Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Πέμπτη, 10 Ιουλίου 2014

κεφάλαιο 63-σεξ και βία στη δεύτερη ηλικία

Την είχε πάρει ο ύπνος μετά από δύο ώρες που έκλαιγε ασταμάτητα στο κρεβάτι της. Ήταν χάλια. Είχε δεχτεί με επίθεση με όπλο, ο Κρίστοφερ δεν την αγαπούσε πια…και έπρεπε επιτέλους να πάρει αποφάσεις για τη ζωή της.  Δεν μπορούσε να μένει κολλημένη στο παρελθόν, αλλά δεν ήξερε και πώς να συνεχίσει. Και με το να κλαίει συνεχώς, δε βοηθούσε την κατάσταση καθόλου.
Μέσα στον ύπνο της άκουσε την πόρτα της να χτυπάει δυνατά και νόμισε ότι έβλεπε όνειρο. Αλλά όχι. Όποιος κι αν ήταν χτύπησε ξανά. Άρπαξε το κινητό της στο χέρι της και πληκτρολόγησε στα γρήγορα το νούμερο της αστυνομίας για το έχει εύκαιρο. Κατέβηκε αργά τα σκαλιά και πήγε στην κουζίνα να αρπάξει ένα μαχαίρι. «Ποιος είναι;» ρώτησε τρομαγμένη.
«Άνοιξε, εγώ είμαι» άκουσε τη φωνή του Κρίστοφερ. Ονειρευόταν; Κοίταξε το ρολόι της.  Ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Τι έκανε εδώ; Αποκλείεται να ήταν εδώ. Το μυαλό της της έπαιζε μάλλον περίεργα παιχνίδια. Ήθελε να τον δει τόσο πολύ που άρχισε να έχει οράματα;
«Κρίστοφερ;» ρώτησε δειλά πριν ανοίξει αλλά εκείνος δεν είχε υπομονή.
«Άνοιξε επιτέλους!» φώναξε και κοπάνησε δυνατά την πόρτα. Η Μάντι άνοιξε αργά αλλά εκείνος μπούκαρε μέσα απότομα και την άρπαξε από τους ώμους. Την ταρακούνησε δυνατά. Μάλλον άθελά του. «Είσαι καλά; Μίλα! Γιατί πάγωσες; Είσαι καλά; Πες μου, διάολε!» τη ρωτούσε ξανά και ξανά, επιθεωρώντας το κορμί της σαν γιατρός. Η Μάντι είχε παγώσει. Δεν καταλάβαινε ακριβώς τι συνέβαινε. Απλώς τον κοιτούσε. Της είχε λείψει τόσο πολύ, αλλά δεν μπορούσε να σηκώσει το χέρι της και να τον αγγίξει. Δεν μπορούσε να τον αγκαλιάσει. Τι έπρεπε να κάνει; Πώς να φερόταν σε αυτή την περίπτωση;
«Γιατί δε μιλάς; Τι έχει συμβεί; Πες μου επιτέλους» της είπε νευριασμένος σχεδόν και την έσφιξε στην αγκαλιά του. Φορούσε ένα λεπτό πουλόβερ στο χρώμα του κάρβουνου και ένα τζιν που δεν το είχε ξαναδεί. Πόσο καιρό είχε να τον δει αλήθεια; Είχε πάει για ψώνια;
«Καλά είμαι, απλώς…κοιμόμουν…είμαι ζαλισμένη…τι κάνεις εδώ;» τον ρώτησε ενώ έτριβε αμήχανα τα μάτια της.
«Τι εννοείς; ‘Ηρθα να σε δω, να δω αν είσαι καλά» της είπε και την άφησε από την αγκαλιά του. Την κοίταξε στα μάτια. Η Μάντι πίστευε ότι θα τη φιλήσει αλλά δεν το έκανε.
«Τέτοια ώρα;» του είπε και χαμογέλασε αδέξια. «τι συμβαίνει;» Τον ρώτησε με σιγουριά.
«’Εμαθα…ότι κάτι έγινε» της είπε χωρίς να την κοιτάει. Φαινόταν…ντροπαλός. Η Μάντι δεν καταλάβαινε τι γινόταν.
«Από πού; Κρίστοφερ, μίλα μου. Πώς ξέρεις τι έγινε;» ύψωσε τον τόνο της φωνής του. «Μη μου πεις!» του είπε και έβαλε το χέρι της μπροστά από το στόμα.
«Ε ναι…» ψέλλισε εκείνος. «Εχω…έχω βάλει κάποιον…»
«Τι;» τον διέκοψε η Μάντι. «Δε μου μιλάς, αλλά έχεις βάλει κάποιον να με προσέχει; Πες μου ότι δεν έχεις προσλάβει σωματοφύλακα! Πες μου ότι δεν είσαι τόσο υποκριτής!» του είπε και τον προσπέρασε. Ανέβηκε τα σκαλιά προς το δωμάτιό της σχεδόν τρέχοντας και χώθηκε στο κρεβάτι της. Νύσταζε πολύ. Και ντρεπόταν με αυτά που φορούσε. Ένα μικροσκοπικό σορτς και ένα παλιό φανελάκι. Όχι ότι δεν την είχε ξαναδεί με μικροσκοπικά σορτς αλλά τώρα τα πράγματα ήταν διαφορετικά μεταξύ τους.
«Υποκριτής; Γιατί;» τη ρώτησε ακολουθώντας την, αλλά στάθηκε όρθιος πάνω από το κρεβάτι της. Δεν την ένοιαζε.
«Γιατί με έχεις ξεχάσει τελείως, αλλά φροντίζεις για την ασφάλειά μου. Κάτσε» του είπε και του έδειξε μια καρέκλα. Εκείνος ακολούθησε την…εντολή της.
