά θαλπωρή και ήθελε να τον ακουμπήσει, να του δείξει ότι δεν τον απέφευγε, απλώς δεν ήξερε πώς να κάνει το πρώτο βήμα. Όχι δηλαδή ότι θα είχε και ανταπόκριση, αλλά να…ίσως της έκανε τη χάρη για ένα βράδυ.

 «Πρωτοχρονιά μαζί» μονολόγησε εκείνος και η Μαρτίνα σιγογέλασε.
«Ναι, το περίμενες;» τον ρώτησε και σκέπασε τον Ρεμί. «Και δεν σε έχω σκοτώσει. Πολλές φορές το έχω φαντασιωθεί» γέλασε ξανά.
«Εγώ ποτέ δεν φαντασιώθηκα να σε σκοτώνω» είπε εκείνος βραχνά αλλά δε συνέχισε. Η Μαρτίνα απογοητεύτηκε αλλά δεν του το έδειξε. Κάτι είχε αλλάξει στην ατμόσφαιρα. Ίσως έφταιγε το σκοτάδι, η ταινία ή τα κεριά που φώτιζαν ρομαντικά το δωμάτιο. Και ότι ήταν δίπλα δίπλα φυσικά. Επίπονα κοντά.
Ο Ρεμί πήρε το τηλεκοντρόλ και έκλεισε την τηλεόραση. Η Μαρτίνα δεν αντέδρασε. Είχαν μείνει μερικά λεπτά μέχρι την αλλαγή. «Πόσα πολλά άλλαξαν μέσα σε ένα χρόνο» είπε σιγανά αλλά εκείνος την άκουσε.
«Ελπίζω να είσαι ευτυχισμένη εδώ» της είπε και πέρασε το χέρι του γύρω από τον ώμο της. Η Μαρτίνα κούρνιασε στην αγκαλιά του χωρίς δεύτερη σκέψη. Από αύριο θα σκεφτόταν τι ήταν αυτό που συνέβαινε απόψε. Αλλά απόψε θα ζούσε. Θα έπαιρνε ό,τι της έδινε.
«Είμαι, ναι» του είπε διστακτικά.
«Θα σου βρούμε και έναν σύντροφο και θα είσαι πιο πολύ» της είπε πειραχτικά εκείνος. Η Μαρτίνα ρούφηξε το άρωμά του. Είχε τα χέρια της μπουνιές στο στήθος της και απολάμβανε την αίσθηση του σώματός του. Δεν τον άγγιζε. Είχε δίκιο για το παράπονό του. Δεν τον άγγιζε. Η οικειότητα μεταξύ τους ήταν μοναδική, την ένιωθαν και οι δύο και δεν την ψηλαφούσαν, αλλά ήταν εκεί. Κατάλοιπο μιας σχέσης που διήρκησε λίγο αλλά άφησε σημάδια και στους δύο. 
«Ωραία» του απάντησε αδιάφορα, ανίκανη να σκεφτεί οποιονδήποτε άλλον άντρα να την κρατάει έτσι. Και να νιώθει την καρδιά της να σπάει σε μικρά κομμάτια απόλαυσης.
«Δέκα» της ψιθύρισε στο αφτί και η Μαρτίνα χαμογέλασε. «Εννιά, οκτώ, εφτά…» συνέχισε να μετράει μέχρι που άκουσε από τα χείλη του το «ένα». Κάπου στον ορίζοντα είδε μερικές λάμψεις. Μάλλον ο πρέσβης έκανε την υπόσχεσή του να ρίξει πυροτεχνήματα πράξη.
«Καλή χρονιά, χαμπίμπτι» της ψιθύρισε και τη φίλησε μαλακά στο κεφάλι.
«Καλή χρονιά» είπε η Μαρτίνα, απόλυτα χαλαρή στην αγκαλιά του. Δεν ήθελε να σηκωθεί. Δεν ήθελε να φύγει από εκεί μέσα, αλλά ο χρόνος είχε αλλάξει και δεν μπορούσε να βρει άλλη δικαιολογία.
«Θες να πάω τον μικρό στο δωμάτιό του;» τη ρώτησε μετά από μερικά δευτερόλεπτα κι εκείνη έγνεψε θετικά. «Μείνε εδώ» της είπε και αφού έλειψε μερικά λεπτά γύρισε πίσω.
«Πάμε να σου δείξω το δώρο σου» είπε εκείνος χαμογελώντας και η Μαρτίνα απόρησε.
«Δώρο; Μα γιατί; Δεν έπρεπε!» του παραπονέθηκε, αλλά στην πραγματικότητα ανυπομονούσε. Αν και δεν της άρεσε που την είχε αφήσει από την αγκαλιά του.

