Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Πέμπτη, 31 Ιουλίου 2014

διαλέξτε

κεφάλαιο 9-ναζάκια...

Οι διαδικασίες αναγνώρισης δεν διήρκησαν πάνω από μία βδομάδα, κυρίως χάρη στις γνωριμίες του Ρεμί. Ο δικηγόρος συνέταξε τα απαραίτητα έγγραφα, μπήκαν οι υπογραφές και το μόνο που χρειαζόταν πια ήταν να συνεννοηθούν για τις μέρες που θα μπορούσε ο Ρεμί να επισκέπτεται τον μικρό.

Μέσα σε αυτές τις μέρες η Μαρτίνα είχε δει τον Ρεμί μόνο δύο φορές. Είχε έρθει να την πάρει για να πάνε στο δικηγόρο και μίλησαν μόνο για τα διαδικαστικά. Το πραγματικό ενδιαφέρον του όμως δεν είχε να κάνει με την ίδια φυσικά. Είχε να κάνει με το παιδί. Του έφερνε παιχνίδια και ήταν πολύ τρυφερός μαζί του. Και ο μικρός ανταπέδιδε την προσοχή με απίστευτη γενναιοδωρία. Η Μαρτίνα δεν είχε ιδέα πόσο πολύ του είχε λείψει η αντρική φιγούρα μέχρι που μπήκε ο Ρεμί στη ζωή τους. Και τότε κατάλαβε πόσα πολλά είχε στερηθεί ο γιος της.

Οι συζητήσεις τους για το ταξίδι του μικρού είχαν αποβεί άκαρπες. Η Μαρτίνα παρέμενε αμετακίνητη στο να ταξιδέψει μόνος του ο μικρός και επίσης είχε ξεκαθαρίσει ότι δεν μπορούσε να αφήσει τη δουλειά της και να τον συνοδεύσει. Η μόνη λύση που μπορούσε να βρει ήταν να έρχεται να τον επισκέπτεται ο Ρεμί σπίτι της ώστε το παιδί να μην αλλάξει την καθημερινότητά του. Εκείνος επέμεινε ότι ήθελε να γνωρίσουν το παιδί οι γονείς του και ότι δεν μπορούσαν να πετάξουν μέχρι την Αγγλία για να τον δουν. Επαναλάμβαναν ξανά και ξανά τα ίδια και τα ίδια αλλά δεν συμφωνούσαν σε τίποτα. Κλασικά.

Σήμερα θα ερχόταν και πάλι να χαιρετήσει τον μικρό γιατί έφευγε σε δύο μέρες. Η Μαρτίνα ένιωσε την ανάγκη να φορέσει κάτι πιο κομψό αλλά τελικά δεν το έκανε. Δεν ήθελε να του δώσει την εντύπωση ότι περιποιήθηκε για εκείνον. Έβαλε λοιπόν ένα παλιό τζιν και ένα φούξια μπλουζάκι. Μάζεψε τα μαλλιά της σε έναν πρόχειρο κότσο και πήγε στην κουζίνα για να φτιάξει ένα δίσκο με βουτήματα και τσάι. Ο Ρέμι εντωμεταξύ έβλεπε μια παιδική ταινία και ήταν πολύ ήσυχος παρόλο που ανυπομονούσε να έρθει ο Ρεμί.

Κατά τις οκτώ το απόγευμα, χτύπησε την πόρτα της ο Ρεμί και εκείνη άνοιξε αγνοώντας το δυνατό καρδιοχτύπι στο στήθος της. Το απέδωσε στο άγχος που την είχε κυριεύσει σχετικά με το αν θα κατέληγαν κάπου οι σημερινές συνομιλίες.
«Καλησπέρα» της είπε εκείνος αδιάφορα, χωρίς να την κοιτάει και κατευθύνθηκε προς το παιδί αμέσως. Ο μικρός παράτησε την ταινία και χώθηκε στην αγκαλιά του Ρεμί, ο οποίος τον στριφογύρισε στον αέρα και ο μικρός τσίριξε από ενθουσιασμό.
«Μόλις έφαγε μπισκότα με γάλα, μην το ρισκάρεις» είπε η Μαρτίνα και πολύ ευχήθηκε από μέσα της να έπαιρνε ο Ρεμί ένα μάθημα για τις εκπλήξεις που μπορεί να επιφυλάσσει ένα παιδί.
«Σαχλαμάρες! Ο γιος μου είναι κύριος» της είπε ψιθυριστά όλο καμάρι. Είχαν συμφωνήσει να πάνε μαζί σε ψυχολόγο ώστε να μάθουν ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να το πουν στο παιδί αλλά προς το παρόν είχαν συμφωνήσει να περνάει χρόνο μαζί του ώστε η όποια ανακοίνωση να του ερχόταν φυσικά.
«Ο γιος σου είναι παιδάκι, όχι κύριος» τον διόρθωσε εκείνη και εκείνος χαμογέλασε πλατιά. Η Μαρτίνα έσμιξε τα φρύδια της και κούνησε το κεφάλι της με απορία. Ο Ρεμί άφησε τον μικρό κάτω και την πλησίασε αργά. Η Μαρτίνα ένιωσε την ανάσα της να κόβεται.
Έσκυψε προς το μέρος της και μίλησε χαμηλόφωνα. «Είναι η πρώτη φορά που το παραδέχεσαι» της είπε συνεχίζοντας να χαμογελάει. Η Μαρτίνα δεν ήξερε τι να του πει. «Δε θα σε συγχωρήσω ποτέ που μου το έκρυψες τόσα χρόνια, αλλά σε ευχαριστώ που τον κράτησες» της είπε εκείνος ήρεμα και η Μαρτίνα κατέβασε το κεφάλι της. Δάκρυα απειλούσαν τα κυλήσουν στα μάγουλά της και δεν ήθελε να δει εκείνος πόσο την είχαν επηρεάσει όσα της είχε πει.
«Ευχαρίστησή μου» του είπε εκείνη σιγανά κα πήγε στην κουζίνα να φέρει το δίσκο που είχε ετοιμάσει. Όταν επέστρεψε στο σαλόνι, βρήκε τους δύο άντρες να βλέπουν τηλεόραση. Ο Ρέμι είχε κάτσει στην αγκαλιά του Ρεμί και του εξηγούσε την υπόθεση. Ο Ρεμί έδειχνε πολύ απορροφημένος στην συζήτηση και ο Ρέμι εξηγούσε όσο πιο λεπτομερώς γινόταν. Η Μαρτίνα ακούμπησε το δίσκο μπροστά τους και σέρβιρε τον Ρεμί.
«Ευχαριστώ, δεν πίνω τσάι» είπε εκείνος χωρίς να την κοιτάξει και η Μαρτίνα έκανε ένα μορφασμό. «Νόμιζα ότι το θυμάσαι».
«Δε θυμάμαι και πολλά» του είπε εκείνη αδιάφορα, αλλά δεν ίσχυε. Όλα τα θυμόταν. Απλώς δεν ήθελε να το ξέρει εκείνος. Επέστρεψε στην κουζίνα και ετοίμασε λίγο καφέ. Γύρισε με ένα φλιτζάνι καφέ και το ακούμπησε μπροστά του. Συνέχισαν να μην της δίνουν σημασία αλλά η ώρα περνούσε και έπρεπε να συζητήσουν. Αύριο έπρεπε να σηκωθεί νωρίς γιατί είχε να πάει στον γιατρό πριν πάει στη δουλειά.
«Καρδούλα μου» είπε ξαφνικά και δύο ολόιδια ζευγάρια μάτια την κοίταξαν. Η Μαρτίνα χαμογέλασε με την αμηχανία στο πρόσωπο του Ρεμί. «Πήγαινε να πλύνεις τα χεράκια και να φορέσεις τις πιτζάμες σου, γιατί θέλω να μιλήσω με τον Ρεμί» του είπε και χαμογέλασε. Ο μικρός έφυγε από το δωμάτιο βολίδα και ο Ρεμί ήπιε λίγο από τον καφέ του. Η Μαρτίνα απολάμβανε την αμηχανία του. Επίτηδες το είχε κάνει και έπεσε στην παγίδα της. «Καρδούλα μου» τον φώναζε παλιά, αλλά τώρα δεν ήταν εκείνος η αγάπη της. Ήταν ο γιος τους. Και μόνο αυτός.
