Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Δευτέρα, 25 Αυγούστου 2014

κεφάλαιο 27-Pistachio

«Γιαγιά, τρώω μόνος μου! Δες!» φώναξε ο Ρέμι στη μητέρα του Ρεμί, η οποία μπήκε στην τραπεζαρία την ώρα που είχε τελειώσει το δείπνο και έτρωγαν όλοι ένα φανταστικό παγωτό με φιστίκια. Ο Ρεμί ήταν ήσυχος, σχεδόν αμίλητος, και μιλούσε πολύ σπάνια. Η Μαρτίνα ασχολείτο κυρίως με τον μικρό, αλλά ένιωθε ότι το κλίμα ήταν βαρύ. Η μητέρα του Ρεμί πλησίασε το τραπέζι, φίλησε τον μικρό, τον επαίνεσε για την προσπάθειά του και είπε κάτι στον Ρεμί στα αραβικά. Εκείνος έδειξε να συμφωνεί με ό,τι του είπε η μητέρα του.
«Μαρτίνα, θα πάμε αύριο στο μουσείο;» τη ρώτησε χαμογελαστή και η Μαρτίνα κούνησε καταφατικά το κεφάλι.
«Φυσικά και θα πάμε. Περιμένω με ανυπομονησία, μεγαλειοτάτη» είπε η Μαρτίνα γεμάτη σεβασμό. Με τη μητέρα του Ρεμί έβγαιναν συχνά, αλλά ποτέ δεν ξεχνούσε, όση πλάκα κι αν είχε, ότι η γυναίκα αυτή ήταν βασίλισσα. Ο Ρεμί ήταν ο αρχηγός κράτους, αλλά η μητέρα και ο πατέρας του είχαν τους τίτλους της βασίλισσας και του βασιλιά και οι πολίτες της χώρας τους σέβονταν βαθιά. Το ίδιο και η Μαρτίνα.
«Αμίνα είπαμε!» διαμαρτυρήθηκε η μητέρα του Ρεμί. Η Μαρτίνα είδε με την άκρη του ματιού της τον Ρεμί να σηκώνει απότομα το βλέμμα προς τη μητέρα του, σοκαρισμένος προφανώς από την άνεση των γυναικών.
«Μα δεν μπορώ…» διαμαρτυρήθηκε η Μαρτίνα. Ο Ρεμί έδειχνε σαν να τον είχε χτυπήσει το ρεύμα.
«Βλέπω τα πάτε καλά εσείς οι δύο» είπε ξερά, κοιτώντας τις εναλλάξ.
«Δε βλέπω το λόγο για το αντίθετο» του είπε η Μαρτίνα εξίσου ξερά. Ο Ρέμι εντωμεταξύ αγκάλιαζε τη γιαγιά του.
«Δεν το πιστεύω αυτό που βλέπω και ακούω…» είπε εκείνος και κούνησε το κεφάλι με απορία. Η μητέρα του γέλασε.
«Ρεμί, πάντα ήσουν…πώς να το πω…λίγο κολλημένος, παιδί μου!» είπε η Αμίνα και η Μαρτίνα γέλασε με την ψυχή της. «Καλά το είπα;» ρώτησε και η Μαρτίνα έγνεψε θετικά. «Πάω στο δωμάτιο ζωγραφικής γιατί θέλω να πλέξω λιγάκι. Ρέμι, θα έρθεις μετά να παίξουμε;» ρώτησε τον μικρό και αφού πήρε μια ζεστή επιβεβαίωση και ένα τρυφερό φιλί, αποχώρησε από την τραπεζαρία, με το χαρακτηριστικό της αγέρωχο περπάτημα που έκανε τον καθένα να υποθέτει ότι αυτή η γυναίκα είχε γεννηθεί μέσα στα πλούτη.
«Δε μου αρέσουν αυτές οι οικειότητες» είπε ο Ρεμί χαμηλόφωνα μετά από μια τεταμένη σιωπή.
«Αγάπη μου, πήγαινε να παίξεις αφού τελείωσες» είπε γλυκά η Μαρτίνα στον γιο της και όταν έμειναν μόνη, κοίταξε σταθερά τον Ρεμί στα μάτια. «Τι στο καλό έχεις εσύ και είσαι όλο μούτρα;» τον αντιμετώπισε.
