Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2014

κεφάλαιο 31-παρακαλώ δέστε τη ζώνη σας για την απογείωση

31

Η Μαρτίνα δεν κοιμήθηκε καλά το βράδυ. Είπε στον εαυτό της ότι έφταιγε το ότι είχε άγχος για το ταξίδι και ότι της είχε πάρει πολύ χρόνο να οργανωθεί σχετικά με το τι θα πάρει μαζί της. Στην πραγματικότητα, όμως, έφταιγε ο Ρεμί. Αυτός και μόνον αυτός. Ο άντρας που την έκανε να νιώθει συναισθήματα που δεν περιγράφονταν με λέξεις, συναισθήματα που ξέφευγαν από τα τετριμμένα: αγάπη, μίσος, τρυφερότητα, αντιπάθεια.

Ηλπιζε ότι το πρωί που θα ξυπνούσε, αξημέρωτα σχεδόν για να προλάβουν τον ήλιο, θα είχε ηρεμήσει κάπως η ψυχή της. Θα είχε καταλάβει γιατί ο Ρεμί την βασάνιζε, γιατί έπαιζε με όλες τις αισθήσεις της σαν μαριονετοπαίχτης, γιατί την έδιωχνε από μακριά του και την τραβούσε σαν μαγνήτης ταυτόχρονα. Μα πάνω απ όλα, ευχόταν να καταλάβαινε τι ήταν αυτό που της είχε πει, και κυρίως γιατί αντί να προσβληθεί, όλο της το κορμί πήρε φωτιά, όλο της το οπτικό πεδίο γέμισε εικόνες με το κορμί της στα χέρια του Ρεμί, να κάνει αυτό ακριβώς που της είχε περιγράψει. Να ουρλιάζει το όνομά του. Όπως ήθελε να κάνει, αλλά δεν μπορούσε. Γιατί κάποτε, τότε, τα πάντα ήταν καλυμμένα από ένα πέπλο ντροπής, εσωστρέφειας. Ακόμα και στον εαυτό της δεν μπορούσε να παραδεχτεί όσα ένιωθε και παρότι έβλεπε ότι ο Ρεμί υπέφερε από την απόμακρη συμπεριφορά της, από την ψυχρή στάση της στο κρεβάτι, δεν μπορούσε να του εκφράσει τους φόβους της, δεν μπορούσε να χαλαρώσει και να αφεθεί, να ενώσει την καρδιά με το σώμα της. Και το αποτέλεσμα; Έβλεπε τον Ρεμί να μαραζώνει, το σώμα της να διαμαρτύρεται και την καρδιά της να γίνεται κομμάτια. Αλλά δεν μπορούσε να το αποτρέψει. Η ανατροφή της, όσα είχε ακούσει από τη θεία της ο τρόμος μήπως πληγωθεί, μήπως την παρατήσουν, την είχαν φέρει ακριβώς σε αυτό που προσπαθούσε να αποφύγει. Μόνη. Με ένα παιδί.

Ξύπνησε τον γιο της και της χαμογέλασε τόσο ζεστά που η καρδιά της έλιωσε. Δεν είχε χρόνο να σκεφτεί όσα συνέβησαν το προηγούμενο βράδυ. Έπρεπε να ετοιμαστεί. Η Ναντίν την είχε ενημερώσει ότι τα τζιπ θα τους περίμεναν στις έξι στο πάρκινγκ και η ώρα ήταν παρά τέταρτο. Ευτυχώς ο μικρός ντύθηκε γρήγορα και κατέβηκαν κάτω σε χρόνο μηδέν. Οι υπηρέτες φόρτωσαν τα πράγματά τους και τους έδωσαν μερικά τρόφιμα για το ταξίδι. Η Μαρτίνα και ο Ρέμι μπήκαν σε ένα μαύρο τζιπ και στο δεύτερο τζιπ επιβιβάστηκαν οι σωματοφύλακες. Ο Ρεμί έλειπε. Η θέση του συνοδηγού ήταν άδεια. Μα πού ήταν; Σκέφτηκε η Μαρτίνα και αναρωτήθηκε τι μπορεί να τον έκανε να άργησε να ξυπνήσει. Στο μυαλό της μπήκαν εικόνες του Ρεμί στο κρεβάτι με αιθέριες υπάρξεις του χαρεμιού του, να χαμογελάει, να τις φιλάει, κι εκείνες να του προσφέρουν όσα εκείνη δεν μπόρεσε ποτέ.

