Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2014

photos



κεφάλαιο 31-παρακαλώ δέστε τη ζώνη σας για την απογείωση

31

Η Μαρτίνα δεν κοιμήθηκε καλά το βράδυ. Είπε στον εαυτό της ότι έφταιγε το ότι είχε άγχος για το ταξίδι και ότι της είχε πάρει πολύ χρόνο να οργανωθεί σχετικά με το τι θα πάρει μαζί της. Στην πραγματικότητα, όμως, έφταιγε ο Ρεμί. Αυτός και μόνον αυτός. Ο άντρας που την έκανε να νιώθει συναισθήματα που δεν περιγράφονταν με λέξεις, συναισθήματα που ξέφευγαν από τα τετριμμένα: αγάπη, μίσος, τρυφερότητα, αντιπάθεια.

Ηλπιζε ότι το πρωί που θα ξυπνούσε, αξημέρωτα σχεδόν για να προλάβουν τον ήλιο, θα είχε ηρεμήσει κάπως η ψυχή της. Θα είχε καταλάβει γιατί ο Ρεμί την βασάνιζε, γιατί έπαιζε με όλες τις αισθήσεις της σαν μαριονετοπαίχτης, γιατί την έδιωχνε από μακριά του και την τραβούσε σαν μαγνήτης ταυτόχρονα. Μα πάνω απ όλα, ευχόταν να καταλάβαινε τι ήταν αυτό που της είχε πει, και κυρίως γιατί αντί να προσβληθεί, όλο της το κορμί πήρε φωτιά, όλο της το οπτικό πεδίο γέμισε εικόνες με το κορμί της στα χέρια του Ρεμί, να κάνει αυτό ακριβώς που της είχε περιγράψει. Να ουρλιάζει το όνομά του. Όπως ήθελε να κάνει, αλλά δεν μπορούσε. Γιατί κάποτε, τότε, τα πάντα ήταν καλυμμένα από ένα πέπλο ντροπής, εσωστρέφειας. Ακόμα και στον εαυτό της δεν μπορούσε να παραδεχτεί όσα ένιωθε και παρότι έβλεπε ότι ο Ρεμί υπέφερε από την απόμακρη συμπεριφορά της, από την ψυχρή στάση της στο κρεβάτι, δεν μπορούσε να του εκφράσει τους φόβους της, δεν μπορούσε να χαλαρώσει και να αφεθεί, να ενώσει την καρδιά με το σώμα της. Και το αποτέλεσμα; Έβλεπε τον Ρεμί να μαραζώνει, το σώμα της να διαμαρτύρεται και την καρδιά της να γίνεται κομμάτια. Αλλά δεν μπορούσε να το αποτρέψει. Η ανατροφή της, όσα είχε ακούσει από τη θεία της ο τρόμος μήπως πληγωθεί, μήπως την παρατήσουν, την είχαν φέρει ακριβώς σε αυτό που προσπαθούσε να αποφύγει. Μόνη. Με ένα παιδί.

Ξύπνησε τον γιο της και της χαμογέλασε τόσο ζεστά που η καρδιά της έλιωσε. Δεν είχε χρόνο να σκεφτεί όσα συνέβησαν το προηγούμενο βράδυ. Έπρεπε να ετοιμαστεί. Η Ναντίν την είχε ενημερώσει ότι τα τζιπ θα τους περίμεναν στις έξι στο πάρκινγκ και η ώρα ήταν παρά τέταρτο. Ευτυχώς ο μικρός ντύθηκε γρήγορα και κατέβηκαν κάτω σε χρόνο μηδέν. Οι υπηρέτες φόρτωσαν τα πράγματά τους και τους έδωσαν μερικά τρόφιμα για το ταξίδι. Η Μαρτίνα και ο Ρέμι μπήκαν σε ένα μαύρο τζιπ και στο δεύτερο τζιπ επιβιβάστηκαν οι σωματοφύλακες. Ο Ρεμί έλειπε. Η θέση του συνοδηγού ήταν άδεια. Μα πού ήταν; Σκέφτηκε η Μαρτίνα και αναρωτήθηκε τι μπορεί να τον έκανε να άργησε να ξυπνήσει. Στο μυαλό της μπήκαν εικόνες του Ρεμί στο κρεβάτι με αιθέριες υπάρξεις του χαρεμιού του, να χαμογελάει, να τις φιλάει, κι εκείνες να του προσφέρουν όσα εκείνη δεν μπόρεσε ποτέ.

Στις έξι και πέντε είδε τον Ρεμί, φορώντας ένα απλό λευκό φανελάκι και στρατιωτικό σορτσάκι, να περπατάει βιαστικά προς το τζιπ και να κάθεται στη θέση του οδηγού αφού έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο του γιου του. Ο Ρέμι εντωμεταξύ κοιμόταν γαλήνια στο ειδικό καθισματάκι του. 
«Συγγνώμη που άργησα, αλλά με πήρε ο ύπνος» είπε σε όλους, αλλά κανείς δεν απάντησε. Οι σωματοφύλακες επειδή μάλλον φοβόντουσαν και η Μαρτίνα επειδή δεν είχε τι να πει. Οι εικόνες είχαν πάλι πλημμυρίσει το μυαλό της και είχε μουδιάσει από τα νεύρα.

Οδήγησαν πάνω από μιάμιση ώρα έξω από την πόλη και με κάθε χιλιόμετρο που κατάπινε αλύπητα το τζιπ του, το τοπίο γινόταν όλο και πιο εξωτικό. Ο ήλιος χάραζε και η Μαρτίνα συνειδητοποίησε ότι είχε πολλά χρόνια να απολαύσει τόσο μοναδικό θέαμα. Είχαν αφήσει για τα καλά πίσω τους το αστικό τοπίο, και τώρα μπροστά τους απλωνόταν η έρημος, μια αριστοκρατική γυναίκα με ένα βαθύ κεραμιδί φόρεμα. Η απουσία βλάστησης την έκανε να αναρωτιέται σε τι συνθήκες θα περνούσαν τις τρεις επόμενες μέρες. Είχαν πάρει μαζί τους αρκετά τρόφιμα και νερό; Θα μπορούσε να κοιμηθεί ή η ζέστη θα ήταν αφόρητη;

Στις οκτώ περίπου άφησαν τα τζιπ σε ένα χώρο προφυλαγμένο, ένα παράπηγμα στη μέση του πουθενά. Την Μαρτίνα την περίμενε άλλη μία έκπληξη. Καμήλες.

«Αποκλείεται» είπε δυναμικά, αλλά ο γιος της ήδη τσίριζε ενθουσιασμένος και έτρεχε προς τα παράξενα ζώα. Ο Ρεμί γελούσε με την αντίδραση του παιδιού του και αδιαφόρησε για το δικό της σχόλιο.
«Αποκλείεται να ανέβω σε αυτό το ζώο» επανέλαβε σαν ρομπότ, ανίκανη να καταλάβει τι γινόταν. Οι άντρες είχαν ήδη αρχίσει να πηγαίνουν προς το καραβάνι των ζώων που τους περίμενε.
«Θες να μείνεις εδώ; Εμείς όλοι πάντως θα πάμε με τις καμήλες στη κατασκήνωση» της είπε αυστηρά ο Ρεμί. Η Μαρτίνα τον κοίταξε απορημένη. Τι αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά ήταν αυτή πάλι; Είχε βαρεθεί.
«Φοβάμαι, δε θέλω» του είπε και σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος. Μόνο εκείνοι είχαν μείνει ξοπίσω.
«Ανεβαίνω σε καμήλες από τα τρία μου και δεν έχω πέσει ποτέ. Είναι αξιαγάπητα ζώα και πολύ ανθεκτικά. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να πάμε στην κατασκήνωση. Τα αμάξια δεν προχωράνε άλλο. Η άμμος γίνεται πραγματικά επικίνδυνη για τα τζιπ αν συνεχίσουμε» της είπε πιο λογικά. Η Μαρτίνα έγνεψε αλλά συνέχισε να φοβάται. «Δε θα πέσεις» συμπλήρωσε. «Η διαδρομή δε θα διαρκέσει πάνω από 45 λεπτά. Θα αποζημιωθείς όταν φτάσουμε εκεί. Εμπιστέψου με».
«Μάλιστα!» γέλασε η Μαρτίνα. «Αυτό ήταν το επιχείρημα του αιώνα! Να σε εμπιστευτώ!» κάγχασε. «Είμαι φυλακισμένη στη χώρα σου και αποφασίζεις εσύ για την καθημερινότητά μου! Και τώρα θες να ανέβω σε καμήλα! Αύριο θα θες να κάνουμε αιωροπτερισμό! Εγώ πότε θα πω την γνώμη μου επιτέλους;» νευρίασε. Ο Ρεμί κοίταξε τους σωματοφύλακες και τον Ρέμι. Είχαν απομακρυνθεί αρκετά και ευτυχώς δεν τους άκουγαν. Οι άντρες φόρτωναν τα πράγματα στα ζώα και ο Ρέμι τάιζε μια καμήλα με κάτι που του είχε δώσει το αφεντικό της.
«Την ξέρουμε τη γνώμη σου, Μαρτίνα!» είπε εκείνος μέσα από σφιγμένα δόντια. «Εσύ δεν θες να μείνεις εδώ, δε θες εμένα, δε θες να ανέβεις σε καμήλα, δε θες να δώσεις μια ευκαιρία σε αυτή τη χώρα και τον πολιτισμό της. Τον σνομπισμό σου τον είδα και τον βίωσα όσο καιρό ήμασταν μαζί. Ένιωθα ότι τα είχα με την βασίλισσα της Αγγλίας και ότι εγώ ήμουν ζητιάνος».
«Δεν είναι έτσι! Εσύ δε μιλούσες ποτέ για τη χώρα σου, εσύ…»
«Όσες φορές προσπάθησα με σταμάτησες!» τη διέκοψε εκείνος έξαλλος. «Με κατηγορείς ότι έφυγα! Πώς αλλιώς; Θα ερχόσουν; Αφού εσύ είναι προφανές ότι μισείς οτιδήποτε ξεφεύγει από τα κουτάκια σου! Από τον δυτικό κόσμο σου!»
«Ο γιος μου!» του φώναξε κι εκείνη με τη σειρά της. «Ο γιος μου ξεφεύγει από κάθε κουτάκι και τον λατρεύω! Πώς μπορείς να βγάζεις συμπεράσματα για μένα χωρίς να ξέρεις πώς νιώθω; Και από πού κι ως πού με το αν ανέβω σε μια ρημάδα καμήλα θα αποδείξω το οτιδήποτε; Το αν σέβομαι τη χώρα σου ή την κουλτούρα σου; Τι σόι απόδειξη είναι αυτή; Φοβάμαι! Τι δεν καταλαβαίνεις; Φοβάμαι!» φώναξε και ένας σωματοφύλακας γύρισε φευγαλέα προς το μέρος τους. Ωραία. Τους είχαν πάρει χαμπάρι όλοι ότι τσακώνονταν. Ευτυχώς το παιδί ήταν απασχολημένο.
Ο Ρεμί έδειχνε να σκέφτεται όσα του είπε. Μάλλον τον είχε εκπλήξει η παραδοχή της ότι φοβόταν. «Θα σε βοηθήσω…» της ψέλλισε λίγο πιο μαλακά. Στα μάτια του είδε κάτι που είχε καιρό να δει. Μια γαλήνη παράξενη. Σχεδόν τρυφερότητα. «Είναι μερικά δευτερόλεπτα που γέρνει τόσο μπροστά» της είπε και αφού ακούμπησε το χέρι του στη μέση της και την παρότρυνε να προχωρήσει προς τα ζώα «που νομίζεις ότι θα πέσεις. Αλλά δεν πέφτεις» της χαμογέλασε καθησυχαστικά. «Δεν είναι και πολύ άνετο να είσαι πάνω τους, το παραδέχομαι. Αλλά είναι ανθεκτικές οι κακομοίρες και μόνο αυτές μπορούν να προχωρήσουν στην άμμο και να αντέξουν στη ζέστη» της εξήγησε. Εντωμεταξύ είχαν φτάσει κοντά και ο Ρεμί τής πήρε το χέρι και χάιδεψαν μαζί μια καμήλα. Η Μαρτίνα προσπάθησε να μη δείξει πόσο απολάμβανε το άγγιγμά του. Σχεδόν είχε ηρεμήσει.

Η καμήλα γονάτισε μπροστά της και η Μαρτίνα ανέβηκε διστακτικά. Έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να μην ουρλιάξει την ώρα που το ζώο σηκωνόταν. Πραγματικά νόμισε ότι θα πέσει. Ο Ρεμί και ο Ρέμι μοιράζονταν ένα ζώο. Η δική της καμήλα φορούσε ένα όμορφο πλεκτό κρεμαστό με μερικά κουδούνια.
«Η δική μου είναι η πιο όμορφη» φώναξε η Μαρτίνα ανακουφισμένη  που επιτέλους το καραβάνι είχε ξεκινήσει. Δύο σωματοφύλακες ήταν μπροστά της και από πίσω ακριβώς ήταν ο Ρεμί με τον Ρέμι και άλλοι δύο σωματοφύλακες στο τέλος της πομπής μαζί με μια καμήλα που μετέφερε τον κύριο που φρόντιζε τα ζώα και τις προμήθειες.
«Η πιο όμορφη για την πιο όμορφη» άκουσε τον Ρεμί να της λέει. Φοβόταν να γυρίσει, μήπως ζαλιστεί και πέσει, αλλά το προσπάθησε. Χαμογέλασε και οι δύο άντρες της ζωής της της χαμογέλασαν και αυτοί. Όταν η Μαρτίνα στράφηκε μπροστά της και κοίταξε το τοπίο άφησε το μυαλό της ελεύθερο και φαντάστηκε πώς θα ήταν…πώς θα ήταν αν αυτοί οι τρεις ήταν πραγματική οικογένεια.




Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2014

κεφάλαιο 30-Εσύ Θεό, εγώ Αλλάχ

«Μάμι, τι ωραία ιδέα που έχει ο μπαμπάς!» τσίριξε ο Ρέμι ενώ έτριβε τα χέρια του από τη χαρά του. Η Μαρτίνα είχε μόλις μπει στην μεγαλοπρεπή τραπεζαρία φορώντας ένα κομψό μαύρο ταγέρ και το βλέμμα του Ρεμί περιπλανήθηκε αργά πάνω της, θυμίζοντάς της το λόγο που έτρεξε στο σπίτι μετά το τηλεφώνημά του. Οδήγησε τη μικρή απόσταση μέχρι το παλάτι πατώντας το γκάζι αλύπητα, λέγοντας από μέσα της ότι βιάζεται να δει το παιδί της, ενώ στην πραγματικότητα, ήθελε να δει αν ο Ρεμί θα συνέχιζε το προκλητικό του παιχνίδι από κοντά. Δεν είχε ιδέα τι θα έκανε αν το συνέχιζε, αλλά ήθελε να είναι εκεί και να το δει.
«Φαίνεται είναι η μέρα που ο μπαμπάς έχει ωραίες ιδέες» είπε χαμογελώντας πονηρά η Μαρτίνα προς το μέρος του Ρεμί αλλά εκείνος δε χαμογέλασε. Συνέχισε να την κοιτάζει με έναν τρόπο που την έκανε να ανατριχιάζει. Τι είχε αλλάξει;
«Έλεγα να πάμε αύριο και για τρεις μέρες στην έρημο» απάντησε νωχελικά ο άντρας μπροστά της και ο γιος της τσίριξε και πάλι γεμάτος απόλαυση. Εντωμεταξύ το φαγητό τους είχε σερβιριστεί. Ήταν ψάρι με ταμπουλέ και σπαράγγια και σαλάτα με πράσινα λαχανικά.
«Ρεμί, δεν μπορώ τρεις μέρες! Τη Δευτέρα δουλεύω! Μόλις ξεκίνησα και δεν γίνεται να λείψω. Θα δώσω δικαιώματα ότι λείπω όποτε θέλω επειδή σε γνωρίζω και δε θέλω» διαμαρτυρήθηκε η Μαρτίνα.
«Μπορείς να γυρίσεις αν θες την Κυριακή το βράδυ. Εμείς θα κάτσουμε άλλο λίγο» επέμεινε.
«Ναι, αλλά την Τρίτη έχω γενέθλια και θέλω να έχω εδώ το παιδί μου» πείσμωσε η Μαρτίνα. «Δεν μπορώ να γυρίσω στο παλάτι και να κάθομαι μόνη μου, να γιορτάσω μόνη μου, να κόψω τούρτα μόνη μου. Αλήθεια, πού θα βρω τούρτα εδώ; Δεν έχω δει ζαχαροπλαστεία» κατέληξε η Μαρτίνα.
«Δυσκολεύομαι να ακολουθήσω το συνειρμό σου» είπε εκείνος. «Μια ζωή ξεκινάμε μια συζήτηση και καταλήγουμε σε κάτι τελείως παράλογο».
«Το μια ζωή είναι λίγο υπερβολικό δεδομένου ότι γνωριζόμαστε μόλις 5 χρόνια και έχουμε μείνει μαζί πέντε μήνες» τον διόρθωσε.
«Γιατί τσακώνεστε πάλι;» ρώτησε ο μικρός και η Μαρτίνα τον αγκάλιασε σφικτά.
«Δεν τσακωνόμαστε. Απλώς διαφωνούμε. Και αυτό είναι τελείως φυσιολογικό. Γιατί είμαστε πολύ διαφορετικοί άνθρωποι».
«Ναι, αλλά δε μου αρέσει να στενοχωριέσαι, μαμά, γιατί μετά κλαις» είπε ο μικρός, φανερά αναστατωμένος. Η Μαρτίνα χαμογέλασε γλυκά στο γιο της.
«Δε φταίει ο μπαμπάς που κλαίω, αγόρι μου» είπε προσπαθώντας να καλύψει το ψέμα της με ένα γελάκι.  «Μη στενοχωριέσαι κι εμείς θα καταλήξουμε τι θα κάνουμε και θα περάσουμε τέλεια στην έρημο» είπε με ενθουσιασμό.

