Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Πέμπτη, 7 Αυγούστου 2014

κεφάλαιο 15-βαρύ έπεσε το κάρυ

Η Μαρτίνα δεν πέρασε πολύ καλά στο επίσημο δείπνο που παρέθεσε ο Ρεμί για να γνωρίσει τους γονείς του. Πρώτον, σκεφτόταν συνέχεια ότι αυτούς τους ανθρώπους μερικά χρόνια πριν θα έδινε το παν για να τους γνωρίσει…υπό άλλες συνθήκες. Δεύτερον, ο Ρέμι δεν είχε πολλή όρεξη εκείνο το απόγευμα και καθόταν ντροπαλά στο κάθισμά του χωρίς να μιλάει σε κανέναν. Ακόμα και όταν ο παππούς και η γιαγιά του προσπάθησαν να τον καλοπιάσουν με χάδια και παιχνίδια, εκείνος αγκάλιασε σφικτά τη μητέρα του φοβισμένος. Ο Ρεμί τη ρώτησε τι έχει το παιδί και στα μάτια του είδε τις σκέψεις του. Σίγουρα την κατηγορούσε σιωπηρά ότι εκείνη είχε βάλει το παιδί να συμπεριφέρεται εχθρικά απέναντι στους γονείς της. Αλλά αυτό φυσικά δεν ίσχυε. Δεύτερον, το φαγητό ήταν λίγο βαρύ και άρχισε να πονάει το στομάχι της. Πρέπει να είχε χάσει τελείως το χρώμα της γιατί ο Ρεμί το κατάλαβε και έδωσε σχετικά νωρίς τέλος στο μαρτύριό της. Επίσης, κόντευε να σκάσει με αυτό που φορούσε. Η Ναντίν τής είχε φέρει ένα μακρύ πράσινο φόρεμα με χρυσά σχέδια και χρυσά σανδάλια για να φορέσει στο δείπνο από νωρίς το πρωί. Της το άφησε διακριτικά στο κρεβάτι επάνω και η Μαρτίνα μόλις το δοκίμασε συνειδητοποίησε ότι ήταν ό,τι πιο όμορφο και πιο μοναδικό είχε φορέσει. Έμοιαζε με πριγκίπισσα μέσα στις πτυχές του φορέματος και τα πόδια της αναδεικνύονταν μοναδικά με τα κομψά σανδάλια. Ήθελε να κάνει του κεφαλιού της και να φορέσει τζιν και σαγιονάρες αλλά τελικά δεν το έκανε. Και το βλέμμα του Ρεμί όταν μπήκε στην αίθουσα ήταν τόσο σκοτεινό, που κατάλαβε ότι του άρεσε. Εκείνη ή το φόρεμα…δεν ήξερε. Αλλά μάλλον ενέκρινε.
Το κακό ήταν ότι ζεσταινόταν. Είχε ιδρώσει και ήθελε απεγνωσμένα ένα κρύο ντους. Είχε τόσο άγχος κατά τη διάρκεια του δείπνου που νόμιζε ότι θα σκάσει. Κάθε συζήτηση που έπιαναν νόμιζε ότι είχε κάποια σκοπιμότητα από πίσω. Τελικά δε συζητήθηκε κάτι που να την έκανε να νιώσει άβολα.

Η μητέρα του Ρεμί ήταν μια γυναίκα μετρίου αναστήματος, πολύ αδύνατη, με κατάμαυρα μαλλιά τα οποία είχε καλυμμένα σχετικά χαλαρά με μια υπέροχη μπλε σκούρα μαντίλα. Ο πατέρας του Ρεμί ήταν ψηλός, περίπου σαν τον γιο του, και ήταν ντυμένος με μια λευκή κελεμπία. Δε μιλούσε πολύ, μάλλον επειδή δεν ήταν πολύ καλός στα αγγλικά, αλλά ευτυχώς η γυναίκα του ήταν λαλίστατη. Και χάρη σε εκείνη το δείπνο είχε μια κάποια επιτυχία.