Περπάτησαν κι οι δύο ξυπόλητοι μέσα στην απόλυτη σιωπή του παλατιού. Αυτή η ώρα ήταν μοναδική γιατί το προσωπικό είχε αποσυρθεί και είχε όλο το παλάτι ήταν στη διάθεσή της.
«Πού πάμε; Δεν έχω ξανάρθει από εδώ» τον ρώτησε.
«Είναι ένα μικρό δωμάτιο, με θέα στον κήπο. Ζήτησα να το ανακαινίσουν» της είπε και συνέχισε να περπατάει.
«Αυτό είναι το δώρο; Το δωμάτιο;» γέλασε η Μαρτίνα αμήχανα.
«Και αυτό» άκουσε το χαμόγελο στη φωνή του.

Ο Ρεμί στάθηκε έξω από μια διπλή πελώρια πόρτα. Η μυρωδιά φρέσκου χρώματος γέμισε τα ρουθούνια της πριν καν μπει μέσα. Αλλά όταν άνοιξε η πόρτα όλες οι αισθήσεις της χτύπησαν κόκκινο. Έτρεξε σαν παιδί, διασχίζοντας τα λίγα μέτρα σχεδόν με σπριντ. Όταν το είδε από κοντά, ένιωσε την καρδιά της να μπαίνει στη θέση της γιατί ήξερε ότι είχε πια κοντά όποιον και ό,τι αγαπούσε πιο πολύ στη ζωή της. Δεν ήξερε τι να κάνει, τι να το κάνει, αλλά ήξερε ένα πράγμα. Ήταν πολύ μα πολύ ευτυχισμένη που έβλεπε μπροστά της κάτι τόσο δικό της. Κάτι που νόμιζε ότι δε θα ξαναδεί ποτέ. Το σύμβολο της νεανικής της ανεμελιάς, το ταλέντο της, το πάθος της. Και πάνω στο πολύτιμο ξύλο του, είδε ακουμπισμένη μια κομψή λευκή κάρτα. Την άρπαξε ανυπόμονα και αφού διάβασε όσα είχε γράψει εκεί ο Ρεμί με τον μοναδικά αρρενωπό τρόπο του, γύρισε και τον κοίταξε μπερδεμένη.





ανακοίνωση

Εχω τη δουλειά μου, που μέσα σε αυτά τα δυόμισι χρόνια έχει υπάρξει και πολύ απαιτητική. Εχω τον σύντροφό μου και τους φίλους μου. Και τα προβλήματά μου. Μέσα σε όλα αυτά έχω και το μπλογκ, που το αγαπώ πολύ αλλά αν δεν ήσασταν εσείς, μπορεί να μην έγραφα τόσο πολύ και τόσο συχνά.

Πήγα στην Αγγλία ένα μήνα και όταν το βράδυ γυρνούσαμε στα δωμάτιά μας κομμάτια και οι συγκάτοικοί μου κοιμόντουσαν, εγώ πληκτρολογούσα κεφάλαιο. Πήγα διακοπές στη Νάξο και όταν το αγόρι μου κοιμόταν μετά την παραλία εγώ πληκτρολογούσα. Γυρνάω βράδια μετά από ξενύχτι και γράφω κεφάλαιο. Καμιά φορά γράφω ακόμα και τα Χριστούγεννα και το Πάσχα για να σας κάνω έκπληξη.

Αν δεν με πιέζατε να γράφω καθημερινά (τον τελευταίο καιρό ζητάτε και πιο μεγάλα κεφάλαια!!! Παλιά τέλειωνα σε 20-25 κεφάλαια από μια σελίδα Α4 το καθένα και έχω καταλήξει σε 60 κεφάλαια από 3 σελίδες έκαστο) ίσως δεν επαναλάμβανα τον ευατό μου. Αν έτσι πιστεύετε.

