Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τετάρτη, 13 Αυγούστου 2014

κεφάλαιο 19-τα κεφάλαια πάντα μικρούτσικα ήταν, απλά σε αυτή την ιστορία τα έκανα λίγο πιο μεγάλα. Επιστρέφω στα μικρούτσικα!


«Ο μεγαλειότατος δεν μπορεί να σας δεχτεί» της είπε ο Σαράμ κατά τις πέντε το απόγευμα. Η Μαρτίνα είχε ξεκινήσει νωρίς τη μέρα της και είχε αποφασίσει να του μιλήσει για όλα τα θέματα που την απασχολούσαν. Είχε στείλει γραπτό μήνυμα με έναν υπάλληλο του παλατιού ότι θα ήθελε να τον συναντήσει στις πέντε το απόγευμα, αλλά δεν έλαβε ποτέ απάντηση. Και τώρα, στεκόταν σαν ηλίθια έξω από την τεράστια ξύλινη πόρτα και κανείς δεν της έλεγε πότε θα μπορούσε να τη δει ο Ρεμί και γιατί ήταν τόσο απασχολημένος.
«Μπορείτε να μου πείτε τι ώρα θα μπορεί;» ρώτησε η Μαρτίνα κοιτώντας τον σταθερά. Ήθελε να του δείξει ότι δεν τον φοβόταν. Και ίσχυε.
«Ο μεγαλειότατος δε με ενημερώνει για το πρόγραμμά του. Όταν ευκαιρήσει, θα τον ενημερώσω ότι ήρθατε και αν επιθυμεί, θα σας καλέσει» της είπε και της γύρισε την πλάτη. Κάθισε σε ένα μικρό γραφείο έξω από το τεράστιο δωμάτιο που στεγαζόταν το γραφείο και βιβλιοθήκη του Ρεμί.
«Έχω στείλει μήνυμα από το πρωί ότι θα ήθελα να τον δω» του είπε και σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος. Ο άντρας συνέχισε να πληκτρολογεί κάτι στον υπολογιστή του.
«Συνήθως χρειάζονται δέκα μέρες αναμονής για να δει κάποιος τον μεγαλειότατο» γέλασε εκείνος χωρίς να την κοιτάει. «Αν είναι τυχερός».
«Εγώ είμαι η μητέρα του παιδιού του όμως» είπε η Μαρτίνα ξερά. «Δε χρειάζομαι ραντεβού για να τον δω».
«Είμαι εδώ για να φροντίζω να μην τον ενοχλούν. Ο χρόνος του είναι πολύτιμος. Παρακαλώ να αποχωρήσετε».
«Ρεμί» ούρλιαξε ξαφνικά εκείνη, σπάζοντας την εκκωφαντική σιωπή που επικρατούσε στο παλάτι. Ο άντρας σηκώθηκε απότομα και την πλησίασε απειλητικά, αλλά σταμάτησε απότομα. Μάλλον οι εντολές του Ρεμί ήταν να μην την αγγίζει.

Μερικά δευτερόλεπτα μετά, είδε το Ρεμί να ανοίγει ανήσυχος την πόρτα. Τα φρύδια του ήταν σμιγμένα και το βλέμμα του φουρτουνιασμένο.
«Τι συνέβη; Είσαι καλά; Σε πείραξε κανείς;» τη ρώτησε κοιτώντας μία εκείνη μία τον Σαράμ.
«Όχι, είμαι μια χαρά» τον διαβεβαίωσε εκείνη. «Απλώς σου έχω στείλει μήνυμα από το πρωί ότι θα ήθελα να σε δω. Δεν έλαβα απάντηση και θεώρησα ότι ίσχυε το ραντεβού στις πέντε. Αλλά ο βοηθός σου από εδώ αρνήθηκε να σε ενημερώσει ότι περιμένω και για άλλη μία φορά δυσκόλεψε τη ζωή μου» του είπε.
Ο Ρεμί μίλησε στον Σαράμ στα αραβικά, ήρεμα αυτή τη φορά, και μετά στράφηκε στην ίδια.
«Δεν πήρα ποτέ το μήνυμα. Έχω μια συνάντηση. Μπορείς να περιμένεις λιγάκι ή θες να γυρίσεις στο δωμάτιό σου και να στείλω να σε ενημερώσουν μόλις τελειώσω;» της πρότεινε ήρεμα, αν και έβλεπε ότι όλη αυτή η κρίση τον είχε αναστατώσει.
«Θα περιμένω, ευχαριστώ. Δε ρισκάρω να χάσω την ευκαιρία να μιλήσω με τον μεγαλειότατο» του είπε, μην μπορώντας να συγκρατήσει την ειρωνεία της.
«Σου έχω πει να μου μιλάς πιο ευγενικά όταν είμαστε μπροστά σε κόσμο» της είπε εκείνος σφίγγοντας τα δόντια του. Η Μαρτίνα δεν απάντησε. Κάθισε σε ένα σκαλιστό καναπέ έξω από το γραφείο και πήρε ένα περιοδικό να χαζέψει. Ήταν γραμμένο στα αραβικά αλλά προσποιήθηκε ότι την ενδιέφερε πολύ.

