Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2014

kefalaio 3-zesti aforiti edo stin Agglia! Ekei ti kairo kanei?

Η Μαρτίνα γέλασε με την καρδιά της. Ο γιος της δεν ήθελε να γυρίσουν σπίτι. Τον είχε βγάλει μια βόλτα στο Λονδίνο για να του αγοράσει χειμωνιάτικα ρούχα και να τον πάει σε ένα ζωολογικό κήπο, αλλά εκείνος δεν έδειχνε να είναι όσο εξαντλημένος όπως εκείνη. Για εκατοστή φορά εκείνη το Σαββατιάτικο πρωινό, η Μαρτίνα αναρωτήθηκε πού βρίσκουν τόση ενέργεια τα παιδάκια.
Τον ρώτησε τι ήθελε να κάνουν κι εκείνος είπε με δραματική σοβαρότητα ότι του αρέσει το Λονδίνο και θέλει να μείνουν εκεί. Η Μαρτίνα γέλασε ξανά με την ιδέα του και τον οδήγησε σε ένα εστιατόριο φιλικό για τα παιδιά για να φάνε κάτι. Της άρεσε πολύ να περνάει χρόνο μαζί του και να τον φροντίζει γιατί μεσοβδόμαδα ένιωθε ότι τον στερείται. Κι εκείνος όμως, έδειχνε να απολαμβάνει το χρόνο μαζί της και γελούσε συνεχώς, κάνοντας τους θαμώνες να τους κοιτούν με ευθυμία.
Έφαγαν και οι δύο με όρεξη συζητώντας για τα νέα ρούχα που πήραν και τι θα έκαναν την επόμενη μέρα. Κατά τις τέσσερις  το μεσημέρι όμως η Μαρτίνα κοίταξε έκπληκτη το ρολόι της και κατάλαβε ότι είχε περάσει πολύ η ώρα και ο μικρούλης έπρεπε να κοιμηθεί. Τον πήρε αγκαλιά και βγήκαν από το εστιατόριο στον ψυχρό αέρα της πόλης που μισούσε όσο τίποτα.
Επρεπε να έρχεται εδώ για να δουλέψει. Επρεπε να περπατάει στους ίδιους δρόμους, να κλείνει τα μάτια όταν περνούσε από την Γέφυρα, να μάθει να ελέγχει τους χτύπους της καρδιάς της όταν έβλεπε κάποιον που του έμοιαζε. Να μη θυμάται, να μη σκέφτεται, να μην πονάει. Αλλά ακόμα και μετά από τέσσερα χρόνια ένιωθε ότι ο πόνος ήταν νωπός. Υπέφερε. Και ήξερε ότι υπέφερε τόσο γιατί τον είχε αγαπήσει πολύ. Με όση αγάπη είχε μέσα της και δεν την είχε δώσει πουθενά και σε τίποτα. Αλλά όταν έφυγε, έκλεισε τα συναισθήματά της σε ένα σεντούκι και το έκρυψε μέσα της. Και σιγά σιγά έμαθε να ζει μια ζωή χωρίς αγάπη, χωρίς εκείνον. Χωρίς το γέλιο του. Εκείνο γέλιο που την έκανε να τον αγαπάει ακόμα πιο πολύ.
Τέσσερα χρόνια είχαν περάσει. ‘Η μήπως ήταν πέντε πια; Πιο κοντά στα πέντε. Είχε σταματήσει να μετράει. Είχε μάθει να τον μισεί. Να τον μισεί που την άφησε μόνη της, χωρίς εξηγήσεις. Και τον περίμενε. Τον περίμενε τουλάχιστον ένα χρόνο, να την πάρει τηλέφωνο. Αν την έπαιρνε να δει αν είναι καλά, έστω, θα του έλεγε την αλήθεια. Αλλά εκείνος δεν την πήρε ποτέ. Κι εκείνη δεν του το είπε ποτέ. Ο Ρέμινγκτον ζήτησε ένα παιχνίδι από έναν πλανόδιο αλλά εκείνη του είπε ότι δεν είχε λεφτά. Η αλήθεια ήταν ότι ο μικρός της είχε ήδη πολλά παιχνίδια, αλλά ήθελε να του μάθει και την έννοια της οικονομίας. Δεν μπορούσε να του προσφέρει ό,τι ζητούσε, αλλά του προσέφερε απλόχερα την αγάπη της και αυτό ήταν το πιο πολύτιμο δώρο για ένα παιδί.
Περπάτησαν μαζί μερικά μέτρα και μετά στάθηκαν στη στάση του λεωφορείου που θα τους πήγαινε σπίτι. Το λεωφορείο θα περνούσε σε δέκα λεπτά και είχε κρύο. Πήρε τον μικρό αγκαλιά και τον έσφιξε πάνω της. Και κάθισε στο παγκάκι της στάσης. Και περίμενε. Πήρε μια βαθιά ανάσα και προσπάθησε να ηρεμήσει λιγάκι. Το μυαλό της είχε πάρει πάλι μονοπάτια που είχε καιρό να πάρει. Δεν ήξερε γιατί αλλά είχε αρχίσει να τον σκέφτεται ξανά.
Περίμενε και περίμενε για το λεωφορείο ενώ ένιωθε τη ρυθμική αναπνοή του γιού της. Είχε αποκοιμηθεί. Η Μαρτίνα χαμογέλασε. Επιτέλους είχε κουραστεί.
Η κίνηση στους δρόμους ήταν αφόρητη. Κάποιο φεστιβάλ στην πόλη έκανε τα πάντα να κυλούν πιο αργά. Ενα αμάξι σταμάτησε μπροστά της. Πήγαινε σημειωτόν. Η Μαρτίνα είδε δύο νεαρούς στη στάση να χαζεύουν το αμάξι. Ήταν όντως εντυπωσιακό. Μαύρη λιμουζίνα με φιμέ τζάμια. Κοιτούσε κι αυτή μαζί με όλους το αμάξι αλλά με λιγότερο ενθουσιασμό. Τα πλούτη δεν την συνάρπαζαν ποτέ. Μόνο προβλήματα έφερναν. Αυτό της είχε διδάξει η ζωή.
Η λιμουζίνα σταμάτησε δύο μέτρα πιο πέρα από τη στάση σε μια άκρη. Και ένας άντρας κατέβηκε. Η Μαρτίνα κοιτούσε από την άλλη αλλά άκουσε τους νεαρούς να λένε «ότι έρχεται προς τα εκεί». Και ξαφνικά μια φιγούρα τής έκρυψε τον ήλιο. Όταν σήκωσε τα μάτια της, πίστεψε ότι ο Θεός της έκανε πλάκα. Ο άντρας που φοβόταν, ο άντρας που η σκέψη του την έκανε να μην κοιμάται τα βράδια ήταν μπροστά της. Και της έτεινε το χέρι. Η καρδιά της σφίχτηκε. Δεν μπορούσε να αναπνεύσει. Όλοι στη στάση τους κοιτούσαν παραξενεμένοι.
«Σήκω. Θα σε πάω εγώ στον προορισμό σου» τη διέταξε και η Μαρτίνα ήξερε ότι δεν υπήρχε πια γυρισμός.

3 σχόλια:

  1. ωχχχ τι εγινε τωρα? ποτε θα γνωρισει τον ρεμι??!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αν ειναι αυτο που καταλαβα οι πρωταγωνιστες εχουν κοινο παρελθον! Ευχομαι να εχουν εντονο παρον κ μελλον!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Αν ηταν αυτός που φαντάζομαι θα έχουμε δράματα

    ΑπάντησηΔιαγραφή