Παρακαλώ μη σχολιάσετε άλλο, θέλω λιγάκι να ηρεμήσω.

Πολλά φιλιά και περιμένετε κεφάλαιο το απόγευμα.



Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2014

Κεφάλαιο 44

Ο Ρεμί έτρεξε πίσω της. Η Μαρτίνα δε σταμάτησε ακόμα όταν φώναξε το όνομά της, αλλά τελικά την πρόλαβε. Την έριξε πίσω από ένα θάμνο και της έδειξε ποιος είναι ο άντρας. Μόλις σηκώθηκαν, ντύθηκαν, και επέστρεψαν στο παλάτι, ο Ρεμί τής έκανε πρόταση γάμου. Η Μαρτίνα δέχτηκε. Ο Ρέμι κατενθουσιάστηκε.

Και στα δικά μας!

ΤΕΛΟΣ

Remi


Κεφάλαιο 43-άλλα λέει η θειά μου, άλλα ακούν' τα αφτιά μου


«Ρεμί, μπορώ να σου μιλήσω λιγάκι;» ρώτησε η Μαρτίνα διστακτικά. Είχε χτυπήσει την πόρτα και όταν εκείνος απάντησε, έχωσε το κεφάλι της μέσα στο άνοιγμα. Ο Σαράμ τής είπε ότι ο Ρεμί έχει ένα σημαντικό τηλεφώνημα αλλά του είχε δώσει εντολές να της επιτρέπει να περνάει μέσα όποτε εκείνη ήθελε να του πει κάτι. Μάλιστα της είπε και χρόνια πολλά επειδή ήταν ακόμα γιορτινές μέρες για εκείνη. Το ημερολόγιο μπορεί να έδειχνε 27 Δεκεμβρίου και να είχε πάει κανονικά στο γραφείο σήμερα, αλλά δεν έπαυε να γιορτάζει τα Χριστούγεννα και να ετοιμάζεται για την Πρωτοχρονιά. Το δέντρο που είχε στολίσει με τον Ρέμι στο δωμάτιό τους, ήταν πάνω από δύο μέτρα και είχε κρεμάσει όχι μόνο μπάλες και γιρλάντες, αλλά και σοκολατάκια και πολύχρωμες καραμέλες. Ο Ρέμι είχε σύρει κυριολεκτικά τον πατέρα του για να το δει, αλλά η Μαρτίνα όταν τον άκουσε να πλησιάζει, έκανε την απόλυτα ανώριμη κίνηση και χώθηκε στην τουαλέτα, τάχαμ ότι έκανε ντους. Όταν βγήκε από το μπάνιο, οι δύο άντρες είχαν φύγει αλλά πάνω στο κρεβάτι της υπήρχε ένα δαντελένιο κιλοτάκι το οποίο είχε αφήσει κατά λάθος εκεί. Το μάζεψε στα γρήγορα, κατακόκκινη, ελπίζοντας ότι ο Ρεμί δεν το είχε δει. Αλλά ήταν λίγο απίθανο.
«Πέρνα» της είπε απότομα, χωρίς να σηκώνει το κεφάλι του από το λάπτοπ του. Εκείνη μπήκε μέσα και περπάτησε αργά προς το γραφείο. Είχε μετανιώσει ήδη. «Κλείσε την πόρτα».
Γύρισε και την έκλεισε και μετά κάθισε στην καρέκλα απέναντι του.
«Προέκυψε ένα πρόβλημα με το πρότζεκτ και ήθελα τη βοήθειά σου» του είπε καθαρίζοντας τη φωνή της.
«Είμαι απασχολημένος αυτή την περίοδο με τις πετρελαιοπηγές μου. Μπορείς να μιλήσεις με την Ασσάν;» τη ρώτησε αδιάφορα. Η Μαρτίνα εκνευρίστηκε λιγάκι, αλλά δεν το έδειξε.
«Μου είχες πει ότι θα λογοδοτώ σε εσένα. Δεν θέλω να μιλήσω με την Ασσάν».
«Δεν έχω χρόνο, Μαρτίνα» της είπε και την κοίταξε φευγαλέα. Επιτέλους. Έστω και αυτό.
«Καλώς, Ρεμί» του είπε και σηκώθηκε απότομα. Η καρέκλα κλυδωνίστηκε πίσω της, αλλά ο Ρεμί δεν έδωσε σημασία. «Απλώς υπάρχει ένας νόμος που υπαγορεύει να μην υπερβαίνουμε τις 30 ώρες διδασκαλίας τη βδομάδα στα σχολεία αυστηρά και δεν μπορούμε να βάλουμε μουσική. Πρέπει να λυθεί από το νομοθετικό σώμα αυτό το κώλυμα» του είπε και προχώρησε προς την πόρτα. Εκείνος δεν απάντησε. Μάλλον δεν την είχε ακούσει. Την αγνοούσε και το θέμα αυτό είχε προκαλέσει χάος στις μέχρι τώρα προσπάθειές της. Η ομάδα της είχε αντιμετωπίσει το νέο με πανικό και η Μαρτίνα είχε υποσχεθεί να βρει λύση.
«Μίλα στον Σαράμ» τον άκουσε να λέει αδιάφορα και αφού τον καληνύχτισε, έκλεισε την πόρτα πίσω της.

«Σαράμ, έχεις λίγο χρόνο;» αιφνιδίασε τον άντρα που καθόταν στο γραφείο έξω από τις απειλητικές πόρτες.
«Είμαι λίγο απασχολημένος, αλλά πραγματικά θέλω να ακούσω» της είπε σχεδόν ειρωνικά. Η Μαρτίνα κάθισε απέναντί του και σταύρωσε τα χέρια της.
«Έχουμε ένα πρόβλημα με τους νόμους σας εδώ» του είπε κι εκείνος ανακάθισε. «Για να βάλουμε δύο ώρες τη βδομάδα μουσική στο σχολείο πρέπει να αλλάξει το όριο ωρών διδασκαλίας από 30 σε 32 και πρέπει να γίνει ψήφισμα ή κι εγώ δεν ξέρω τι» του είπε.
«Δεν είμαστε σε θέση να εισάγουμε τέτοια αλλαγή τόσο σύντομα» απάντησε εκείνος ανέκφραστος. Η Μαρτίνα δεν εξεπλάγη που της απάντησε αρνητικά. Το περίμενε. «Ο μεγαλειότατος θα ανακοινώσει σύντομα την ύπαρξη διαδόχου και θα έχουμε πολύ μεγάλο πόλεμο από τους αντιφρονούντες. Αν επιχειρήσουμε και αλλαγές στο εκπαιδευτικό σύστημα πριν ή μετά, θα πέσει πολύ η δημοτικότητά του».
«Σαράμ, καταλαβαίνω και συμφωνώ για να είμαι ειλικρινής ότι είναι λίγο δύσκολο αυτό που ζητάω, αλλά αν δεν αλλάξει κάτι θα πρέπει να παγώσει το πρότζεκτ για ένα χρόνο και να χάσουμε όλα αυτά τα χρήματα που έχουμε δώσει ήδη για τους συνεργάτες μας».
«Θα πρέπει να μιλήσω με τον μεγαλειότατο. Δεν μπορώ να τον παρακάμψω».
«Αυτός με παρέπεμψε σε εσένα».
«Τιμή μου τότε» είπε εκείνος με σεβασμό στη φωνή του. Η Μαρτίνα χαμογέλασε με το σχόλιό του.
«Αν μπορείς λοιπόν, κάνε κάτι για να διευκολυνθεί η προσπάθειά μου. Έστω μια προσωρινή λύση. Ένα παραθυράκι» τον παρακάλεσε.
«Ψάχνω ήδη ένα παραθυράκι για να δικαιολογήσω την ύπαρξή σου εδώ» της είπε στεγνά και το χαμόγελο πάγωσε στα χείλη της. Αυτός ο άνθρωπος ήταν τελείως άκαμπτος.
«Ψάξε κι άλλο ένα, Σαράμ» του είπε ειρωνικά. «Δεν πιστεύω ο Ρεμί να σε αφήνει απλήρωτο». Κατάλαβε ότι τον είχε εκνευρίσει αλλά δεν της το έδειξε. «Λοιπόν, θα σε αφήσω και ελπίζω να βρείτε μια λύση. Καλή συνέχεια» του είπε και αποχώρησε από την πτέρυγα με τη βιβλιοθήκη με κατεύθυνση την κουζίνα. Εκεί βρήκε την Ναντίν και τον Ρέμι, ο οποίος δεν ήθελε να φάει κοτόπουλο.