Στις έξι και πέντε είδε τον Ρεμί, φορώντας ένα απλό λευκό φανελάκι και στρατιωτικό σορτσάκι, να περπατάει βιαστικά προς το τζιπ και να κάθεται στη θέση του οδηγού αφού έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο του γιου του. Ο Ρέμι εντωμεταξύ κοιμόταν γαλήνια στο ειδικό καθισματάκι του. 
«Συγγνώμη που άργησα, αλλά με πήρε ο ύπνος» είπε σε όλους, αλλά κανείς δεν απάντησε. Οι σωματοφύλακες επειδή μάλλον φοβόντουσαν και η Μαρτίνα επειδή δεν είχε τι να πει. Οι εικόνες είχαν πάλι πλημμυρίσει το μυαλό της και είχε μουδιάσει από τα νεύρα.

Οδήγησαν πάνω από μιάμιση ώρα έξω από την πόλη και με κάθε χιλιόμετρο που κατάπινε αλύπητα το τζιπ του, το τοπίο γινόταν όλο και πιο εξωτικό. Ο ήλιος χάραζε και η Μαρτίνα συνειδητοποίησε ότι είχε πολλά χρόνια να απολαύσει τόσο μοναδικό θέαμα. Είχαν αφήσει για τα καλά πίσω τους το αστικό τοπίο, και τώρα μπροστά τους απλωνόταν η έρημος, μια αριστοκρατική γυναίκα με ένα βαθύ κεραμιδί φόρεμα. Η απουσία βλάστησης την έκανε να αναρωτιέται σε τι συνθήκες θα περνούσαν τις τρεις επόμενες μέρες. Είχαν πάρει μαζί τους αρκετά τρόφιμα και νερό; Θα μπορούσε να κοιμηθεί ή η ζέστη θα ήταν αφόρητη;

Στις οκτώ περίπου άφησαν τα τζιπ σε ένα χώρο προφυλαγμένο, ένα παράπηγμα στη μέση του πουθενά. Την Μαρτίνα την περίμενε άλλη μία έκπληξη. Καμήλες.

«Αποκλείεται» είπε δυναμικά, αλλά ο γιος της ήδη τσίριζε ενθουσιασμένος και έτρεχε προς τα παράξενα ζώα. Ο Ρεμί γελούσε με την αντίδραση του παιδιού του και αδιαφόρησε για το δικό της σχόλιο.
«Αποκλείεται να ανέβω σε αυτό το ζώο» επανέλαβε σαν ρομπότ, ανίκανη να καταλάβει τι γινόταν. Οι άντρες είχαν ήδη αρχίσει να πηγαίνουν προς το καραβάνι των ζώων που τους περίμενε.
«Θες να μείνεις εδώ; Εμείς όλοι πάντως θα πάμε με τις καμήλες στη κατασκήνωση» της είπε αυστηρά ο Ρεμί. Η Μαρτίνα τον κοίταξε απορημένη. Τι αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά ήταν αυτή πάλι; Είχε βαρεθεί.
«Φοβάμαι, δε θέλω» του είπε και σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος. Μόνο εκείνοι είχαν μείνει ξοπίσω.
«Ανεβαίνω σε καμήλες από τα τρία μου και δεν έχω πέσει ποτέ. Είναι αξιαγάπητα ζώα και πολύ ανθεκτικά. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να πάμε στην κατασκήνωση. Τα αμάξια δεν προχωράνε άλλο. Η άμμος γίνεται πραγματικά επικίνδυνη για τα τζιπ αν συνεχίσουμε» της είπε πιο λογικά. Η Μαρτίνα έγνεψε αλλά συνέχισε να φοβάται. «Δε θα πέσεις» συμπλήρωσε. «Η διαδρομή δε θα διαρκέσει πάνω από 45 λεπτά. Θα αποζημιωθείς όταν φτάσουμε εκεί. Εμπιστέψου με».
«Μάλιστα!» γέλασε η Μαρτίνα. «Αυτό ήταν το επιχείρημα του αιώνα! Να σε εμπιστευτώ!» κάγχασε. «Είμαι φυλακισμένη στη χώρα σου και αποφασίζεις εσύ για την καθημερινότητά μου! Και τώρα θες να ανέβω σε καμήλα! Αύριο θα θες να κάνουμε αιωροπτερισμό! Εγώ πότε θα πω την γνώμη μου επιτέλους;» νευρίασε. Ο Ρεμί κοίταξε τους σωματοφύλακες και τον Ρέμι. Είχαν απομακρυνθεί αρκετά και ευτυχώς δεν τους άκουγαν. Οι άντρες φόρτωναν τα πράγματα στα ζώα και ο Ρέμι τάιζε μια καμήλα με κάτι που του είχε δώσει το αφεντικό της.
«Την ξέρουμε τη γνώμη σου, Μαρτίνα!» είπε εκείνος μέσα από σφιγμένα δόντια. «Εσύ δεν θες να μείνεις εδώ, δε θες εμένα, δε θες να ανέβεις σε καμήλα, δε θες να δώσεις μια ευκαιρία σε αυτή τη χώρα και τον πολιτισμό της. Τον σνομπισμό σου τον είδα και τον βίωσα όσο καιρό ήμασταν μαζί. Ένιωθα ότι τα είχα με την βασίλισσα της Αγγλίας και ότι εγώ ήμουν ζητιάνος».
«Δεν είναι έτσι! Εσύ δε μιλούσες ποτέ για τη χώρα σου, εσύ…»
«Όσες φορές προσπάθησα με σταμάτησες!» τη διέκοψε εκείνος έξαλλος. «Με κατηγορείς ότι έφυγα! Πώς αλλιώς; Θα ερχόσουν; Αφού εσύ είναι προφανές ότι μισείς οτιδήποτε ξεφεύγει από τα κουτάκια σου! Από τον δυτικό κόσμο σου!»
«Ο γιος μου!» του φώναξε κι εκείνη με τη σειρά της. «Ο γιος μου ξεφεύγει από κάθε κουτάκι και τον λατρεύω! Πώς μπορείς να βγάζεις συμπεράσματα για μένα χωρίς να ξέρεις πώς νιώθω; Και από πού κι ως πού με το αν ανέβω σε μια ρημάδα καμήλα θα αποδείξω το οτιδήποτε; Το αν σέβομαι τη χώρα σου ή την κουλτούρα σου; Τι σόι απόδειξη είναι αυτή; Φοβάμαι! Τι δεν καταλαβαίνεις; Φοβάμαι!» φώναξε και ένας σωματοφύλακας γύρισε φευγαλέα προς το μέρος τους. Ωραία. Τους είχαν πάρει χαμπάρι όλοι ότι τσακώνονταν. Ευτυχώς το παιδί ήταν απασχολημένο.
Ο Ρεμί έδειχνε να σκέφτεται όσα του είπε. Μάλλον τον είχε εκπλήξει η παραδοχή της ότι φοβόταν. «Θα σε βοηθήσω…» της ψέλλισε λίγο πιο μαλακά. Στα μάτια του είδε κάτι που είχε καιρό να δει. Μια γαλήνη παράξενη. Σχεδόν τρυφερότητα. «Είναι μερικά δευτερόλεπτα που γέρνει τόσο μπροστά» της είπε και αφού ακούμπησε το χέρι του στη μέση της και την παρότρυνε να προχωρήσει προς τα ζώα «που νομίζεις ότι θα πέσεις. Αλλά δεν πέφτεις» της χαμογέλασε καθησυχαστικά. «Δεν είναι και πολύ άνετο να είσαι πάνω τους, το παραδέχομαι. Αλλά είναι ανθεκτικές οι κακομοίρες και μόνο αυτές μπορούν να προχωρήσουν στην άμμο και να αντέξουν στη ζέστη» της εξήγησε. Εντωμεταξύ είχαν φτάσει κοντά και ο Ρεμί τής πήρε το χέρι και χάιδεψαν μαζί μια καμήλα. Η Μαρτίνα προσπάθησε να μη δείξει πόσο απολάμβανε το άγγιγμά του. Σχεδόν είχε ηρεμήσει.

Η καμήλα γονάτισε μπροστά της και η Μαρτίνα ανέβηκε διστακτικά. Έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να μην ουρλιάξει την ώρα που το ζώο σηκωνόταν. Πραγματικά νόμισε ότι θα πέσει. Ο Ρεμί και ο Ρέμι μοιράζονταν ένα ζώο. Η δική της καμήλα φορούσε ένα όμορφο πλεκτό κρεμαστό με μερικά κουδούνια.
«Η δική μου είναι η πιο όμορφη» φώναξε η Μαρτίνα ανακουφισμένη  που επιτέλους το καραβάνι είχε ξεκινήσει. Δύο σωματοφύλακες ήταν μπροστά της και από πίσω ακριβώς ήταν ο Ρεμί με τον Ρέμι και άλλοι δύο σωματοφύλακες στο τέλος της πομπής μαζί με μια καμήλα που μετέφερε τον κύριο που φρόντιζε τα ζώα και τις προμήθειες.
«Η πιο όμορφη για την πιο όμορφη» άκουσε τον Ρεμί να της λέει. Φοβόταν να γυρίσει, μήπως ζαλιστεί και πέσει, αλλά το προσπάθησε. Χαμογέλασε και οι δύο άντρες της ζωής της της χαμογέλασαν και αυτοί. Όταν η Μαρτίνα στράφηκε μπροστά της και κοίταξε το τοπίο άφησε το μυαλό της ελεύθερο και φαντάστηκε πώς θα ήταν…πώς θα ήταν αν αυτοί οι τρεις ήταν πραγματική οικογένεια.




2 σχόλια:

  1. anebases megaloutsiko i mou fainete?? tespa kala ekanes teleio kefalaio kai remi...se latereuww

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ας χαλαρώσει λιγο δεν είναι κακο

    ΑπάντησηΔιαγραφή