Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τρίτη, 29 Ιουλίου 2014

κεφαλαιο 7-κοριτσια μου,ανεβαζω σημερα της Τρίτης γιατι θα πεταω σχεδον ολη μερα...

«Μα τι λες τώρα;» ρώτησε η Μαρτίνα ενώ τον παρακολουθούσε να κοιτάει τριγύρω του με αποτροπιασμό, λες και του είχε πει ότι είχε κάπου κρυμμένο ένα πτώμα. «Πώς αλλάζεις τόσο απότομα θέμα;»
«Εσύ δεν μπορούσες ούτε λεπτό χωρίς το πιάνο σου. Πού είναι;» επέμεινε εκείνος. «Εδώ δεν είναι, ούτε στην κρεβατοκάμαρά σου. Τι έχει συμβεί; Μου λες;» τη ρώτησε με δυνατή φωνή και η Mαρτίνα έμεινε να τον κοιτάει παραξενεμένη.
«Δεν υπήρχε χώρος για το πιάνο», του είπε αδιάφορα αλλά ήξερε ότι ο Ρεμί δεν ήταν χαζός.
«Το σπίτι έχει ελάχιστα πράγματα και μπορούσε άνετα να χωρέσει ένα πιάνο εδώ μέσα. Πες μου τι έγινε», απαίτησε και η Μαρτίνα ξεφύσηξε ανυπόμονα.
«Τίποτα. Απλώς όταν γεννήθηκε ο Ρέμι, δεν ήμουν καλά οικονομικά...οι γονείς μου σοκαρίστηκαν με την απόφασή μου να κρατήσω το μωρό και μάλιστα ενός άντρα που δεν το αναγνώρισε και δε με στήριξαν για τον πρώτο χρόνο. Αναγκάστηκα να το πουλήσω. Θυμάσαι πόσο ακριβό ήταν. Μαζί το είχαμε παραγγείλει. Με τα λεφτά αγόρασα γάλα και πάνες για το μωρό για έναν ολόκληρο χρόνο!» του είπε χωρίς ανάσα παίζοντας νευρικά με τα δάχτυλά της. Δεν ήθελε να του το πει αλλά αυτή ήταν η αλήθεια και έπρεπε να μάθει πόσο είχε δυσκολευτεί να μεγαλώσει το παιδί της με αξιοπρέπεια.
«Τι εννοείς ότι δε σε στήριξαν; Αυτό είναι τρομερό. Και γιατί δεν μου ζήτησες βοήθεια;» ρώτησε εκείνος. «Μα να πουλήσεις το πιάνο σου; Εσύ ζούσες για το πιάνο σου!»
«Όχι, Ρεμί» τον διόρθωσε αμέσως. «Το αγαπούσα το πιάνο μου. Αλλά όταν γεννήθηκε ο Ρέμι, κατάλαβα τι σημαίνει ζω για κάτι. Για κάποιον. Δεν το σκέφτηκα ούτε για ένα λεπτό αν θα το πουλούσα».
«Και πού παίζεις τώρα;» ρώτησε εκείνος με γουρλωμένα τα μάτια του.
«Δεν παίζω» είπε ήρεμα εκείνη. Ο Ρεμί έμεινε να την κοιτάει με μισάνοιχτο στόμα.
«Τι εννοείς δεν παίζεις; Πώς είναι δυνατόν;»
«Δεν έχω χρόνο και δεν έχω πιάνο» του απάντησε ενώ στράφηκε στον Ρέμι, ο οποίος είχε αρχίσει να κάνει σαχλαμάρες με μια γλάστρα. «Δουλεύω σε ωδείο οπότε μπορώ να παίξω εκεί αν θέλω αλλά έχω τόσα χρόνια να αγγίξω τα πλήκτρα που πιστεύω ότι αν κάτσω δε θα θυμάμαι τίποτα».
«Είναι δυνατόν να παράτησες το πιάνο;» τη ρώτησε σοκαρισμένος.