«Από τη μέρα που έφυγες έχω κάποιον να σε προσέχει. Απορώ που δεν το είχες προσέξει. Ο άντρας που σε βοήθησε σήμερα είναι ο ίδιος άντρας που σε βοήθησε πριν από έξι μήνες που αποφάσισες να πας στο Λονδίνο χωρίς να ελέγξεις την πίεση και έπαθες λάστιχο στην εθνική. Αυτός σου έβαλε τη ρεζέρβα» είπε εκείνος αδιάφορα. Η Μάντι ένιωσε σαν ηλίθια.
«Θεέ μου, τι ντροπή! Πώς δεν τον αναγνώρισα;» τον ρώτησε ενώ βολευόταν στο μαξιλάρι της. Γιατί δεν την πλησίαζε;
«Αλλάζει συχνά εμφάνιση. Είναι μέρος της δουλειάς».
«Γιατί τον προσέλαβες;»
«Ήθελα να είσαι ασφαλής. Είχε εντολές να σε προσέχει όταν ήσουν έξω. Αν σε έβλεπε με μελανιές από τον Τζον θα με ενημέρωνε».
«Σώπα!» τον ειρωνεύτηκε. «Πόσο ιπποτικό!».
«Τι ήθελες να κάνω; Έφυγες!» της φώναξε.
«Εσύ τι ήθελες να κάνω; Να μείνω;» τον αντιμετώπισε.
«Γιατί όχι;» είπε εκείνος ήρεμα. Η Μάντι σκέφτηκε για λίγο τι να του πει αλλά δε βρήκε κάτι. «Θα βρίσκαμε λύση» είπε εκείνος σχεδόν ψιθυρίζοντας.
«Απείλησε ότι θα σου κάνει κακό. Ήθελες να μείνω και να σε δω να καταστρέφεσαι; Άλλωστε δε χρειάστηκε να μου πεις κάτι. Είδα στα μάτια σου την απόρριψη».
«Σοκ είδες» τη διόρθωσε αλλά η Μάντι δεν συμφώνησε μαζί του.
«Τα γυρίζεις όπως θες, Κρίστοφερ» απάντησε παραιτημένη. Δεν είχε όρεξη για την ίδια συζήτηση.
«Μάντι, κόντεψα να τρελαθώ όταν ο Στίβεν με πήρε και μου είπε ότι σου επιτέθηκαν» είπε και η Μάντι για πρώτη φορά πρόσεξε το πόσο κουρασμένος έδειχνε. «Φοβήθηκα ότι έπαθες κάτι. Οδήγησα εδώ σαν τον τρελό. Είμαι πάρα πολύ κουρασμένος. Μπορείς να είσαι λίγο πιο συνεργάσιμη; Λίγο πιο ευγενική;»
«Δεν έχω όρεξη για ευγένειες!» του είπε. «Θέλω να ξεκαθαρίσουμε την κατάσταση τώρα και να σηκωθείς να γυρίσεις σπίτι σου και να με παρατήσεις στην ησυχία μου γιατί δεν αντέχω άλλο να με γράφεις σε κάθε επίπεδο αλλά να με παίρνεις μερικά τηλέφωνα και να βάζεις να με προσέχουν ενώ εγώ το μόνο που θέλω είναι μια ξεκάθαρη απάντηση» του είπε και απόλαυσε το σοκαρισμένο του βλέμμα.
«Σε ποια ερώτηση;» την προκάλεσε με τη σειρά του.
«Με αγαπάς;» τον ρώτησε απλά.
«Πολύ» απάντησε εκείνος αμέσως. Εξίσου απλά.
H Μάντι σοκαρίστηκε. Δεν περίμενε τόσο άμεση απάντησε. Τον κοίταξε και στα μάτια του είδε την αλήθεια να λάμπει. Το εννοούσε. Το  έβλεπε ότι το εννοούσε.
«Και τότε τι κάνουμε χώρια;» τον ρώτησε μετά.
«Δεν ξέρω…» είπε εκείνος και σήκωσε τους ώμους του . «Το σκεφτόμαστε;»
«Τι να σκεφτούμε, Κρίστοφερ; Πάει ένας χρόνος πια!» του είπε όσο πιο ήρεμα μπορούσε. Αλλά δεν βλέπω να αλλάζει τίποτα!».
«Κάνω πρόοδο όμως!» της είπε και σούφρωσε τα χείλη του σαν παιδάκι που το μάλωσαν.
«Τηλε-αγάπη! Μεγάλη πρόοδο έκανες!» τον ειρωνεύτηκε.
«Όχι και τηλεαγάπη! Ήρθα, δεν ήρθα;» την πείραξε.
«Επειδή μου επιτέθηκαν;»
«Μάντι, δεν είσαι με τίποτα ευχαριστημένη! Το ξέρεις; Κόντεψα να τρελαθώ από το φόβο μου».
«Είμαι καλά, μπορείς να φύγεις» του είπε αν και δεν το εννοούσε. Ευτυχώς εκείνος δε σηκώθηκε. Αλλά το κατάλαβε ότι τον πλήγωσε.
«Λέω να μείνω να σιγουρευτώ ότι είσαι καλά και μετά θα φύγω» είπε τελικά και σηκώθηκε από την καρέκλα του. Βγήκε για λίγο από το δωμάτιό της και επέστρεψε σχεδόν αμέσως. «Θες να σου φέρω κάτι να φας; Εγώ πεινάω λίγο» της είπε.
«Κάτσε να σου φτιάξω κάτι» του είπε αλλά εκείνος την σταμάτησε.
«Όχι, ξάπλωσε εσύ. Είσαι ταραγμένη» της είπε και αφού κατέβηκε κάτω για μερικά λεπτά γύρισε με ένα τοστ και λίγο χυμό. «Τι λέγαμε;» τη ρώτησε χαμογελώντας σαν να είχε κάνει αταξία.
«Λέγαμε να με αφήσεις να κοιμηθώ» του είπε και έβγαλε τη γλώσσα της.
«Θες να σε αφήσω να κοιμηθείς;» χαμογέλασε εκείνος σατανικά. Η Μάντι κατάπιε τη γλώσσα της. Τι έπρεπε να απαντήσει; Τι εννοούσε εκείνος; Αυτό που νόμιζε;
«Ε…δεν ξέρω» ψέλλισε.
«Ωραία, λοιπόν» είπε εκείνος τρώγοντας αργά το τοστ του.
«Κάτσε να πάρω δυνάμεις και ξεκινάμε».



7 σχόλια:

  1. χαχαχαχαχαχα ελεος κατευθειαν αυτος!! μπραβο του παντος αυτο εννοουσε οταν ελεγε οτι την παρακαλουθει ολους αυτους τους μηνες

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Τέλειο!!!!!!Μπράβο Μπράβο Μπράβο!!!!!!!!!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Έτσι, Κρίστοφερ!!! Κατευθείαν στο δια ταύτα lol.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Αγάπη χωρίς πείσματα δεν εχει νοσήματα έλεγε η Γιαγια μου!!! Επιτέλους ο Κριστοφερ που θυμομασταν is back!!! Ευχαριστούμε πολύ συγγραφέα μας που ακόμη και σε γιορτές και σε διακοπές και το καλοκαίρι μας κανεις ευτυχισμένες και χαρούμενες με τις ιστορίες σου!! Όταν γινόμαστε απαιτητικές να ξερεις ότι δεν το κάνουμε επίτηδες!!! Μας βγαίνει πολύ.....φυσικά!! Χαχαχαχα εχω να πω κάτι στον Κριστοφερ" ΣΑΓΑΠΑΩ ΚΡΙΣΤΟΦΕΡ" <3

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. *νοστημαδα ήθελα να πω αλλα το καταραμένο autocorrect φταίει οχι εγω......

    ΑπάντησηΔιαγραφή