«Γιατί, αγάπη μου, ταλαιπωρείς τη Ναντίν;» τον μάλωσε ήπια αλλά ο μικρός δεν άλλαξε στάση. Κάθισε δίπλα του και σερβιρίστηκε από το υπέροχο κοτόπουλο με κάρυ και το αρωματικό ρύζι με κουκουνάρια και σταφίδες. Έφαγε με όρεξη, συζητώντας με τη Ναντίν και δειλά δειλά άρχισε να τρώει και ο Ρέμι, ο οποίος ήθελε πάντα παρέα για να φάει και μάλλον του είχε κοστίσει που είχαν φύγει οι γονείς της και έτρωγε και πάλι μόνος του.
«Μόμι, η Ναντίν είδε ένα κακό όνειρο χθες το βράδυ και φοβάται πολύ. Μπορώ να πάω στο δωμάτιό της να μη φοβάται;» ρώτησε ο μικρός με αφέλεια και η Ναντίν έγινε κατακόκκινη.
«Ρέμι, όχι, δε χρειάζεται, αγάπη μου! Εγώ απλώς το ανέφερα! Τι ντροπή. Μαρτίνα, εγώ δεν του είπα τίποτα…» ψέλλισε εκείνη και η Μαρτίνα γέλασε.
«Ναντίν, ηρέμησε! Ξέρω ότι έχεις πολύ καλές προθέσεις! Και αν θες να έρθει ο μικρός ένα βράδυ να μου το πεις!».
«Ο μεγαλειότατος δε θα το ήθελε» είπε αυστηρά η Ναντίν κι έμεινε εκεί η συζήτηση. Ο μεγαλειότατος! Σκέφτηκε η Μαρτίνα και συγκράτησε ένα γελάκι. Ο,τι πει ο θεός! Στη συνέχεια μίλησαν περί ανέμων και υδάτων και η Μαρτίνα έμαθε ότι η ισλαμική πρωτοχρονιά ήταν στις 25 Οκτωβρίου και ότι ενώ η δυτική πρωτοχρονιά δεν είναι ιδιαίτερη μέρα στην Οσεάνα, κάποιοι μοντέρνοι κάτοικοι γιορτάζουν λιγάκι, επηρεασμένοι από τα δυτικά έθιμα. Το ίδιο ίσχυε και για τη ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου.
Ο Ρεμί μπήκε στην τραπεζαρία την ώρα που έτρωγαν γιαούρτι με φρούτα. Η Ναντίν υποκλίθηκε και η Μαρτίνα τον χαιρέτισε τυπικά. Ο Ρέμι τον ρώτησε αν θέλει γιαούρτι αλλά ο Ρεμί απάντησε αρνητικά.
«Μαρτίνα, θέλω να σου μιλήσω» είπε σοβαρά.
«Μόμι, άνα ατσχαάν!» γκρίνιαξε ο μικρός και η Μαρτίνα τού έδωσε το πλαστικό ποτήρι του.
«Ρέμι, πάω με τον μπαμπά να μιλήσουμε. Να είσαι καλό παιδί!» του είπε και τον φίλησε στο κεφάλι.

