Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τρίτη, 26 Αυγούστου 2014

Κεφάλαιο 28-ποτιστήρι

«Μίλησα με τους γονείς μου και δεν μπορούν να είναι εδώ την επόμενη βδομάδα» είπε η Μαρτίνα στον Ρεμί δύο μέρες μετά, την Πέμπτη το απόγευμα. Τον βρήκε στον κήπο του, να ποτίζει. «Οι κηπουροί δεν ποτίζουν;» ρώτησε.
«Μου αρέσει να ασχολούμαι με τα λουλούδια» της είπε εκείνος χωρίς να γυρίσει να την κοιτάξει. «Γιατί;»
«Ο πατέρας μου κάνει φυσιοθεραπείες γιατί έχει έναν οξύ πόνο στον ώμο. Πρέπει να τις ολοκληρώσει και μετά να πετάξει» του είπε απογοητευμένη. «Στενοχωρήθηκαν που δεν μπορούν να έρθουν, αλλά αν δε σε πειράζει, θα ήθελαν να έρθουν στα τέλη του μήνα» του είπε μελιστάλαχτα, με τα χέρια ενωμένα σε παράκληση. Εκείνος γύρισε και την κοίταξε φευγαλέα.
«Ας έρθουν όποτε θέλουν. Απλώς εσύ…θα είσαι μόνη σου στα γενέθλιά σου» της είπε και γύρισε πάλι προς τα φυτά του.
«Δε θα είμαι μόνη» του είπε χαρούμενη. «Θα έχω το παιδί μου».
«Φυσικά» είπε εκείνος αδιάφορα. Και μετά σώπασε. Η Μαρτίνα κατάλαβε ότι είχε έρθει η στιγμή να τον αφήσει ήσυχο. Αλλά δεν ήθελε ακόμα.
«Αύριο…ξεκινάω και δουλειά» του είπε.
«Μπορείς και από Δευτέρα αν θες» είπε εκείνος ήρεμα. «Μην πιεστείς».
«Όχι, όχι, έχω κουραστεί μέσα στο παλάτι. Σε ευχαριστώ που…τα κανόνισες όλα. Και αυτή η ιδέα το γραφείο μου να είναι στην πόλη…είναι καταπληκτική! Ποτέ δεν είχα δικό μου γραφείο» είπε χαρούμενη. «Στο ωδείο το γραφείο μου ήταν ουσιαστικά μαζί με ένα άλλο τμήμα και δεν είχα παράθυρο. Στο καινούργιο γραφείο θα έχω; Δεν έχει σημασία. Θα μπορώ να κάνω και αλλαγές αν θέλω; Δε θέλω να είμαι αχάριστη αλλά είμαι λίγο παράξενη. Θέλω π.χ. να έχω ένα δύο λουλούδια στο γραφείο μου και να έχω μια ωραία καρέκλα από αυτές που μπορείς να ξαπλώσεις πίσω. Όχι ότι θα ξαπλώνω φυσικά! Θα δουλέψω πολύ, αλλά να…αν κουραστώ λιγάκι, να μπορώ να χαλαρώσω…».
«Είσαι αγχωμένη;» τη διέκοψε εκείνος.
«Πολύ» απάντησε εκείνη και σταμάτησε να μιλάει. «Πού…πού το κατάλαβες;»
«Μιλάς πολύ» χαμογέλασε εκείνος. Το άκουσε στη φωνή του. «Πριν από κάθε κονσέρτο σου μου έπαιρνες τα αυτιά».
«Δεν ήξερα…συγγνώμη» του είπε και έκανε να φύγει ντροπιασμένη.
«Ο,τι θέλεις» της είπε και γύρισε προς το μέρος της. Έκλεισε την βρύση και κάθισε σε ένα παγκάκι. Σκούπισε τα χέρια του στο φθαρμένο τζιν του. Ντυμένος μόνο με αυτό και ένα παλιό φανελάκι, της θύμιζε το νεαρό αγόρι που αγάπησε κάποτε. «Την πρώτη βδομάδα θα έχεις χρόνο να προσαρμοστείς και θα έχεις πιο ελεύθερο ωράριο. Μετά θα δουλεύεις ώρες γραφείου για να μπορείς να έχεις χρόνο και για το παιδί και σκέφτηκα να σου παραχωρήσω ένα αυτοκίνητο για να πηγαίνεις αν θέλεις, εκτός αν θες να πηγαίνεις με τον οδηγό μας. Και φυσικά θα έχεις σωματοφύλακα» είπε αυστηρά για το τελευταίο. Η  Μαρτίνα είχε συνηθίσει στη διακριτική παρουσία των μαυροντυμένων αντρών. «Ελπίζω να σου αρέσει το γραφείο σου γιατί έδωσα εντολή να γίνει υπερπολυτελές και υπερσύγχρονο. Αλλά αν θες να βάλεις λουλούδια ή να το γεμίσεις με μαξιλάρια και πουφ, μπορείς να το κάνεις. Αν θες άλλη πολυθρόνα, καναπέ ή γραφείο, μπορείς να τα παραγγείλεις. Θέλω να είσαι άνετα για να δώσεις τον καλύτερο εαυτό σου» είπε. Η Μαρτίνα χάρηκε με όσα άκουσε.
«Θα κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ, απλώς φοβάμαι μήπως δεν είμαι καλή» παραδέχτηκε.
«Δεν θα έχεις αντίπαλο» χαμογέλασε εκείνος.
«Θα έχω έλεγχο όμως» του είπε.
«Εμένα» είπε εκείνος αδιάφορα. «Είμαι πολύ επιεικής».
«Δε θέλω να λέει η Ασσάν ότι είμαι άχρηστη».