Εκείνος έσπρωξε πίσω το πιάτο του και αμέσως εμφανίστηκε μια κοπέλα και μάζεψε τα σερβίτσια. Έφερε μυρωδάτο καφέ και η Μαρτίνα δοκίμασε μια γουλιά.
«Τι να έχω;» τη ρώτησε και σηκώθηκε απότομα από το τραπέζι. Άρχισε να περπατάει νευρικά πάνω κάτω. Όταν μια κοπέλα έκανε να πλησιάσει για να πάρει τα ποτήρια, της έκανε μια χειρονομία και η κοπέλα γύρισε αμέσως πίσω στην κουζίνα. «Τα έπαθλα δεν έχουν συναισθήματα. Ειδικά αυτά που τα παρατάς» είπε με πικρία στη φωνή του. Η Μαρτίνα γέλασε άθελά της, αλλά μετά κατάλαβε ότι ο Ρεμί το εννοούσε.
«Συγγνώμη, αλλά κάτι έπρεπε να απαντήσω στην Ασσάν. Δε γίνεται να με προσβάλει έτσι ανοιχτά και εσύ να της το επιτρέπεις. Θυμάσαι ποια είμαι και τι κάνω εδώ;» τον ρώτησε.
«Εσύ;» φώναξε εκείνος ξαφνικά και η Μαρτίνα ορκίστηκε ότι άκουσε κάποιο ποτήρι να ραγίζει. Το βλέμμα του ήταν καυστικό, οξύ. «Θυμάσαι ποιος είμαι και τι κάνω εδώ;» επανέλαβε τα λόγια της. «Είμαι αρχηγός κράτους, διάολε. Πατέρας του παιδιού σου. Λίγος σεβασμός δεν βλάπτει» την κατακεραύνωσε.
«Για μένα θα είσαι πάντα ο Ρεμί» είπε εκείνη και ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους.
«Αυτός που παράτησες;» ειρωνεύτηκε εκείνος.
«Νομίζω ότι ο ένας εγκατέλειψε τον άλλο σχεδόν ταυτόχρονα, Ρεμί, αλλά αυτό δε χρειαζόταν να το μάθει η Ασσάν».
«Εσύ με άφησες να φύγω» είπε εκείνος απότομα και σταμάτησε να βηματίζει.
«Εσύ έφυγες» τον διόρθωσε εκείνη. «Αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί κάνουμε συνεχώς αυτή τη συζήτηση. Δεν είναι να πεις κιόλας ότι μαράζωσες. Μια χαρά σε βλέπω..» του είπε χαμογελαστή. «Και τα κορίτσια του χαρεμιού…είναι πολύ όμορφες. Ειλικρινά, τα έχω καλά με τον εαυτό μου, αλλά καμιά φορά αναρωτιέμαι γιατί με διάλεξες αφού είχες τέτοιες γυναίκες στη ζωή σου» γέλασε.
«Δεν μπορούσα να ταξιδέψω με το χαρέμι μου» απάντησε εκείνος ήρεμα και το χαμόγελο της Μαρτίνας πάγωσε στα χείλη της. Έμειναν και οι δύο αμίλητοι για μερικά δευτερόλεπτα. Η Μαρτίνα σκέφτηκε ότι της άξιζε η σκληρή απάντησή του. Τον είχε προκαλέσει.
«Ρεμί, θα ήθελα να αποσυρθώ» του είπε τελικά ευγενικά, κοιτώντας το πιάτο της. «Είμαι λίγο κουρασμένη».
«Πριν φύγεις, θα ήθελα μια απάντηση για την πρότασή μου» είπε εκείνος αυστηρά. «Πιστεύω ότι αυτό που σου προσφέρω είναι πολύ ενδιαφέρον. Θα στήσεις ένα ολόκληρο πρότζεκτ σχετικά με τη μουσική. Αν θες, μπορείς να κάνεις το ίδιο και για τον χορό. Να φέρεις εδώ όποιον θες. Να αγοράσεις όργανα και να έχεις την ευκαιρία να βοηθήσεις στην εκπαίδευση χιλιάδων παιδιών» μίλησε εκείνος με πάθος. Με το ίδιο πάθος που κάποτε μιλούσε και σε εκείνη, με το πάθος που κάποτε της εξηγούσε με απίστευτη ευκολία γιατί τη διάλεξε. Η Μαρτίνα σοκαρίστηκε με τη σκέψη αυτή και κούνησε το κεφάλι της νευρικά για να σταματήσει να σκέφτεται. «Γιατί αρνείσαι;» τη ρώτησε εκείνος, παρερμηνεύοντας την κίνηση. «Εσύ έλεγες ότι βαριέσαι».
«Δεν αρνούμαι. Δέχομαι» του είπε ήρεμα και εκείνος την κοίταξε μερικά δευτερόλεπτα σαν χαζός. Η Μαρτίνα χάζεψε το όμορφό πρόσωπό του. Τα σκούρα μάτια του, το δέρμα του, τα γεμάτα χείλη του και τον μακρύ, αριστοκρατικό λαιμό του. Ο χρόνος τον ευνοούσε.
«Αλήθεια;» ρώτησε εκείνος γεμάτος αμφιβολίες.
«Ναι. Γιατί όχι; Είναι ωραία πρόταση» του είπε.
«Φυσικά θα πληρωθείς και θα έχεις απόλυτη ελευθερία».
«Έχω έναν όρο» του είπε. «Θα δικαιοδοτώ σε σένα. Δε θέλω σχέσεις με την Ασσάν».
«Καταλαβαίνω αλλά το έχει αναλάβει η Ασσάν και…»
«Δε σε είχα για άντρα που φοβάται τη παντόφλα» του είπε.
«Δε σε είχα για γυναίκα που δε βλέπει μπροστά της» απάντησε εκείνος χαμογελώντας. Η Μαρτίνα εξεπλάγη με το σχόλιό του. Δεν κατάλαβε τι εννοούσε αλλά δεν ήθελε να του το δείξει και άλλαξε θέμα.
«Ρεμί, θέλω και μια χάρη» του είπε την ώρα που εκείνος αποχωρούσε από την τραπεζαρία. «Την άλλη βδομάδα…να…έχω γενέθλια» του είπε ντροπαλά.
«Το ξέρω» είπε εκείνος και την αιφνιδίασε.
«Μπορώ να…να καλέσω τους γονείς μου εδώ για μερικές μέρες;» του είπε και έκλεισε τα μάτια, έτοιμη να ακούσει την άρνησή του.
«Φυσικά. Θα στείλω το ιδιωτικό μου αεροπλάνο για να πετάξουν άνετα» είπε εκείνος ήρεμα.
«Το εννοείς;» ρώτησε ενθουσιασμένη η Μαρτίνα.
«Φυσικά. Αν δε με εκθέσεις σχετικά με την…παραμονή σου εδώ» προειδοποίησε εκείνος.
«Κράτηση» τον διόρθωσε εκείνη χιουμοριστικά.
«Μπορείς να κάνεις ό,τι θες. Δεν είναι δα και τα κάτεργα εδώ» της είπε εκείνος ξερά.
«Ναι, αλλά…».

«Καλά, Μαρτίνα» είπε εκείνος ανυπόμονα. «Για τα γενέθλιά σου, θα σου κάνω δώρο ένα αντρικό χαρέμι για να μη νιώθεις μόνη» της είπε και έφυγε εκνευρισμένος. Η Μαρτίνα δεν κρατήθηκε και γέλασε. 

3 σχόλια:

  1. Χαχαχαχαχαχαχαχα δεν μπορεί να κρύψει την ζηλεια του πια

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Εγω όμως τον λατρεύω που ζηλευει έτσι!!! "Δεν σε είχα για γυναίκα που δεν βλέπεις μπροστά σου" (ότι σε θελω σαν παλαβος)

      Διαγραφή
  2. Ετσι ετσι να καιγεται, αντε κ πολυ αντεξε!

    ΑπάντησηΔιαγραφή