Το απορημένο βλέμμα του Ρεμί την ξάφνιασε. «Τι είναι; Τι έκανα πάλι;»
«Δε σταματάς να με εκπλήσσεις» της είπε σχεδόν επιθετικά, οδηγώντας τη στον κήπο. «Πάμε μια βόλτα να μιλήσουμε για το πρότζεκτ;».
«Γιατί σε εκπλήσσω;» τον ρώτησε η Μαρτίνα.
 «Δεν είχα καταλάβει ότι μιλάς…αραβικά» της είπε και η Μαρτίνα γέλασε.
«Κάνω κάθε μέρα μάθημα εδώ και δύο μήνες σχεδόν. Αλίμονο αν δεν μπορούσα να καταλάβω όταν το παιδί μου μου λέει ότι διψάει!».
«Τι ξέρεις να λες;» τη ρώτησε και η Μαρτίνα ξαφνικά ένιωσε πολύ αμήχανα. Η προφορά της ήταν πολύ αδύναμη.
«Λαα αταντχακάρ» του είπε και ήταν η σειρά του να γελάσει.
«Έλα που δε θυμάσαι! Πες μου κάτι άλλο!» την προέτρεψε.
«Οχίμπου αλούγκ αλ αράμπια» είπε ντροπαλά και εκείνος γέλασε πάλι!
«Σου αρέσουν τα αραβικά; Απίστευτα πράγματα» είπε και ξέσπασε ξανά σε γέλια. Η Μαρτίνα δεν ήξερε τι έπρεπε να απαντήσει σε αυτό και έμεινε αμίλητη.
«Σου πέρασαν τα νεύρα;» τον ρώτησε κι εκείνος έπαψε να γελάει.
«Δεν είχα νεύρα. Απλώς έχω ένα θέμα σε μια πετρελαιοπηγή και πρέπει να το λύσω και το μόνο που δεν μπορώ να κάνω τώρα είναι να ζητήσω νομοθετική αλλαγή, Μαρτίνα. Κατάλαβέ με».
«Επιμένω όμως ότι ήσουν λίγο απότομος».
«Συγγνώμη, αλλά είμαι ακόμα λίγο σοκαρισμένος μετά τις τελευταίες αποκαλύψεις» απάντησε με ειλικρίνεια ενώ περνούσαν κάτω από ένα χαμηλό δέντρο κι εκείνος κράτησε τα κλαδιά για να μη την τραυματίσουν.
«Δεν ήθελα να σου μιλήσω αλλά με πίεσες. Όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν. Μη νιώθεις την ανάγκη να…»
«Συγγνώμη. Δεν είχα ιδέα» της είπε στακάτα και η Μαρτίνα έκοψε το βήμα της. Εκείνος γύρισε προς το μέρος της και ακούμπησε το χέρι του στον ώμο της. Σχεδόν πατρικά.
«Τότε θα έδινα τα πάντα για να ξέρω την αλήθεια, να ξέρω ότι με αγαπούσες, αλλά τώρα πια δεν έχει σημασία.  Με αυτό που μου εξομολογήθηκες ένιωσα σαν να μπήκε μια τελεία στην παλιά σχέση μας, σαν να έπεσε η αυλαία σε μια επίπονη περίοδο και για τους δύο».
«Μάλιστα» του είπε χαμογελώντας, παλεύοντας με τον εαυτό της για να μην κυλήσουν τα δάκρυα που ένιωθε στα μάτια της. Είχε πέσει η αυλαία και είχε μπει τελεία; Τι ήταν αυτά που της έλεγε; Και γιατί την πλήγωνε τόσο;
«Χαμπίμπτι, ελευθερώθηκα. Με καταλαβαίνεις;» ρώτησε εκείνος και την κοίταξε στα μάτια.
«Μάλιστα» επανέλαβε μηχανικά εκείνη. «Χαμπίμπτι» μονολόγησε.
«Θες να πάμε να δούμε τα τριαντάφυλλα;» τη ρώτησε μετά από μερικά δευτερόλεπτα και τύλιξε το χέρι του γύρω από τους ώμους της. Η Μαρτίνα απομακρύνθηκε από το άγγιγμά του κάπως άκομψα.
«Έχω πολλή δουλειά στο δωμάτιό μου» του είπε κι έκανε να φύγει αλλά ο Ρεμί την άρπαξε από τον καρπό.
«Τι έπαθες πάλι;» φώναξε θυμωμένος. «Και γιατί τραβιέσαι; Καμιά φορά νιώθω ότι με σιχαίνεσαι. Αποφεύγεις να με κοιτάς και να με ακουμπάς. Αλήθεια. Γιατί δεν με αγγίζεις ποτέ; Ακόμα και τότε…στην έρημο…σε φίλησα κι εσύ προσπαθούσες να τραβηχτείς. Θα με τρελάνεις» ξέσπασε.
«Ρεμί, με συγχωρείς, αλλά αυτό το έργο το έχω ξαναδεί. Θα ήθελα να αποσυρθώ στο δωμάτιό μου. Καληνύχτα» του είπε και έφυγε.