Ο Ρεμί τούς παρακολουθούσε ανέκφραστος.
«Λοιπόν, Ρεμί, μπορούμε να βρούμε μια λύση;» ρώτησε η Μαρτίνα πιο ήρεμη.
«Φέρε το λάπτοπ σου και μπορείς να δουλέψεις εκεί αν θες» είπε με ένα ύφος που έλεγε ότι δεν είχε άλλη υπομονή.
«Και θα είμαστε πίσω την Τρίτη;» επέμεινε εκείνη.
«Φυσικά. Έχω κι εγώ δουλειές. Δευτέρα βράδυ θα γυρίσουμε και την Τρίτη μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις. Φάε τώρα» της είπε έντονα, δείχνοντας το γεμάτο πιάτο της. Η αλήθεια ήταν ότι δεν είχε αγγίξει το νόστιμο γεύμα της.
«Δεν πεινάω πολύ» είπε η Μαρτίνα  την ώρα που ο Ρέμι έτρεχε προς το μέρος της Ναντίν, η οποία περνούσε έξω από την τραπεζαρία. Είχε τελειώσει το φαγητό του και δεν κρατιόταν να παίξει. «Ναντίν, έρχομαι» είπε στα αραβικά και ένα χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη του Ρεμί.
«Είναι πολύ έξυπνος» της είπε γεμάτος καμάρι.
«Άλλο ένα χαρακτηριστικό που πήρε από σένα» του είπε εκείνη με ειλικρίνεια αλλά ο Ρεμί μάλλον κατάλαβε ότι τον ειρωνεύτηκε.
«Έχεις δίκιο που πικραίνεσαι. Πρέπει να είναι πολύ δύσκολο να έχεις γεννήσει τη φωτοτυπία του άντρα που μισείς» της είπε και γέλασε.
«Ποιος είπε ότι…» αντέδρασε η Μαρτίνα αλλά σταμάτησε. «Και ποιοι θα πάμε στην έρημο;» ρώτησε βεβιασμένα για να αλλάξει θέμα. «Και τι ρούχα να πάρω; Θα έχουμε τουαλέτα; Να πάρω αντηλιακό; Ποια θα τους πούμε ότι είμαι;»
«Ω Θεέ μου!» τη διέκοψε γελώντας. Το γέλιο του ήταν βαθύ, μεταδοτικό. Η Μαρτίνα χαμογέλασε. «Άρχισε πάλι ο παραλογισμός!» είπε και σήκωσε τα χέρια του ψηλά. Ήπιε μια γουλιά από το αρωματικό του τσάι και σκέφτηκε λιγάκι πριν απαντήσει. «Θα πάμε οι τρεις μας, πάρε δυο τρεις αλλαξιές, φυσικά, ναι, δεν έχω ιδέα» της απάντησε.
«Οι τρεις μας; Η Ναντίν όχι; Οι γονείς σου;» τον ρώτησε σχεδόν τρομαγμένη.
«Δεν ήξερα ότι θες και παρέα» είπε εκείνος ήρεμα, σταυρώνοντας τα χέρια του στο στήθος. «Και αυτό το δέσιμό σου με την μητέρα μου…με ξεπερνάει!» γέλασε.
«Γιατί; Τι έχω;» του είπε. «Δεν αξίζω να με συμπαθήσει κάποιος; Ή μήπως επειδή είμαι λευκή περίμενες να με αντιπαθήσει; Ποιος είναι τώρα ρατσιστής;» τον προκάλεσε.
«Θα περάσουμε ωραία πιστεύω» είπε εκείνος αγνοώντας το σχόλιό της και η Μαρτίνα σκέφτηκε πόσο διαφορετική τροπή είχε η βραδιά της από αυτή που περίμενε. «Θα γνωρίσεις και τον αρχηγό μιας πολύ ισχυρής φυλής, θα δεις την προετοιμασία του γάμου, ο μικρός θα ζήσει την έρημο, σε σκηνή, θα ζήσει ένα κομμάτι της κουλτούρας μας» συνέχισε ενθουσιασμένος. «Αγαπώ πολύ την έρημο. Εκεί πάω για να ηρεμήσω. Η έρημος σε κάνει να έρχεσαι κοντά με τον εαυτό σου, δε συγχωρεί λάθη, ο ανελέητος ήλιος σε φέρνει αντιμέτωπο με τον κίνδυνο, δοκιμάζεις τα όριά σου, είσαι μόνος με τον εαυτό σου, είναι..»
«Ρεμί» τον διέκοψε εκείνη. Το πάθος στη φωνή του την έκανε να ανατριχιάζει. Να ζηλεύει σχεδόν. «Μήπως είναι επικίνδυνο για το παιδί;»
«Όχι, όχι, μην ανησυχείς» είπε ήρεμα εκείνος. «Θα περάσουμε τέλεια. Και μάλιστα είναι μια καλή ευκαιρία να περάσουμε λίγο ποιοτικό χρόνο οι τρεις μας. Ο μικρός έχει ανάγκη και τους δυο του γονείς αγαπημένους. Είδες πόσο αναστατώνεται όταν τσακωνόμαστε» της είπε και η Μαρτίνα έγνεψε θετικά.
«Και εγώ ως τι θα έρθω» επέμεινε. «Δε θέλω να αρχίσουμε τα ψέματα».
«Σου έχω πει ότι οι αρχηγοί φυλών είναι αρκετοί αλλά μόνο δύο είναι πολύ πουριτανοί και συντηρητικοί. Και ένας τρίτος, δηλαδή, αλλά είναι πατέρας της Ασσάν και δε θα έχουμε πρόβλημα» της είπε.
«Μα η Ασσάν με αντιπαθεί και το παιδί μας μπορεί να το θεωρεί απειλή αν κάνει όνειρα να γίνει γυναίκα σου και…»
«Σώπα τώρα με τις θεωρίες συνωμοσίας» είπε εκείνος αδιάφορα. «Ο αρχηγός που θα δούμε αύριο είναι πολύ καλός και ευγενής. Σκέφτομαι να του πω την αλήθεια και να του ζητήσω την συμπαράστασή του» της είπε. «Φυσικά θα είναι πολύ θετικό αν είσαι κι εσύ λίγο…ευγενική».
«Γιατί, πότε δεν είμαι;» απόρησε εκείνη.
«Και αν μπορείς να φορέσεις και κάτι...μακρύ…αν θες φυσικά» πρόσθεσε εκείνος ντροπαλά.
«Εκείνο το πράσινο που φόρεσα εκείνη τη φορά είναι καλό; Δεν έχω άλλο. Και μου άρεσε πολύ».
«Αν θες μπορείς να βρεις και άλλα, ρώτα τη μητέρα μου αν έχει, αλλιώς θα ζητήσω από τη σουλτάνα μου να σε βοηθήσει».
«Η σουλτάνα σου είναι η Ασσάν;» ξίνισε τη μούρη της η Μαρτίνα.
«Μα φυσικά» είπε ήρεμα εκείνος. «Ποια άλλη;»
«Δε θέλω βοήθεια. Θα βρω μόνη μου κάτι να φορέσω» του είπε εκνευρισμένη και σηκώθηκε για να φύγει. Είχε να μαζέψει τη βαλίτσα της και τη βαλίτσα του Ρέμι για ένα ταξίδι όπου δεν είχε ιδέα τι θα αντιμετωπίσει. Είχε φτάσει στο πόμολο και το γυρνούσε όταν άκουσε την φωνή του Ρεμί άγρια. «Έλα αμέσως εδώ» της είπε επιτακτικά εκείνος. Η Μαρτίνα γύρισε προς το μέρος του και τον είδε να κάθεται στη θέση του, ακίνητο, αλλά το βλέμμα του έλεγε ότι δεν έπρεπε να τον παρακούσει. Τον πλησίασε αργά, με το κεφάλι κρεμασμένο ντροπαλά μπροστά της. Όταν τον έφτασε, εκείνος άρπαξε τον καρπό της και την κάθισε στην αγκαλιά του. Η Μαρτίνα προσπάθησε να απαγκιστρωθεί αλλά δεν τα κατάφερε.
«Άσε με! Τι κάνεις;» διαμαρτυρήθηκε αλλά εκείνος την έσφιγγε πάνω του.
«Ξεκίνησα με το γραφείο σου και συνεχίζω με την τραπεζαρία. Έχω ακόμη την κουζίνα και το μπάνιο πριν καταλήξω στην κρεβατοκάμαρα» της είπε χαμογελώντας πονηρά.
«Τι εννοείς; Δεν καταλαβαίνω» τον ρώτησε σαν χαζή.
«Ασκώ εξουσία πάνω σου και νομίζω ότι σου αρέσει» είπε εκείνος. «Πιστεύω ότι αυτή είναι η λύση στο πρόβλημα».
«Άσε με! Ποιο πρόβλημα; Τι λες;»
«Αυτό…που μου αντιστέκεσαι…πρέπει να σταματήσει».
«Ποτέ δε θα σταματήσω να σου αντιστέκομαι γιατί δε σε θέλω» αντέδρασε δυναμικά και ελευθέρωσε τους καρπούς της. Το γέλιο του της έσκισε τα στήθη.
«Ποτέ δε θα σταματήσω να προσπαθώ» την αιφνιδίασε με τη βραχνή φωνή του και το ανεπαίσθητο άγγιγμα των χειλιών του στο λαιμό της, λίγο πιο κάτω από το λοβό του αυτιού της. Ήξερε ότι εκείνο ήταν το ευαίσθητο σημείο της και έπαιζε μαζί της, με την ίδια δεξιοτεχνία που το έκανε πάντα. «Δε θα σταματήσω να προσπαθώ μέχρι να σε ακούσω να ουρλιάζεις το όνομά μου όταν θα τελειώνεις στο κρεβάτι μου, μέχρι να σε δω να κλαις και να με παρακαλάς να μη σε αφήσω» της είπε σκληρά και την άφησε.



Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2014

κεφάλαιο 29-booty call

Η Μαρτίνα δεν θα ξεχνούσε ποτέ τη στιγμή που μπήκε στο γραφείο της. Ήταν απλά το πιο όμορφο και σύγχρονο γραφείο που είχε δει ποτέ στη ζωή της. Για μερικά δευτερόλεπτα έμεινε με το στόμα ανοιχτό κοιτώντας τριγύρω της τις ολόλευκες επιφάνειες, το τεράστιο γυάλινο γραφείο, την πλάσμα οθόνη απέναντι από το μικρό σαλονάκι, τα παράθυρα με θέα την κόκκινη έρημο. Για λίγο σκέφτηκε να κατέβει κάτω στη ρεσεψιόν του κτιρίου όπου είχε ενημερωθεί ότι στεγαζόταν η εκπαιδευτική επιτροπή και να ρωτήσει αν όντως την είχαν οδηγήσει στο σωστό γραφείο. Γιατί ειλικρινά το γραφείο αυτό θα ταίριαζε καλύτερα σε κάποιον πρωθυπουργό με εξαιρετικό γούστο ή ιδιοκτήτη εταιρείας πληροφορικής ή τελοσπάντων κάτι τέτοιο.

Πλησίασε διστακτικά το γραφείο πάνω στο οποίο βρισκόταν ένα καινούργιο λάπτοπ, ένα τηλέφωνο και ένα δερμάτινο ντοσιέ και διάβασε την κάρτα που βρισκόταν πάνω σε ένα μικρό γλαστράκι με μια πανέμορφη λιλά ορχιδέα. Αναγνώρισε αμέσως τα γράμματα του Ρεμί και άθελά της χάιδεψε το σατινέ χαρτί. «Καλή αρχή» έλεγε και ένα κεφαλαίο Ρ έκλεινε το μήνυμα. Η Μαρτίνα χαμογέλασε. Όλο αυτό το γραφείο ήταν όντως δικό της. Είχε ένα σωρό πράγματα στο μυαλό της αλλά δεν ήξερε από πού να ξεκινήσει. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι ήταν ενθουσιασμένη. Αυτό το γραφείο τής έδινε την ορμή που χρειαζόταν για να βοηθήσει τον Ρεμί με τις αλλαγές που ήθελε να εισάγει στο εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας.

Ακούμπησε πάνω στο γραφείο μια κορνίζα του Ρέμι που είχε φέρει μαζί της από το παλάτι και βολεύτηκε στην καρέκλα της. Άνοιξε τον λάπτοπ και έβαλε ήρεμη μουσική στο φοβερό ηχοσύστημα κάτω από την οθόνη της τηλεόρασης. Πήρε μια βαθιά ανάσα, έκλεισε τα μάτια και έβαλε τις σκέψεις της σε σειρά. Σήμερα θα έστελνε μέιλ. Ήταν Παρασκευή και ήταν η καλύτερη μέρα για αυτή τη δουλειά. Είχε σκεφτεί περίπου πέντε άτομα που ήθελε να συνεργαστεί μαζί τους και θα έψαχνε και σήμερα άλλα πέντε. Θα έστελνε ένα λεπτομερές μέιλ με όλα όσα σκόπευε να κάνει καθώς και τις απολαβές τους από όλο αυτό. Θα τους άφηνε χρόνο να το σκεφτούν και λογικά από Δευτέρα και μετά θα άρχιζε να δέχεται απαντήσεις. Πρώτα όμως έπρεπε να κανονίσει θέματα που είχαν να κάνουν με τη διαμονή των προσκεκλημένων μουσικών και καθηγητών, τις συνθήκες εργασίας τους καθώς και να ενημερωθεί για το τι προέβλεπε ο νόμος της Οσεάνα για τις προσλήψεις με βραχύχρονα συμβόλαιο συνεργασίας καθώς δε σκόπευε να τους απασχολήσει για πάνω από 3-6 μήνες.

Κατά τις δώδεκα ήρθε ένας νεαρός κουβαλώντας καλώδια και μια τσάντα με εξαρτήματα υπολογιστή. Της εξήγησε μερικά πράγματα σχετικά με κωδικούς ασφαλείας, τις διαδικασίες εκκένωσης του χώρου και το σύστημα πυρασφάλειας και μετά της έδειξε πώς λειτουργούν τα ηλεκτρονικά μέσα στο γραφείο. Αυτό που την εντυπωσίασε περισσότερο ήταν ότι με το πάτημα ενός κουμπιού η οθόνη του λάπτοπ της μεταφερόταν στην οθόνη της τηλεόρασης ώστε να μπορεί να κάνει τηλεδιάσκεψη με οποιονδήποτε άνετα. Στη δίπλα αίθουσα δε, την οποία ανακάλυψε εκείνη την ώρα η Μαρτίνα, υπήρχε στημένο ένα μεγάλο τραπέζι συσκέψεων και δώδεκα καρέκλες γύρω γύρω. Ο Ρεμί φαίνεται είχε πολλές απαιτήσεις από εκείνη. Η Μαρτίνα όμως δεν φοβήθηκε. Είχε πολλή όρεξη για δουλειά και πολλές ιδέες.

Περίπου μισή ωρίτσα μετά τη μία και όταν το στομάχι της είχε αρχίσει να γουργουρίζει, εμφανίστηκε μια κοπέλα με ένα δίσκο. Η Μαρτίνα απόρησε αλλά δέχτηκε με ενθουσιασμό το υπέροχο μπιφτέκι με λαχανικά και τη σαλάτα με ρόκα και ντοματίνια. Στις πέντε χτύπησε το τηλέφωνό της και το σήκωσε μηχανικά. Είχε απορροφηθεί με τα μέιλ και δούλευε ασταμάτητα τρεις ώρες.
«Παρακαλώ;» είπε χωρίς να ξέρει σε ποιον μιλάει.
«Ώρα να γυρίσεις σπίτι» είπε βραχνά ο Ρεμί και η Μαρτίνα σταμάτησε αμέσως αυτό που έκανε και τέντωσε το κορμί της. Σπίτι; Μια γλυκιά ανάμνηση γέμισε το μυαλό της, από τότε που την περίμενε να γυρίσει από το πανεπιστήμιο, με αναμμένα κεριά και δυο ποτήρια κόκκινο κρασί.
«Περνάω καλά» του είπε εύθυμα προσπαθώντας να ελέγξει το καρδιοχτύπι της.
«Χαίρομαι που σου αρέσει» είπε εκείνος, αργά, σχεδόν γουργουριστά.
«Αυτό με το…γεύμα…δική σου ιδέα ήταν; Δεν το πιστεύω ότι κανόνισες να τρώω τόσο πλουσιοπάροχα εδώ» του είπε, ανίκανη να δεχτεί τόση καλοσύνη.
«Προσέχω τους υπαλλήλους μου, μην το παίρνεις προσωπικά» της είπε πειραχτικά. Η Μαρτίνα χαμογέλασε. Το φλερτ του ήταν τόσο διακριτικό, σχεδόν ανεπαίσθητο. Μόνο ο τόνος της φωνής του πρόδιδε ότι το μυαλό του είχε πάρει το δρόμο που είχε πάρει και το δικό της.
«Μάλιστα, Ρεμί» του απάντησε εκείνη. «Δηλαδή εκτός από πατέρας του παιδιού μου, πρώην μου, δεσμοφύλακάς μου, είσαι και αφεντικό μου τώρα;» τον πείραξε.
«Αμέ» απάντησε βραχνά εκείνος. «Ασκώ κάθε εξουσία πάνω σου».
«Ξέρεις ότι δυσκολεύομαι να αφεθώ στην εξουσία κάποιου» του είπε μισοαστεία μισοσοβαρά η Μαρτίνα.