«Φεύγω σε δύο μέρες…» είπε εκείνος για να σπάσει την αμήχανη σιωπή. «Και θέλω να έρθει μαζί μου ο μικρός. Σκέφτηκα όσα είπες και η μόνη λύση είναι να έρθεις κι εσύ».
«Δεν μπορώ να πάρω άδεια. Είχε αρρωστήσει ο μικρός και εξάντλησα τις μέρες μου» του είπε ήρεμα.
«Παράτα την τότε!» φώναξε εκείνος. «Θα σου πληρώνω όση διατροφή θες για να μπορείς να μεγαλώνεις άνετα το παιδί και να ζεις κι εσύ χωρίς να ανησυχείς για τίποτα! Τι στο καλό σε έχει πιάσει και επιμένεις έτσι;»
«Μου κάνει καλό η δουλειά μου. Μου δίνει διέξοδο και με κάνει να νιώθω σημαντική. Δεν είμαι φτιαγμένη να είμαι κανενός η παλλακίδα, Ρεμί. Πόσω μάλλον ενός άντρα που δεν είναι ο άντρας μου».
«Μπορεί να μην είμαι ο άντρας σου αλλά είμαι ο πατέρας του παιδιού σου και θέλω το παιδί μου και η μητέρα του να ζουν άνετα. Δε χρειάζεται να έχει νταντά το παιδί. Θα περνάς εσύ όσο χρόνο θες μαζί του».
«Είναι καλό και για εκείνον και για μένα να είμαι ανεξάρτητη. Δε θέλω να μεγαλώσει με μια μητέρα που κάθεται σπίτι όλη μέρα και την πληρώνει άλλος. Θέλω να σέβεται τις γυναίκες και να μην τις θεωρεί κατώτερες».
«Πώς καταλήξαμε σε φεμινιστικό  μανιφέστο, μου λες; Άσε τα νάζια και μάζεψε μερικά ρούχα σε μια βαλίτσα να πάμε δύο βδομάδες στην πατρίδα μου. Να τον γνωρίσουν οι δικοί μου» της είπε ήρεμα.
«Δεν νιώθω άνετα. Δεν ξέρω τη χώρα, δεν ξέρω αν θα είναι ασφαλές να πάμε εκεί, δεν ξέρω πώς θα μας υποδεχτούν» του είπε.
«Η χώρα είναι ασφαλής και θα φροντίσω να σας υποδεχτούν με τιμές αρχηγού κράτους» είπε εκείνος και η Μαρτίνα κάγχασε με το ειρωνικό σχόλιό του.
«Δεν μπορώ να πάρω άδεια» επέμεινε.
«Θες να μιλήσω εγώ μαζί τους;»
«Μα τι λες; Από πού κι ως πού;»
«Δύο βδομάδες είναι. Σιγά το πράγμα!».
«Δουλεύεις, Ρεμί;» τον ρώτησε και εκείνος δεν απάντησε. «Είσαι υπάλληλος πουθενά; Όχι. ¨Ήμουν σίγουρη. Σε κάποια επιχείρηση των γονιών σου δουλεύεις και σηκώνεσαι και φεύγεις όποτε θες. Εμείς όμως οι απλοί άνθρωποι δεν μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε».
«Δεν προσπάθησες καν. Τους ρώτησες και είπαν όχι; ‘Η θεωρείς δεδομένο ότι θα αρνηθούν;»
«Δεν ρώτησα φυσικά!».
«Δε θα σε παρακαλέσω άλλο. Αν δεν έρθεις μαζί, θα πάρω το παιδί μόνο του. Ο δικηγόρος μου θα τα κανονίσει έτσι ώστε να μπορώ» της είπε και η Μαρτίνα τον πίστεψε.
«Μου βάζεις το μαχαίρι στο λαιμό».
«Δεν μου αφήνεις επιλογή».
«Ρεμί, εγώ…πώς θα έρθω; Τι θα πούμε;» τον ρώτησε τελικά.
«Η μητέρα του παιδιού είσαι. Πρέπει να δώσουμε και εξηγήσεις; Οι δικοί μου είναι συντηρητικοί, αλλά θα ενθουσιαστούν τόσο με το παιδί που ελπίζω να ξεχάσουν το νεανικό μου παραστράτημα».
«Νεανικό παραστράτημα. Μάλιστα» ψέλλισε η Μαρτίνα πειραγμένη.
«Θα ρωτήσεις αύριο; Σταμάτα να κάνεις σαν παιδί» τη μάλωσε εκείνος, λίγο πιο απαλά αυτή τη φορά.
«Δεν αντέχω άλλο αυτή την κατάσταση. Θα προσπαθήσω να δω τι θα γίνει με τη δουλειά, να πάμε το ρημάδι το ταξίδι και ελπίζω μετά να μη χρειάζεται να σε βλέπω τόσο συχνά» του είπε.
«Αμοιβαία τα αισθήματα» απάντησε εκείνος και χαμογέλασε.




Τετάρτη, 30 Ιουλίου 2014

κεφάλαιο 8-πίσω στα πάτρια εδάφη. Ελίζ, βρες κανέναν σοκολά άντρα. Τούρκο, Βεδουίνο, Αραβα...κάτι!

«Το παιδί δεν έχει να πάει πουθενά» του είπε και άρχισε να τρέμει από τα νεύρα της. Εκείνος το παρατήρησε αλλά δεν έδωσε και ιδιαίτερη σημασία. Πόσο σκληρός είχε γίνει; Αναρωτήθηκε η Μαρτίνα. Εκείνος ποτέ δεν έμενε τόσο αδιάφορος μπροστά της παλιά. «Το παιδί θα μείνει εδώ. Με την μητέρα του. Για πάντα. Έχει τη σειρά του, έχει το σπίτι του, έχει τους φίλους του. Δεν τον μεγάλωσα με ένα σωρό θυσίες για να έρθεις εσύ να τα βρεις όλα έτοιμα!» κάγχασε.
Ο Ρεμί την κοίταξε ξαφνιασμένος και δε μίλησε για λίγο. «Πάθος» είπε τελικά και ανασήκωσε με έκπληξη τα κατάμαυρα φρύδια του. «Τελικά γεννήθηκε ο άντρας που σε κάνει να χάνεις τον έλεγχο, σε κάνει να ξεχνάς τους καλούς σου τρόπους!».
«Γιατί πρέπει όλα να τα γυρνάς στη σχέση μας; Δε βαρέθηκες με τις ειρωνείες και τα υπονοούμενα; Ποιο είναι το πρόβλημά σου επιτέλους; Με χώρισες. Δε με χώρισες; Σηκώθηκες και έφυγες σαν τον κλέφτη. Επειδή ήμουν ψυχρή. Γιατί με ταλαιπωρείς τώρα; Τι σόι εκδίκηση είναι αυτή;» τον βομβάρδισε με ερωτήσεις. «Το παιδί να το αφήσεις ήσυχο. Με ακούς;» ούρλιαξε ξαφνικά και δάκρυα κύλησαν από τα μάτια της. Αλλά ο Ρεμί δεν έδειξε να επηρεάζεται και ιδιαίτερα.
«Έχω δικαίωμα να περάσω χρόνο μαζί του. Μου στέρησες τέσσερα χρόνια! Έχω δικαίωμα να τον πάρω για λίγο μαζί μου. Να τον δουν οι γονείς μου. Γιατί μου το στερείς αυτό; Θα πάμε σε έναν δικηγόρο να τον αναγνωρίσω και μετά θα τον πάρω για λίγο καιρό στην πατρίδα μου».
«Πάνω απ΄το πτώμα μου».
«Σιγά το εμπόδιο!»
«Ήρθες μέσα στο σπίτι μου να με απειλήσεις;» τον ρώτησε. «Σε αυτή τη χώρα έχουμε νόμους, Ρεμί. Δεν ξέρω τι κάνετε στην τριτοκοσμική χώρα σου και αν έχετε καν νόμους ή δικαστήρια, αλλά εδώ δεν περνάνε αυτά!» του είπε υπεροπτικά, γνωρίζοντας ότι τον είχε προσβάλει με το σχόλιό του για τη χώρα του.
«Εμείς στη χώρα μου μαστιγώνουμε τις γυναίκες που διαφωνούν με τους άντρες» είπε εκείνος ειρωνικά. «Έχεις κάτι πρόχειρο;»
«Ρεμί, σε παρακαλώ άσε με ήσυχη και εμένα και το παιδί. Είναι πολύ πιο ευτυχισμένο χωρίς εσένα».
«Κανένα παιδί δεν είναι ευτυχισμένο χωρίς πατέρα».
«Μα δε σε ήξερε».
«Τώρα με ξέρει».
«Θα σε ξεχάσει».
«Μαρτίνα, λογικέψου. Αύριο θα πάμε σε δικηγόρο και μπορώ να επισπεύσω την έκδοση διαβατηρίου».
«Το παιδί δε θα πάει πουθενά».
«Μα θέλω να τον γνωρίσουν ο γονείς μου! Τι δεν καταλαβαίνεις; Δεν έχεις δικαίωμα. Το ότι είσαι μητέρα του δε σου δίνει το δικαίωμα να του στερήσεις πράγματα που θα του κάνουν τη ζωή του πιο όμορφη και πιο άνετη!».
«Τι εννοείς πιο άνετη;» τον ρώτησε θιγμένη. «Το παιδί δε στερείται τίποτα. Δεν έχω φυσικά τα δικά σου πλούτη, αλλά του προσφέρω τα πάντα».
«Τα πάντα; Μπορεί δηλαδή να σπουδάσει στην Οξφόρδη αν θέλει; Μπορεί να πάει στη Ντίσλεϊλαντ και να κάνει σκι στις Άλπεις;».
«Χριστέ μου!» είπε εκείνη και σήκωσε τα χέρια στον ουρανό. «Πότε έγινες εσύ τόσο σνομπ; Εσύ ήσουν αυτός που μιλούσε πάντα για συναισθήματα και θεωρούσες τα χρήματα μέσο και όχι σκοπό!» του είπε αλλά είχε αγγίξει μια χορδή μέσα της. Ποια μητέρα δε σκεφτόταν ότι δεν μπορεί να προσφέρει τα πάντα στο παιδί της; Είχε σκεφτεί πολλές φορές ότι ήθελε να πάει με τον μικρό της ένα ωραίο ταξίδι αλλά δεν είχε χρήματα. Είχε αρχίσει ήδη να σκέφτεται ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να τον στείλει σε ένα καλό πανεπιστήμιο. Πώς στο καλό είχε διαβάσει τις σκέψεις της;
«Όταν γίνεσαι γονιός, αλλάζεις» χαμογέλασε εκείνος.
«Κι εσύ είσαι γονιός τώρα;» τον ειρωνεύτηκε.
«Θέλω να προσπαθήσω» απάντησε  Ρεμί με απόλυτη σιγουριά και ηρεμία και η Μαρτίνα έχασε για λίγο την ισορροπία της. Έκλεισε τα μάτια και μέτρησε μέχρι το τρία παίρνοντας βαθιές ανάσες. Είχε δίκιο. Ήθελε να προσπαθήσει να γνωρίσει το γιο του. Αυτό του το αναγνώριζε. Αλλά όχι και να τον πάρει από κοντά της.
«Δε θέλω να φύγει τα παιδί. Κατάλαβέ με, Ρεμί. Θα είναι σοκ για εκείνον να είναι χωρίς εμένα, και ειλικρινά, δε σε εμπιστεύομαι».
«Δε θα του έκανα ποτέ κακό, Μαρτίνα. Είναι το παιδί μου. Ακόμα δεν μπορώ να το συνειδητοποιήσω, είναι όλο αυτό πολύ καινούργιο για μένα. Αλλά θέλω να τον γνωρίσω. Θέλω να περάσω χρόνο μαζί του. Είναι γιος μου. Γιατί το κάνεις όλο αυτό; Με εκδικείσαι για τότε;».
«Δε θέλω να σε εκδικηθώ γιατί δεν έχω συναισθήματα για σένα, Ρεμί. Μου είσαι αδιάφορος. Το παιδί μου θέλω να προστατεύσω».
«Το παιδί σου χρειάζεται πατέρα και μια οικονομική εξασφάλιση. Μην είσαι ξεροκέφαλη».
«Το παιδί δε θα έρθει μαζί σου. Αυτή είναι η τελευταία μου κουβέντα. Αν θες, πάμε να τον αναγνωρίσεις και μπορείς να έρχεσαι όποτε θες να τον βλέπεις, σε λογικά πλαίσια φυσικά, αλλά δε θέλω να τον ταράξεις με ένα ταξίδι σε μια πρωτόγονη χώρα» τον τσίγκλησε πάλι.
«Είσαι μια ανυπόφορη γυναίκα. Απορώ πώς… Τέλοσπάντων» είπε και έπιασε το κινητό του το οποίο είχε αρχίσει να δονείται. Μίλησε στα αραβικά, πολύ γρήγορα, δίνοντας μάλλον διαταγές σε κάποιον και το έκλεισε βιαστικά. «Πρέπει να φύγω. Αύριο στις έξι το απόγευμα θα πάμε στο δικηγόρο. Φώναξε το παιδί να το χαιρετίσω» της είπε.
«Μάλιστα, σεΐχη» του είπε ειρωνικά.
«Εμίρης» απάντησε εκείνος αδιάφορα και η Μαρτίνα έκανε μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας.
Ο μικρός χώθηκε στην αγκαλιά του και του ζήτησε να ξανάρθει. Ο Ρεμί τού είπε ότι θα έρθει αύριο και τον φίλησε τρυφερά στο κεφάλι. Η Μαρτίνα τούς κοιτούσε μαζί και συγκινήθηκε αλλά δεν το έδειξε. Έπρεπε να έχουν επαφή αλλά όχι με τους όρους του. Έπρεπε να προστατεύει το παιδί της.

Τον συνόδευσε ως την εξώπορτα κι εκείνος της είπε ότι πρέπει να σκεφτεί όσα της πρότεινε. 
«Σου είπα ποια είναι η θέση μου. Δεν γίνεται να φύγει το παιδί από κοντά μου. Είναι μικρός και με έχει ανάγκη» του είπε προσπαθώντας να τον κάνει να καταλάβει.
«Καλώς…» είπε εκείνος και την κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια. Η Μαρτίνα προσπάθησε να μην στρέψει αλλού το βλέμμα της και του δείξει πόσο την επηρέαζε. Ακόμα και μετά από τόσα χρόνια. Ήταν εντυπωσιακός και ήταν τόσο κοντά της που την αναστάτωνε. «Τότε αφού δεν υπάρχει άλλη λύση θα πρέπει να έρθεις κι εσύ μαζί» της είπε χαμογελώντας αχνά.


Τρίτη, 29 Ιουλίου 2014

κεφαλαιο 7-κοριτσια μου,ανεβαζω σημερα της Τρίτης γιατι θα πεταω σχεδον ολη μερα...

«Μα τι λες τώρα;» ρώτησε η Μαρτίνα ενώ τον παρακολουθούσε να κοιτάει τριγύρω του με αποτροπιασμό, λες και του είχε πει ότι είχε κάπου κρυμμένο ένα πτώμα. «Πώς αλλάζεις τόσο απότομα θέμα;»
«Εσύ δεν μπορούσες ούτε λεπτό χωρίς το πιάνο σου. Πού είναι;» επέμεινε εκείνος. «Εδώ δεν είναι, ούτε στην κρεβατοκάμαρά σου. Τι έχει συμβεί; Μου λες;» τη ρώτησε με δυνατή φωνή και η Mαρτίνα έμεινε να τον κοιτάει παραξενεμένη.
«Δεν υπήρχε χώρος για το πιάνο», του είπε αδιάφορα αλλά ήξερε ότι ο Ρεμί δεν ήταν χαζός.
«Το σπίτι έχει ελάχιστα πράγματα και μπορούσε άνετα να χωρέσει ένα πιάνο εδώ μέσα. Πες μου τι έγινε», απαίτησε και η Μαρτίνα ξεφύσηξε ανυπόμονα.
«Τίποτα. Απλώς όταν γεννήθηκε ο Ρέμι, δεν ήμουν καλά οικονομικά...οι γονείς μου σοκαρίστηκαν με την απόφασή μου να κρατήσω το μωρό και μάλιστα ενός άντρα που δεν το αναγνώρισε και δε με στήριξαν για τον πρώτο χρόνο. Αναγκάστηκα να το πουλήσω. Θυμάσαι πόσο ακριβό ήταν. Μαζί το είχαμε παραγγείλει. Με τα λεφτά αγόρασα γάλα και πάνες για το μωρό για έναν ολόκληρο χρόνο!» του είπε χωρίς ανάσα παίζοντας νευρικά με τα δάχτυλά της. Δεν ήθελε να του το πει αλλά αυτή ήταν η αλήθεια και έπρεπε να μάθει πόσο είχε δυσκολευτεί να μεγαλώσει το παιδί της με αξιοπρέπεια.
«Τι εννοείς ότι δε σε στήριξαν; Αυτό είναι τρομερό. Και γιατί δεν μου ζήτησες βοήθεια;» ρώτησε εκείνος. «Μα να πουλήσεις το πιάνο σου; Εσύ ζούσες για το πιάνο σου!»
«Όχι, Ρεμί» τον διόρθωσε αμέσως. «Το αγαπούσα το πιάνο μου. Αλλά όταν γεννήθηκε ο Ρέμι, κατάλαβα τι σημαίνει ζω για κάτι. Για κάποιον. Δεν το σκέφτηκα ούτε για ένα λεπτό αν θα το πουλούσα».
«Και πού παίζεις τώρα;» ρώτησε εκείνος με γουρλωμένα τα μάτια του.
«Δεν παίζω» είπε ήρεμα εκείνη. Ο Ρεμί έμεινε να την κοιτάει με μισάνοιχτο στόμα.
«Τι εννοείς δεν παίζεις; Πώς είναι δυνατόν;»
«Δεν έχω χρόνο και δεν έχω πιάνο» του απάντησε ενώ στράφηκε στον Ρέμι, ο οποίος είχε αρχίσει να κάνει σαχλαμάρες με μια γλάστρα. «Δουλεύω σε ωδείο οπότε μπορώ να παίξω εκεί αν θέλω αλλά έχω τόσα χρόνια να αγγίξω τα πλήκτρα που πιστεύω ότι αν κάτσω δε θα θυμάμαι τίποτα».
«Είναι δυνατόν να παράτησες το πιάνο;» τη ρώτησε σοκαρισμένος.
«Εδώ εσύ παράτησες άνθρωπο!» γέλασε εκείνη πικρά εκείνη και ο Ρεμί έκανε ένα βήμα πίσω, σοκαρισμένος από την επίθεση. ¨
«Δε σε παράτησα, Μαρτίνα» απάντησε νωχελικά. «Σε απάλλαξα από την παρουσία μου».
«Δε θυμάμαι να σου είχα πει ότι με ενοχλούσε η παρουσία σου» τον ειρωνεύτηκε κι αυτή με τη σειρά της.
«Δε θυμάμαι να μου είχες πει και το αντίθετο» πρόσθεσε εκείνος και η Μαρτίνα ένιωσε να απειλείται. Ρουά ματ το κάθαρμα, σκέφτηκε. Με ποιον πήγαινε να τα βάλει; «Δε βγάζει πουθενά η συζήτηση» του είπε και πήρε αγκαλιά τον μικρό για να του πλύνει τα χέρια, αλλά εκείνος είπε ότι θέλει να τον πάει ο Ρεμί! Ο Ρεμί χαμογέλασε θριαμβευτικά και πήρε αγκαλιά τον μικρό λες και είχε σηκώσει χιλιάδες παιδιά πριν. Η Μαρτίνα αναρωτήθηκε αν είχε γίνει πατέρας και από άλλη γυναίκα, αν ήταν παντρεμένος με μια ευτυχισμένη οικογένεια. «Πάμε, μεγάλε», είπε στον μικρό χαμογελώντας του και ο μικρός τον κοίταξε με λατρεία. «Η μαμά μού έχει πει ότι ο μπαμπάς μου είναι μελαχρινός με μαύρα μάτια. Σαν κι εσένα», είπε και το παιδί μαγεμένο και η Μαρτίνα έκλεισε ενστικτωδώς τα μάτια. Αυτό ήταν. Είχε ξεσκεπαστεί. Πώς δεν το είχε σκεφτεί αυτό; Είχε σκεφτεί τα πάντα. Είχε βρει κάποιον να παραστήσει τον πατέρα του Ρέμι. Αλλά δεν το περίμενε αυτό. Αφού ο μικρός έπλυνε τα χέρια του πήγε για λίγο στο δωμάτιό του και ο Ρεμί επέστρεψε στο δωμάτιο μόνος. «Μάλιστα», είπε χαμογελώντας προκλητικά. «Ο μικρός δεν έχει δει ποτέ τον πατέρα του», πρόσθεσε και η Μαρτίνα σκέφτηκε ότι είχε φτάσει η ώρα μηδέν.
«Απολαμβάνεις να με βασανίζεις. Ε;» τον ρώτησε πικρά.
«Εχασα τέσσερα χρόνια από το παιδί μου. Ποιος βασανίζει ποιον;» φώναξε εκείνος αλλά αμέσως χαμήλωσε τον τόνο της φωνής του. «Δε με ενδιαφέρεις καθόλου. Δε μου καίγεται καρφάκι για σένα. Αλλά το παιδί μου θέλω να το βλέπω. Κατάλαβες;» τη ρώτησε λες και ήταν ηλίθια. Η Μαρτίνα έγνεψε. «Και τώρα πες μου», της είπε αργά, κάνοντας μια μεγάλη παύση, «είναι δικό μου. Σωστά;» Η Μαρτίνα χαμογέλασε και τον κοίταξε. Απέφευγε να το κάνει γιατί αυτό που έβλεπε μέσα στα μάτια του την αναστάτωνε. Δεν μπορούσε να το ερμηνεύσει. Τώρα όμως δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Του έγνεψε θετικά. Δεν υπήρχε λόγος να κρύβεται πια.

«Ωραία είπε εκείνος φανερά ανακουφισμένος. Πότε μπορεί να ταξιδέψει;» 

Δευτέρα, 28 Ιουλίου 2014

κεφάλαιο 6-καλή εβδομάδα σε όλες σας

Η Κυριακή κύλησε ήρεμα για τον γιο της. Αλλά εκείνη έτρεμε. Η Δευτέρα επίσης ήταν μια φυσιολογική μέρα. Αλλά η Μαρτίνα ένιωθε τη δαμόκλειο σπάθη πάνω από το κεφάλι της. Βαριά και απειλητική. Και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να την αποφύγει. Μόνο να κάθεται και να περιμένει.  Και να ετοιμάζει απαντήσεις για τις χιλιάδες ερωτήσεις που ήταν πιθανόν να δεχτεί.
Η τύχη της τέλειωσε την Τρίτη κατά τις εφτά το απόγευμα. Από το κουδούνισμα κατάλαβε ποιος ήταν στην πόρτα της. Η καρδιά της σφίχτηκε αλλά η αντίδραση του γιου της ήταν αυτή που την έκανε να παραξενευτεί πιο πολύ.
«Ποιος είναι; Λες να είναι ο κύριος;» τη ρώτησε γεμάτος ενθουσιασμό. Η Μαρτίνα τον κοίταξε με σμιγμένα φρύδια. Αναρωτιόταν πώς ήταν δυνατόν ο  μικρός να  ένιωσε τόσο άμεσα συμπάθεια για τον Ρεμί. Τον είχε δει ελάχιστα αλλά μιλούσε για αυτόν ακατάπαυστα εδώ και τρεις μέρες. Για το «μεγάλο αμάξι», για τον «ψηλό άντρα», για τη χειραψία που του είχε κάνει ο Ρεμί γιατί «έτσι κάνουν οι άντρες».
«Ποιος ξέρει; Μπορεί» του είπε και άνοιξε την πόρτα. Μετά από μερικά λεπτά άκουσε τα βήματα του Ρεμί στις σκάλες της. Τον είδε να ξεπροβάλει σιγά σιγά μπροστά της σαν ζώο της ζούγκλας που ξεδιπλώνεται λίγο πριν ορμήξει και ένιωσε τα γόνατά της να λυγίζουν από την αρρενωπή παρουσία του. Πάντα την έκανε να νιώθει έτσι. Αλλά τώρα πια δεν ήταν ερωτευμένη μαζί του οπότε δεν υπήρχε δικαιολογία. Μάλλον τον κορμί της αντιδρούσε με έναν τρόπο που δεν είχε καμία σχέση με όσα σκεφτόταν για εκείνον.
«Καλησπέρα» είπε αλλά δεν την κοίταξε. Κοίταξε μόνο το παιδί της, το οποίο τον κοιτούσε σαν μαγεμένο. Μα τι στο καλό συνέβαινε; Πώς είχε ξεφύγει έτσι η κατάσταση από τα χέρια της; Αυτός ο άντρας μαγνήτιζε τους πάντες. Αυτό δεν είχε κάνει και σε εκείνη;
Έβγαλε από το παλτό του ένα μικρό δέμα και το έδωσε στον μικρό. Μετά έδωσε το παλτό του στην Μαρτίνα να το κρεμάσει χωρίς να της απευθυνθεί και θρονιάστηκε στο πάτωμά της (!) για να παίξει με τον Ρέμι.
«Τι μου πήρες;» ρώτησε ο μικρός και άρχισε να σκίζει το χαρτί. Σχεδόν αμέσως άρχισε να τσιρίζει, όταν είδε ένα ρομπότ το οποίο ήταν γεμάτο κουμπιά και πολύχρωμα λαμπάκια. Ο Ρεμί τον βοήθησε να βάλει τις μπαταρίες και μόλις το ρομπότ άρχισε να βγάζει ξέφρενους ήχους ο μικρός άρχισε να γελάει ακατάπαυστα.
«Δεν το ζω αυτό» μονολόγησε η Μαρτίνα ανίκανη να συνειδητοποιήσει όλο αυτό που γινόταν μπροστά στα μάτια της. Πώς είχε αλλάξει τόσο γρήγορα η ζωή της;
«Ένα τσάι θα το έπινα, ευχαριστώ» της είπε ξερά ο Ρεμί και εκείνη τον κοίταξε παραξενεμένη.
«Τέλεια. Φτιάξε και για μένα» του είπε και τον αγνόησε. Πήγε στο δωμάτιό της για να κλείσει την τηλεόρασή της αλλά ο Ρεμί την ακολούθησε.
«Θέλω να μιλήσουμε» της είπε ξερά. «Για το παιδί».
Η Μαρτίνα τον κοίταξε φαινομενικά αδιάφορα, αλλά από μέσα της έβραζε. Την κοιτούσε με τα υπέροχα καστανά μάτια του και τη γέμιζε θυμό αλλά δεν μπορούσε να μη τον θαυμάσει. Τον είχε αφήσει αγόρι και μπροστά της έβλεπε έναν υπέροχο άντρα. Άραγε είχε φτιάξει τη ζωή του; Απολάμβανε άλλη γυναίκα το υπέροχο κορμί που έβλεπε μπροστά της; Τους φαρδιούς ώμους και τη στενή μέση; Το δυνατό στέρνο και τα σκληρά μπράτσα;
«Τι θες να πούμε;» τον ρώτησε και ανασήκωσε τους ώμους. «Ο πατέρας του θα τον πάρει την επόμενη βδομάδα για μερικές μέρες» του είπε αδιάφορα.
«Συμφωνείς δηλαδή;» την αιφνιδίασε εκείνος και η Μαρτίνα έμεινε για λίγο αμίλητη. Τι της έλεγε;
«Για ποιο πράγμα;»
«Ότι πρέπει να τον πάρω».
«Ρεμί θα σου πω για μια τελευταία φορά ότι το παιδί δεν είναι δικό σου. Λυπάμαι αν χτυπάει το πατρικό σου φίλτρο και δε βρίσκεις καμιά γυναίκα να σου κάνει τη χάρη επειδή είσαι ανυπόφορος, αλλά δε σου φταίει το παιδί μου» του είπε και σταύρωσε τα χέρια της κάτω από το στήθος της.
Επέστρεψε στο σαλόνι γιατί δεν μπορούσε να συζητάει σοβαρά μαζί του στο δωμάτιό της.
«Στην πραγματικότητα έχω ένα χαρέμι με 12 γυναίκες στην πατρίδα μου και η καθεμία θα σκότωνε για να κάνει το παιδί μου» της είπε εκείνος και χαμογέλασε ειρωνικά.
«Συγχαρητήρια, να τις εκατοστίσεις» είπε ξερά η Μαρτίνα. Μα χαρέμι; Από πού στο διάολο ήταν; Αν της έλεγε ποτέ για τη χώρα του ίσως ήξερε τώρα…
«Θέλω να βλέπω το παιδί» της είπε εκείνος πεισματικά.
«Δεν έχεις δικαίωμα» του είπε εκείνη άμεσα. Ο Ρεμί εντωμεταξύ έπαιζε εκστασιασμένος με το ρομπότ του βγάζοντας ήχους απόλαυσης. «Το παιδί έχει μητέρα και πατέρα. Εσύ τι θα κάνεις;»
«Τον πατέρα» είπε εκείνος με τόση σιγουριά που την έκανε να νιώθει τελείως ηλίθια μπροστά σε κάτι που ήταν τόσο προφανές.
«Ρεμί, γιατί το κάνεις όλο αυτό; Ξεκαθάρισες τη θέση σου πριν από μερικά χρόνια και τώρα…»
«Ακου να σου πω» είπε εκείνος απότομα και η Μαρτίνα τον κοίταξε ξαφνιασμένη να σηκώνει το χέρι του για να τη σταματήσει. «Το τι έγινε μεταξύ μας τότε δεν έχει να κάνει με το παιδί» της είπε και η Μαρτίνα από μέσα της παραδέχτηκε ότι είχε κάποιο δίκιο. «Δε φταίει το παιδί για όσα έγιναν. Όπως επίσης δε φταίω και εγώ 100%» ολοκλήρωσε και κάθισε σε μια καρέκλα αναπαυτικά λες και του ανήκε το σπίτι.
«Φταις δε φταις, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι δε σε εμπιστεύομαι» του είπε εκείνη μελιστάλαχτα, λες και μιλούσε στο γιο της.
«Δε χρειάζομαι επιβεβαίωση από εσένα» της είπε. «Του γιου μου τη επιβεβαίωση θέλω».
«Και σκοπεύεις να την αγοράσεις  με ρομποτάκια;» τον ειρωνεύτηκε αλλά ο Ρεμί δεν έδειχνε διατεθειμένος να παρατήσει τα όπλα.
«Μου στέρησες τέσσερα χρόνια. Βιάζομαι» είπε ήρεμα.
«Δεν είσαι ο πατέρας του» επέμεινε η Μαρτίνα.
«Είμαι και το βλέπω και το βλέπεις κι εσύ. Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι πώς είναι δυνατόν να κράτησες ένα παιδί από μια σχέση που σε έκανε να ασφυκτιάς».
«Ποιος είπε ότι ασφυκτιούσα;» ύψωσε τη φωνή της.
«Ήταν εμφανές» απάντησε εκείνος και ανασήκωσε τους ώμους.
«Θεέ μου, πόση εξυπνάδα πια!» τον ειρωνεύτηκε η Μαρτίνα. "Εσύ καταλαβαίνεις πράγματα για μένα που δεν τα καταλαβαίνω ούτε εγώ!"
Εκείνος κοίταξε τριγύρω το χώρο αδιάφορα μέχρι που τα φρύδια του έσμιξαν από περιέργεια. Γύρισε και την κοίταξε σχεδόν αγριεμένος.

«Πού είναι το πιάνο σου;» τη ρώτησε.

Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2014

kefalaio 5-kalo sk

Τι να έκανε; Να έφευγε; Να παρατούσε τη δουλειά της και το σπίτι της επειδή είχε την απίστευτη ατυχία να πέσει μούρη με μούρη με τον πατέρα του παιδιού της; Και πώς θα τα έβγαζε πέρα; Άραγε πόσο καιρό έπαιρνε να βγάλεις βίζα; Και διαβατήριο για τον μικρό; Θα πήγαινε τη Δευτέρα για καλό και για κακό. Έπρεπε να είναι έτοιμη για παν ενδεχόμενο. Με αυτόν τον άντρα ποτέ δεν ήξερες. Η καρδιά της είχε μουδιάσει. Ένιωθε λες και την είχε πλακώσει ένα τεράστιο βάρος και δεν μπορούσε να κουνηθεί. Κυριολεκτικά και μεταφορικά.
‘Εβαλε τον μικρό για ύπνο και ξάπλωσε σε ένα καναπέ που είχε στο καθιστικό. Της άρεσε αυτός ο καναπές γιατί είχε άμεση επαφή με ένα ανατολικό παράθυρο και απολάμβανε το φως, κυρίως για να διαβάζει. Αλλά τώρα το μυαλό της…φτερούγισε κάπου μακριά. Στο αμφιθέατρο του πανεπιστήμιου του Γουέστμινστερ, εκεί όπου αντίκρισε πρώτη φορά τον Ρεμί.
Ήταν πριν από πέντε χρόνια, Φεβρουάριος, αρχή του εαρινού εξαμήνου, και η Μαρτίνα είχε διαλέξει ένα μάθημα που λεγόταν «Διαχείριση Πολιτισμικών Πόρων» στα πλαίσια του μεταπτυχιακού της στην Μουσική Τεχνολογία. Δεν καταγόταν από πλούσια οικογένεια, αλλά οι επιδόσεις της στο πιάνο και στο τραγούδι τής είχαν ανοίξει την πόρτα σε πληθώρα υποτροφιών τόσο για τις προπτυχιακές όσο και για τις μεταπτυχιακές σπουδές της. Και για τα έξτρα έξοδά της, έπαιζε πιάνο και  τραγουδούσε σε ένα καλό εστιατόριο στο ανατολικό Λονδίνο. Ήταν καλά. Ήταν ευτυχισμένη. Δεν είχε σχέση, άλλωστε  έτρεμε τους άντρες, αλλά ήταν καλά. Είχε καλούς φίλους, έσκιζε στις σπουδές της, κανόνιζε μικρές συναυλίες και είχε έρθει σε επαφή με έναν φίλο ενός καθηγητή της ο οποίος είχε υπαινιχθεί ότι μπορούσε να της εξασφαλίσει μια ακρόαση για την ορχήστρα του Λονδίνου.
Την αγαπούσε τη μουσική. Τη μουσική της. Περνούσε από μικρή ώρες ατελείωτες μπροστά από το πιάνο της με παρέα την θεία της, την Ελεανόρ, η οποία ήταν αυστηρή αλλά και γενναιόδωρη δασκάλα. Πολύ γρήγορα βέβαια η μικρή Μαρτίνα ξεπέρασε τη δασκάλα της, και στα 15 της είχε ήδη δίπλωμα πιάνου. Στα 17 της έδινε συναυλίες και ήταν περιζήτητη στους μουσικούς κύκλους τόσο για το υπέροχο πιάνο που έπαιζε όσο και για τη μελωδική φωνή της.
Εκείνο τον Φεβρουάριο λοιπόν, η Μαρτίνα έκατσε σε ένα έδρανο λίγο πιο πίσω από ό,τι συνήθως και έτυχε δίπλα της να κάθεται ο Ρεμί. Της ζήτησε στυλό και πολύ γρήγορα άρχισαν να συζητούν λες και γνωρίζονταν χρόνια. Της είπε ότι κατάγεται από μια μικρή χώρα κοντά στα ΗΑΕ αλλά δεν προσδιόρισε, ότι σπούδαζε διοίκηση επιχειρήσεων αλλά τον ενδιέφερε και ο πολιτισμός και ότι του άρεσε πολύ το Λονδίνο. Η Μαρτίνα, πάντα καχύποπτη με τους άντρες μετά από τα χρόνια κατήχησης της γεροντοκόρης της θείας της, Ελεανόρ, ότι όλοι οι άντρες θέλουν να σε εκμεταλλευτούν, δυσκολεύτηκε να ανοιχτεί, αλλά τελικά δεν κατάφερε να διατηρήσει την άμυνά της. Ήταν τόσο όμορφος… Της θύμιζε εξωτικό άλογο, αραβικό άτι, όταν τον έβλεπε να την πλησιάζει και να της γελάει. Όλα πάνω του…την αναστάτωναν. Τα σκούρα μάτια του, το δέρμα του, η μυρωδιά του. Ήταν υπέροχος. Και ευγενικός…πόσο ευγενικός! Ο,τι στερεότυπα είχε στο μυαλό της για τους άντρες από εκείνη την περιοχή εξανεμίστηκαν σε μερικές συναντήσεις μαζί του. Εκείνη ήταν ήδη τρελά ερωτευμένη μαζί του όταν εκείνος της έκανε έκπληξη ένα βράδυ και πήγε στο εστιατόριο που τραγουδούσε. Εκείνη όταν τον είδε, αρχικά πάγωσε, αλλά μετά από μερικά λεπτά, βρήκε την αυτοκυριαρχία της. Κατάφερε να ολοκληρώσει το πρόγραμμά της, αλλά άλλαξε το προγραμματισμένο τελευταίο τραγούδι με ένα βαθιά ερωτικό τραγούδι που ήλπιζε ότι εκείνος θα καταλάβαινε.
Και κατάλαβε. Ο Ρεμί, ο Ρεμί της, την πήρε εκείνο το βράδυ με το αμάξι του και την πήγε στο σπίτι της και από εκείνο το βράδυ και για πέντε μήνες ήταν αχώριστοι. Πέντε μήνες…σκέφτηκε. Σε πολλούς θα έμοιαζαν λίγοι πέντε μήνες αλλά για εκείνη ήταν η πιο δυνατή εμπειρία της ζωής της. Πριν γεννήσει το παιδί της φυσικά. Τον αγάπησε με όλο της το είναι, με έναν τρόπο απελπισμένο, χωρίς όρια και λογική. Δεν του το έδειχνε, δεν ήξερε τον τρόπο, αλλά για τον Ρεμί ξεπέρασε όλα τα όριά της. Θα πουλούσε και την ψυχή της στο διάολο για εκείνον, θα παρατούσε και τη μουσική της. Θα έδειχνε και τη ζωή της για να είναι εκείνος ευτυχισμένος.
Αλλά δε χρειάστηκε. Γιατί κάπου στις αρχές Ιουλίου, ο Ρεμί αποφάσισε να γυρίσει στην πατρίδα του. Τα πράγματα μεταξύ τους ήταν λίγο τεταμένα, κυρίως λόγω της δικής της αδυναμίας να εκφραστεί, και εκείνος έφυγε. Έτσι απλά. Της το ανακοίνωσε ένα πρωί ότι πρέπει να γυρίσει γιατί κάτι προέκυψε. Δεν διευκρίνισε ποτέ τι. Η Μαρτίνα περίμενε να της πει να πάει. Κάτι. Να τον περιμένει. Αλλά δεν το έκανε. Μπορεί να περίμενε μια κίνηση από μέρους της. Της έλεγε συχνά ότι δεν καταλάβαινε ποτέ τι σκεφτόταν, πώς ένιωθε για εκείνον. Η Μαρτίνα δεν ήταν καλή με τα λόγια. Αλλά πίστευε ότι με τις πράξεις της του είχε δώσει να καταλάβει πόσο πολύ…πόσο  τρομακτικά πολύ τον αγαπούσε.
Και έφυγε. Με μια πτήση ξημέρωμα Κυριακής. Η Μαρτίνα από τότε μισούσε τις Κυριακές. Γιατί της είχαν πάρει αυτόν που αγαπούσε πιο πολύ κι από τη ζωή της.