Όταν είδε τον Ρέμι, τον γέμισε φιλιά και χάδια. Μετά είπε στη Μαρτίνα πόσο όμορφο μωρό ήταν ο Ρεμί και της διηγήθηκε ιστορίες από τα παιδικά του χρόνια. Κυρίως μίλησε για τις σκανταλιές που έκανε με τον αδερφό του. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα αλλά δε σταμάτησε να μιλάει. Ήταν φανερό ότι όλη η οικογένεια υπέφερε ακόμα αλλά προσπαθούσαν να ορθοποδήσουν. Όταν ο Ρεμί προσπάθησε να περισώσει λίγη από την περηφάνια του και να τη σταματήσει από το να διηγηθεί στη Μαρτίνα τον έρωτά του για τη νταντά του όταν ήταν δέκα χρονών, η μητέρα του τον αγνόησε και συνέχισε ξεκαρδισμένη να λέει για τα χρόνια που ο Ρεμί ήθελε να παντρευτεί την Ζαχάρ, την κοπέλα που τον πρόσεχε.
«Πού είναι η Ζαχάρ τώρα;» γέλασε η Μαρτίνα και η μητέρα του Ρεμί την πληροφόρησε ότι μένει σε ένα χωριό περίπου μισή ώρα από το παλάτι και είναι παντρεμένη με δύο κόρες.

Ο πατέρας του Ρεμί της απευθύνθηκε μόνο δύο φορές και τις δύο φορές ήταν αγέλαστος. Την πρώτη φορά τη ρώτησε πώς της φαίνεται η χώρα. Η Μαρτίνα τού είπε ότι δεν έχει δει ακόμα πολλά και ότι θέλει να δει την έρημο και ίσως και κάποιο χωριό, για να δει πώς ζει ο κόσμος και αν το εμιράτο προσφέρει καλές συνθήκες ζωής για τους υπηκόους. Η απάντησή της δεν πρέπει να του άρεσε αλλά δεν το έδειξε έντονα. Προς το τέλος του δείπνου τη ρώτησε αν έχει σκοπό να μείνει λίγο διάστημα ώστε να μπορέσουν να χαρούν λίγο το εγγόνι τους. Η Μαρτίνα γύρισε προς το μέρος του Ρεμί και τον κοίταξε παραξενεμένη. Δεν ήξεραν;
«Ο Ρεμί μού ζήτησε ευγενικά να μείνω και έλεγα να μείνω ένα μικρό διάστημα» είπε διπλωματικά κοιτώντας τον Ρεμί στα μάτια. Εκείνος σχεδόν δεν ανέπνεε.
«Εμείς θέλουμε να μείνεις» της είπε ξεκάθαρα ο πατέρας του. «Όσο μπορείς. Θέλουμε να γνωρίσουμε τον μικρό και εσένα. Ο Ρεμί πρέπει να βρει τι θα πει στο λαό μας αλλά μέχρι τότε εμείς πρέπει να γνωρίσουμε τη γυναίκα που μας χάρισε το πρώτο μας εγγόνι» είπε σε σπαστά αγγλικά.
«Σας ευχαριστώ» είπε η Μαρτίνα συγκινημένη. «Είναι η πρώτη καλή κουβέντα που ακούω από τη στιγμή που ήρθα εδώ» είπε ειλικρινά και ο Ρεμί μόρφασε.
«Παιδί μου, δεν ξέρω πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα…» είπε η μητέρα του Ρεμί προσεκτικά «αλλά εμείς εδώ..είμαστε όπως όλοι οι άνθρωποι. Λίγο πιο συντηρητικοί μάλλον, αυτό είναι αλήθεια, αλλά διασκεδάζουμε και μελετάμε και τρώμε και αγαπάμε όπως όλοι οι δυτικοί» κατέληξε.
«Αν κρίνω από τον Ρεμί καταλαβαίνω πώς είστε όλοι» είπε η Μαρτίνα χαμογελώντας γλυκά στον Ρεμί. Εκείνος την αγριοκοίταξε.
«Ναι, είναι αλήθεια, ο Ρεμί είναι ο καλύτερος πρέσβης της κουλτούρας μας. Όμορφος, έξυπνος, καλλιεργημένος. Όχι επειδή είναι γιος μου, αλλά είναι πολύ ικανός» είπε η περήφανη μητέρα χωρίς να καταλαβαίνει τι συνέβαινε γύρω της.