Κεφάλαιο 42-καλωσορίσατε, καινούργιες αναγνώστριες!!

42

Η ημέρα των Χριστουγέννων ήταν ανέλπιστα όμορφη. Η Μαρτίνα είχε ξυπνήσει πολύ πρωί και ετοίμασε τον Ρέμι για τη γιορτή της πρεσβείας. Ο πρέσβης ήταν λιγάκι ψυχρός άνθρωπος, αλλά είχε ενθουσιαστεί με την ιδέα της να διοργανώνουν μια μικρή δεξίωση για όλους τους δυτικούς στην πρεσβεία. Η γιορτή θα ξεκινούσε κατά τις 12 και θα τέλειωνε στις έξι το απόγευμα. Κοπέλες θα απασχολούσαν τα παιδιά και το απογευματάκι θα ερχόταν ένας κύριος ντυμένος Άγιος Βασίλης για να τους δώσει τα δωράκια τους. Οι γονείς της θα πήγαιναν λίγο πιο αργά, γιατί έπρεπε να ετοιμάσουν τις βαλίτσες τους. Επέστρεφαν στην Αγγλία την επόμενη μέρα το βράδυ και είχαν ψωνίσει ένα σωρό πράγματα που έπρεπε να τα χωρέσουν όλα στις αποσκευές τους. Η Μαρτίνα λυπόταν από τη μία που θα έφευγαν, αλλά από την άλλη ήθελε να μείνει και λίγο μόνη ξανά, μακριά από το άγρυπνο βλέμμα της μητέρας της, που τη ρωτούσε συνεχώς τις τελευταίες μέρες τι έχει και γιατί δεν είναι καλά.

Το κλίμα στο παλάτι ήταν λίγο τεταμένο μετά τον τσακωμό που είχε με τον Ρεμί. Τον είχε δει καναδυό φορές στο διάδρομο ή στο κεντρικό σαλόνι και τον χαιρέτισε βιαστικά. Εκείνος έδειξε την επιθυμία να της μιλήσει λίγο παραπάνω αλλά δεν του έδωσε και πολύ θάρρος. Τον προσπέρασε και έτρεξε στο δωμάτιό της. Δεν την ακολούθησε. Είχαν περάσει τόσες μέρες από την εκ βαθέων εξομολόγησή της και ακόμα δεν είχε ιδέα για το αν ήθελε να την ακολουθήσει ή όχι. Τι μπορούσε να της πει για να απαλύνει τον πόνο της; Τι μπορούσε να κάνει για να πάρει πίσω όλη την απόρριψη που ένιωσε ως γυναίκα; Ευτυχώς δεν την πίεσε. Ευτυχώς ή δυστυχώς; Δεν είχε απαντήσει σε αυτό το ερώτημα.

Φόρεσε ένα μακρύ κόκκινο φόρεμα με δαντελένια μανίκια και ένα ζευγάρι χρυσά πέδιλα που είχε αγοράσει στην Οσεάνα. Το κόκκινο ήταν το αγαπημένο της χρώμα και είχε πολλά κόκκινα φορέματα, αλλά δεν είχε συχνά την ευκαιρία να τα φοράει. Στην Οσεάνα όμως τα έβαζε συχνά και ένιωθε σαν πριγκίπισσα. Έφτασαν στην δεξίωση σχετικά νωρίς και βοήθησαν τον πρέσβη με ένα πρόβλημα που προέκυψε με την λίστα των καλεσμένων. Οι νέοι της συνεργάτες έφτασαν λίγο αργότερα και μοιράστηκαν το ίδιο τραπέζι, όπου τη συζήτηση μονοπώλησε το γνωστό θέμα: το πρότζεκτ. Έπρεπε να προσλάβουν καθηγητές μουσικής για να επανδρώσουν τα ωδεία και οι συνεντεύξεις για τις 100 θέσεις έπρεπε να γίνουν σε σύντομο χρονικό διάστημα. Η Μαρτίνα τούς παρακάλεσε να απολαύσουν τη γιορτή και να ξεχάσουν για λίγο τις υποχρεώσεις τους. Όλοι γέλασαν και συμμορφώθηκαν.

