Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Παρασκευή, 8 Αυγούστου 2014

κεφάλαιο 16-40 βαθμοί....λιώνει το κορμί

Μία ολόκληρη βδομάδα και δεν τον είχε δει καθόλου. Δεν την ένοιαζε δηλαδή αλλά πού στο καλό ήταν; Ως δια μαγείας φυσικά, εκείνος έβρισκε χρόνο και έβλεπε το παιδί. Πώς τα κατάφερνε, την ξεπερνούσε, αλλά μάλλον είχε συνεννοηθεί με τη Ναντίν και κάθε φορά που το παιδί ήταν μόνο με την κοπέλα, πήγαινε κι εκείνος και το έβλεπε. Άρα το πρόβλημα το είχε με την ίδια.

Έτρωγε μόνη της πρωινό, έτρωγε μόνη της μεσημεριανό και δείπνο. Περπατούσε μόνη στον κήπο και η μόνη της παρέα ήταν το παιδί. Και ήθελε να βγει μια βόλτα εκτός του παλατιού, να ψωνίσει μερικά είδη προσωπικής περιποίησης, να αλλάξει λιγάκι λίγο παραστάσεις αλλά δεν τον είχε δει καθόλου για να του το πει και ντρεπόταν να πάει να τον βρει εκείνη.

Μα πού ήταν; Δεν ήξερε τίποτα για εκείνον και το πρόγραμμά του. Τι έκανε άραγε ένας εμίρης; Υπήρχε κάποια…κυβέρνηση; Είχε άλλες υποχρεώσεις εκτός από την πολιτική ζωή του; Ποιος διαχειριζόταν τις οικογενειακές επιχειρήσεις; Δεν κουραζόταν; Αλλά δεν την ένοιαζε. Τι την ένοιαζε;

Κανόνισε με την υπεύθυνη του χαμάμ να κάνει μερικές θεραπείες περιποίησης την επόμενη μέρα. Θα έκανε ένα χαλαρωτικό μασάζ, απολέπιση, ατμόλουτρο και ενυδάτωση προσώπου. Η ζέστη την είχε κάνει να ασφυκτιά και ένιωθε το δέρμα της να σκάει. Απολάμβανε τα υπέροχα προϊόντα που είχε στο μπάνιο της και έκανε απολαυστικά αφρόλουτρα με μυρωδάτα λάδια για το σώμα αλλά ένιωθε ότι μια αισθητικός θα την έκανε να βρει λίγο τον εαυτό της. Τον εαυτό που είχε χάσει εδώ και τέσσερα χρόνια, που η μόνη της ασχολία ήταν ο γιος της. Είχε ξεχάσει πώς ήταν να είσαι γυναίκα, να περιποιείσαι τον εαυτό σου και να απολαμβάνεις επαγγελματική φροντίδα.

Αν ήταν λίγο πιο ξεκάθαροι οι όροι παραμονής της εκεί, αν ο Ρεμί τής εξηγούσε επιτέλους τι ήθελε από εκείνη, πραγματικά θα χαλάρωνε. Είχε χρόνο να διαβάσει το βιβλίο της, περνούσε ποιοτικό χρόνο με το παιδί της, και έκανε μεγάλους περιπάτους μέσα στην αυλή του παλατιού, απολαμβάνοντας την πλούσια βλάστηση και το εξωτικό τοπίο. Ήταν δέκα μέρες εδώ και δεν είχε χορτάσει την κόκκινη άμμο, τον καυτό ήλιο και τις έντονες χρωματικές αντιθέσεις. Το μόνο που της έλειπε ήταν λίγη παρέα. Παρέα κάποιου στην ηλικία της. Η Ναντίν δε μιλούσε πολύ, ο νεαρός ναυαγοσώστης ακόμη λιγότερο και οι γονείς του Ρεμί ήταν τόσο διακριτικοί που σχεδόν δεν τους συναντούσε ποτέ. Είχε συναντήσει μόνο μια κοπέλα, την Ασσάν, και της φάνηκε κοντά στην ηλικία της. Την είχε πετύχει έξω από το χαμάμ ενώ εκείνη έβγαινε. Ήταν πολύ όμορφη μέσα στο μακρύ μωβ φόρεμά της. Είχε πανέμορφα, μακριά και στιλπνά μαύρα μαλλιά και ένα βλέμμα που σκότωνε. Τη χαιρέτισε ευγενικά και η κοπέλα ανταπέδωσε αλλά μέχρι εκεί. Η Μαρτίνα αναρωτήθηκε αν ο Ρεμί είχε δώσει εντολές να μην της μιλάει κανείς. Δε θα της φαινόταν παράξενο.