Περίπου είκοσι λεπτά μετά, και ενώ είχε αρχίσει να βαριέται πολύ, η πόρτα του γραφείου του Ρεμί άνοιξε, και από μέσα βγήκε η Ασσάν. Ο Ρεμί τής άνοιξε την πόρτα. Γελούσαν και οι δύο με κάτι που είχε πει η πανέμορφη κοπέλα και στάθηκαν λιγάκι στην πόρτα για να αποχαιρετιστούν. Ο Σαράμ χαμογέλασε και στους δύο και είπε κάτι στα αραβικά. Η Μαρτίνα ένιωσε ξαφνικά πολύ παράταιρη. Οι τρεις τους έδειχναν να γελάνε άνετα και να την αγνοούν. Και εκείνη δεν μπορούσε καν να καταλάβει τι στο καλό έλεγαν.
Η Ασσάν χαμήλωσε ευγενικά το κεφάλι σε μια βαθιά υπόκλιση και κατέβασε τα μάτια ντροπαλά. Η Μαρτίνα κόντεψε να γελάσει, αλλά κρατήθηκε. Γελάκια, υπόκλιση και ντροπαλότητα. Κάτι δεν κολλούσε σε όλο αυτό. Μόλις η Ασσάν έφυγε, χωρίς να τη χαιρετίσει καν σημειωτέον, ο Ρεμί τής έκανε νόημα (!) να μπει στο γραφείο. Η Μαρτίνα ξαφνικά ένιωσε τα γόνατά της να λυγίζουν, αλλά κατάφερε να καλύψει την μικρή απόσταση και να καθίσει στην καρέκλα απέναντι από το γραφείο του Ρεμί. Το δωμάτιο μύριζε ακόμα το έντονο άρωμα της Ασσάν. Η κοπέλα ήξερε να κάνει αισθητή την παρουσία της.
«Λοιπόν, τι με ήθελες;» είπε εκείνος πληκτρολογώντας κάτι στο λάπτοπ του. Το καινούργιο λάπτοπ του.
«Καταρχήν θα ήθελα την προσοχή σου» του είπε αυστηρά και τον ανάγκασε να την κοιτάξει.
«Πες μου» είπε εκείνος κοιτώντας τη χαμογελαστός. Η Μαρτίνα σάστισε λιγάκι αλλά πήρε φόρα και ξεκίνησε.
«Θέλω να διαπραγματευτούμε τους όρους κράτησης» του είπε.
«Βαριές λέξεις χρησιμοποιείς» της είπε εκείνος αλλά η Μαρτίνα δεν αποκαρδιώθηκε.
«Εφόσον δεν έχω δικαίωμα να φύγω, κρατούμαι» του διευκρίνισε. «Θέλω λοιπόν να ξεκαθαρίσουμε μερικά πράγματα. Θέλω να μπορώ να πηγαίνω στην πόλη και να ψωνίζω όποτε θέλω. Να οδηγώ και να έχω την ανεξαρτησία μου. Να μου βρεις κάτι να απασχολούμαι γιατί βαριέμαι αφόρητα και να βρεις λίγη λογική και να βρούμε έναν τρόπο να μπορούμε να πηγαίνουμε και στην Αγγλία και να ερχόμαστε κι εδώ. Δεν είναι βιώσιμο να μείνουμε εδώ μόνιμα» του είπε χωρίς να πάρει ανάσα.
«Δεν είμαι ακόμα έτοιμος να αποχωριστώ τον μικρό» είπε εκείνος με βλέμμα ειλικρινές.  «Θέλω να μείνετε λίγο ακόμα και ίσως βρω κάποια καλύτερη φόρμουλα. Εντωμεταξύ εγώ θα πρέπει να λείψω τέσσερις μέρες στο Παρίσι».
«Παρίσι;» είπε η Μαρτίνα με ανάμεικτο ενθουσιασμό και περιέργεια.
«Ναι, θα πάμε σε μια διεθνή έκθεση τουρισμού» είπε εκείνος αδιάφορα, χωρίς να προσδιορίζει με ποιον θα πήγαινε.
«Εγώ τι θα κάνω; Αυτόν εκεί έξω τον φοβάμαι και βαριέμαι όλη τη μέρα εδώ μέσα. Παρακάλεσα τα κορίτσια να με αφήσουν να μαγειρεύω έστω, αλλά κανείς δε μου απευθύνεται. Και επιτέλους, θέλω να πάω να ψωνίσω μερικά πράγματα. Τι άνθρωπος είσαι εσύ; Ξέρεις πόσο πολύ καταπιέζομαι και δε σε νοιάζει καθόλου;».
«Αν θέλεις να μαγειρεύεις θα το κανονίσω. Τι θες να ψωνίσεις;» τη ρώτησε.
«Σερβιέτες» του είπε ξερά.
«Θα στείλω να σου πάρουν» είπε εκείνος κρύβοντας το σοκ του. Δεν περίμενε τέτοια απάντηση μάλλον. «Γι΄ αυτό έχεις τόσα νεύρα;» την αιφνιδίασε.
«Νεύρα έχω γιατί δεν έχω τι να κάνω και γιατί με έχεις φυλακίσει» του είπε.
«Σε έχω φυλακίσει σε ένα παλάτι» είπε εκείνος λες και αυτό άλλαζε κάτι.
«Ρεμί, δεν συνεννοούμαστε εμείς οι δύο».
«Αυτό νομίζω ότι το έχουμε κατοχυρώσει».
«Ναι, αλλά δε γίνεται να συνεχίσουμε έτσι».
«Θες να χωρίσουμε;» γέλασε εκείνος και η Μαρτίνα χαμογέλασε άθελά της.
«Νομίζω ότι είναι η καλύτερη λύση» του είπε εκείνη χιουμοριστικά.
«Κοίτα να δεις…» είπε εκείνος και σοβαρεύτηκε. «Θα γυρίσουμε από Παρίσι και μετά θα συζητήσουμε πιο σοβαρά».
«Και αν το σκάσω μέχρι τότε;» τον ρώτησε διερευνητικά.
«Δεν έχεις διαβατήριο και έχω βάλει περίπου δέκα άτομα να σε φυλάνε» απάντησε εκείνος χαμογελώντας σαν τη γάτα που είχε καταπιεί ποντικό.
«Ρεμί, θα βρω τρόπο να σε εκδικηθώ» του είπε εκείνη ήρεμα ενώ πλησίασε την πόρτα.
«Μαρτίνα» είπε εκείνος βραχνά και εκείνη σταμάτησε ακαριαία και γύρισε να τον κοιτάξει. Το στομάχι της αναδεύτηκε και ένα καυτό κύμα τη διαπέρασε. Πάντα ανατρίχιαζε όταν τον άκουγε να λέει το όνομα της. Ειδικά τόσο βραχνά, τόσο προκλητικά, με ένα πέπλο ερωτισμού και επικινδυνότητας…
«Τι είναι;» τον ρώτησε χωρίς να μπορεί να τον κοιτάξει στα μάτια. Αν τον κοιτούσε, ήξερε ότι εκείνος θα διάβαζε πόσο πολύ την είχε επηρεάσει με μία μόνο λέξη.
«Μην εκπλαγείς αν μου αρέσει».


2 σχόλια:

  1. Απαντήσεις
    1. Εγω απο την αλλη περιμένω την εκδίκηση της....και "δεν θα εκπλαγώ αν μου αρέσει".... Κάτι τέτοιες εκφράσεις μας γράφεις και τρελενομαστε....άντε τώρα να περάσει το βράδυ και να γράψεις άλλο κεφάλαιο αύριο.... Αααχχ άπονη ζωη...

      Διαγραφή