Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Δευτέρα, 11 Αυγούστου 2014

κεφάλαιο 17-φεύγω για διακοπουλες μετά του συντρόφου. Μη λυσσάξετε!


Η Μαρτίνα κλείστηκε στο δωμάτιό της και ξεντύθηκε μέσα σε χρόνο μηδέν. Χώθηκε κάτω από το ντους και ξέπλυνε την άμμο που είχε κολλήσει πάνω της. Αλλά παρά τον θόρυβο του νερού που έτρεχε λυτρωτικό πάνω της δεν μπορούσε να ξεχάσει το κελαρυστό γέλιο της κοπέλας όταν ο Ρεμί γκάζωσε το τζιπ και χάθηκε από μπροστά της. Έμεινε για λίγο ακίνητη και τους κοίταξε ενώ ξεμάκραιναν, γελώντας σαν μικρά παιδιά, ανέμελοι και εμφανώς…πολύ ευχαριστημένοι από τη βραδιά τους. Αλλά αυτό το γέλιο…τής έσπασε τα νεύρα. Τους φαντάστηκε να γελάνε εις βάρος της, για τα ρούχα της ή το χρώμα των μαλλιών της. Ήθελε να τρέξει πίσω από το τζιπ και να ξεμαλλιάσει τη γυναίκα. Φυσικά δεν το έκανε. Αλλά το σκέφτηκε.

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ο γιος της της  έδωσε τη χαριστική βολή. Την ώρα που τον έντυνε για να δειπνήσει με τον πατέρα του, της είπε ότι περνάει «τέλεια» και ότι δε θέλει να ξαναγυρίσει πίσω. Σοκαρίστηκε με αυτή τη δήλωση και τον ρώτησε αν θα του έλειπαν οι φίλοι του. Εκείνος κούνησε με σιγουριά το κεφάλι αρνητικά και της είπε ότι θα κάνει καινούργιους φίλους. Η Μαρτίνα δεν απάντησε αλλά έπρεπε να το συζητήσει με το παιδί της σοβαρά κάποια άλλη στιγμή. Ήθελε να δει κατά πόσο εννοούσε όσα έλεγε ή του είχε κάνει κάποιος πλύση εγκεφάλου.

Η Ναντίν συνόδευσε τον μικρό ως την τραπεζαρία και η Μαρτίνα ξάπλωσε στο αφράτο κρεβάτι της. Κάθε πρόβλημα που είχε το ξεχνούσε όταν ξάπλωνε σε αυτό τα κρεβάτι. Το κρεβάτι της στο Λονδίνο ήταν μονό για να  χωράει στο δωμάτιο ντουλάπα και μια μικρή βιβλιοθήκη. Δεν απολάμβανε τον ύπνο γιατί είχε υγρασία. Αλλά εκεί…Σε αυτό το δωμάτιο που το ένιωθε σαν φυλακή, το κρεβάτι ήταν ένα όνειρο. Ήταν υπέρδιπλο, με ουρανό από σκαλιστό ξύλο και τα στρωσίδια ήταν τόσο αφράτα και κολλαριστά που κάθε φορά που ξάπλωνε, σχεδόν έχανε τις αισθήσεις της από την απόλαυση. Ένιωθε σαν τη Γιασμίν. Πήρε στο χέρι της το τηλεκοντρόλ και άνοιξε την τηλεόραση. Προσπέρασε τα αραβικά κανάλια και βρήκε μια αμερικανική ταινία για να χαζέψει. Ήταν κουρασμένη αλλά δεν νύσταζε. Ανυπομονούσε να γυρίσει ο γιος της. Θα τον έκανε μπάνιο και θα τον γέμιζε χάδια και φιλιά. Θα του διάβαζε ένα όμορφο παραμύθι και αφού κοιμόταν εκείνος, θα μπορούσε κι εκείνη να χαλαρώσει. Έτσι ήταν η καθημερινότητά της. Αν δεν κοιμόταν το παιδί της, αν δεν άκουγε τη ρυθμική αναπνοή του, δεν μπορούσε να ηρεμήσει κι εκείνη.

Μία ώρα περίπου μετά άκουσε την πόρτα της να χτυπάει δειλά.
«Μπες, καρδουλάκι μου, γιατί χτυπάς;» είπε τρυφερά και έτρεξε με φόρα να ανοίξει. Προσγειώθηκε πάνω στο δυνατό στέρνο του Ρεμί. Την έπιασε από τους ώμους και τη σταθεροποίησε.
«Δεν είναι ευγενικό να μη χτυπάς» της απάντησε χαμογελώντας ντροπαλά. Καρδουλάκι έλεγε τον Ρεμί κάποτε. Τώρα μόνο τον Ρέμι.
«Περίμενα το παιδί» του είπε ήρεμα και ξαναχώθηκε στο κρεβάτι. Εκείνος κάθισε στην άλλη άκρη.
«Ο μικρός πήγε να δει λίγο το δωμάτιο των γονιών μου και θα έρθει σε δέκα λεπτά» είπε εκείνος επιθεωρώντας το πρόσωπό της. Αργά και βασανιστικά. «Κατέβα να φάμε μαζί» την αιφνιδίασε.
«Δεν έφαγες με τον μικρό;» ρώτησε εκείνη απορημένη.
«Μπορώ να ξαναφάω» της είπε ήρεμα. Η Μαρτίνα δεν μπορούσε να διαβάσει τα μάτια του, τη σκέψη του. Ήταν τόσο σκοτεινός, τόσο μυστηριώδης.
«Δεν πεινάω πολύ αλλά σε ευχαριστώ» του είπε ευγενικά. «Αύριο έχω ένα ραντεβού για περιποίηση και μετά θα ήθελα να κλείσουμε ένα ραντεβού να μιλήσουμε».
«Ακούγεται σοβαρό» γέλασε εκείνος.
«Είναι» είπε εκείνη σοβαρά.
«Τι θα κάνεις;» τη ρώτησε εκείνος ήρεμα.
«Θα σου μιλήσω» του είπε απορημένη.
«Εννοώ με την περιποίηση» γέλασε εκείνος. Είχε καλή διάθεση.
«Α…» ντράπηκε εκείνη. «Μασάζ και απολέπιση και ίσως βγάλω τα φρύδια μου και θα μιλήσω με τις κοπέλες μήπως και σκουρύνω ένα τόνο τα μαλλιά μου. Με κοιτάνε όλοι σαν εξωγήινη εδώ και σκεφτόμουν ότι…»
«Θα σε συνηθίσουν» είπε εκείνος αυστηρά.
«Δε θα γίνω ποτέ αποδεκτή και θα βρεις πάτημα να βάλεις άλλη γυναίκα να παραστήσει τη μητέρα του παιδιού μου και δε θα το ανεχτώ. Είναι απλό. Αν σκουρύνω λίγο τα μαλλιά μου δε θα φαίνομαι τόσο εξωτική».
«Έχεις κατάλευκο δέρμα. Σαν πορσελάνη» είπε εκείνος, σχεδόν σαν κατηγορία.
«Ναι, αλλά θα μαυρίσω. Ήδη έχω μαυρίσει λιγάκι» του είπε και του έδειξε ενθουσιασμένη τα χέρια της. Ποτέ δεν είχε καταφέρει να μαυρίσει. Ίσως αν μπορούσε να φορέσει το μαγιό της και να κάνει κανονικά ηλιοθεραπεία, ίσως τότε…
«Και τα μάτια σου; Είναι γαλάζια σαν του ουρανού. Διάφανα» συνέχισε την επιθεώρηση.
«Και η Ασσάν…η κοπέλα που είδα σήμερα…έχει πράσινα. Σιγά το πράγμα» του είπε και ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους.
«Η Ασσάν είναι κόρη ενός από τους πιο σημαντικούς αξιωματούχους μας. Και μωβ μάτια να είχε, κανείς δεν θα αμφισβητούσε την καταγωγή της» είπε εκείνος.
«Εγώ θα προσπαθήσω» είπε πεισματικά εκείνη και όση ώρα εκείνος έκανε να απαντήσει, η Μαρτίνα αναρωτήθηκε σε τι ποσοστό η απόφασή της να αλλάξει είχε να κάνει με τον Ρεμί και…το χαρέμι του.
«Θα βάλω φωτιά και θα κάψω το παλάτι αν βάψεις τα μαλλιά σου» είπε εκείνος ήρεμα αλλά η φλόγα στα μάτια του της έλεγε ότι το εννοούσε.
«Μετά θα πρέπει να κοιμηθούμε σε σκηνές» του απάντησε εκείνη ντροπαλά. Δεν ήξερε τι ακριβώς εννοούσε εκείνος με αυτό που της είχε πει.
«Έτσι κι αλλιώς εγώ ζω σε σκηνές τη μισή ζωή μου. Εσύ θα δυσκολευτείς» απάντησε εκείνος.
«Θα εκπλαγείς με το πόσο συνεργάσιμη είμαι» χαμογέλασε εκείνη. Ήταν μόνοι τους μέσα σε ένα υπέροχο δωμάτιο, οι δυο τους, όπως παλιά. Και φλέρταραν. Όσα είχαν γίνει για λίγο δε μετρούσαν. Της άρεσε τόσο πολύ αυτός ο άντρας. Την εξόργιζε, αλλά απολάμβανε να παίζει μαζί του.
«Αυτό σημαίνει ότι περνάς καλά εδώ;» ρώτησε εκείνος γεμάτος αγωνία.
«Αυτό θα το συζητήσουμε αύριο, Ρεμί» του απάντησε εκείνη με τη σειρά της.
«Μη βάψεις τα μαλλιά σου» την αιφνιδίασε εκείνος με τη σχεδόν παρακλητική φωνή του.
«Άλλο λίγο και θα πιστέψω ότι σου αρέσω» τόλμησε να του πει εκείνη, μεθυσμένη από το βλέμμα του.
«Μου αρέσεις, αυτό δεν αλλάζει» την προκάλεσε εκείνος με την απάντησή του. Η Μαρτίνα ένιωθε την καρδιά της να χτυπάει δυνατά. «Αλλά δε σε θέλω πια» την αποτελείωσε.
«Λίγο οξύμωρο αλλά χαίρομαι που νιώθεις έτσι» απάντησε εκείνη τάχα αδιάφορα.
«Και η Μόνα Λίζα μού αρέσει, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι τη θέλω» διευκρίνισε ο Ρεμί.
«Και να την ήθελες, τι να την κάνεις; Δε νομίζω ότι θα ταίριαζε εδώ μέσα» του είπε δείχνοντας με μια χειρονομία το ανατολίτικο στιλ που κυριαρχούσε στο χώρο, τα πλούσια χρώματα και τα σύνθετα σχέδια. «Άλλωστε εσένα η συλλογή σου έχει μοναδικούς πίνακες. Τι να την κάνεις τη Μόνα Λίζα;» του είπε.
«Διακρίνω κάποιο παράπονο; Ήθελες να θέλω τη Μόνα Λίζα;» χαμογέλασε εκείνος.
«Όχι φυσικά!» εξαγριώθηκε η Μαρτίνα. Λίγο πιο πολύ και λίγο πιο γρήγορα από όσο ήθελε. «Απλώς λέω…»
«Να μη λες, Μαρτίνα» είπε αυστηρά εκείνος και σηκώθηκε για να ανοίξει ην πόρτα. Ήταν η Ναντίν με τον Ρέμι. «Εμείς οι δύο…είναι λάθος από κάθε άποψη».


3 σχόλια:

  1. Επιτελους αρχισε να σπαει το παγοβουνο μεταξυ :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καλα να περάσεις αγαπημένη μας!!! Την επόμενη εβδομάδα ιστορία δηλαδή;; Δεν πηραζει!! Αρκεί να περνάς εσύ καλα!! Όσο παει αυτη η ιστορία γίνεται και καλύτερη!! Τι θα κάνουμε με εσένα πες μου!! Εχεις τόσο ταλέντο και καθε φορα μας κανεις να αλλάζουμε γνώμη!! Στο τέλος θα φανούμε και τρελές δηλαδή...(οχι ότι δεν ειμαστε....αλλα έτσι για να λέμε κάτι) φιλάκια !!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Eirinaki, tha taxidepso me to laptop mou gia na grafo!!! Filiàaaaaaaa

      Διαγραφή