Η σκέψη αυτή την έκανε έξαλλη. Φόρεσε ένα λινό φαρδύ παντελόνι και ένα λευκό φανελάκι. Χωρίς παπούτσια. Δεν την ένοιαζε άλλωστε. Κατέβηκε τρέχοντας στον κάτω όροφο και πήγε έξω από το γραφείο του Ρεμί. Δεν ήταν κανείς εκεί. Παραξενεύτηκε. Χτύπησε την πόρτα αλλά δεν απάντησε κανείς. Γύρισε το πόμολο αλλά η πόρτα ήταν κλειδωμένη. Πόσο περίεργο! Ανέβηκε ξανά πάνω και βρήκε τη Ναντίν να παίζει με τον Ρέμι σε ένα τεράστιο δωμάτιο που είχαν μετατρέψει σε δωμάτιο παιχνιδιού. Ο μικρός είχε φτιάξει ένα πυργάκι με πλαστικά τουβλάκια και της το έδειξε. Έκατσε λίγο μαζί τους και έπαιξε αλλά τελικά ρώτησε τη Ναντίν πού είναι ο Ρεμί.
«Υπάρχει κάποιο πρόβλημα με μια φυλή και περνάει πολύ χρόνο στην έρημο ο μεγαλειότατος» είπε η Ναντίν φανερά ανήσυχη για το αφεντικό της. «Από χθες δεν έχει γυρίσει σπίτι».
«Είναι κανείς μαζί του;» ρώτησε η Μαρτίνα.
«Ναι, φυσικά. Έχει συμβούλους και ο Σαράμ είναι πάντα μαζί του» είπε η Ναντίν και στράφηκε ξανά στον μικρό. Η Μαρτίνα ένιωσε ότι η συζήτηση είχε τελειώσει από την πλευρά της κοπέλας αλλά εκείνη δεν είχε αρχίσει καν.
«Και είναι ασφαλές τώρα αυτό;» τη ρώτησε.
«Γιατί να μην είναι; Ο αρχηγός της φυλής είναι εξαγριωμένος με κάτι που προσπαθεί να αλλάξει ο εμίρης μας, αλλά τον σέβονται όλοι».
«Τι προσπαθεί να αλλάξει;»
«Δεν γνωρίζω τόσες λεπτομέρειες, απλώς ο εμίρης μας είναι λίγο πιο προοδευτικός από τον αείμνηστο τον αδερφό του και βρίσκει πολλά εμπόδια».
«Μάλιστα» είπε σκεπτική η Μαρτίνα. «Και πώς μπορώ να επικοινωνήσω μαζί του; Χρειάζομαι κάτι».
«Θέλετε να καλέσω τη μητέρα του;» πρότεινε ευγενικά η Ναντίν αλλά η Μαρτίνα έγνεψε αρνητικά.
«Όχι, θα περιμένω, δεν είναι κάτι σημαντικό» πρόσθεσε και κατέβηκε ξανά κάτω. Μπήκε στην κουζίνα και χαμογέλασε στις κοπέλες που μαγείρευαν για το βράδυ. Δεκάδες πιάτα και μπωλ βρίσκονταν στο κεντρικό τραπέζι, μυρωδάτα μπαχαρικά και φρέσκα λαχανικά αραδιασμένα σε μια πανδαισία χρωμάτων και αρωμάτων. Τη ρώτησαν στα αραβικά τι θέλει κι εκείνη χαμογέλασε. Είχε μάθει να λέει τη λέξη «μήλο» στα αραβικά αλλά την είπε μάλλον τόσο άσχημα που πήρε στις κοπέλες δύο λεπτά να καταλάβουν τι ήθελε. Μόλις κατάλαβαν, έτρεξαν να της δώσουν διάφορα φρούτα αλλά η Μαρτίνα διάλεξε μόνο ένα μήλο και βγήκε να κάνει μια βόλτα στον κήπο. Ξανά. Μόνη.

Είχε σκοτεινιάσει ήδη όταν ξεκίνησε να γυρίσει από την άλλη άκρη της αυλής. Είχε ανακαλύψει ένα μικρό κτίριο και υποπτευόταν ότι εκεί έμενε ο Ρεμί και το χαρέμι, αλλά δεν έδωσε περισσότερη σημασία. Το ρολόι της έδειχνε οκτώ και έπρεπε να γυρίσει για το δείπνο και για να καληνυχτίσει τον μικρό. Περπατούσε γρήγορα αλλά τα δυνατά φώτα ενός τζιπ την τύφλωσαν και έκανε στην άκρη για να περάσει. Με το χέρι της προστάτευσε τα μάτια της από τους δυνατούς προβολείς αλλά το τζιπ σταμάτησε μπροστά της. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει δυνατά από φόβο. Ποιος να ήταν; Θα κατάφερνε να του εξηγήσει ποια ήταν;

«Τι κάνεις τέτοια ώρα έξω;» άκουσε τη φωνή του Ρεμί. Άνοιξε τα μάτια της παραξενεμένη.

«Δεν είναι και τόσο αργά» απάντησε εκείνη αμυντικά. «Μόλις οκτώ»
«Ναι, αλλά έχει σκοτεινιάσει τελείως» επέμεινε εκείνος και η Μαρτίνα χαμογέλασε ευγενικά στην πανέμορφη μελαχρινή κοπέλα που καθόταν δίπλα του. Η κοπέλα δεν ανταπέδωσε το χαμόγελο. Την κοιτούσε παραξενεμένη. Κυρίως τα πόδια της.
«Νόμιζα ότι φρουρείται καλά το παλάτι και ότι είμαι ασφαλής» του είπε. «Είμαι ολομόναχη τόσες μέρες και η μόνη μου ευχαρίστηση είναι λίγο περπάτημα στον κήπο. Μη μου πεις ότι θα μου το απαγορεύσεις κι αυτό» του είπε με λίγο περισσότερο θράσος από όσο σκόπευε να δείξει μπροστά σε έναν τρίτο.
«Θα αφήσω τη Σαχράν στο χαρέμι και μετά θα έρθω να δειπνήσουμε μαζί. Θέλω να δω το παιδί»της διευκρίνισε, για να μην νομίζει ότι θέλει να δει εκείνη.
«Φυσικά, Ρεμί» του απάντησε η Μαρτίνα χαμογελώντας ζεστά. «Μπορείς να δειπνήσεις με τον μικρό. Θα χαρεί πολύ που θα σε δει. Εγώ θα φάω στο δωμάτιό μου απόψε».






2 σχόλια:

  1. Ετσι δεν γινατε να μην της δινει καμιά σημασια τοσες μερες κ τωρα να απαιτη

    ΑπάντησηΔιαγραφή