«Ίσως δεν έχουμε δοκιμάσει το σωστό δωμάτιο» απάντησε εκείνος. «Σε περιμένω σπίτι για το δείπνο» συμπλήρωσε και η γραμμή νέκρωσε…

Χαρέμι με άντρες...χαχαχα


Τρίτη, 26 Αυγούστου 2014

Κεφάλαιο 28-ποτιστήρι

«Μίλησα με τους γονείς μου και δεν μπορούν να είναι εδώ την επόμενη βδομάδα» είπε η Μαρτίνα στον Ρεμί δύο μέρες μετά, την Πέμπτη το απόγευμα. Τον βρήκε στον κήπο του, να ποτίζει. «Οι κηπουροί δεν ποτίζουν;» ρώτησε.
«Μου αρέσει να ασχολούμαι με τα λουλούδια» της είπε εκείνος χωρίς να γυρίσει να την κοιτάξει. «Γιατί;»
«Ο πατέρας μου κάνει φυσιοθεραπείες γιατί έχει έναν οξύ πόνο στον ώμο. Πρέπει να τις ολοκληρώσει και μετά να πετάξει» του είπε απογοητευμένη. «Στενοχωρήθηκαν που δεν μπορούν να έρθουν, αλλά αν δε σε πειράζει, θα ήθελαν να έρθουν στα τέλη του μήνα» του είπε μελιστάλαχτα, με τα χέρια ενωμένα σε παράκληση. Εκείνος γύρισε και την κοίταξε φευγαλέα.
«Ας έρθουν όποτε θέλουν. Απλώς εσύ…θα είσαι μόνη σου στα γενέθλιά σου» της είπε και γύρισε πάλι προς τα φυτά του.
«Δε θα είμαι μόνη» του είπε χαρούμενη. «Θα έχω το παιδί μου».
«Φυσικά» είπε εκείνος αδιάφορα. Και μετά σώπασε. Η Μαρτίνα κατάλαβε ότι είχε έρθει η στιγμή να τον αφήσει ήσυχο. Αλλά δεν ήθελε ακόμα.
«Αύριο…ξεκινάω και δουλειά» του είπε.
«Μπορείς και από Δευτέρα αν θες» είπε εκείνος ήρεμα. «Μην πιεστείς».
«Όχι, όχι, έχω κουραστεί μέσα στο παλάτι. Σε ευχαριστώ που…τα κανόνισες όλα. Και αυτή η ιδέα το γραφείο μου να είναι στην πόλη…είναι καταπληκτική! Ποτέ δεν είχα δικό μου γραφείο» είπε χαρούμενη. «Στο ωδείο το γραφείο μου ήταν ουσιαστικά μαζί με ένα άλλο τμήμα και δεν είχα παράθυρο. Στο καινούργιο γραφείο θα έχω; Δεν έχει σημασία. Θα μπορώ να κάνω και αλλαγές αν θέλω; Δε θέλω να είμαι αχάριστη αλλά είμαι λίγο παράξενη. Θέλω π.χ. να έχω ένα δύο λουλούδια στο γραφείο μου και να έχω μια ωραία καρέκλα από αυτές που μπορείς να ξαπλώσεις πίσω. Όχι ότι θα ξαπλώνω φυσικά! Θα δουλέψω πολύ, αλλά να…αν κουραστώ λιγάκι, να μπορώ να χαλαρώσω…».
«Είσαι αγχωμένη;» τη διέκοψε εκείνος.
«Πολύ» απάντησε εκείνη και σταμάτησε να μιλάει. «Πού…πού το κατάλαβες;»
«Μιλάς πολύ» χαμογέλασε εκείνος. Το άκουσε στη φωνή του. «Πριν από κάθε κονσέρτο σου μου έπαιρνες τα αυτιά».
«Δεν ήξερα…συγγνώμη» του είπε και έκανε να φύγει ντροπιασμένη.
«Ο,τι θέλεις» της είπε και γύρισε προς το μέρος της. Έκλεισε την βρύση και κάθισε σε ένα παγκάκι. Σκούπισε τα χέρια του στο φθαρμένο τζιν του. Ντυμένος μόνο με αυτό και ένα παλιό φανελάκι, της θύμιζε το νεαρό αγόρι που αγάπησε κάποτε. «Την πρώτη βδομάδα θα έχεις χρόνο να προσαρμοστείς και θα έχεις πιο ελεύθερο ωράριο. Μετά θα δουλεύεις ώρες γραφείου για να μπορείς να έχεις χρόνο και για το παιδί και σκέφτηκα να σου παραχωρήσω ένα αυτοκίνητο για να πηγαίνεις αν θέλεις, εκτός αν θες να πηγαίνεις με τον οδηγό μας. Και φυσικά θα έχεις σωματοφύλακα» είπε αυστηρά για το τελευταίο. Η  Μαρτίνα είχε συνηθίσει στη διακριτική παρουσία των μαυροντυμένων αντρών. «Ελπίζω να σου αρέσει το γραφείο σου γιατί έδωσα εντολή να γίνει υπερπολυτελές και υπερσύγχρονο. Αλλά αν θες να βάλεις λουλούδια ή να το γεμίσεις με μαξιλάρια και πουφ, μπορείς να το κάνεις. Αν θες άλλη πολυθρόνα, καναπέ ή γραφείο, μπορείς να τα παραγγείλεις. Θέλω να είσαι άνετα για να δώσεις τον καλύτερο εαυτό σου» είπε. Η Μαρτίνα χάρηκε με όσα άκουσε.
«Θα κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ, απλώς φοβάμαι μήπως δεν είμαι καλή» παραδέχτηκε.
«Δεν θα έχεις αντίπαλο» χαμογέλασε εκείνος.
«Θα έχω έλεγχο όμως» του είπε.
«Εμένα» είπε εκείνος αδιάφορα. «Είμαι πολύ επιεικής».
«Δε θέλω να λέει η Ασσάν ότι είμαι άχρηστη».
«Η Ασσάν είναι πολύ ικανή στη λήψη αποφάσεων και δεινή διαπραγματεύτρια. Δεν είναι κακή» της είπε και η Μαρτίνα ζήλεψε το θαυμασμό στα λόγια του.
«Με μένα είναι» επέμεινε.
«Ζηλεύει» απάντησε ήρεμα εκείνος. Σχεδόν αυτάρεσκα.
«Τι ζηλεύει; Αφού εμείς δεν…» ψέλλισε εκείνη.
«Οι κοπέλες του παλατιού διεκδικούν την προσοχή μου με κάθε τρόπο. Βλέπουν παντού εχθρούς ακόμα ακόμα και όταν δεν υπάρχει καμία υποψία ερωτικής επιθυμίας από μέρους μου» είπε και η Μαρτίνα ένιωσε σαν να την είχε λούσει με παγωμένο νερό. Την πείραξε αυτό που άκουσε παρόλο που ήξερε ότι ήταν αλήθεια.
«Θα περνάς δύσκολα» του είπε με μια δόση ειρωνείας.
«Μπα, μη νομίζεις. Είναι ωραίο να σε διεκδικούν» ανταπέδωσε κι εκείνος.
«Δεν μου έδωσες την ευκαιρία» απάντησε η Μαρτίνα στην αδιόρατη κατηγορία. Στεκόταν μπροστά του με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, προσπαθώντας να συγκρατήσει τα νεύρα της. Γιατί όλες οι συζητήσεις κατέληγαν εκεί; Γιατί;
«Θα το έκανες;» ρώτησε εκείνος σουφρώνοντας τα χείλη σε αμφισβήτηση.
«Σε νοιάζει πια, Ρεμί;» τον ρώτησε φανερά πληγωμένη. «Έχουν περάσει τόσα χρόνια. Έχεις προχωρήσει στη ζωή σου και το ίδιο κι εγώ. Γιατί με πυροβολείς συνέχεια; Τι σημασία έχει τι θα έκανα; Αν σε ήθελα και πόσο; Αν ήμουν ψυχρή και γιατί; Έχουμε ένα παιδί μαζί και αυτό είναι το σημαντικό. Το παρελθόν μας δεν έχει σημασία» του είπε.
«Μάλιστα» απάντησε εκείνος με ένα βλέμμα που της έλεγε ότι ήθελε να την πνίξει. ‘Η τουλάχιστον έτσι νόμιζε η Μαρτίνα. Γιατί με τον Ρεμί ποτέ δεν ήξερε τι σκεφτόταν.
«Λυπάμαι που τσακωνόμαστε συνέχεια, Ρεμί. Θα έπρεπε εμείς οι δύο να είμαστε ήρεμοι και αγαπημένοι για χάρη του παιδιού. Εγώ είμαι διατεθειμένη να τα ξεχάσω όλα. Εσύ;» τον ρώτησε.
«Εγώ μάλλον όχι» την αιφνιδίασε εκείνος όχι μόνο με αυτό που της είπε, αλλά και από το σατανικό χαμόγελό του. «Εσύ μπορείς να ξεχάσεις αλλά εγώ θα θυμάμαι πάντα όσα έκανες. Η μάλλον όσα δεν έκανες».
«Καλώς, Ρεμί. Όπως νομίζεις» του είπε και έκανε να φύγει αλλά τη σταμάτησε.
«Αφού δεν θα έρθουν οι γονείς σου έλεγα να πάω με τον μικρό 3-4 μέρες στην έρημο. Να δει λιγάκι τη ζωή εκεί, να τον γνωρίσουν πρώτα οι αρχηγοί και μετά να τον παρουσιάσω επίσημα».
«Ο καιρός πώς θα είναι;» ρώτησε εκείνη.
«Πολύ καλός. Το ήλεγξα. Δε θα έχει πολλή ζέστη και θα περάσουμε υπέροχα. Θα έχει και βροχή μετεωριτών και θα πετύχουμε και μια γιορτή γιατί ένας αρχηγός φυλής παντρεύει την κόρη του».
«Τον έχει δει τον γαμπρό η κοπέλα; Τη ρώτησε κανείς;» ειρωνεύτηκε η Μαρτίνα.
«Ναι, τον έχει δει. Τα έχουν ήδη πέντε χρόνια. Γνωρίστηκαν στο πανεπιστήμιο» απάντησε εκείνος ξερά και η Μαρτίνα ντράπηκε για το ρατσιστικό σχόλιό της.
«Τότε τι να πω; Να πάτε. Απλώς να…είναι πολλές οι μέρες. Δεν έχω ξαναμείνει μακριά από το παιδί τόσες μέρες. Θα τα καταφέρεις; Μπορεί να προκύψει κάτι και να…»
«Θες να έρθεις;» τη ρώτησε, διαβάζοντας τις σκέψεις της.
«Μπορώ;» ρώτησε ντροπαλά.

«Θα προσπαθήσω να το κανονίσω» της υποσχέθηκε. Η Μαρτίνα χαμογέλασε ζεστά προς το μέρος του αλλά εκείνος δεν έδειξε να επηρεάζεται. Έγειρε λίγο το κεφάλι του σε μια διακριτική υπόκλιση. Η Μαρτίνα κατάλαβε ότι ήταν ώρα να φύγει. 

Δευτέρα, 25 Αυγούστου 2014

κεφάλαιο 27-Pistachio

«Γιαγιά, τρώω μόνος μου! Δες!» φώναξε ο Ρέμι στη μητέρα του Ρεμί, η οποία μπήκε στην τραπεζαρία την ώρα που είχε τελειώσει το δείπνο και έτρωγαν όλοι ένα φανταστικό παγωτό με φιστίκια. Ο Ρεμί ήταν ήσυχος, σχεδόν αμίλητος, και μιλούσε πολύ σπάνια. Η Μαρτίνα ασχολείτο κυρίως με τον μικρό, αλλά ένιωθε ότι το κλίμα ήταν βαρύ. Η μητέρα του Ρεμί πλησίασε το τραπέζι, φίλησε τον μικρό, τον επαίνεσε για την προσπάθειά του και είπε κάτι στον Ρεμί στα αραβικά. Εκείνος έδειξε να συμφωνεί με ό,τι του είπε η μητέρα του.
«Μαρτίνα, θα πάμε αύριο στο μουσείο;» τη ρώτησε χαμογελαστή και η Μαρτίνα κούνησε καταφατικά το κεφάλι.
«Φυσικά και θα πάμε. Περιμένω με ανυπομονησία, μεγαλειοτάτη» είπε η Μαρτίνα γεμάτη σεβασμό. Με τη μητέρα του Ρεμί έβγαιναν συχνά, αλλά ποτέ δεν ξεχνούσε, όση πλάκα κι αν είχε, ότι η γυναίκα αυτή ήταν βασίλισσα. Ο Ρεμί ήταν ο αρχηγός κράτους, αλλά η μητέρα και ο πατέρας του είχαν τους τίτλους της βασίλισσας και του βασιλιά και οι πολίτες της χώρας τους σέβονταν βαθιά. Το ίδιο και η Μαρτίνα.
«Αμίνα είπαμε!» διαμαρτυρήθηκε η μητέρα του Ρεμί. Η Μαρτίνα είδε με την άκρη του ματιού της τον Ρεμί να σηκώνει απότομα το βλέμμα προς τη μητέρα του, σοκαρισμένος προφανώς από την άνεση των γυναικών.
«Μα δεν μπορώ…» διαμαρτυρήθηκε η Μαρτίνα. Ο Ρεμί έδειχνε σαν να τον είχε χτυπήσει το ρεύμα.
«Βλέπω τα πάτε καλά εσείς οι δύο» είπε ξερά, κοιτώντας τις εναλλάξ.
«Δε βλέπω το λόγο για το αντίθετο» του είπε η Μαρτίνα εξίσου ξερά. Ο Ρέμι εντωμεταξύ αγκάλιαζε τη γιαγιά του.
«Δεν το πιστεύω αυτό που βλέπω και ακούω…» είπε εκείνος και κούνησε το κεφάλι με απορία. Η μητέρα του γέλασε.
«Ρεμί, πάντα ήσουν…πώς να το πω…λίγο κολλημένος, παιδί μου!» είπε η Αμίνα και η Μαρτίνα γέλασε με την ψυχή της. «Καλά το είπα;» ρώτησε και η Μαρτίνα έγνεψε θετικά. «Πάω στο δωμάτιο ζωγραφικής γιατί θέλω να πλέξω λιγάκι. Ρέμι, θα έρθεις μετά να παίξουμε;» ρώτησε τον μικρό και αφού πήρε μια ζεστή επιβεβαίωση και ένα τρυφερό φιλί, αποχώρησε από την τραπεζαρία, με το χαρακτηριστικό της αγέρωχο περπάτημα που έκανε τον καθένα να υποθέτει ότι αυτή η γυναίκα είχε γεννηθεί μέσα στα πλούτη.
«Δε μου αρέσουν αυτές οι οικειότητες» είπε ο Ρεμί χαμηλόφωνα μετά από μια τεταμένη σιωπή.
«Αγάπη μου, πήγαινε να παίξεις αφού τελείωσες» είπε γλυκά η Μαρτίνα στον γιο της και όταν έμειναν μόνη, κοίταξε σταθερά τον Ρεμί στα μάτια. «Τι στο καλό έχεις εσύ και είσαι όλο μούτρα;» τον αντιμετώπισε.
Εκείνος έσπρωξε πίσω το πιάτο του και αμέσως εμφανίστηκε μια κοπέλα και μάζεψε τα σερβίτσια. Έφερε μυρωδάτο καφέ και η Μαρτίνα δοκίμασε μια γουλιά.
«Τι να έχω;» τη ρώτησε και σηκώθηκε απότομα από το τραπέζι. Άρχισε να περπατάει νευρικά πάνω κάτω. Όταν μια κοπέλα έκανε να πλησιάσει για να πάρει τα ποτήρια, της έκανε μια χειρονομία και η κοπέλα γύρισε αμέσως πίσω στην κουζίνα. «Τα έπαθλα δεν έχουν συναισθήματα. Ειδικά αυτά που τα παρατάς» είπε με πικρία στη φωνή του. Η Μαρτίνα γέλασε άθελά της, αλλά μετά κατάλαβε ότι ο Ρεμί το εννοούσε.
«Συγγνώμη, αλλά κάτι έπρεπε να απαντήσω στην Ασσάν. Δε γίνεται να με προσβάλει έτσι ανοιχτά και εσύ να της το επιτρέπεις. Θυμάσαι ποια είμαι και τι κάνω εδώ;» τον ρώτησε.
«Εσύ;» φώναξε εκείνος ξαφνικά και η Μαρτίνα ορκίστηκε ότι άκουσε κάποιο ποτήρι να ραγίζει. Το βλέμμα του ήταν καυστικό, οξύ. «Θυμάσαι ποιος είμαι και τι κάνω εδώ;» επανέλαβε τα λόγια της. «Είμαι αρχηγός κράτους, διάολε. Πατέρας του παιδιού σου. Λίγος σεβασμός δεν βλάπτει» την κατακεραύνωσε.
«Για μένα θα είσαι πάντα ο Ρεμί» είπε εκείνη και ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους.
«Αυτός που παράτησες;» ειρωνεύτηκε εκείνος.
«Νομίζω ότι ο ένας εγκατέλειψε τον άλλο σχεδόν ταυτόχρονα, Ρεμί, αλλά αυτό δε χρειαζόταν να το μάθει η Ασσάν».
«Εσύ με άφησες να φύγω» είπε εκείνος απότομα και σταμάτησε να βηματίζει.
«Εσύ έφυγες» τον διόρθωσε εκείνη. «Αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί κάνουμε συνεχώς αυτή τη συζήτηση. Δεν είναι να πεις κιόλας ότι μαράζωσες. Μια χαρά σε βλέπω..» του είπε χαμογελαστή. «Και τα κορίτσια του χαρεμιού…είναι πολύ όμορφες. Ειλικρινά, τα έχω καλά με τον εαυτό μου, αλλά καμιά φορά αναρωτιέμαι γιατί με διάλεξες αφού είχες τέτοιες γυναίκες στη ζωή σου» γέλασε.
«Δεν μπορούσα να ταξιδέψω με το χαρέμι μου» απάντησε εκείνος ήρεμα και το χαμόγελο της Μαρτίνας πάγωσε στα χείλη της. Έμειναν και οι δύο αμίλητοι για μερικά δευτερόλεπτα. Η Μαρτίνα σκέφτηκε ότι της άξιζε η σκληρή απάντησή του. Τον είχε προκαλέσει.
«Ρεμί, θα ήθελα να αποσυρθώ» του είπε τελικά ευγενικά, κοιτώντας το πιάτο της. «Είμαι λίγο κουρασμένη».
«Πριν φύγεις, θα ήθελα μια απάντηση για την πρότασή μου» είπε εκείνος αυστηρά. «Πιστεύω ότι αυτό που σου προσφέρω είναι πολύ ενδιαφέρον. Θα στήσεις ένα ολόκληρο πρότζεκτ σχετικά με τη μουσική. Αν θες, μπορείς να κάνεις το ίδιο και για τον χορό. Να φέρεις εδώ όποιον θες. Να αγοράσεις όργανα και να έχεις την ευκαιρία να βοηθήσεις στην εκπαίδευση χιλιάδων παιδιών» μίλησε εκείνος με πάθος. Με το ίδιο πάθος που κάποτε μιλούσε και σε εκείνη, με το πάθος που κάποτε της εξηγούσε με απίστευτη ευκολία γιατί τη διάλεξε. Η Μαρτίνα σοκαρίστηκε με τη σκέψη αυτή και κούνησε το κεφάλι της νευρικά για να σταματήσει να σκέφτεται. «Γιατί αρνείσαι;» τη ρώτησε εκείνος, παρερμηνεύοντας την κίνηση. «Εσύ έλεγες ότι βαριέσαι».
«Δεν αρνούμαι. Δέχομαι» του είπε ήρεμα και εκείνος την κοίταξε μερικά δευτερόλεπτα σαν χαζός. Η Μαρτίνα χάζεψε το όμορφό πρόσωπό του. Τα σκούρα μάτια του, το δέρμα του, τα γεμάτα χείλη του και τον μακρύ, αριστοκρατικό λαιμό του. Ο χρόνος τον ευνοούσε.
«Αλήθεια;» ρώτησε εκείνος γεμάτος αμφιβολίες.
«Ναι. Γιατί όχι; Είναι ωραία πρόταση» του είπε.
«Φυσικά θα πληρωθείς και θα έχεις απόλυτη ελευθερία».
«Έχω έναν όρο» του είπε. «Θα δικαιοδοτώ σε σένα. Δε θέλω σχέσεις με την Ασσάν».
«Καταλαβαίνω αλλά το έχει αναλάβει η Ασσάν και…»
«Δε σε είχα για άντρα που φοβάται τη παντόφλα» του είπε.
«Δε σε είχα για γυναίκα που δε βλέπει μπροστά της» απάντησε εκείνος χαμογελώντας. Η Μαρτίνα εξεπλάγη με το σχόλιό του. Δεν κατάλαβε τι εννοούσε αλλά δεν ήθελε να του το δείξει και άλλαξε θέμα.
«Ρεμί, θέλω και μια χάρη» του είπε την ώρα που εκείνος αποχωρούσε από την τραπεζαρία. «Την άλλη βδομάδα…να…έχω γενέθλια» του είπε ντροπαλά.
«Το ξέρω» είπε εκείνος και την αιφνιδίασε.
«Μπορώ να…να καλέσω τους γονείς μου εδώ για μερικές μέρες;» του είπε και έκλεισε τα μάτια, έτοιμη να ακούσει την άρνησή του.
«Φυσικά. Θα στείλω το ιδιωτικό μου αεροπλάνο για να πετάξουν άνετα» είπε εκείνος ήρεμα.
«Το εννοείς;» ρώτησε ενθουσιασμένη η Μαρτίνα.
«Φυσικά. Αν δε με εκθέσεις σχετικά με την…παραμονή σου εδώ» προειδοποίησε εκείνος.
«Κράτηση» τον διόρθωσε εκείνη χιουμοριστικά.
«Μπορείς να κάνεις ό,τι θες. Δεν είναι δα και τα κάτεργα εδώ» της είπε εκείνος ξερά.
«Ναι, αλλά…».

«Καλά, Μαρτίνα» είπε εκείνος ανυπόμονα. «Για τα γενέθλιά σου, θα σου κάνω δώρο ένα αντρικό χαρέμι για να μη νιώθεις μόνη» της είπε και έφυγε εκνευρισμένος. Η Μαρτίνα δεν κρατήθηκε και γέλασε. 

Σάββατο, 23 Αυγούστου 2014

Κεφάλαιο 26-λίγη υπομονή όταν δεν ανεβάζω κεφάλαιο.

26

Ο Ρεμί βγήκε από το θερμοκήπιο μερικά λεπτά μετά φορώντας ένα φθαρμένο τζιν και ένα μπλουζάκι μαύρο. Στα χέρια του είχε ένα ζευγάρι πάνινα γάντια κηπουρικής και κρατούσε ένα μικρό κλαδευτήρι. Έδειχνε χαρούμενος. Χαμογελούσε. Αλλά δεν την ενημέρωσε για το λόγο. Η Μαρτίνα υπέθεσε ότι είχε να κάνει με τα τριαντάφυλλα. Ακόμα δεν μπορούσε να χωνέψει την ενασχόληση αυτή.
«Σε τι οφείλω την πρόσκληση;» Τον ρώτησε ήρεμα απολαμβάνοντας το θέαμα μπροστά της. Ο Ρεμί έπινε δροσερό νερό από το λάστιχο και μερικές σταγόνες κύλισαν στον λαιμό του.
«Σου είχα πει ότι θα μιλήσουμε για τα επαγγελματικά σου» είπε εκείνος χωρίς να την κοιτάει.
«Και ήταν ανάγκη να έρθουμε εδώ;» τον ρώτησε. «Δεν είναι λίγο…ρομαντικά;» τον προκάλεσε. «Ελπίζω να μη σου μπήκαν τίποτα ιδέες» γέλασε η Μαρτίνα.
«Θα έρθει και η Ασσάν σε μερικά λεπτά» της είπε ξερά. «Είναι το αγαπημένο της μέρος και συχνά συναντιόμαστε εδώ» την αποτελείωσε. Η Μαρτίνα αποφάσισε ότι καμία απάντηση δεν μπορούσε να τη βγάλει από τη δύσκολη θέση και δεν μίλησε. Μόνο κάθισε αναπαυτικά και περίμενε.
Η Ασσάν έφτασε περίπου πέντε λεπτά μετά, σαν μια οπτασία μέσα στα λουλούδια. Φορούσε ένα μωβ μακρύ φόρεμα και είχε τα μαλλιά της χυτά στην πλάτη. Δε φορούσε μαντίλα. Δεν ωφελούσε. Μάλλον με τον Ρεμί ένιωθε άνετα. Είχε δει όσα ήταν να δει!
«Καλησπέρα» είπε με έντονη προφορά και κοίταξε τον Ρεμί. Η Μαρτίνα ανταπέδωσε το χαιρετισμό. «Χαρούμενος φαίνεσαι εσύ» είπε στον Ρεμί. «Μη μου πεις ότι σώθηκαν τα κίτρινα;» τον ρώτησε.
«Πάνε καλά» απάντησε λακωνικά εκείνος αλλά η Μαρτίνα είδε τη χαρά στο βλέμμα του. Προφανώς το ζευγάρι μπροστά της είχε πολλά κοινά. Όχι μόνο το σεξ.
«Κάθισε» είπε ο Ρεμί και η Ασσάν έκατσε σε μια καρέκλα δίπλα στον Ρεμί και χαμογέλασε ψυχρά στη Μαρτίνα. «Λοιπόν…» καθάρισε τη φωνή του ο Ρεμί και άρχισε να εξηγεί στη Μαρτίνα γιατί την είχε καλέσει. «Στη χώρα μας η προτεραιότητα ήταν πάντα η αυστηρή εκπαίδευση και λιγότερο ο αθλητισμός και η μουσική» της είπε και η Μαρτίνα έγνεψε. Εκείνος συνέχισε. «Τα τελευταία χρόνια η Ασσάν προσπαθεί να προσθέσει μαθήματα μουσικής στα σχολεία και να ιδρύσουμε ωδεία σε όλη τη χώρα. Επίσης έχουμε καλέσει δέκα γυμναστές για να οργανώσουν γήπεδα και χώρους άθλησης. Στόχος μας είναι σε δέκα χρόνια να έχουμε συμμετοχή σε παγκόσμια αθλητικά γεγονότα, ίσως και στους Ολυμπιακούς. Πρέπει να ακουστεί το όνομά μας στο εξωτερικό. Δε θέλουμε να είμαστε εσωστρεφής χώρα» είπε και η Ασσάν έγνεψε θετικά. Τον άκουγε με μεγάλο θαυμασμό.
«Συμφωνώ αλλά δεν καταλαβαίνω» είπε η Μαρτίνα πραγματικά μπερδεμένη. «Είναι πολύ καλή ιδέα αυτή με τον αθλητισμό αλλά εγώ πού κολλάω σε όλο αυτό;»
«Όχι στον αθλητισμό, σίγουρα» είπε ο Ρεμί. «Αλλά μπορείς να μας βοηθήσεις να στήσουμε τη μουσική παιδεία στη χώρα. Θέλουμε να ιδρύσουμε ωδεία και να κάνουν τα παιδιά ένα όργανο στο σχολείο. Ισως και θεωρία της μουσικής. Πρέπει να εξοπλιστούν τα σχολεία με όργανα, να βρούμε καθηγητές, μουσικούς από όλο τον κόσμο. Δε μας νοιάζει το κόστος. Η Ασσάν έχει κάνει φοβερή έρευνα και μπορεί να σε βοηθήσει, αλλά εσύ πρέπει να…»
«Ρεμί» είπε η Μαρτίνα και είδε με την άκρη του ματιού της την Ασσάν να σοκάρεται που τον διέκοψε «όλο αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον πρότζεκτ αλλά απαιτεί γνώσεις που δεν έχω».
«Έχεις σπουδάσει το αντικείμενο. Όχι μόνο μουσική αλλά και διοίκηση».
«Ναι αλλά δεν ξέρω καθόλου τους ανθρώπους εδώ. Την τοπική κοινωνία, την νοοτροπία. Τι θα αντιμετωπίσω».
«Θα έχεις βοήθεια, υποστήριξη και άπλετους πόρους να διαλέξεις τους καλύτερους. Μπορείς να καλέσεις εδώ τα μεγαλύτερα ονόματα της μουσικής αν θες. Να βρεις παρέα…» της είπε και την κοίταξε βαθιά στα μάτια. Τι της έλεγε; Ότι μέσω της δουλειάς θα έβρισκε και εραστή;
«Όλο αυτό απαιτεί χρόνο και εγώ δεν ξέρω πόσο θα μείνω εδώ».
«Αυτό θα το συζητήσουμε σε δεύτερο χρόνο. Απλώς θέλω να το σκεφτείς. Ίσως χρειαστεί να κάνεις και μερικές ακροάσεις. Μερικά παιδιά παίζουν πιάνο. Μπορεί να διακρίνεις κάποιο ταλέντο και να μπορείς να βοηθ…».
«Ρεμί, φτάνει» του είπε αναψοκοκκινισμένη. Η Ασσάν την κοιτούσε λες και έβλεπε φάντασμα. «Ξέρεις ότι δεν παίζω πια. Μη με αναγκάσεις να το κάνω πάλι όλο αυτό».
«Πώς μπορεί να το λες αυτό; Πώς μπορεί να λες ότι σε αναγκάζει κάποιος να ακούσεις ή να παίξεις πιάνο; Ήταν η ζωή σου, διάολε!» είπε εκείνος.
«Ας την αφήσουμε, Ρεμί» είπε ήρεμα η Ασσάν. «Μπορεί να μην είναι η κατάλληλη για τη δουλειά».
«Όχι απλά είναι κατάλληλη για τη δουλειά αλλά θα την κάνει κιόλας» είπε αποφασισμένος ο Ρεμί κοιτώντας τη Μαρτίνα με ένα βλέμμα που δεν σήκωνε αντιρρήσεις. «Είναι αυτό που έψαχνα». Η Μαρτίνα ανατρίχιασε.
«Μα δε θέλει» επέμεινε η Ασσάν. «Μπορεί να μην είναι πια αρκετά καλή και γιαυτό να τα παράτησε» πρόσθεσε με μια δόση ειρωνείας. Τα κεφάλια της Μαρτίνας και του Ρεμί γύρισαν ταυτόχρονα προς την κοπέλα. Ο Ρεμί ήταν σοκαρισμένος με τη δήλωση αλλά δεν απάντησε. Η Μαρτίνα δεν κρατήθηκε.
«Λίγο σκουριασμένη μπορεί να είμαι» χαμογέλασε ξινά «αλλά δεν τίθεται θέμα ταλέντου, δεσποινίς» πρόσθεσε γλυκά. «Επένδυσα τη ζωή μου στη μουσική και στο πιάνο μου και δε θα αφήσω μια γυναίκα που η καταγωγή της της εξασφάλισε τα πάντα, από μια καλή μόρφωση έως έναν πλούσιο εραστή, να κάνει κρίσεις για το παίξιμό μου. Γιατί το παίξιμό μου και το παιδί μου είναι ό,τι έχω πιο κοντά στην καρδιά μου. Και ό,τι είναι εκεί έχω μάθει να το υπερασπίζω με όλο μου το είναι. Γι' αυτό ξανασκέψου το καλά πριν με προσβάλεις».
«Δεν είπα και τίποτα» χαμογέλασε η Ασσάν. «Απλώς έχω εκφράσει στον Ρεμί τις αμφιβολίες μου για το αν μπορείς να αναλάβεις τόσο νευραλγική θέση. Είσαι λίγο νωθρή και σίγουρα δεν ταιριάζεις εδώ» συνέχισε την επίθεση.
«Ασσάν, φτάνει» είπε ο Ρεμί και έκανε μια ανυπόμονη χειρονομία. Η Μαρτίνα μέτρησε μέχρι το τρία. Ήθελε πολύ να ξεμαλλιάσει τη γυναίκα που είχε μπροστά της αλλά θα ήταν κρίμα. Είχε πανέμορφα μαλλιά.
«Άκουσε, κοριτσάκι μου» είπε στην κοπέλα απέναντί της χωρίς να ανοιγοκλείνει τα μάτια της. Ο χρόνος είχε παγώσει. «Αυτό που φοβάσαι δε θα γίνει. Έχω παραιτηθεί και δε θέλω καν να προσπαθήσω. Προσπάθησε να ξεπαστρέψεις τις άλλες εφτά και μη με θεωρείς απειλή. Γιατί το πολύτιμο έπαθλό σου το άφησα πριν από πολλά χρόνια».
«Νόμιζα ότι το έπαθλό μου σε άφησε» τη διόρθωσε η Ασσάν. Η Μαρτίνα χαμογέλασε πικρά.
«Αυτό λέει το έπαθλό σου».
«Το έπαθλο έχει όνομα και στέκεται εδώ» είπε ο Ρεμί και έβηξε διακριτικά. Γύρισαν και τον κοίταξαν. Κατέβασαν και οι δύο τα κεφάλια ντροπιασμένες. «Μαρτίνα, σκέψου την πρότασή μου και αν θες το συζητάμε ξανά στο δείπνο μόνοι μας» της είπε. «Ασσάν, μείνε μαζί μου να τελειώσουμε με το θέμα του καινούργιου ξενοδοχείου».
«Καλό απόγευμα» είπε η Μαρτίνα και έφυγε βιαστικά.



Πέμπτη, 21 Αυγούστου 2014

κεφάλαιο 25-regina rosas amat

Την επόμενη μέρα στις 12 ακριβώς η Μαρτίνα βγήκε από το δωμάτιό της. Η Ναντίν την είχε ενημερώσει ότι ήθελε να τη δει ο μεγαλειότατος. Είχε διαλέξει ένα όμορφο κόκκινο λινό φόρεμα και χρυσά σανδάλια, μάζεψε τα μαλλιά της σε ένα σφικτό κότσο και κατευθύνθηκε προς το γραφείο του. Την είχε βαρεθεί αυτή την κατάσταση. Δε θα επέτρεπε στον εαυτό της να παραμείνει κι άλλο σε αυτή την ατελείωτη αναμονή να…συμβεί κάτι. Είχε ανάγκη να βάλει τη ζωή της σε κάποιες βάσεις. Να μην έχει ανάγκη τον Ρεμί και κανέναν Ρεμί.

Χτύπησε την πόρτα και μπήκε στο γραφείο του αεράτη αλλά δεν τον βρήκε εκεί. Ρώτησε τον Σαράμ πού είναι και εκείνος της απάντησε χωρίς να την κοιτάει ότι ο μεγαλειότατος ήταν στον κλειστό κήπο και φρόντιζε τα τριαντάφυλλα. Η Μαρτίνα κόντεψε να πνιγεί με το σάλιο της από αυτό που άκουσε αλλά δεν άφησε να καταλάβει ο Σαράμ πόσο αστείο της φάνηκε αυτό που άκουσε. Ο Ρεμί; Τριαντάφυλλα;
«Και πού είναι ο κλειστός κήπος, Σαράμ;» ρώτησε εκείνη ήρεμα τον βοηθό του Ρεμί ο οποίος μάλλον διασκέδαζε να την αφήνει στο σκοτάδι.
«Είναι ένα μικρό γυάλινο θερμοκήπιο περίπου τριακόσια μέτρα έξω από την πόρτα της κουζίνας».
«Σε ευχαριστώ, Σαράμ, καλή συνέχεια» του είπε ευγενικά αλλά εκείνος δεν απάντησε. Η Μαρτίνα σκέφτηκε ότι αυτός ο άνθρωπος πραγματικά ήταν τελείως άκαμπτος.

Βγήκε από την κουζίνα χαιρετώντας τις μαγείρισσες στα αραβικά και περιέργως πώς, την κατάλαβαν! Η Μαρτίνα χάρηκε πολύ που είχε βελτιωθεί η προφορά της. Είχε ξεκινήσει μαθήματα. Το ίδιο και ο Ρέμι. Την ίδια την είχε αναλάβει μία νεαρή φοιτήτρια αραβικής φιλολογίας και έκαναν έξι ώρες τη βδομάδα και τον Ρέμι τον είχε αναλάβει η Ναντίν, η οποία του μιλούσε πια εξολοκλήρου στα αραβικά. Ο μικρός ξεκαρδιζόταν στα γέλια με τις «παράξενες λέξεις» και δεν αντιδρούσε καθόλου αλλά ο Ρεμί είχε διαβάσει στο ίντερνετ ότι όλα αυτά ήταν φυσιολογικά και ότι θα του έπαιρνε πάνω από 2-3 μήνες  για να αρχίσει να αντιδράει σε όσα του έλεγαν στα αραβικά. Η Μαρτίνα θεωρούσε τη γλώσσα παρανοϊκά δύσκολη και δεν ήταν και πολύ καλή μαθήτρια αλλά ευτυχώς είχε άπλετο χρόνο και διάβαζε πολύ ώστε να αρχίσει έστω να καταλαβαίνει τη λογική πίσω από τα πολύπλοκα γράμματα και την σύνθετη γραμματική.

Περπάτησε σε ένα υπέροχο λιθόστρωτο μονοπάτι και αναρωτήθηκε σε πόσο καιρό θα μπορούσε να πει ότι γνώριζε το παλάτι. Δεν είχε έρθει ποτέ από αυτή την πλευρά και της άρεσε αυτή η διαδρομή. Είχε ήλιο και δροσιά, έναν καταπληκτικό συνδυασμό. Ο ήλιος χάιδευε το δέρμα της αλλά δεν την έκαιγε, χάρη στο ελαφρύ αεράκι που ανακάτευε τα μαλλιά της. Στην άκρη του μονοπατιού μετά από μερικά μέτρα ξεπρόβαλε ένα γυάλινο θερμοκήπιο ανάμεσα σε πυκνούς θάμνους. Ήταν ψηλό και πολύ μεγάλο, σχεδόν σαν ένα μικρό διαμέρισμα. Το πλαίσιό του ήταν λευκό και γεμάτο περίτεχνες αψίδες και κόγχες. Μέσα στο θερμοκήπιο υπήρχαν κυρίως τριαντάφυλλα. Κόκκινα, ροζ, λιλά, κίτρινα και λευκά. Μια πανδαισία χρωμάτων πλημμύρισε το οπτικό της πεδίο όσο πλησίαζε. Αλλά δεν έβλεπε τον Ρεμί. Πού ήταν; Ίσως ήταν μέσα και δεν τον έβλεπε.

Η πόρτα του θερμοκηπίου ήταν κλειστή. Δεν ήξερε τι να κάνει. Χτύπησε την πόρτα και περίμενε κάποια απάντηση αλλά τίποτα. Γύρισε το πόμολο, άνοιξε την πόρτα και φώναξε το όνομα του Ρεμί. Μερικά δευτερόλεπτα μετά άκουσε τη δυνατή φωνή του.
«Μπες μέσα ή μείνε έξω. Μην αφήνεις ανοιχτή την πόρτα άσκοπα» της είπε αυστηρά και εκείνη βγήκε αμέσως έξω σαν μαθήτρια που την είχαν βγάλει έξω από την τάξη επειδή ήταν άτακτη. Περίμενε σε ένα σφυρήλατο παγκάκι απέξω. Είχε ένα όμορφο τραπέζι με μάρμαρο μπροστά της και ο Ρεμί είχε αφήσει ανοιχτά μερικά περιοδικά και έγγραφα. Μάλλον είχαν σχέση με αυτό που ήθελε να της πει. Τον περίμενε καρτερικά και όση ώρα περίμενε σκεφτόταν ότι δεν είχε ιδέα ποιος ήταν αυτός ο άντρας μέσα στο θερμοκήπιο. Είχε ζήσει μερικούς μήνες της ζωής της μαζί του και είχε κάνει το παιδί του. Νόμιζε ότι τον ήξερε αλλά αυτός ο άντρας εδώ…ο άντρας που θύμωνε τόσο πολύ, που εκτόξευε διαταγές και απειλές, ο άντρας που καλλιεργούσε τριαντάφυλλα…ποιος στο καλό ήταν; Και κυρίως, γιατί έκανε την καρδιά της να χτυπάει τόσο δυνατά;

Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2014

κεφάλαιο 24-πίεση 22 ο Ρεμί

«Τι σημαίνει αυτό;» τη ρώτησε έξαλλος, αλλά προσπαθώντας να συγκρατηθεί. Ο Σαράμ χτύπησε και μπήκε στο δωμάτιο εκείνη τη στιγμή αλλά ο Ρεμί του ούρλιαξε ένα «έξω!!» και ο άντρας εξαφανίστηκε αμέσως με σοκαρισμένο ύφος.
«Σημαίνει ότι αν θες να μείνω εδώ για πάνω από ένα δύο μήνες, θα πρέπει να φροντίσεις να έχω ελευθερία ώστε να μπορώ να έχω κάποια σχέση. Μόνιμη ή περιστασιακή. Δεν έχω πρόβλημα. Αλλά γυναίκα είμαι, καταλαβαίνεις…» του νιαούρισε. «Αλήθεια, εσείς εδώ στην Οσεάνα βγαίνετε ραντεβού ή οι γάμοι είναι προκαθορισμένοι; Θα ήθελα κάποιον ελεύθερο. Δεν μπλέκω με παντρεμένους» του είπε αυστηρά και τον κοίταξε. Πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε. «Δε χρειάζεται φυσικά να βοηθήσεις σε αυτό. Αλλά να… χρειάζεται κάποια διακριτικότητα. Θα μπορεί να έρχεται στο παλάτι για να βρισκόμαστε;» επέμεινε. Πήρε φόρα από το σοκαρισμένο του βλέμμα και το μισάνοιχτο στόμα του και συνέχισε το μονόλογό της, σχεδόν εύθυμα. «Καλά περνάω εδώ…μη με παρεξηγείς. Αλλά αν είναι να μείνω θα πρέπει λιγάκι να λυθεί αυτό το θέμα. Μήπως να βρω ένα σπιτάκι και να μένω εκεί μόνη μου με το παιδί; Φυσικά θα έρχεσαι όποτε θες. Αλλά δε σκοπεύω να ζήσω μόνη μου. Χρειάζομαι έναν άντρα. Πώς να σου το πω…Καταλαβαίνεις, είμαι σίγουρη. Δες εσένα με τα κορίτσια. Κάνεις ό,τι θες στο κρεβάτι σου. Εγώ γιατί να μην έχω τέτοιο δικαίωμα; Στον 21ο αιώνα ζούμε και είναι δικαίωμα της γυναίκας η σεξουαλική ικανοποίηση και η συντροφικότητα. Στην Αγγλία είχα κάθε ελευθερία να κάνω τη ζωή μου, αλλά εδώ καταπιέζομαι. Και αν βρεθεί κάποιος δε θα ξέρω πώς να συμπεριφερθώ. Να του δώσω το τηλέφωνό μου ή να του εξηγήσω ότι είμαι…έγκλειστη; Φοβάμαι ότι είμαι πολύ μικρή για να ζήσω χωρίς άντρα. Είμαι μόνο 27 ετών. Έχω ακόμα πολλά να δώσω».
«Τέλειωσες;» ρώτησες εκείνος ξαφνικά, εκμεταλλευόμενος μια μικρή της παύση.
«Όχι» είπε εκείνη και κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Θα ήθελα να προσθέσω ότι…»
«Τέλειωσες» της είπε κατηγορηματικά και η Μαρτίνα σώπασε. Τα χείλη του σφάλισαν αποφασιστικά και τα μάτια του πετούσαν σπίθες. Η Μαρτίνα παρατηρούσε το στήθος του να ανεβοκατεβαίνει αργά, προσπαθώντας να ελέγξει το θυμό του. Αλλά ευτυχώς δεν σηκώθηκε. Μόνο κάθισε πίσω στην καρέκλα του και άπλωσε τα πόδια του χαλαρά, λες και είχε κάποιον μαθητή μπροστά του και προσπαθούσε να βρει την καλύτερη τιμωρία. «Δε νομίζεις ότι είναι λίγο κακόγουστο να μου μιλάς για την ερωτική σου ζωή;» τη ρώτησε με μισόκλειστα τα σοκολατένια του μάτια. Η Μαρτίνα χαμογέλασε με το σχόλιό του.
«Δε νομίζεις ότι είναι λίγο κακόγουστο να μου επιδεικνύεις την ερωτική σου ζωή;» τον προκάλεσε. Εκείνος σοκαρίστηκε από την απάντηση αλλά προσπάθησε μάταια να το κρύψει.
«Δεν σου χρωστάω εξηγήσεις, Μαρτίνα» της είπε και ο τρόπος που πρόφερε το όνομά της, με το «ρ» μακρόσυρτο, της επιβεβαίωσε αυτό που υποπτευόταν. Ήταν πραγματικά θυμωμένος.
«Συμφωνώ, Ρεμί. Γι΄αυτό ας αφήσουμε λίγο εκτός αυτής της συζήτησης το θέμα του καλού και κακού γούστου. Γιατί, πραγματικά, εμείς οι δύο έχουμε ξεπεράσει αυτά τα όρια πριν από πέντε χρόνια».
«Πριν από πέντε χρόνια…» γέλασε εκείνος σκληρά. Η Μαρτίνα δεν περίμενε αυτό που ακολούθησε. «Πριν από πέντε χρόνια, που δεν άντεχες το άγγιγμά μου! Πριν από πέντε χρόνια που έβρισκες ένα σωρό δικαιολογίες για να μην κάνουμε έρωτα! Πριν από πέντε χρόνια που έκλεινες το φως για να βάλεις πιτζάμα! Και τώρα μου λες ότι θες εραστή! Να τον κάνεις τι; Να παίζετε τις κουμπάρες;» γέλασε ξανά.
«Μην είσαι τόσο σκληρός. Με κάνεις να πιστεύω ότι ζηλεύεις!» τον ειρωνεύτηκε κι εκείνος σταμάτησε αμέσως να γελάει. Ο εγωισμός του ήταν απίστευτος.
«Τι να ζηλέψω, Μαρτίνα; Έχω όποια γυναίκα θέλω» είπε και ήπιε μια γουλιά από το τσάι του. Η Μαρτίνα συνειδητοποίησε ότι διψούσε.
«Είσαι αρχηγός κράτους και πλούσιος και εμφανίσιμος. Λογικό» του είπε χωρίς καμία περιστροφή. «Αλλά ας μην αλλάζουμε θέμα. Θέλω να έχω προσωπική ζωή. Τι θα κάνουμε για αυτό το θέμα;» επέμεινε.
«Και θα σε βλέπει το παιδί με τον γκόμενο;» τη ρώτησε εκείνος αηδιασμένος.
«Δε θα με βλέπει όπως δε με είδε και ποτέ τόσα χρόνια. Μόνο όταν θα είναι κάτι σοβαρό. Δεν μιλάω για κάτι σοβαρό» του χαμογέλασε ναζιάρικα.
«Ποια είσαι;» τη ρώτησε σηκώνοντας τα χέρια ψηλά.
«Η Μαρτίνα, χάρηκα» του είπε και τέντωσε το χέρι της για χειραψία. Εκείνος το αγνόησε. Τον είχε φτάσει στο σημείο που δεν είχε γυρισμό. Αν δεν της πετούσε κάτι στο κεφάλι, θα ήταν τυχερή.
«Μαρτίνα, πώς προέκυψε τόσο…πάθος;» τη ρώτησε απορημένος, σχεδόν με παράπονο. «Με μένα…δεν υπήρχε καθόλου» συμπλήρωσε.
Ήταν η σειρά της Μαρτίνας να γελάσει και το έκανε. Έγειρε το κεφάλι της πίσω χαλαρά και άφησε ένα πικρό γέλιο να βγει μέσα από την καρδιά της. Τέντωσε δύο δάχτυλα μπροστά του και τον ρώτησε συνεχίζοντας να γελάει.
«Πόσα είναι αυτά;»
«Δύο» είπε εκείνος, ανίκανος να συνειδητοποιήσει τι εννοούσε η γυναίκα που γελούσε σαν μαινάδα μπροστά του.
«Άρα βλέπεις!» του είπε. «Δεν είναι αυτό το πρόβλημα!»
«Τι εννοείς, διάολε;» ρώτησε εκείνος και σηκώθηκε. Άρχισε να βαδίζει νευρικά, περνώντας τα δάχτυλά του μέσα από τα μαλλιά του.
«Απλά ήθελα να δω αν βλέπεις» του είπε ήρεμα.
«Και;» ρώτησε εκείνος σαν χαζός.
«Βλέπεις» του είπε.
«Τι σημαίνει αυτό; Ότι με ήθελες κολασμένα και δεν τον έβλεπα;» την ειρωνεύτηκε.
«Ρεμί, σε παρακαλώ, λύσε το θέμα που έθιξα και άσε το παρελθόν πίσω μας. Δεν έχει σημασία αν σε ήθελα και πόσο και αν ήμουν καλή στο κρεβάτι. Το θέμα είναι ότι θέλω κάποιον στη ζωή μου και για να γίνει αυτό πρέπει να με διευκολύνεις. Τώρα σε αφήνω γιατί δεν έχουμε όλοι άπλετο χρόνο» του είπε χιουμοριστικά και αφού του πέταξε ένα φιλί στον αέρα, βγήκε από το δωμάτιο.

Ο ήχος που άκουσε πίσω της της θύμισε πολύ τασάκι γυάλινο που σπάει…




Τρίτη, 19 Αυγούστου 2014

κεφάλαιο 23-βόμβα μεγατόνων

Λίγες μέρες αργότερα, η Μαρτίνα απολάμβανε τον ήλιο σε μια μικρή αυλή όπου προτιμούσε να περνάει χρόνο επειδή είχε υπέροχα λουλούδια και μια όμορφη κούνια για τον Ρέμι. Διάβαζε ένα βιβλίο και είχε απορροφηθεί αρκετά όταν άκουσε τον Ρέμι να φωνάζει «μπαμπά» ενθουσιασμένος και γύρισε ξαφνιασμένη προς την πόρτα. Είχαν περάσει τρεις μέρες από τη στιγμή που είπαν στον μικρό την αλήθεια και ακόμα, φυσικά, δεν είχε συνηθίσει την νέα τάξη πραγμάτων. Ο μικρός από την άλλη έδειχνε απόλυτα ευτυχισμένος και είχε συνηθίσει αμέσως να λέει τον Ρεμί «μπαμπά». Και ο Ρεμί έλαμπε ολόκληρος από περηφάνια.

Σήκωσε το γιο του ψηλά και ο μικρός ξεκαρδίστηκε στα γέλια. Τον φίλησε ξανά και ξανά και ο Ρέμι τον έσφιξε με τα παχουλά χεράκια του.
«Μπαμπά, η μαμά διαβάζει ένα βιβλίο κι εγώ παίζω με το φορτηγό μου» είπε ο μικρός όταν τον άφησε κάτω.
«Μπράβο το αγόρι μου» είπε ο Ρεμί και κάθισε δίπλα στην Μαρτίνα. Εκείνη ένιωσε λίγο αμήχανα, αλλά φρόντισε να μην το δείξει.
«Μπαμπά, την αγαπάς τη μαμά;» ρώτησε ο μικρός και πάγωσαν και οι δυο αμέσως. Κοιτάχτηκαν φευγαλέα και η Μαρτίνα κοκκίνισε ολόκληρη. Αυτό το παιδί της την ξάφνιαζε συνέχεια.
«Ο μπαμπάς αγαπάει και σέβεται τη μαμά γιατί του έκανε ένα υπέροχο δώρο. Εσένα» είπε η Μαρτίνα διπλωματικά, αλλά ο Ρέμι δεν πείστηκε. Γιατί ο Ρεμί έκατσε πλάι της; Τι ασκό του Αιόλου είχαν ανοίξει στα καλά καθούμενα;
«Και φιλιέστε;» ρώτησε ο μικρός κοιτώντας τους σταθερά γεμάτος περιέργεια.
«Δεν αγαπιόμαστε με αυτόν τον τρόπο» είπε η Μαρτίνα πάλι. Ο Ρεμί ήταν έτοιμος να ξεκαρδιστεί. «Αλλά αγαπάμε πολύ εσένα και αυτό είναι το σημαντικό».
«Γιατί δεν αγαπιέστε;» επέμεινε ο μικρός. «Επειδή ο μπαμπάς αγαπάει την Ασσάν;». Η Μαρτίνα έχασε για λίγο την υπομονή της αλλά πήρε μια βαθιά ανάσα για να μην ουρλιάξει.
«Ρεμί, θες να απαντήσεις στο γιο σου, σε παρακαλώ;» είπε στον άντρα δίπλα της με συγκεκαλυμμένη ειρωνεία. «Η οξύνοιά του με εκπλήσσει».
«Αγάπη μου» είπε εκείνος ήρεμα στον Ρέμι, που συνέχιζε να τους κοιτάζει «σημασία έχει ότι είμαστε όλοι καλά και ευτυχισμένοι. Δεν είναι απαραίτητο να αγαπάω τη μαμά σαν γυναίκα. Ούτε εκείνη εμένα. Εσένα όμως θα σε φροντίζουμε πάντα» ολοκλήρωσε με έναν τόνο ήρεμο και σταθερό. Πιο σταθερό από τον δικό της. Μάλλον επειδή είχε συνηθίσει στις ξακάθαρες, αποστειρωμένες, άψυχες συζητήσεις.
«Καλά» είπε ο Ρέμι και αναστέναξε βαθιά. Ανασήκωσε τους ώμους και στράφηκε ξανά στο παιχνίδι του. Η Μαρτίνα έπιασε ξανά το βιβλίο της αλλά δεν πρόλαβε να διαβάσει μία γραμμή και ο Ρεμί τη διέκοψε.
«Είπα στη Ναντίν να έρθει να κρατήσει παρέα στον μικρό γιατί θέλω να συζητήσουμε κάτι στη βιβλιοθήκη» της είπε. Η Μαρτίνα έγνεψε θετικά. Σε δέκα λεπτά βρίσκονταν καθισμένοι απέναντι, στο τεράστιο γραφείο του. Ένιωθε τελείως ασήμαντη σε εκείνο το επιβλητικό δωμάτιο και έτρεμε κάθε φορά που έμπαινε, αλλά προσπαθούσε να το ξεπεράσει.
«Αύριο θα συναντηθούμε με την Ασσάν για να μιλήσουμε για την…επαγγελματική σου σταδιοδρομία εδώ. Αν θες» είπε εκείνος ήρεμα. Κοιτώντας της.
«Γιατί πρέπει να είναι και η Ασσάν;»
«Είναι σύμβουλός μου σε πολλά θέματα. Έχουμε σκεφτεί κάτι και πρέπει να σου το εξηγήσουμε και οι δύο. Η Ασσάν έχει ασχοληθεί πολύ».
«Μάλιστα» είπε χαμογελώντας η Μαρτίνα. Ξινά. «Ελπίζω να έχω δικαίωμα επιλογής».
«Φυσικά και ναι. Για ποιον με πέρασες;» ρώτησε θιγμένος.
«Για έναν άντρα που με έχει φυλακίσει» αντέδρασε εκείνη σαν κόμπρα που επιτίθεται στον στόχο της.
«Πάλι τα ίδια; Νόμιζα ότι περνούσες καλά. Τι σου λείπει;»
«Θέλω την ελευθερία μου» του είπε πεισματικά.
«Πας για ψώνια όποτε θες, έχεις αμάξι δικό σου, σου βρήκα δουλειά και έχεις πρόσβαση σε κάθε πολυτέλεια. Τι άλλο θες;»
«Ποια πολυτέλεια; Δεν μπορώ να κάνω γυμναστική και μπάνιο στην πισίνα».
«Θα το κανονίσω».
«Με κοιτάνε όλοι παράξενα».
«Αυτό δεν μπορώ να το αλλάξω. Δεν μπορώ να επέμβω στο DNA σου. Αν μπορούσα θα σε έκανα λιγότερο ψυχρή».
«Δεν υπάρχουν ξένοι σε αυτή τη χώρα; Πρεσβείες; Τι τους έχεις κάνει; Τους έχεις αποκεφαλίσει όλους;» τον ρώτησε αγνοώντας το δεικτικό σχόλιό του.
«Μόνο αυτούς με μεγάλη γλώσσα» είπε εκείνος και χαμογέλασε. Η Μαρτίνα δεν ανταπέδωσε. Προσπαθούσε να είναι σοβαρή γιατί τον τελευταίο καιρό οι συζητήσεις τους έπαιρναν πολύ εύκολα λάθος δρόμο. «Έχουμε αρκετούς και θα έχουμε κι άλλους στο μέλλον γιατί έχω κάτι στο μυαλό μου. Αν θες θα κανονίσω να γνωρίσεις κάποιους αλλά θα πρέπει να είσαι διακριτική σχετικά με τη…σχέση μας και την παραμονή σου εδώ».
«Εννοείς τον εγκλεισμό;».
«Εννοώ την προστασία».
«Το ίδιο πράγμα με άλλα λόγια» του είπε.
«Τι άλλο θες να κάνω;» ρώτησε εκείνος, στα πρόθυρα του εκνευρισμού. Η Μαρτίνα τον κοίταξε και το αίμα της άρχισε να κυλάει στις φλέβες της καυτό. Όταν εστίαζε πάνω του ξεχνούσε και το όνομά της. Το μόνο που θυμόταν ήταν ότι κάποτε ζούσε στην αγκαλιά του και τρεφόταν από τα φιλιά του.
«Θέλω να βρούμε λύση και σε ένα άλλο ζήτημα» του είπε τελικά κι εκείνος ξεφύσησε ανυπόμονα.
«Τι είναι πάλι; Τι θες; Προσωπικό σινεμά; Ελικόπτερο; Βιβλία; Εξοχικό; Τι στο καλό θες πάλι;» τη ρώτησε, προσπαθώντας να καλύψει τον εκνευρισμό του με μικρή επιτυχία.

«Θέλω να μπορώ να έχω εραστή» του είπε και του χαμογέλασε γλυκά. 

Δευτέρα, 18 Αυγούστου 2014

κεφάλαιο 22-ψώνια στο πολυκατάστημα

22


«Έχει έρθει από την Κυριακή, υποτίθεται ότι θα μιλούσαμε για το παιδί, έχω στείλει μήνυμα ότι εκκρεμεί μία συζήτηση και ότι θέλω να τον δω και παραμένει άφαντος» γκρίνιαξε η Μαρτίνα, ανίκανη να συγκρατήσει άλλο την απογοήτευσή της. Δεν μπορούσε να περιμένει άλλο. Έπρεπε να θίξουν μερικά θέματα. Έπρεπε να πουν στο παιδί την αλήθεια. Και το να την αγνοεί δεν έλυνε κανένα πρόβλημα.
«Σε καταλαβαίνω αλλά πρέπει να καταλάβεις κι εσύ εκείνον. Έχει πάρα πολλά στο κεφάλι του, κορίτσι μου. Ο Ρεμί δεν ήταν προορισμένος για να αναλάβει την εξουσία. Ο Ομάρ ήταν. Τώρα έχει στις πλάτες του το κράτος, τις επιχειρήσεις μας, ένα παιδί που δεν ήξερε ότι είχε και επιπλέον πρέπει να βρει έναν τρόπο να παρουσιάσει το γιο του στο λαό χωρίς να ξεσηκωθούν».
«Μα γιατί να ξεσηκωθούν;» απόρησε η Μαρτίνα. Βρισκόταν σε ένα πολυκατάστημα ρούχων και κοιτούσε ένα υπέροχο μπλουζάκι. Είχε καιρό να πάει για ψώνια και της άρεσαν όλα.
«Γιατί είσαι ξένη, γιατί το παιδί είναι εκτός γάμου, γιατί κάθε αχηγός φυλής ονειρεύεται να πάρει ο Ρεμί την κόρη του γυναίκα».
«Δεν μπορούν να βρουν ένα παραθυράκι; Τι θα γίνει; Θα ζούμε μια ζωή στην αφάνεια; Και καλά εγώ, αλλά ο Ρέμι δε φταίει».
«Μην το κοιτάς άλλο. Διάλεξε χρώμα και πάμε στο ταμείο. Θα σου το αγοράσω εγώ».
«Δε χρειάζεται, δεν είναι ανάγκη…» διαμαρτυρήθηκε η Μαρτίνα αλλά ήταν αργά. Το μπλουζάκι ήταν ήδη στο καλάθι.
«Εσύ μας έκανες το μεγαλύτερο δώρο».
«Ήταν…αναπόφευκτο. Με τον Ρεμί…» γέλασε η Μαρτίνα ντροπαλά.
«Μακάρι τα πράγματα να είχαν εξελιχθεί αλλιώς».
«Ναι αλλά είμαι ξένη» είπε η Μαρτίνα, λες και μόνο αυτό ήταν το πρόβλημα.
«Αγάπη να υπάρχει και όλα λύνονται. Το πιστεύεις αυτό, κόρη μου;»
«Όχι. Όχι και τόσο» είπε η Μαρτίνα κοιτώντας το ρολόι της. Ψώνιζαν εδώ και δύο ώρες. Περνούσε υπέροχα. Είχαν περάσει από τα καλλυντικά στα κοσμήματα και τώρα στα ρούχα και παπούτσια. «Καμιά φορά οι συνθήκες κάνουν τα πάντα πολύ δύσκολα. Έως και ακατόρθωτα. Ακόμα και την αγάπη».
«Νόμιζα ότι εσείς οι Άγγλοι είστε ρομαντικοί».
«Όχι όλοι» γέλασε η Μαρτίνα και έβαλε ένα φουλάρι στο καλάθι της. Θα το αγόραζε για την καινούργια φίλη της. «Κάποιοι από εμάς πιστεύουμε ότι στον 21ο αιώνα, η αγάπη και ο έρωτας είναι δυσεύρετες έννοιες».
«Η πίκρα στο βλέμμα σου μου λέει ότι δεν το πιστεύεις πραγματικά».
«Ποια πίκρα; Την αλήθεια λέω. Τι βλέπω γύρω μου; Γυναίκες μόνες, διαζύγια, διαλυμένες οικογένειες, απιστία».
«Υπάρχει και αγάπη, κόρη μου. Δες εμένα με τον άντρα μου».
«Ανήκετε σε άλλη γενιά» είπε η Μαρτίνα.
«Σε μια γενιά που δίναμε ευκαιρίες και συγχωρούσαμε τα λάθη. Αυτό πρέπει να μάθετε εσείς οι νέοι από εμάς».
«Μας μάθανε από τις οικογένειές μας να μη ρίχνουμε νερό στο κρασί μας. Έμαθα να μην εμπιστεύομαι τους άντρες» παραδέχτηκε η Μαρτίνα. Μια κοπέλα την κοιτούσε παραξενεμένη. Μα τόσο διαφορετική έδειχνε πια; Φορούσε μια γαλάζια μαντίλα για να μην προκαλεί, αλλά τα ξανθά τη μαλλιά ξέφευγαν και την πρόδιδαν.
«Μπορεί και να έχεις δίκιο, παιδί μου, αλλά μην απογοητεύεσαι. Βλέπω σε σένα μια αδιόρατη μελαγχολία, μια απαισιοδοξία που πηγάζει από μεγάλο πόνο. Δε γεννήθηκες έτσι. Μακάρι να βρεις τη χαρά που σου αξίζει».
«Σας ευχαριστώ πολύ» είπε η Μαρτίνα και χαμογέλασε ζεστά. Τα μάτια της ήταν έτοιμα να δακρύσουν αλλά κατάφερε να συγκρατηθεί.
«Περνάω πολύ ωραία μαζί σας. Δεν το περίμενα!»
«Γιατί; Επειδή είμαι μεγάλη, μουσουλμάνα, ή επειδή είμαι αυτή που είμαι;»
«Μάλλον για όλα» παραδέχτηκε ντροπαλά η Μαρτίνα.
«Η Οσεάνα σπάει όλα τα στερεότυπα. Θα το δεις όσο περισσότερο ζεις εδώ και θα αγαπήσεις τον τόπο σαν να είναι δικός σου».
«Πώς είναι δυνατόν; Νιώθω τόσο ανώνυμη εδώ…»
«Δεν είναι κακό αυτό. Δες εμένα. Σπάνια βγαίνω έξω ασυνόδευτη, λόγω θέσης. Αυτό που κάνουμε τώρα, είναι για μένα ό,τι πιο ριψοκίνδυνο έχω κάνει εδώ και καιρό. Μπορεί να καλύπτω το πρόσωπό μου με τη μαντίλα, αλλά είναι εύκολο να με αναγνωρίσουν και θα γίνει σούσουρο το τι κάνω εδώ και μάλιστα μαζί σου. Αλλά είναι τόσο όμορφο να νιώθεις…ξένη. Κανείς δεν ασχολείται μαζί σου. Τι κάνεις, πού πας. Πίστεψέ με. Όταν μαθευτεί ο ρόλος σου, θα αναπολείς την ιδιωτικότητά σου».
«Θα με κυνηγάνε παπαράτσι;» γέλασε η Μαρτίνα. «Πάμε να πληρώσουμε;» ρώτησε τελικά την άλλη γυναίκα.
«Άντε, πάμε!» συμφώνησε. «Έχουμε να πάρουμε και ρούχα και παιχνίδια για τον μικρό».
«Θα τον κακομάθετε» γέλασε η Μαρτίνα.

«Έναν εγγονό έχω! Έχω κάθε δικαίωμα» γέλασε η μητέρα του Ρεμί.

Παρασκευή, 15 Αυγούστου 2014

κεφάλαιο 21-ζήλια μου...



Η έκθεση τουρισμού τελείωσε την Πέμπτη, αλλά το χρυσοζεύγαρο επέστρεψε την Κυριακή τελικά. Η Ναντίν την ενημέρωσε ότι ο μεγαλειότατος συνδύασε την επίσκεψη με επιπλέον δραστηριότητες και γιαυτό καθυστέρησαν λιγάκι. Η Μαρτίνα δεν πίστεψε κουβέντα. Στο μυαλό της είχε καρφωθεί η εξής εικόνα: Ο Ρεμί με τζιν σκούρο και λευκό πουκάμισο και η Ασσάν με ένα μακρύ φόρεμα και ψηλά τακούνια, χωρίς μαντίλα, με τα υπέροχα μαλλιά της χυμένα στην πλάτη της, να περπατούν χέρι χέρι και να τρώνε παγωτό κάτω από τον Πύργο του Άιφελ. Δεν ήξερε γιατί της είχε κολλήσει αυτή η εικόνα, αλλά ήταν τόσο λεπτομερής, που νόμιζε ότι μπορούσε να προβλέψει ακόμα και τη γεύση του παγωτού. Σοκολάτα για τον Ρεμί και γιαούρτι αγριοκέρασο για την Ασσάν.

Με το παιδί μιλούσε συνεχώς. Τον έπαιρνε δύο φορές τη μέρα. Ήταν τόσο τυπικός με τοn Rέμι, τόσο τρυφερός και δοτικός στα λόγια και τις πράξεις, που δεν είχε να του προσάψει τίποτα. Την εκνεύριζε που ήταν τόσο καλός πατέρας. Χαιρόταν, αλλά την εκνεύριζε. Γιατί της έδειχνε πόσο τρυφερός μπορούσε να γίνει όταν ήθελε. Βέβαια και μαζί της ήταν πολύ γλυκός τότε. Πολύ περιποιητικός. Αλλά η ίδια δεν ένιωθε άνετα με την τρυφερότητά του και συχνά του έβαζε όρια. Εκείνος δεν αποκαρδιωνόταν όμως. Συνέχιζε. Της έπαιρνε δώρα, λουλούδια, σοκολατάκια και την πήγαινε σε όμορφα εστιατόρια. Τη ράντιζε με κομπλιμέντα και τη στήριζε με τη μουσική της. Απλώς η ίδια δεν είχε συνηθίσει σε τόσες φιλοφρονήσεις και της φαινόταν κάπως ξένο όλο αυτό, κάπως προσποιητό.

Την Κυριακή το βράδυ λοιπόν άκουσε φασαρία στον κάτω όροφο και κατάλαβε ότι είχε γυρίσει ο Ρεμί. Σε ελάχιστα λεπτά, άκουσε την πόρτα της να χτυπάει και πήγε να ανοίξει. Δεν ήξερε πώς έπρεπε να συμπεριφερθεί. Χαιρόταν που τον έβλεπε, ένιωθε λίγο πιο σίγουρη όταν ήταν εκεί, αλλά από την άλλη…δεν ήξερε πώς να του δείξει ότι χαιρόταν χωρίς να του δώσει λάθος μηνύματα.
«Καλωσόρισες» του είπε μόλις τον είδε. Κατέβασε αμέσως τα μάτια της και κοίταξε τα πόδια της, γιατί το όμορφο πρόσωπό του δεν είχε χάσει ούτε ένα χιλιοστό της εντυπωσιακής αρρενωπότητας του. Ούτε το κορμί του.
«Δεν πειράζει που δεν φοράς παπούτσια. Είσαι στο δωμάτιό σου» την πείραξε εκείνος, κάνοντας πλάκα για το γεγονός ότι κοιτούσε τα πόδια της λες και δεν τα είχε ξαναδεί. «Πού είναι το παιδί;» μπήκε αμέσως στο ψητό.
«Κι εγώ καλά είμαι, ευχαριστώ» του είπε και του έδειξε με μια χειρονομία ότι ο μικρός ήταν στο διπλανό δωμάτιο. «Κοιμάται».
«Μπορώ να τον δω λιγάκι; Δε θα τον ξυπνήσω» της είπε σχεδόν παρακλητικά και η Μαρτίνα έγνεψε θετικά. Ο,τι και να συνέβαινε μεταξύ τους, ένα πράγμα ήταν σίγουρο. Ως πατέρας μέχρι στιγμής δεν την είχε απογοητεύσει ούτε μία φορά.

Ο Ρεμί πήγε στο δωμάτιο του μικρού και ακούμπησε ένα τρυφερό φιλί στο κεφαλάκι του. Ο Ρέμι αναδεύτηκε αλλά δεν ξύπνησε. Ευτυχώς δηλαδή, γιατί μετά δε θα κοιμόταν με τίποτα. Έκλεισαν την πόρτα προσεκτικά και επέστρεψαν στο δωμάτιό της.
«Πέρασες καλά;» τον ρώτησε εκείνη. «Έκανες όλα όσα ήθελες;».
«Και με το παραπάνω» χαμογέλασε εκείνος. Η Μαρτίνα δεν κατάλαβε αν υπήρχε κάποιο υπονοούμενο.
«Χαίρομαι που πέρασες καλά» του απάντησε. Και περίμενε να δει τι θα της απαντήσει.
«Για δουλειά πήγα» διευκρίνισε ο Ρεμί, λες και κατάλαβε για ποιο πράγμα τον κατηγορούσε.
«Μία ολόκληρη βδομάδα δουλειά; Και οι έξτρα μέρες; Κι αυτές δουλειά; Σίγουρα θα διασκέδασες και λιγάκι» σούφρωσε τα χείλη της.
«Η αλήθεια είναι ότι πέρασα καλά γιατί είχα καιρό να πάω Παρίσι. Έχω κάτι φίλους εκεί και η Ασσάν είναι πολύ καλή παρέα».
«Είμαι σίγουρη».
«Ζηλεύεις;»
«Γιατί το λες αυτό;» ρώτησε θιγμένη.
«Φαίνεσαι λίγο…θυμωμένη».
«Να σου πω την αλήθεια, ο μικρός σε περίμενε και του φάνηκαν ατελείωτες οι ημέρες. Αλλά εγώ δεν έχω παράπονο. Έκανα ένα σωρό πράγματα» του είπε. Υπήρχε μια δόση αλήθειας σε όλο αυτό.
«Ώστε του φάνηκαν ατελείωτες οι μέρες;» ρώτησε χαμογελαστός εκείνος.
«Πατέρας του είσαι».
«Παρεμπιπτόντως…»
«Λέω να του το πούμε αύριο».
«Πού ξέρεις τι…»
«Σε καταλαβαίνω» του είπε και τον κοίταξε. Εκείνος φάνηκε να αιφνιδιάστηκε.
«Μάλιστα» είπε εκείνος και έτριψε το σαγόνι του νευρικά. «Καταλαβαίνεις και τι σκέφτομαι αυτή τη στιγμή;» τη ρώτησε ήρεμα. Η Μαρτίνα τον κοίταξε για λίγο. Απόλαυσε κάθε στιγμή, κάθε εκατοστό του προσώπου του, τα σαρκώδη χείλη, το θεληματικό πηγούνι, τα αδρά χαρακτηριστικά, το σκοτεινό βλέμμα του καρφωμένο στο πρόσωπό της.
«Δεν…δεν μπορώ να καταλάβω» ψέλλισε με δυσκολία, γιατί το μυαλό της είχε αρχίσει να ξεστρατίζει.

«Καλύτερα» απάντησε εκείνος και μετά από μια βαθιά υπόκλιση, έφυγε από το δωμάτιό της.

Πέμπτη, 14 Αυγούστου 2014

Κεφάλαιο 20-μαχαιριά από τη νταντά...

20

Με την Ασσάν πήγε στο Παρίσι. Αυτό έμαθε η Μαρτίνα δύο μέρες μετά. Η Ναντίν έπαιζε με τον μικρό και όταν ο Ρέμι τη ρώτησε πότε θα γυρίσει ο Ρεμί, του απάντησε ότι θα γυρνούσαν την Πέμπτη. Η ημέρα ήταν Κυριακή. Ο μικρός ρώτησε αν ο Ρεμί είχε πάει μόνος και η Ναντίν απάντησε αμήχανα ότι πήγε με την Ασσάν.

Η Μαρτίνα δεν κρατήθηκε και ρώτησε πώς και είχαν πάει μαζί. Η Ναντίν, πάλι αμήχανα, απάντησε ότι η Ασσάν είναι η πρώτη του χαρεμιού, η «σουλτάνα», και ως εκ τούτου έχει πολλές αρμοδιότητες. Εκπροσωπεί το γυναικείο φύλο στη χώρα και συνοδεύει τον Ρεμί όταν χρειάζεται κάποια μαζί του σε επίσημες εκδηλώσεις όπως αυτή. Η Μαρτίνα σκέφτηκε ότι αν είχε πάρει ένα μαστίγιο με εφτά ουρές και την είχε χτυπήσει στην πλάτη, λιγότερο θα είχε τσούξει.

«Θα είναι αξιόλογη γυναίκα» είπε αδιάφορα, αλλά δεν κατάλαβε ότι με αυτό το σχόλιό της προκάλεσε τη Ναντίν να της αραδιάσει τα προσόντα της άλλης κοπέλας.
«Βέβαια» είπε όλο θαυμασμό η Ναντίν. «Η Ασσάν έχει σπουδάσει διοίκηση επιχειρήσεων και έχει κάνει μεταπτυχιακό στις τουριστικές επιχειρήσεις. Είναι υπεύθυνη για την εικόνα του κράτους μας στο εξωτερικό και γενικά έχει εργαστεί πολύ για να βελτιώσει τον τουρισμό στη χώρα μας» είπε. «Και είναι και πολύ προσιτή και πολύ όμορφη» την αποτέλειωσε.
«Το πολύ όμορφη το είδα» είπε η Μαρτίνα «αλλά το πολύ προσιτή…μου διέφυγε».
«Οι κοπέλες του χαρεμιού…είναι λίγο ανταγωνιστικές» γέλασε η Ναντίν και η Μαρτίνα θυμήθηκε αμέσως τη σύντομη συνάντησή της με τη Σαχράν . «Αλλά η Ασσάν είναι διαφορετική. Μιλάει ακόμα και στους υπηρέτες!».
Η Μαρτίνα κάγχασε με αυτό το σχόλιο.«Μεγάλη τιμή σας!» γέλασε. «Σιγά τη βασίλισσα».
«Η πρώτη του χαρεμιού είναι πολύ σημαντικό πρόσωπο για εμάς. Χαίρει μεγάλου σεβασμού. Όλοι ελπίζουμε ότι κάποια μέρα θα παντρευτεί με τον μεγαλειότατο και θα κάνουν όμορφα παιδάκια» είπε η Ναντίν ρομαντικά .Ο Ρέμι δεν αντέδρασε αλλά το άκουσε το σχόλιο.
«Μακάρι. Τι να πω;» είπε τάχαμ αδιάφορα η Μαρτίνα και κάθισε κι αυτή στο πάτωμα. «Ναντίν, δε θα σε χρειαστώ άλλο σήμερα. Θα παίξω με τον μικρό λιγάκι και θα περάσουμε τη μέρα μαζί. Γιατί δεν πας να ξεκουραστείς;»
«Σας ευχαριστώ πολύ, κυρία» είπε η κοπέλα και ίσιωσε λιγάκι τη μαντίλα της.
«Μαρτίνα είπαμε» τη διόρθωσε η Μαρτίνα αλλά η κοπέλα αρκέστηκε μόνο στο να χαμογελάσει.

Πέρασε την υπόλοιπη μέρα με το γιο της, παίζοντας μαζί του. Έκαναν μια μεγάλη βόλτα στον κήπο και κανόνισε με τον Σαράμ, ο οποίος ήταν ξαφνικά πιο συνεργάσιμος αλλά σταθερά απόμακρος και αγενής, να πάει μια βόλτα την επόμενη μέρα στην πόλη. Είχε ζητήσει ένα αυτοκίνητο και έναν οδηγό μέχρι να μάθει να κυκλοφορεί άνετα στους δρόμους της πόλης και δεν της είχε φέρει αντίρρηση. Θα έφευγαν αύριο στις 10 το πρωί και θα γυρνούσαν έγκαιρα για το γεύμα. Είχε ήδη στο μυαλό της 3-4 πραγματάκια που χρειαζόταν άμεσα.

Το βράδυ έκανε ένα ντους τον μικρό και μετά ξάπλωσαν μαζί στο κρεβάτι του για να του διαβάσει ένα παραμύθι πριν κοιμηθεί. Το παραμύθι μιλούσε για μια μικρή πριγκίπισσα, που γκρίνιαζε συνεχώς και οι γονείς της ανησυχούσαν πολύ για εκείνη, επειδή δεν έδειχνε να εκτιμάει τίποτα από όλα όσα της πρόσφεραν γενναιόδωρα. Μόλις τέλειωσε το παραμύθι, ο μικρός ήταν ακόμα ζωηρός. Η Μαρτίνα παραξενεύτηκε γιατί ήξερε ότι πάντα κοιμόταν λίγο πριν το τέλος των παραμυθιών.
«Μάμι, εγώ δε θέλω ο Ρεμί να κάνει άλλα παιδάκια» είπε ξαφνικά ο γιος της και η Μαρτίνα πάγωσε. Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα για να συνειδητοποιήσει τι της είχε πει ο μικρός. Ώστε αυτός ήταν ο λόγος που ο μικρός δεν μπορούσε να κοιμηθεί.
«Και γιατί παρακαλώ;» τον ρώτησε εκείνη χαμογελώντας ζεστά.
«Γιατί δε θα αγαπάει εμένα μετά» είπε ο μικρός με κάθε ειλικρίνεια. Η Μαρτίνα χάιδεψε τα μαύρα μαλλάκια του.
«Θα συνεχίσει να σε αγαπάει για πάντα γιατί είσαι αξιολάτρευτος» του είπε ζεστά και τον φίλησε.
«Έναν τέτοιον μπαμπά θέλω κι εγώ» είπε ο μικρός παραπονιάρικα. Η Μαρτίνα ένιωσε καυτά δάκρυα να απειλούν την φαινομενική ηρεμία της. Το φοβόταν αυτό. Πόσο πολύ το φοβόταν…
«Ρέμι, όταν γυρίσει ο Ρεμί, θα κάνουμε μια συζήτηση οι τρεις μας» του είπε ήρεμα.
«Εγώ θέλω να γίνει μπαμπάς μου ο Ρεμί» είπε πεισματικά και μόνο τότε συνειδητοποίησε η Μαρτίνα ότι είχε προσφέρει τα πάντα στο παιδί της, αλλά η απουσία πατέρα ήταν κάτι που δεν μπορούσε να καλύψει. Δεν ωφελούσε να το αποφεύγει. Ο Ρεμί ήταν πια αναπόσπαστο μέρος της ζωής της με το γιο της. Δεν μπορούσε να τους χωρίσει κι ας ήθελε.
 «Κοιμήσου, καρδούλα μου» τον σκέπασε με την κουβερτούλα του «και μπορεί αυτό που θες να γίνει αλήθεια».

Η Μαρτίνα δεν κοιμήθηκε καλά εκείνο το βράδυ γιατί σκεφτόταν όσα της είχε πει ο γιος της. Ο Ρέμι χρειαζόταν πατέρα και μάλιστα τον Ρεμί. Και ο Ρεμί έδειχνε έτοιμος να αναλάβει το ρόλο. Και εκείνη, δεν μπορούσε να σταθεί εμπόδιο.




Τετάρτη, 13 Αυγούστου 2014

κεφάλαιο 19-τα κεφάλαια πάντα μικρούτσικα ήταν, απλά σε αυτή την ιστορία τα έκανα λίγο πιο μεγάλα. Επιστρέφω στα μικρούτσικα!


«Ο μεγαλειότατος δεν μπορεί να σας δεχτεί» της είπε ο Σαράμ κατά τις πέντε το απόγευμα. Η Μαρτίνα είχε ξεκινήσει νωρίς τη μέρα της και είχε αποφασίσει να του μιλήσει για όλα τα θέματα που την απασχολούσαν. Είχε στείλει γραπτό μήνυμα με έναν υπάλληλο του παλατιού ότι θα ήθελε να τον συναντήσει στις πέντε το απόγευμα, αλλά δεν έλαβε ποτέ απάντηση. Και τώρα, στεκόταν σαν ηλίθια έξω από την τεράστια ξύλινη πόρτα και κανείς δεν της έλεγε πότε θα μπορούσε να τη δει ο Ρεμί και γιατί ήταν τόσο απασχολημένος.
«Μπορείτε να μου πείτε τι ώρα θα μπορεί;» ρώτησε η Μαρτίνα κοιτώντας τον σταθερά. Ήθελε να του δείξει ότι δεν τον φοβόταν. Και ίσχυε.
«Ο μεγαλειότατος δε με ενημερώνει για το πρόγραμμά του. Όταν ευκαιρήσει, θα τον ενημερώσω ότι ήρθατε και αν επιθυμεί, θα σας καλέσει» της είπε και της γύρισε την πλάτη. Κάθισε σε ένα μικρό γραφείο έξω από το τεράστιο δωμάτιο που στεγαζόταν το γραφείο και βιβλιοθήκη του Ρεμί.
«Έχω στείλει μήνυμα από το πρωί ότι θα ήθελα να τον δω» του είπε και σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος. Ο άντρας συνέχισε να πληκτρολογεί κάτι στον υπολογιστή του.
«Συνήθως χρειάζονται δέκα μέρες αναμονής για να δει κάποιος τον μεγαλειότατο» γέλασε εκείνος χωρίς να την κοιτάει. «Αν είναι τυχερός».
«Εγώ είμαι η μητέρα του παιδιού του όμως» είπε η Μαρτίνα ξερά. «Δε χρειάζομαι ραντεβού για να τον δω».
«Είμαι εδώ για να φροντίζω να μην τον ενοχλούν. Ο χρόνος του είναι πολύτιμος. Παρακαλώ να αποχωρήσετε».
«Ρεμί» ούρλιαξε ξαφνικά εκείνη, σπάζοντας την εκκωφαντική σιωπή που επικρατούσε στο παλάτι. Ο άντρας σηκώθηκε απότομα και την πλησίασε απειλητικά, αλλά σταμάτησε απότομα. Μάλλον οι εντολές του Ρεμί ήταν να μην την αγγίζει.

Μερικά δευτερόλεπτα μετά, είδε το Ρεμί να ανοίγει ανήσυχος την πόρτα. Τα φρύδια του ήταν σμιγμένα και το βλέμμα του φουρτουνιασμένο.
«Τι συνέβη; Είσαι καλά; Σε πείραξε κανείς;» τη ρώτησε κοιτώντας μία εκείνη μία τον Σαράμ.
«Όχι, είμαι μια χαρά» τον διαβεβαίωσε εκείνη. «Απλώς σου έχω στείλει μήνυμα από το πρωί ότι θα ήθελα να σε δω. Δεν έλαβα απάντηση και θεώρησα ότι ίσχυε το ραντεβού στις πέντε. Αλλά ο βοηθός σου από εδώ αρνήθηκε να σε ενημερώσει ότι περιμένω και για άλλη μία φορά δυσκόλεψε τη ζωή μου» του είπε.
Ο Ρεμί μίλησε στον Σαράμ στα αραβικά, ήρεμα αυτή τη φορά, και μετά στράφηκε στην ίδια.
«Δεν πήρα ποτέ το μήνυμα. Έχω μια συνάντηση. Μπορείς να περιμένεις λιγάκι ή θες να γυρίσεις στο δωμάτιό σου και να στείλω να σε ενημερώσουν μόλις τελειώσω;» της πρότεινε ήρεμα, αν και έβλεπε ότι όλη αυτή η κρίση τον είχε αναστατώσει.
«Θα περιμένω, ευχαριστώ. Δε ρισκάρω να χάσω την ευκαιρία να μιλήσω με τον μεγαλειότατο» του είπε, μην μπορώντας να συγκρατήσει την ειρωνεία της.
«Σου έχω πει να μου μιλάς πιο ευγενικά όταν είμαστε μπροστά σε κόσμο» της είπε εκείνος σφίγγοντας τα δόντια του. Η Μαρτίνα δεν απάντησε. Κάθισε σε ένα σκαλιστό καναπέ έξω από το γραφείο και πήρε ένα περιοδικό να χαζέψει. Ήταν γραμμένο στα αραβικά αλλά προσποιήθηκε ότι την ενδιέφερε πολύ.

Περίπου είκοσι λεπτά μετά, και ενώ είχε αρχίσει να βαριέται πολύ, η πόρτα του γραφείου του Ρεμί άνοιξε, και από μέσα βγήκε η Ασσάν. Ο Ρεμί τής άνοιξε την πόρτα. Γελούσαν και οι δύο με κάτι που είχε πει η πανέμορφη κοπέλα και στάθηκαν λιγάκι στην πόρτα για να αποχαιρετιστούν. Ο Σαράμ χαμογέλασε και στους δύο και είπε κάτι στα αραβικά. Η Μαρτίνα ένιωσε ξαφνικά πολύ παράταιρη. Οι τρεις τους έδειχναν να γελάνε άνετα και να την αγνοούν. Και εκείνη δεν μπορούσε καν να καταλάβει τι στο καλό έλεγαν.
Η Ασσάν χαμήλωσε ευγενικά το κεφάλι σε μια βαθιά υπόκλιση και κατέβασε τα μάτια ντροπαλά. Η Μαρτίνα κόντεψε να γελάσει, αλλά κρατήθηκε. Γελάκια, υπόκλιση και ντροπαλότητα. Κάτι δεν κολλούσε σε όλο αυτό. Μόλις η Ασσάν έφυγε, χωρίς να τη χαιρετίσει καν σημειωτέον, ο Ρεμί τής έκανε νόημα (!) να μπει στο γραφείο. Η Μαρτίνα ξαφνικά ένιωσε τα γόνατά της να λυγίζουν, αλλά κατάφερε να καλύψει την μικρή απόσταση και να καθίσει στην καρέκλα απέναντι από το γραφείο του Ρεμί. Το δωμάτιο μύριζε ακόμα το έντονο άρωμα της Ασσάν. Η κοπέλα ήξερε να κάνει αισθητή την παρουσία της.
«Λοιπόν, τι με ήθελες;» είπε εκείνος πληκτρολογώντας κάτι στο λάπτοπ του. Το καινούργιο λάπτοπ του.
«Καταρχήν θα ήθελα την προσοχή σου» του είπε αυστηρά και τον ανάγκασε να την κοιτάξει.
«Πες μου» είπε εκείνος κοιτώντας τη χαμογελαστός. Η Μαρτίνα σάστισε λιγάκι αλλά πήρε φόρα και ξεκίνησε.
«Θέλω να διαπραγματευτούμε τους όρους κράτησης» του είπε.
«Βαριές λέξεις χρησιμοποιείς» της είπε εκείνος αλλά η Μαρτίνα δεν αποκαρδιώθηκε.
«Εφόσον δεν έχω δικαίωμα να φύγω, κρατούμαι» του διευκρίνισε. «Θέλω λοιπόν να ξεκαθαρίσουμε μερικά πράγματα. Θέλω να μπορώ να πηγαίνω στην πόλη και να ψωνίζω όποτε θέλω. Να οδηγώ και να έχω την ανεξαρτησία μου. Να μου βρεις κάτι να απασχολούμαι γιατί βαριέμαι αφόρητα και να βρεις λίγη λογική και να βρούμε έναν τρόπο να μπορούμε να πηγαίνουμε και στην Αγγλία και να ερχόμαστε κι εδώ. Δεν είναι βιώσιμο να μείνουμε εδώ μόνιμα» του είπε χωρίς να πάρει ανάσα.
«Δεν είμαι ακόμα έτοιμος να αποχωριστώ τον μικρό» είπε εκείνος με βλέμμα ειλικρινές.  «Θέλω να μείνετε λίγο ακόμα και ίσως βρω κάποια καλύτερη φόρμουλα. Εντωμεταξύ εγώ θα πρέπει να λείψω τέσσερις μέρες στο Παρίσι».
«Παρίσι;» είπε η Μαρτίνα με ανάμεικτο ενθουσιασμό και περιέργεια.
«Ναι, θα πάμε σε μια διεθνή έκθεση τουρισμού» είπε εκείνος αδιάφορα, χωρίς να προσδιορίζει με ποιον θα πήγαινε.
«Εγώ τι θα κάνω; Αυτόν εκεί έξω τον φοβάμαι και βαριέμαι όλη τη μέρα εδώ μέσα. Παρακάλεσα τα κορίτσια να με αφήσουν να μαγειρεύω έστω, αλλά κανείς δε μου απευθύνεται. Και επιτέλους, θέλω να πάω να ψωνίσω μερικά πράγματα. Τι άνθρωπος είσαι εσύ; Ξέρεις πόσο πολύ καταπιέζομαι και δε σε νοιάζει καθόλου;».
«Αν θέλεις να μαγειρεύεις θα το κανονίσω. Τι θες να ψωνίσεις;» τη ρώτησε.
«Σερβιέτες» του είπε ξερά.
«Θα στείλω να σου πάρουν» είπε εκείνος κρύβοντας το σοκ του. Δεν περίμενε τέτοια απάντηση μάλλον. «Γι΄ αυτό έχεις τόσα νεύρα;» την αιφνιδίασε.
«Νεύρα έχω γιατί δεν έχω τι να κάνω και γιατί με έχεις φυλακίσει» του είπε.
«Σε έχω φυλακίσει σε ένα παλάτι» είπε εκείνος λες και αυτό άλλαζε κάτι.
«Ρεμί, δεν συνεννοούμαστε εμείς οι δύο».
«Αυτό νομίζω ότι το έχουμε κατοχυρώσει».
«Ναι, αλλά δε γίνεται να συνεχίσουμε έτσι».
«Θες να χωρίσουμε;» γέλασε εκείνος και η Μαρτίνα χαμογέλασε άθελά της.
«Νομίζω ότι είναι η καλύτερη λύση» του είπε εκείνη χιουμοριστικά.
«Κοίτα να δεις…» είπε εκείνος και σοβαρεύτηκε. «Θα γυρίσουμε από Παρίσι και μετά θα συζητήσουμε πιο σοβαρά».
«Και αν το σκάσω μέχρι τότε;» τον ρώτησε διερευνητικά.
«Δεν έχεις διαβατήριο και έχω βάλει περίπου δέκα άτομα να σε φυλάνε» απάντησε εκείνος χαμογελώντας σαν τη γάτα που είχε καταπιεί ποντικό.
«Ρεμί, θα βρω τρόπο να σε εκδικηθώ» του είπε εκείνη ήρεμα ενώ πλησίασε την πόρτα.
«Μαρτίνα» είπε εκείνος βραχνά και εκείνη σταμάτησε ακαριαία και γύρισε να τον κοιτάξει. Το στομάχι της αναδεύτηκε και ένα καυτό κύμα τη διαπέρασε. Πάντα ανατρίχιαζε όταν τον άκουγε να λέει το όνομα της. Ειδικά τόσο βραχνά, τόσο προκλητικά, με ένα πέπλο ερωτισμού και επικινδυνότητας…
«Τι είναι;» τον ρώτησε χωρίς να μπορεί να τον κοιτάξει στα μάτια. Αν τον κοιτούσε, ήξερε ότι εκείνος θα διάβαζε πόσο πολύ την είχε επηρεάσει με μία μόνο λέξη.
«Μην εκπλαγείς αν μου αρέσει».


