Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Παρασκευή, 15 Αυγούστου 2014

κεφάλαιο 21-ζήλια μου...



Η έκθεση τουρισμού τελείωσε την Πέμπτη, αλλά το χρυσοζεύγαρο επέστρεψε την Κυριακή τελικά. Η Ναντίν την ενημέρωσε ότι ο μεγαλειότατος συνδύασε την επίσκεψη με επιπλέον δραστηριότητες και γιαυτό καθυστέρησαν λιγάκι. Η Μαρτίνα δεν πίστεψε κουβέντα. Στο μυαλό της είχε καρφωθεί η εξής εικόνα: Ο Ρεμί με τζιν σκούρο και λευκό πουκάμισο και η Ασσάν με ένα μακρύ φόρεμα και ψηλά τακούνια, χωρίς μαντίλα, με τα υπέροχα μαλλιά της χυμένα στην πλάτη της, να περπατούν χέρι χέρι και να τρώνε παγωτό κάτω από τον Πύργο του Άιφελ. Δεν ήξερε γιατί της είχε κολλήσει αυτή η εικόνα, αλλά ήταν τόσο λεπτομερής, που νόμιζε ότι μπορούσε να προβλέψει ακόμα και τη γεύση του παγωτού. Σοκολάτα για τον Ρεμί και γιαούρτι αγριοκέρασο για την Ασσάν.

Με το παιδί μιλούσε συνεχώς. Τον έπαιρνε δύο φορές τη μέρα. Ήταν τόσο τυπικός με τοn Rέμι, τόσο τρυφερός και δοτικός στα λόγια και τις πράξεις, που δεν είχε να του προσάψει τίποτα. Την εκνεύριζε που ήταν τόσο καλός πατέρας. Χαιρόταν, αλλά την εκνεύριζε. Γιατί της έδειχνε πόσο τρυφερός μπορούσε να γίνει όταν ήθελε. Βέβαια και μαζί της ήταν πολύ γλυκός τότε. Πολύ περιποιητικός. Αλλά η ίδια δεν ένιωθε άνετα με την τρυφερότητά του και συχνά του έβαζε όρια. Εκείνος δεν αποκαρδιωνόταν όμως. Συνέχιζε. Της έπαιρνε δώρα, λουλούδια, σοκολατάκια και την πήγαινε σε όμορφα εστιατόρια. Τη ράντιζε με κομπλιμέντα και τη στήριζε με τη μουσική της. Απλώς η ίδια δεν είχε συνηθίσει σε τόσες φιλοφρονήσεις και της φαινόταν κάπως ξένο όλο αυτό, κάπως προσποιητό.

Την Κυριακή το βράδυ λοιπόν άκουσε φασαρία στον κάτω όροφο και κατάλαβε ότι είχε γυρίσει ο Ρεμί. Σε ελάχιστα λεπτά, άκουσε την πόρτα της να χτυπάει και πήγε να ανοίξει. Δεν ήξερε πώς έπρεπε να συμπεριφερθεί. Χαιρόταν που τον έβλεπε, ένιωθε λίγο πιο σίγουρη όταν ήταν εκεί, αλλά από την άλλη…δεν ήξερε πώς να του δείξει ότι χαιρόταν χωρίς να του δώσει λάθος μηνύματα.
«Καλωσόρισες» του είπε μόλις τον είδε. Κατέβασε αμέσως τα μάτια της και κοίταξε τα πόδια της, γιατί το όμορφο πρόσωπό του δεν είχε χάσει ούτε ένα χιλιοστό της εντυπωσιακής αρρενωπότητας του. Ούτε το κορμί του.
«Δεν πειράζει που δεν φοράς παπούτσια. Είσαι στο δωμάτιό σου» την πείραξε εκείνος, κάνοντας πλάκα για το γεγονός ότι κοιτούσε τα πόδια της λες και δεν τα είχε ξαναδεί. «Πού είναι το παιδί;» μπήκε αμέσως στο ψητό.
«Κι εγώ καλά είμαι, ευχαριστώ» του είπε και του έδειξε με μια χειρονομία ότι ο μικρός ήταν στο διπλανό δωμάτιο. «Κοιμάται».
«Μπορώ να τον δω λιγάκι; Δε θα τον ξυπνήσω» της είπε σχεδόν παρακλητικά και η Μαρτίνα έγνεψε θετικά. Ο,τι και να συνέβαινε μεταξύ τους, ένα πράγμα ήταν σίγουρο. Ως πατέρας μέχρι στιγμής δεν την είχε απογοητεύσει ούτε μία φορά.