«Εδώ εσύ παράτησες άνθρωπο!» γέλασε εκείνη πικρά εκείνη και ο Ρεμί έκανε ένα βήμα πίσω, σοκαρισμένος από την επίθεση. ¨
«Δε σε παράτησα, Μαρτίνα» απάντησε νωχελικά. «Σε απάλλαξα από την παρουσία μου».
«Δε θυμάμαι να σου είχα πει ότι με ενοχλούσε η παρουσία σου» τον ειρωνεύτηκε κι αυτή με τη σειρά της.
«Δε θυμάμαι να μου είχες πει και το αντίθετο» πρόσθεσε εκείνος και η Μαρτίνα ένιωσε να απειλείται. Ρουά ματ το κάθαρμα, σκέφτηκε. Με ποιον πήγαινε να τα βάλει; «Δε βγάζει πουθενά η συζήτηση» του είπε και πήρε αγκαλιά τον μικρό για να του πλύνει τα χέρια, αλλά εκείνος είπε ότι θέλει να τον πάει ο Ρεμί! Ο Ρεμί χαμογέλασε θριαμβευτικά και πήρε αγκαλιά τον μικρό λες και είχε σηκώσει χιλιάδες παιδιά πριν. Η Μαρτίνα αναρωτήθηκε αν είχε γίνει πατέρας και από άλλη γυναίκα, αν ήταν παντρεμένος με μια ευτυχισμένη οικογένεια. «Πάμε, μεγάλε», είπε στον μικρό χαμογελώντας του και ο μικρός τον κοίταξε με λατρεία. «Η μαμά μού έχει πει ότι ο μπαμπάς μου είναι μελαχρινός με μαύρα μάτια. Σαν κι εσένα», είπε και το παιδί μαγεμένο και η Μαρτίνα έκλεισε ενστικτωδώς τα μάτια. Αυτό ήταν. Είχε ξεσκεπαστεί. Πώς δεν το είχε σκεφτεί αυτό; Είχε σκεφτεί τα πάντα. Είχε βρει κάποιον να παραστήσει τον πατέρα του Ρέμι. Αλλά δεν το περίμενε αυτό. Αφού ο μικρός έπλυνε τα χέρια του πήγε για λίγο στο δωμάτιό του και ο Ρεμί επέστρεψε στο δωμάτιο μόνος. «Μάλιστα», είπε χαμογελώντας προκλητικά. «Ο μικρός δεν έχει δει ποτέ τον πατέρα του», πρόσθεσε και η Μαρτίνα σκέφτηκε ότι είχε φτάσει η ώρα μηδέν.
«Απολαμβάνεις να με βασανίζεις. Ε;» τον ρώτησε πικρά.
«Εχασα τέσσερα χρόνια από το παιδί μου. Ποιος βασανίζει ποιον;» φώναξε εκείνος αλλά αμέσως χαμήλωσε τον τόνο της φωνής του. «Δε με ενδιαφέρεις καθόλου. Δε μου καίγεται καρφάκι για σένα. Αλλά το παιδί μου θέλω να το βλέπω. Κατάλαβες;» τη ρώτησε λες και ήταν ηλίθια. Η Μαρτίνα έγνεψε. «Και τώρα πες μου», της είπε αργά, κάνοντας μια μεγάλη παύση, «είναι δικό μου. Σωστά;» Η Μαρτίνα χαμογέλασε και τον κοίταξε. Απέφευγε να το κάνει γιατί αυτό που έβλεπε μέσα στα μάτια του την αναστάτωνε. Δεν μπορούσε να το ερμηνεύσει. Τώρα όμως δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Του έγνεψε θετικά. Δεν υπήρχε λόγος να κρύβεται πια.

«Ωραία είπε εκείνος φανερά ανακουφισμένος. Πότε μπορεί να ταξιδέψει;» 

1 σχόλιο: