Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2014

κεφάλαιο 62-μπούφλες

Ο Οκτώβριος είχε μπει για τα καλά και στο Μάντσεστερ έβρεχε συνέχεια. Η Μάντι είχε αρχίσει να δέχεται πολλές δουλειές, και μάλιστα Λονδίνο, οπότε ταξίδευε τουλάχιστον μία φορά τη βδομάδα με το τρένο εκεί. Αλλά προσπαθούσε να αποφεύγει…τις κακοτοπιές. Ωστόσο με τον Κρίστοφερ μιλούσαν καναδυό φορές τη βδομάδα στο τηλέφωνο, τυπικά, λες και τον υποχρέωνε κάποιος να την πάρει. Οι κουβέντες τους περιορίζονταν στα τετριμμένα. Τι κάνεις, πώς είσαι, πώς πάει η δουλειά. Η Μάντι ανυπομονούσε να την πάρει τηλέφωνο. Και δεν τον πίεζε. Απλώς απαντούσε καρτερικά τις ερωτήσεις του και τον ρωτούσε κι αυτή με τη σειρά της πώς είναι και τι κάνει και αν προσέχει τον εαυτό του. Αλλά δεν τον έπαιρνε εκείνη ποτέ πρώτη. Μέσα σε αυτόν τον μήνα, δεν είχε σηκώσει το τηλέφωνο να τον πάρει ούτε μία φορά. Το ήθελε, αλλά είχε αποφασίσει να του δώσει λίγο χρόνο. Του το είχε πει άλλωστε, πριν από λίγο καιρό, ότι εκείνη θα τον περίμενε μια ζωή αν αυτό ήθελε, και θα του έδινε το χρόνο που χρειαζόταν για να γιατρευτεί. Και με την υπομονή της, την απόλυτη διαθεσιμότητά της όταν της τηλεφωνούσε και με τον σχετικά κεφάτο τρόπο που του μιλούσε πίστευε ότι εκείνος θα συνερχόταν και θα καταλάβαινε ότι έπρεπε να είναι μαζί.
Το έβλεπε, το ένιωθε ότι κι εκείνος προσπαθούσε και το εκτιμούσε πολύ. Στην αρχή την έπαιρνε για ένα σωρό χαζούς λόγους και ήταν απότομος στο τηλέφωνο. Μετά σιγά σιγά έπεσαν οι μάσκες και ήταν λίγο πιο ήρεμος. Μάλιστα πού και πού της έκανε και λίγη πλάκα. Τη ρωτούσε π.χ. αν τη διέκοψε από κάτι ή αν τον μισούσε επειδή την έπαιρνε πάντα τηλέφωνο την ώρα που έβλεπε την αγαπημένη της σειρά. Η αλήθεια ήταν όμως ότι η Μάντι πραγματικά υπέφερε με τη νέα τάξη πραγμάτων. Εκείνος έπρεπε να πάρει επιτέλους μια απόφαση. Θα τον περίμενε, μάρτυς της ο Θεός, για πάντα, αρκεί να είχε μια ιδέα τι περνούσε από το κεφάλι του. Την έπαιρνε τακτικά και είχε αρχίσει να την πειράζει και να τη φλερτάρει διακριτικά, αλλά γιατί δεν ερχόταν να τη δει ποτέ; Γιατί δεν έπαιρνε το αμάξι του να έρθει ή γιατί αφού ήξερε ότι πάει συνέχεια Λονδίνο δεν της έλεγε να περάσει; Μήπως είχε άλλη σχέση; Μήπως δεν την ήθελε πια αλλά απλώς δεν μπορούσε να ξεκόψει; Όλα περνούσαν από το μυαλό της.
Με αυτές τις σκέψεις πήγε να ντυθεί. Φόρεσε ένα φαρδύ τζιν και μια μακώ μπλούζα, γαλότσες και αδιάβροχο. Έπρεπε να πάει στην πόλη να αγοράσει μερικά ακρυλικά χρώματα για μια κατασκευή που ήθελε να φτιάξει. Δεν είχε όρεξη να βγει από το σπίτι αλλά έπρεπε.  Μπήκε στο αμάξι της και αφού διένυσε μερικά χιλιόμετρα πάρκαρε έξω από ένα μαγαζί με είδη για το σπίτι.   Πίσω της ακριβώς πάρκαρε ένα αυτοκίνητο με φιμέ τζάμια. Μόλις βγήκε από το αμάξι της βγήκαν από πίσω της και δύο άντρες. Φορούσαν μαύρα ρούχα και φαίνονταν απειλητικοί. Τους χαμογέλασε ευγενικά και έκανε να απομακρυνθεί, όταν ένας από τους δύο τράβηξε στην άκρη το παλτό του και της έδειξε το όπλο του.
«Χαμογέλα σαν να μιλάμε φυσιολογικά» της είπε ο ένας από τους δύο και η Μάντι πάγωσε. Τι στο καλό συνέβαινε;
«Κύριοι, δε σας ξέρω. Μήπως έχετε κάνει κάποιο λάθος;» ρώτησε η Μάντι αλλά είχε ήδη αρχίσει να μουδιάζει.
«Ο άντρας σου δε μας έδωσε τα λεφτά» είπε ο άλλος άντρας, ο οποίος είχε μια άσχημη ουλή από το σαγόνι ως το αφτί του.
«Ο πρώην άντρας μου» διόρθωσε εκείνη και ο πρώτος άντρας μόρφασε.
«Μικρή διαφορά» είπε απότομα και έσφιξε το όπλο του. Η Μάντι έβλεπε τον κόσμο γύρω της να περνάει αδιάφορα, κρατώντας τσάντες με ψώνια. Κι εκείνη δεχόταν απειλές για τη ζωή της και δεν μπορούσε να τη βοηθήσει κανείς! Πώς θα γλύτωνε;
«Μεγάλη διαφορά» είπε με ψεύτικη σιγουριά κοιτώντας τους στα μάτια. «Δεν έχουμε σχέσεις πια. Μάλιστα έχω δέκα μέρες να τον ακούσω» είπε αδιάφορα.
«Τον έχουμε εμείς» γέλασε ο δεύτερος άντρας νευρικά.  «Μας είπε ότι θα μας βοηθήσεις εσύ. Έφαγε τα λεφτά που του έδωσες για το σπίτι, λέει, και τώρα…» είπε και σήκωσε τους ώμους αδιάφορα. «’Η θα μας πληρώσεις ή θα τον σκοτώσουμε!».
«Δεν έχω άλλα λεφτά!» φώναξε η Μάντι και ο άντρας με το όπλο έκανε ένα νευρικό βήμα μπροστά.
«Βούλωσ’το!» της είπε κοφτά και η Μάντι ζάρωσε. Το πάρκινγκ εντωμεταξύ είχε αδειάσει. Δεν ήταν κανείς  γύρω της. Άραγε αν γυρνούσε και έτρεχε τι θα γινόταν;
«Έχει πάρει λεφτά από εμάς και θα μας τα δώσει κάποιος. Αλλιώς θα τον σκοτώσουμε».
«Σκοτώστε τον. Τον έχω βοηθήσει πολλές φορές» είπε εκείνη. Αλλά δεν την πίστεψαν μάλλον.
«Θα σκοτώσουμε κι εσένα. Δεν μας είναι τίποτα» της είπε ο πρώτος άντρας και η Μάντι είδε στο βλέμμα του ότι το εννοούσε. Έβριζε από μέσα της τον Τζον που την είχε μπλέξει ξανά.
«Αφήστε με ήσυχη» τους είπε όσο πιο ήρεμα μπορούσε. «Δεν έχω λεφτά να σας δώσω, του τα έδωσα όλα» είπε αλλά ο δεύτερος άντρας την πλησίασε απειλητικά.
«θα πουλήσεις το σπίτι. Αν δε μας δώσεις 30.000 λίρες ως την Παρασκευή θα σε σκοτώσουμε κι εσένα κι εκείνον» είπε ο άντρας και αφού της άρπαξε την κοτσίδα δυνατά την έριξε με φόρα κάτω.
«Τι κάνετε εκεί;» άκουσε έναν άντρα να φωνάζει και οι άντρες που την απειλούσαν τράπηκαν σε φυγή. Ο άντρας όμως πρόλαβε τον έναν και τον ακινητοποίησε με μια επιδέξια λαβή.  «Χτυπάτε γυναίκες ρε;» είπε ο άγνωστος άντρας και ακούμπησε τα γόνατά του στα χέρια του ξαπλωμένου άντρα ώστε να μην μπορεί να σηκωθεί. Εντωμεταξύ η Μάντι είχε σηκωθεί και πλησίασε.
«Είστε καλά, δεσποινίς;» ρώτησε ο σωματώδης άντρας και εκείνη έγνεψε θετικά. Πόσο τυχερή ήταν. Ο άντρας αυτός ήταν πολύ ευγενής και γοητευτικός. «Καλέστε την αστυνομία» της είπε κι εκείνη έβγαλε το κινητό της από την τσάντα της αμέσως.
«Δεν ξέρεις πού έχεις μπλέξει, φίλε» είπε ο άλλος αλλά ο άντρας που τη βοήθησε δε γύρισε ούτε να τον κοιτάξει. «Πες τους πού είμαστε και να έρθουν γρήγορα».
«Έχουμε άκρες και θα σε φάμε κι εσένα κι αυτήν» είπε και έφτυσε. Ο άντρας απέφυγε την επίθεση και γέλασε.
«Δεν περνάνε αυτά σε μένα, κάθαρμα» του είπε. «Αυτά να τα πεις εκεί που σε παίρνει».

Η Μάντι περίμενε την αστυνομία και έδωσε κατάθεση για όσα είχαν γίνει. Της υποσχέθηκαν ότι θα βρουν τον Τζον, και ότι θα έκλειναν τους άντρες μέσα για εκβιασμό και τοκογλυφία. Αλλά όταν γύρισε το βράδυ σπίτι, δεν άντεξε. Έβγαλε τα ρούχα της, μπήκε στο ντους και έβαλε  τα κλάματα. 

8 σχόλια:

  1. αχ η καημενη μου! Ρε γαμωτο κριμα ειναι ελεος αντε να τον βαλουν τον αλλο μεσα να ησυχασουμε

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Τι τραβάει και η Μάντι με αυτό το κάθαρμα που έμπλεξε. Ούτε μετά το διαζύγιο δεν την αφήνει ήσυχη. Μακάρι να τον μπουζουριάσουν για να ησυχάσει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Τι τραβάει και η Μάντι με το κάθαρμα που έμπλεξε. Ούτε μετά το διαζύγιο δεν την αφήνει ήσυχη. Μακάρι να τον μπουζουριάσουν για να ησυχάσει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. ka9arma -.-! den ftanei pou tin katestrepse tote me ton christopher 9elei na tis faei ki alla lefta -.-

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Παω στοίχημα οτι αυτος που την έσωσε ειναι ντετέκτιβ που εχει βάλει ο κριστοφερ! Κωνσταντίνα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Συμφωνώ 100%!!! Το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό ειναι αυτό!!! Αγωνία.... Σε διαβάζω απο την θάλασσα συγγραφέα της καρδιάς μου

      Διαγραφή
    2. Απο τη θάλασσα της Σύρου πιο συγκεκριμένα!!!������

      Διαγραφή
    3. Κι εγω απο Λέρο αγαπημένη ❤️

      Διαγραφή