Ο Ρεμί πήγε στο δωμάτιο του μικρού και ακούμπησε ένα τρυφερό φιλί στο κεφαλάκι του. Ο Ρέμι αναδεύτηκε αλλά δεν ξύπνησε. Ευτυχώς δηλαδή, γιατί μετά δε θα κοιμόταν με τίποτα. Έκλεισαν την πόρτα προσεκτικά και επέστρεψαν στο δωμάτιό της.
«Πέρασες καλά;» τον ρώτησε εκείνη. «Έκανες όλα όσα ήθελες;».
«Και με το παραπάνω» χαμογέλασε εκείνος. Η Μαρτίνα δεν κατάλαβε αν υπήρχε κάποιο υπονοούμενο.
«Χαίρομαι που πέρασες καλά» του απάντησε. Και περίμενε να δει τι θα της απαντήσει.
«Για δουλειά πήγα» διευκρίνισε ο Ρεμί, λες και κατάλαβε για ποιο πράγμα τον κατηγορούσε.
«Μία ολόκληρη βδομάδα δουλειά; Και οι έξτρα μέρες; Κι αυτές δουλειά; Σίγουρα θα διασκέδασες και λιγάκι» σούφρωσε τα χείλη της.
«Η αλήθεια είναι ότι πέρασα καλά γιατί είχα καιρό να πάω Παρίσι. Έχω κάτι φίλους εκεί και η Ασσάν είναι πολύ καλή παρέα».
«Είμαι σίγουρη».
«Ζηλεύεις;»
«Γιατί το λες αυτό;» ρώτησε θιγμένη.
«Φαίνεσαι λίγο…θυμωμένη».
«Να σου πω την αλήθεια, ο μικρός σε περίμενε και του φάνηκαν ατελείωτες οι ημέρες. Αλλά εγώ δεν έχω παράπονο. Έκανα ένα σωρό πράγματα» του είπε. Υπήρχε μια δόση αλήθειας σε όλο αυτό.
«Ώστε του φάνηκαν ατελείωτες οι μέρες;» ρώτησε χαμογελαστός εκείνος.
«Πατέρας του είσαι».
«Παρεμπιπτόντως…»
«Λέω να του το πούμε αύριο».
«Πού ξέρεις τι…»
«Σε καταλαβαίνω» του είπε και τον κοίταξε. Εκείνος φάνηκε να αιφνιδιάστηκε.
«Μάλιστα» είπε εκείνος και έτριψε το σαγόνι του νευρικά. «Καταλαβαίνεις και τι σκέφτομαι αυτή τη στιγμή;» τη ρώτησε ήρεμα. Η Μαρτίνα τον κοίταξε για λίγο. Απόλαυσε κάθε στιγμή, κάθε εκατοστό του προσώπου του, τα σαρκώδη χείλη, το θεληματικό πηγούνι, τα αδρά χαρακτηριστικά, το σκοτεινό βλέμμα του καρφωμένο στο πρόσωπό της.
«Δεν…δεν μπορώ να καταλάβω» ψέλλισε με δυσκολία, γιατί το μυαλό της είχε αρχίσει να ξεστρατίζει.

«Καλύτερα» απάντησε εκείνος και μετά από μια βαθιά υπόκλιση, έφυγε από το δωμάτιό της.

5 σχόλια:

  1. αχ θεε μου την χαζη !!!!!!!!!!!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Τον αγαπώ τον αγαπώ τον αγαπώ!!! Μόλις τελειώσεις τις διακοπές σου(γιατι δεν ειμαστε και απονθρωποι) θα μεγαλώσει λίγο τα κεφάλαια;; Παρακαλώ παρά πολύ πολύ πολυ;;;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Άνοιξα το blog ελπίζοντας ότι θα βρω ενα καινούργιο κεφάλαιο αλλα μετα κατάλαβα ότι ήταν Σάββατο και εισαι και διακοπές.....

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Το χρυσοχεύγαρο! Αχαχαχαχα!
    Georgia

    ΑπάντησηΔιαγραφή