Τρίτη, 12 Αυγούστου 2014

κεφάλαιο 18-με αγάπη από νάξο

Τι ακριβώς είχε συμβεί και γιατί όλο το βράδυ έβλεπε τον Ρεμί στον ύπνο της; Μετά τη συζήτηση που είχαν όλα στο μυαλό της γύριζαν σαν μια δίνη που κατάπινε κάθε ψήγμα λογικής. Όλα όσα ήξερε είχαν αλλάξει, όλα όσα φοβόταν είχαν επιβεβαιωθεί. Αλλά δεν ήξερε πώς να νιώσει, πώς να διαχειριστεί όλες αυτές τις καινούργιες πληροφορίες που προέκυψαν όχι μόνο από την πλευρά του Ρεμί, αλλά και από εκείνη την ίδια, από την καρδιά της, από τα πιο σκοτεινά και πιο ανεξερεύνητα μέρη της ψυχής της.

Την είχε αφήσει χωρίς να κοιτάξει πίσω του και ο μικρός της γιος χώθηκε με φόρα στο κρεβάτι μαζί της. Δεν είχε ώρα να σκεφτεί όσα είχαν ειπωθεί μέχρι που ο μικρός κοιμόταν γαλήνια στο κρεβατάκι του. Αλλά όταν έκλεισε το φως του κομοδίνου της και μπόρεσε να κλείσει τα μάτια της, ήρεμη ότι το παιδί της είχε μια όμορφη μέρα, άρχισε να σκέφτεται. Ο ύπνος την πήρε γρήγορα. Και στον ύπνο της είδε ότι περπατούσε με τον Ρεμί σε έναν κήπο με τριαντάφυλλα και όταν της έκοψε ένα τριαντάφυλλο, τρύπησε το δάχτυλό του και γέμισε το λευκό της φόρεμα με αίματα. Ήταν ένα όμορφο όνειρο που κατέληξε σε εφιάλτη. Ακριβώς όπως η σχέση τους.

Το πρωί που ξύπνησε, πριν από τον γιο της, έμεινε στο κρεβάτι αναποφάσιστη για το αν έπρεπε να συναντήσει τον Ρεμί, όπως του είχε προαναγγείλει. Αν τον συναντούσε, η αμηχανία της θα ήταν τόσο εμφανής που εκείνος θα τη χρησιμοποιούσε εναντίον της. Αν ακύρωνε το ραντεβού, εκείνος θα καταλάβαινε ότι τον φοβόταν. Αλλά δεν τον φοβόταν. Τον εαυτό της φοβόταν. Γιατί ακόμα και μετά από τόσα χρόνια, τόση πίκρα, τόση απογοήτευση, αυτός ο άντρας έβρισκε το δρόμο προς την καρδιά της. Και παρόλο που νόμιζε ότι είχε ξεχάσει να νιώθει, χθες το βράδυ συνειδητοποίησε με μεγάλο τρόμο, ότι ένιωθε. Και δυστυχώς για τον ίδιο άντρα. Τον μόνο άντρα τον οποίο είχε ποθήσει και αγαπήσει. Τα συναισθήματα είχαν ατονήσει, αλλά ήταν εκεί. Η καρδιά της φτερούγισε όταν έκατσε στο κρεβάτι της, απέναντί της, και την κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια. Ανατρίχιασε όταν της είπε ότι του αρέσει ακόμα. Είχε καιρό να πάρει την επιβεβαίωση από κάποιον άντρα και ειδικά από έναν τόσο εντυπωσιακό άντρα. Έναν άντρα με ατελείωτη δύναμη. Έναν άντρα με…χαρέμι. Αλλά η απογοήτευση που ένιωσε όταν της είπε ότι δε την θέλει, αυτή η αίσθηση της καρδιάς της να βουλιάζει μέσα στην απελπισία ήταν η χαριστική βολή.

Δεν της άρεσε αυτό που άκουσε, παρόλο που δε θα ήξερε σε καμία περίπτωση πώς να διαχειριστεί το αντίθετο. Αλλά δεν ήθελε να το ξέρει. Καλύτερα να μην το ήξερε. Το υποπτευόταν και το έβλεπε ότι δεν την ήθελε. Της το επαναλάμβανε με λόγια και με πράξεις. Και δεν τον αδικούσε. Αν το χαρέμι του είχε κοπέλες σαν αυτές που είχε δει, δεν είχε τίποτα να θελήσει από εκείνη. Τίποτα παραπάνω από μια ψυχρή γυναίκα με σώμα που είχε γεννήσει, με λιγότερη ανεμελιά και περισσότερη λογική.

Όλα στο μυαλό της ήταν τόσο μπερδεμένα…Δεν ήξερε τι να κάνει. Να πήγαινε να τον συναντήσει ή όχι; Και τι να του έλεγε; Ότι θέλει να μείνει ή ότι θέλει να φύγει; Να διεκδικούσε πιο φιλελεύθερους όρους κράτησης; Ο μικρός περνούσε τέλεια. Γελούσε συνέχεια και μιλούσε για το μέλλον του σαν να θεωρούσε δεδομένο ότι θα έμεναν εκεί. Και η σχέση του με τον Ρεμί δυνάμωνε συνέχεια. Η ψυχολόγος που είχε έρθει τρεις φορές είχε πει στην Μαρτίνα ότι ο μικρός χρειαζόταν ένα αντρικό πρότυπο και τώρα που το είχε βρει ήταν αναμενόμενο να προσκολληθεί πάνω του. Της έλειπε η ζωή της στην Αγγλία. Ο κόσμος, η φύση και η δουλειά της. Δε θα μπορούσε να περάσει πάνω από μία βδομάδα ακόμα κάνοντας τίποτα. Είχε συνηθίσει να δουλεύει και βαριόταν. Ακόμα και η καλοπέραση και η τεμπελιά είχαν ένα όριο. Και αυτή είχε φτάσει σε αυτό το όριο. Ήξερε ότι πολλές γυναίκες θα γελούσαν με την πρόθεσή της να ανταλλάξει την απόλυτη χαλάρωση με μια κανονική δουλειά, αλλά ακόμα και ο Παράδεισος ήταν βαρετός αν δεν είχες κάτι να κάνεις. 

Δευτέρα, 11 Αυγούστου 2014

κεφάλαιο 17-φεύγω για διακοπουλες μετά του συντρόφου. Μη λυσσάξετε!


Η Μαρτίνα κλείστηκε στο δωμάτιό της και ξεντύθηκε μέσα σε χρόνο μηδέν. Χώθηκε κάτω από το ντους και ξέπλυνε την άμμο που είχε κολλήσει πάνω της. Αλλά παρά τον θόρυβο του νερού που έτρεχε λυτρωτικό πάνω της δεν μπορούσε να ξεχάσει το κελαρυστό γέλιο της κοπέλας όταν ο Ρεμί γκάζωσε το τζιπ και χάθηκε από μπροστά της. Έμεινε για λίγο ακίνητη και τους κοίταξε ενώ ξεμάκραιναν, γελώντας σαν μικρά παιδιά, ανέμελοι και εμφανώς…πολύ ευχαριστημένοι από τη βραδιά τους. Αλλά αυτό το γέλιο…τής έσπασε τα νεύρα. Τους φαντάστηκε να γελάνε εις βάρος της, για τα ρούχα της ή το χρώμα των μαλλιών της. Ήθελε να τρέξει πίσω από το τζιπ και να ξεμαλλιάσει τη γυναίκα. Φυσικά δεν το έκανε. Αλλά το σκέφτηκε.

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ο γιος της της  έδωσε τη χαριστική βολή. Την ώρα που τον έντυνε για να δειπνήσει με τον πατέρα του, της είπε ότι περνάει «τέλεια» και ότι δε θέλει να ξαναγυρίσει πίσω. Σοκαρίστηκε με αυτή τη δήλωση και τον ρώτησε αν θα του έλειπαν οι φίλοι του. Εκείνος κούνησε με σιγουριά το κεφάλι αρνητικά και της είπε ότι θα κάνει καινούργιους φίλους. Η Μαρτίνα δεν απάντησε αλλά έπρεπε να το συζητήσει με το παιδί της σοβαρά κάποια άλλη στιγμή. Ήθελε να δει κατά πόσο εννοούσε όσα έλεγε ή του είχε κάνει κάποιος πλύση εγκεφάλου.

Η Ναντίν συνόδευσε τον μικρό ως την τραπεζαρία και η Μαρτίνα ξάπλωσε στο αφράτο κρεβάτι της. Κάθε πρόβλημα που είχε το ξεχνούσε όταν ξάπλωνε σε αυτό τα κρεβάτι. Το κρεβάτι της στο Λονδίνο ήταν μονό για να  χωράει στο δωμάτιο ντουλάπα και μια μικρή βιβλιοθήκη. Δεν απολάμβανε τον ύπνο γιατί είχε υγρασία. Αλλά εκεί…Σε αυτό το δωμάτιο που το ένιωθε σαν φυλακή, το κρεβάτι ήταν ένα όνειρο. Ήταν υπέρδιπλο, με ουρανό από σκαλιστό ξύλο και τα στρωσίδια ήταν τόσο αφράτα και κολλαριστά που κάθε φορά που ξάπλωνε, σχεδόν έχανε τις αισθήσεις της από την απόλαυση. Ένιωθε σαν τη Γιασμίν. Πήρε στο χέρι της το τηλεκοντρόλ και άνοιξε την τηλεόραση. Προσπέρασε τα αραβικά κανάλια και βρήκε μια αμερικανική ταινία για να χαζέψει. Ήταν κουρασμένη αλλά δεν νύσταζε. Ανυπομονούσε να γυρίσει ο γιος της. Θα τον έκανε μπάνιο και θα τον γέμιζε χάδια και φιλιά. Θα του διάβαζε ένα όμορφο παραμύθι και αφού κοιμόταν εκείνος, θα μπορούσε κι εκείνη να χαλαρώσει. Έτσι ήταν η καθημερινότητά της. Αν δεν κοιμόταν το παιδί της, αν δεν άκουγε τη ρυθμική αναπνοή του, δεν μπορούσε να ηρεμήσει κι εκείνη.

Μία ώρα περίπου μετά άκουσε την πόρτα της να χτυπάει δειλά.
«Μπες, καρδουλάκι μου, γιατί χτυπάς;» είπε τρυφερά και έτρεξε με φόρα να ανοίξει. Προσγειώθηκε πάνω στο δυνατό στέρνο του Ρεμί. Την έπιασε από τους ώμους και τη σταθεροποίησε.
«Δεν είναι ευγενικό να μη χτυπάς» της απάντησε χαμογελώντας ντροπαλά. Καρδουλάκι έλεγε τον Ρεμί κάποτε. Τώρα μόνο τον Ρέμι.
«Περίμενα το παιδί» του είπε ήρεμα και ξαναχώθηκε στο κρεβάτι. Εκείνος κάθισε στην άλλη άκρη.
«Ο μικρός πήγε να δει λίγο το δωμάτιο των γονιών μου και θα έρθει σε δέκα λεπτά» είπε εκείνος επιθεωρώντας το πρόσωπό της. Αργά και βασανιστικά. «Κατέβα να φάμε μαζί» την αιφνιδίασε.
«Δεν έφαγες με τον μικρό;» ρώτησε εκείνη απορημένη.
«Μπορώ να ξαναφάω» της είπε ήρεμα. Η Μαρτίνα δεν μπορούσε να διαβάσει τα μάτια του, τη σκέψη του. Ήταν τόσο σκοτεινός, τόσο μυστηριώδης.
«Δεν πεινάω πολύ αλλά σε ευχαριστώ» του είπε ευγενικά. «Αύριο έχω ένα ραντεβού για περιποίηση και μετά θα ήθελα να κλείσουμε ένα ραντεβού να μιλήσουμε».
«Ακούγεται σοβαρό» γέλασε εκείνος.
«Είναι» είπε εκείνη σοβαρά.
«Τι θα κάνεις;» τη ρώτησε εκείνος ήρεμα.
«Θα σου μιλήσω» του είπε απορημένη.
«Εννοώ με την περιποίηση» γέλασε εκείνος. Είχε καλή διάθεση.
«Α…» ντράπηκε εκείνη. «Μασάζ και απολέπιση και ίσως βγάλω τα φρύδια μου και θα μιλήσω με τις κοπέλες μήπως και σκουρύνω ένα τόνο τα μαλλιά μου. Με κοιτάνε όλοι σαν εξωγήινη εδώ και σκεφτόμουν ότι…»
«Θα σε συνηθίσουν» είπε εκείνος αυστηρά.
«Δε θα γίνω ποτέ αποδεκτή και θα βρεις πάτημα να βάλεις άλλη γυναίκα να παραστήσει τη μητέρα του παιδιού μου και δε θα το ανεχτώ. Είναι απλό. Αν σκουρύνω λίγο τα μαλλιά μου δε θα φαίνομαι τόσο εξωτική».
«Έχεις κατάλευκο δέρμα. Σαν πορσελάνη» είπε εκείνος, σχεδόν σαν κατηγορία.
«Ναι, αλλά θα μαυρίσω. Ήδη έχω μαυρίσει λιγάκι» του είπε και του έδειξε ενθουσιασμένη τα χέρια της. Ποτέ δεν είχε καταφέρει να μαυρίσει. Ίσως αν μπορούσε να φορέσει το μαγιό της και να κάνει κανονικά ηλιοθεραπεία, ίσως τότε…
«Και τα μάτια σου; Είναι γαλάζια σαν του ουρανού. Διάφανα» συνέχισε την επιθεώρηση.
«Και η Ασσάν…η κοπέλα που είδα σήμερα…έχει πράσινα. Σιγά το πράγμα» του είπε και ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους.
«Η Ασσάν είναι κόρη ενός από τους πιο σημαντικούς αξιωματούχους μας. Και μωβ μάτια να είχε, κανείς δεν θα αμφισβητούσε την καταγωγή της» είπε εκείνος.
«Εγώ θα προσπαθήσω» είπε πεισματικά εκείνη και όση ώρα εκείνος έκανε να απαντήσει, η Μαρτίνα αναρωτήθηκε σε τι ποσοστό η απόφασή της να αλλάξει είχε να κάνει με τον Ρεμί και…το χαρέμι του.
«Θα βάλω φωτιά και θα κάψω το παλάτι αν βάψεις τα μαλλιά σου» είπε εκείνος ήρεμα αλλά η φλόγα στα μάτια του της έλεγε ότι το εννοούσε.
«Μετά θα πρέπει να κοιμηθούμε σε σκηνές» του απάντησε εκείνη ντροπαλά. Δεν ήξερε τι ακριβώς εννοούσε εκείνος με αυτό που της είχε πει.
«Έτσι κι αλλιώς εγώ ζω σε σκηνές τη μισή ζωή μου. Εσύ θα δυσκολευτείς» απάντησε εκείνος.
«Θα εκπλαγείς με το πόσο συνεργάσιμη είμαι» χαμογέλασε εκείνη. Ήταν μόνοι τους μέσα σε ένα υπέροχο δωμάτιο, οι δυο τους, όπως παλιά. Και φλέρταραν. Όσα είχαν γίνει για λίγο δε μετρούσαν. Της άρεσε τόσο πολύ αυτός ο άντρας. Την εξόργιζε, αλλά απολάμβανε να παίζει μαζί του.
«Αυτό σημαίνει ότι περνάς καλά εδώ;» ρώτησε εκείνος γεμάτος αγωνία.
«Αυτό θα το συζητήσουμε αύριο, Ρεμί» του απάντησε εκείνη με τη σειρά της.
«Μη βάψεις τα μαλλιά σου» την αιφνιδίασε εκείνος με τη σχεδόν παρακλητική φωνή του.
«Άλλο λίγο και θα πιστέψω ότι σου αρέσω» τόλμησε να του πει εκείνη, μεθυσμένη από το βλέμμα του.
«Μου αρέσεις, αυτό δεν αλλάζει» την προκάλεσε εκείνος με την απάντησή του. Η Μαρτίνα ένιωθε την καρδιά της να χτυπάει δυνατά. «Αλλά δε σε θέλω πια» την αποτελείωσε.
«Λίγο οξύμωρο αλλά χαίρομαι που νιώθεις έτσι» απάντησε εκείνη τάχα αδιάφορα.
«Και η Μόνα Λίζα μού αρέσει, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι τη θέλω» διευκρίνισε ο Ρεμί.
«Και να την ήθελες, τι να την κάνεις; Δε νομίζω ότι θα ταίριαζε εδώ μέσα» του είπε δείχνοντας με μια χειρονομία το ανατολίτικο στιλ που κυριαρχούσε στο χώρο, τα πλούσια χρώματα και τα σύνθετα σχέδια. «Άλλωστε εσένα η συλλογή σου έχει μοναδικούς πίνακες. Τι να την κάνεις τη Μόνα Λίζα;» του είπε.
«Διακρίνω κάποιο παράπονο; Ήθελες να θέλω τη Μόνα Λίζα;» χαμογέλασε εκείνος.
«Όχι φυσικά!» εξαγριώθηκε η Μαρτίνα. Λίγο πιο πολύ και λίγο πιο γρήγορα από όσο ήθελε. «Απλώς λέω…»
«Να μη λες, Μαρτίνα» είπε αυστηρά εκείνος και σηκώθηκε για να ανοίξει ην πόρτα. Ήταν η Ναντίν με τον Ρέμι. «Εμείς οι δύο…είναι λάθος από κάθε άποψη».