Κατά τις εννιά αποσύρθηκε στο δωμάτιό της μαζί με τον μικρό. Το δείπνο είχε τελειώσει κατά τις οκτώ αλλά μετά πήγε μια βόλτα στον κήπο με τον μικρό. Ο Ρέμι έπεσε αμέσως για ύπνο γιατί είχε κουραστεί το πρωί. Είχε κολυμπήσει στην πισίνα παρέα με έναν άντρα ναυαγοσώστη ενώ η Μαρτίνα καθόταν σε μια ξαπλώστρα και απολάμβανε τον ήλιο. Ήθελε να βουτήξει αλλά δεν ήξερε αν της επιτρεπόταν και δεν ήθελε να μιλήσει στον Ρεμί. Μετά το χθεσινό επεισόδιο είχε αποφασίσει να τον αποφεύγει.

Έβγαλε προσεκτικά το υπέροχο φόρεμα και το κρέμασε στην ντουλάπα της. Είχε κρεμάσει εκεί και τα υπόλοιπα ρούχα της αλλά έμοιαζε σχεδόν άδεια. Ήταν ένα μικρό δωμάτιο, με ράγες και ράφια και όσα ρούχα και να είχε και πάλι δε θα γέμιζε ποτέ. Φόρεσε ένα σορτσάκι και ένα μακρύ φανελάκι και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Δεν ήξερε τι να κάνει. Δεν είχε πρόσβαση στο ίντερνετ και το κινητό της δεν είχε σήμα. Ήταν αποκομμένη από το σύμπαν αλλά ειλικρινά αυτή τη στιγμή δεν την ένοιαζε. Ήταν κουρασμένη, σωματικά και ψυχικά και προσευχόταν να την πάρει νωρίς ο ύπνος.

Ένα διακριτικό χτύπημα στην πόρτα διέλυσε την ηρεμία της. Άνοιξε μια χαραμάδα γιατί δεν ήταν ντυμένη για επισκέψεις. Ο Ρεμί μπούκαρε στο δωμάτιο χωρίς να ζητήσει άδεια.
«Σε έχω ξαναδεί με σορτσάκι, μην μπεις στον κόπο να ντραπείς» πρόλαβε τις σκέψεις της εκείνος και περπάτησε νευρικά μέσα στο δωμάτιό της. Ευτυχώς ο μικρός κοιμόταν στο διπλανό δωμάτιο.
«Δεν έχω κάτι για να ντραπώ» του είπε ήρεμα και εκείνος επιθεώρησε το κορμί της, αργά και βασανιστικά. Η Μαρτίνα ένιωσε να καίγεται από το βλέμμα του και ήθελε κάποιο σχόλιό του αλλά δεν της έκανε τη χάρη.
«Σε ευχαριστώ που φόρεσες το φόρεμα και ήσουν…ευπρεπής απόψε» της είπε τελικά και η Μαρτίνα γέλασε.
«Α! Γι’ αυτό είσαι τόσο νευρικός; Δεν ήξερες πώς να με ευχαριστήσεις;» γέλασε η Μαρτίνα.
«Οι γονείς μου…είναι πολύ σημαντικοί για εμένα και δε θέλω οι επιλογές μου…» της είπε αμήχανα «να τους βαρύνουν».
«Εμένα εννοείς;» τον ρώτησε. «Εμένα εννοείς ως επιλογή; Το κάνεις να ακούγεται σαν λάθος».
«Δεν είπα τίποτα τέτοιο εγώ» είπε εκείνος.
«Έτσι ακούστηκε».
«Έτσι νιώθεις»
«Έτσι μου φέρεσαι» επέμεινε εκείνη.
«Σε κάθε περίπτωση…» διέκοψε εκείνος τη διαφωνία «ευχαριστώ για απόψε. Οι γονείς μου σε συμπάθησαν».
«Και σου κάνει εντύπωση αυτό;»
«Είναι ανοιχτόμυαλοι αλλά ήμουν σίγουρος ότι θα ήθελαν για μητέρα του εγγονιού τους μια ντόπια. Μία κοπέλα από αυτές που μου φέρνουν για προξενιά από τις μεγαλύτερες φυλές μας» είπε εκείνος. Η Μαρτίνα τον είδε να κοιτάει το περιεχόμενο της ντουλάπας της. «Θες μερικά ρούχα; Παπούτσια; Τσάντες; Θέλω…να είσαι άνετα» της είπε, αλλάζοντας θέμα. Απόψε φορούσε ένα μαύρο παντελόνι και μαύρο πουκάμισο. Ήταν πανέμορφος. Τα ψηλά γυμνασμένα πόδια του αναδεικνύονταν μοναδικά με αυτά που φορούσε και ένιωθε κοντά του σαν να βρισκόταν δίπλα σε πάνθηρα μέσα σε ένα κλουβί. Πανέμορφος. Κάθαρμα, αλλά πανέμορφο κάθαρμα.
«Δε θέλω ρούχα. Θέλω να γυρίσω πίσω» του είπε εκείνη ξεκάθαρα.
«Μα είπες…» γύρισε εκείνος έκπληκτος και την κοίταξε. Η Μαρτίνα ζαλίστηκε λιγάκι. Τα μάτια του την έκαναν να τα χάνει. Ξεχνούσε τις σκέψεις της. «Νόμιζα ότι είπες ότι θα μείνεις λιγάκι».
«Δεν ήθελα να σε εκθέσω, Ρεμί» του είπε. «Θα μείνω λίγο καιρό για να γνωρίσετε το παιδί κι εκείνο εσάς, αλλά αν έχω την επιλογή, θέλω να γυρίσω πίσω. Μόνο έτσι θα είμαι ευτυχισμένη. Αν μπορώ, θα ταξιδεύω εδώ με το παιδί όποτε θέλω. Θα έρχεσαι κι εσύ φυσικά».
«Ώστε έτσι…» είπε εκείνος και κροτάλισε τα δάχτυλά του. «Προτιμάς το διαμερισματάκι στο Λονδίνο από ένα παλάτι; Προτιμάς να παλεύεις μόνη σου;».
«Προτιμώ την ανεξαρτησία μου, τη δουλειά μου, τη ζωή μου» τον διόρθωσε.
«Κι εδώ μπορείς να τα έχεις όλα αυτά. Αλλά μάλλον έχεις αφήσει πίσω σου κάτι άλλο. Πιο σημαντικό» την ειρωνεύτηκε.
«Θα αστειεύεσαι» είπε εκείνη. «Θα μιλήσουμε για τα προσωπικά μας τώρα;» γέλασε.
«Ώστε υπάρχει κάποιος!».
«Ρεμί, είμαι θύμα απαγωγής» του είπε σκληρά. «Πνίγομαι εδώ μέσα. Υποφέρω και φοβάμαι για τη ζωή μου. Δεν έχω κανέναν δικό μου άνθρωπο εδώ. Δεν έχω κανέναν στο Λονδίνο αλλά αυτό δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι εκεί είναι η ζωή μου. Δεν μπορώ να ζήσω εδώ πέρα».
«Μάλιστα» είπε εκείνος και αφού έσκυψε το κεφάλι του σε μια ευγενική υπόκλιση, έφυγε από το δωμάτιό της σαν σίφουνας.


5 σχόλια:

  1. Γιατι δεν τις λέει τι θέλει ξεκάθαρα θα ηταν ποιο εύκολο κ για τους δυο

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Επιτελους ... ειμαι σιγουρη πως ζηλεψε,εστω και λιγο αλλα ζηλεψεεε το καθαρμα!!!

    -Νικολετα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. χαχαχα ζηλεψε ζηλια ψωρα !!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Εκεινη δεν θα την δουμε πως ειναι???????

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. αχου ναιιιιι θελουμε να δούμε την πρωταγωνηστρια !!!! Πάντως φάνηκε απο το προηγούμενο κεφάλαιο ότι είχε ζηλέψει λιγάκι... Αααχχ άντρας με τα όλα του που λέμε.... Άντε να δούμε τι θα γίνει στη συνέχεια γιατί προβλέπονται κεφάλαια φωτιά!!!!

      Διαγραφή