«Η Ασσάν είναι πολύ ικανή στη λήψη αποφάσεων και δεινή διαπραγματεύτρια. Δεν είναι κακή» της είπε και η Μαρτίνα ζήλεψε το θαυμασμό στα λόγια του.
«Με μένα είναι» επέμεινε.
«Ζηλεύει» απάντησε ήρεμα εκείνος. Σχεδόν αυτάρεσκα.
«Τι ζηλεύει; Αφού εμείς δεν…» ψέλλισε εκείνη.
«Οι κοπέλες του παλατιού διεκδικούν την προσοχή μου με κάθε τρόπο. Βλέπουν παντού εχθρούς ακόμα ακόμα και όταν δεν υπάρχει καμία υποψία ερωτικής επιθυμίας από μέρους μου» είπε και η Μαρτίνα ένιωσε σαν να την είχε λούσει με παγωμένο νερό. Την πείραξε αυτό που άκουσε παρόλο που ήξερε ότι ήταν αλήθεια.
«Θα περνάς δύσκολα» του είπε με μια δόση ειρωνείας.
«Μπα, μη νομίζεις. Είναι ωραίο να σε διεκδικούν» ανταπέδωσε κι εκείνος.
«Δεν μου έδωσες την ευκαιρία» απάντησε η Μαρτίνα στην αδιόρατη κατηγορία. Στεκόταν μπροστά του με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, προσπαθώντας να συγκρατήσει τα νεύρα της. Γιατί όλες οι συζητήσεις κατέληγαν εκεί; Γιατί;
«Θα το έκανες;» ρώτησε εκείνος σουφρώνοντας τα χείλη σε αμφισβήτηση.
«Σε νοιάζει πια, Ρεμί;» τον ρώτησε φανερά πληγωμένη. «Έχουν περάσει τόσα χρόνια. Έχεις προχωρήσει στη ζωή σου και το ίδιο κι εγώ. Γιατί με πυροβολείς συνέχεια; Τι σημασία έχει τι θα έκανα; Αν σε ήθελα και πόσο; Αν ήμουν ψυχρή και γιατί; Έχουμε ένα παιδί μαζί και αυτό είναι το σημαντικό. Το παρελθόν μας δεν έχει σημασία» του είπε.
«Μάλιστα» απάντησε εκείνος με ένα βλέμμα που της έλεγε ότι ήθελε να την πνίξει. ‘Η τουλάχιστον έτσι νόμιζε η Μαρτίνα. Γιατί με τον Ρεμί ποτέ δεν ήξερε τι σκεφτόταν.
«Λυπάμαι που τσακωνόμαστε συνέχεια, Ρεμί. Θα έπρεπε εμείς οι δύο να είμαστε ήρεμοι και αγαπημένοι για χάρη του παιδιού. Εγώ είμαι διατεθειμένη να τα ξεχάσω όλα. Εσύ;» τον ρώτησε.
«Εγώ μάλλον όχι» την αιφνιδίασε εκείνος όχι μόνο με αυτό που της είπε, αλλά και από το σατανικό χαμόγελό του. «Εσύ μπορείς να ξεχάσεις αλλά εγώ θα θυμάμαι πάντα όσα έκανες. Η μάλλον όσα δεν έκανες».
«Καλώς, Ρεμί. Όπως νομίζεις» του είπε και έκανε να φύγει αλλά τη σταμάτησε.
«Αφού δεν θα έρθουν οι γονείς σου έλεγα να πάω με τον μικρό 3-4 μέρες στην έρημο. Να δει λιγάκι τη ζωή εκεί, να τον γνωρίσουν πρώτα οι αρχηγοί και μετά να τον παρουσιάσω επίσημα».
«Ο καιρός πώς θα είναι;» ρώτησε εκείνη.
«Πολύ καλός. Το ήλεγξα. Δε θα έχει πολλή ζέστη και θα περάσουμε υπέροχα. Θα έχει και βροχή μετεωριτών και θα πετύχουμε και μια γιορτή γιατί ένας αρχηγός φυλής παντρεύει την κόρη του».
«Τον έχει δει τον γαμπρό η κοπέλα; Τη ρώτησε κανείς;» ειρωνεύτηκε η Μαρτίνα.
«Ναι, τον έχει δει. Τα έχουν ήδη πέντε χρόνια. Γνωρίστηκαν στο πανεπιστήμιο» απάντησε εκείνος ξερά και η Μαρτίνα ντράπηκε για το ρατσιστικό σχόλιό της.
«Τότε τι να πω; Να πάτε. Απλώς να…είναι πολλές οι μέρες. Δεν έχω ξαναμείνει μακριά από το παιδί τόσες μέρες. Θα τα καταφέρεις; Μπορεί να προκύψει κάτι και να…»
«Θες να έρθεις;» τη ρώτησε, διαβάζοντας τις σκέψεις της.
«Μπορώ;» ρώτησε ντροπαλά.

«Θα προσπαθήσω να το κανονίσω» της υποσχέθηκε. Η Μαρτίνα χαμογέλασε ζεστά προς το μέρος του αλλά εκείνος δεν έδειξε να επηρεάζεται. Έγειρε λίγο το κεφάλι του σε μια διακριτική υπόκλιση. Η Μαρτίνα κατάλαβε ότι ήταν ώρα να φύγει. 

3 σχόλια:

  1. ααααα νευριαζω με τα παιδακια απο δω... ελεος ποτε θα κανουν μια κινηση;;;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Άντε επιτέλους να γίνει τίποτα στην έρημο γιατι τα νεύρα κροσια που παίζουν της γκουμπαρες

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Εύχομαι καλη υπομονή σε οοοολες κορίτσιαα!


    -Νικολέτα

    ΑπάντησηΔιαγραφή