Ο Ρέμι τσίριξε δυνατά όταν ο Άγιος Βασίλης τού έδωσε ένα ξύλινο τρενάκι. Ο γιος της είχε μανία με τα τρενάκια και η Μαρτίνα τού αγόραζε συχνά μινιατούρες. Έσκισε με μανία το κουτί και προσπάθησε να το συναρμολογήσει, αλλά η Μαρτίνα το πήρε από τα χέρια του και τον προέτρεψε να παίξει με τα άλλα παιδάκια και του είπε ότι θα είχε ευκαιρία το βράδυ να το φτιάξει με τον μπαμπά του και να παίξει με την ησυχία του. Ο μικρός παραιτήθηκε πολύ εύκολα και αυτό της έκανε εντύπωση. Λίγοι μήνες στην Οσεάνα και είχε γίνει πιο πειθήνιος, πιο συνεργάσιμος. Η μετρημένη αυστηρότητα του Ρεμί είχε βοηθήσει σε πολλά πράγματα και αυτό το εκτιμούσε η Μαρτίνα.


Γύρισαν κατά τις εφτά στο σπίτι και όλοι αποσύρθηκαν αποκαμωμένοι στα δωμάτιά τους. Η Μαρτίνα περιφέρθηκε για λίγο στον κήπο, προσπαθώντας να ηρεμήσει. Ο Ρεμί έλειπε, την ενημέρωσε η Ναντίν, οπότε δε φοβόταν μήπως τον συναντήσει πουθενά. Περπάτησε ξυπόλυτη ως το θερμοκήπιο και κάθισε μερικά λεπτά για να θαυμάσει απ έξω τα όμορφα τριαντάφυλλα. Λευκά και κόκκινα μπουμπούκια, κίτρινα και μωβ. Τακτοποιημένα προσεκτικά όλα, ζωηρόχρωμα και δροσερά. Ποιος ήταν αυτός ο άντρας που τα φρόντιζε; Θα ανακάλυπτε ποτέ τι κρυβόταν πίσω από το σοβαρό παρουσιαστικό; Νόμιζε ότι τον ήξερε. Κάποτε τον αγκάλιαζε, τον φιλούσε. Απολάμβανε τα βλέμματα ζήλιας από τις άλλες γυναίκες και άνθιζε από την προσοχή του. Τώρα όμως ήταν ένας άλλος. Ένας ξένος. Δεν είχε ιδέα τι σκεφτόταν και γιατί δεν αντέδρασε σε αυτό που του είχε πει. Δεν ήθελε να τη λυπάται. Δε θα του έλεγε ποτέ πώς αισθανόταν γιατί το θεωρούσε προσωπική ήττα να ανοίγεσαι τόσο πολύ. Να ξεγδύνεσαι συναισθηματικά. Αλλά την πίεσε τόσο πολύ που ένιωσε ότι θα σπάσει. Και γι’ αυτό του μίλησε. Και παρόλο που δε θα ήξερε τι άλλο να του πει αν την αντιμετώπιζε και τις ζητούσε εξηγήσεις, για κάποιο λόγο, αυτή τη στιγμή, θα ήθελε πολύ να είναι κοντά της. Κι ας ήταν για να τσακωθούν. Δεν ήθελε να περάσει μια τόσο όμορφη μέρα χωρίς εκείνον. Για τον Ρεμί δεν ήταν σημαντική θρησκευτική γιορτή, κι ας είχε αγοράσει στον μικρό ένα δώρο σεβόμενος τη θρησκεία του γιου του. Αλλά περίμενε ότι θα τον έβλεπε λιγάκι. Έστω και ένα νεύμα από μακριά θα της άλλαζε τελείως τη διάθεση. Είχε αρχίσει να νιώθει ότι οι μέρες που δεν έβλεπε τον Ρεμί ήταν μέρες χαμένες. Και αυτή η σκέψη τής έφερε μια τεράστια μελαγχολία. Την έφερε αντιμέτωπη με ένα τεράστιο ερώτημα που μάταια προσπαθούσε να αγνοήσει: Γιατί;