Περίμενε. Περίμενε. Περίμενε. Προσευχήθηκε. Ηλπισε. Αλλά δεν συνέβη ποτέ.  Ο Ρεμί δεν επικοινώνησε ξανά. Οταν έμαθε ότι είναι έγκυος, δεν το σκέφτηκε ούτε δευτερόλεπτο. Αυτό το παιδί θα ήταν το κομμάτι του. Δε θα χρειαζόταν πια να μισεί τις Κυριακές. Γιατί θα τον είχε πάντα δίπλα της.

Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2014

kefalaio 4-vroxi...

«Μπες στο αμάξι αμέσως» είπε εκείνος μέσα από τα δόντια του και η Μαρτίνα ανατρίχιασε. Δεν τον θυμόταν τόσο απειλητικό. Ήταν βέβαια αρκετά σοβαρός και αποφασιστικός, αλλά ποτέ δεν είχε φοβηθεί ότι θα της κάνει κακό.
«Γιατί;» τον ρώτησε μόνο και μόνο για να κερδίσει χρόνο αλλά το ήξερε ότι το είχε χάσει το παιχνίδι.
«Για να μην υπάρχουν μάρτυρες όταν σε σκοτώνω» είπε εκείνος και της άνοιξε την πόρτα. Η βροχή εντωμεταξύ είχε δυναμώσει και δεν είχε πολλές επιλογές. Αν έτρεχε, θα την προλάβαινε. Και αν δεν την προλάβαινε, πόσο θα του έπαιρνε; Μισή ώρα μέχρι να τη βρει; Δεν ήξερε λεπτομέρειες, αλλά ήταν σίγουρη ότι ήταν πολύ πλούσιος και με πολλές γνωριμίες. Ήξερε το όνομα και το επώνυμό της και ένα σωρό άλλα στοιχεία. Σιγά το δύσκολο.
Μπήκε στο εσωτερικό του εντυπωσιακού αμαξιού και έδεσε προσεκτικά τον Ρέμι στο κάθισμα δίπλα της. Δέθηκε κι αυτή και ετοιμάστηκε για την επίθεση. Ο Ρεμί έκανε νόημα στον οδηγό να ξεκινήσει. Η Μαρτίνα κοιτούσε έξω από τα παράθυρο ενώ ο γιος της κοιτούσε αχόρταγα τριγύρω του, ανίκανος να συνειδητοποιήσει τι συνέβαινε γύρω του.
«Μήπως έχεις να μου πεις κάτι;» άκουσε ξαφνικά τη φωνή του άντρα που είχε προσπαθήσει τόσο μάταια να ξεχάσει. Για λίγο δεν του απάντησε.
«Ναι, φυσικά» του είπε ανάλαφρα. «Κρόιντον Ρόουντ στο νούμερο 23» του είπε τη διεύθυνση της. Εκείνος χαμογέλασε με δυσκολία. Ψεύτικα.
«Δε νομίζω ότι έχουμε χρόνο για ειρωνείες, Μαρτίνα» της είπε και έστρεψε το βλέμμα του στο παιδί της.
«Γιατί το λες αυτό;» τον ρώτησε εκείνη, χωρίς να ξέρει πραγματικά τι ήθελε να του πει.
«Πιστεύω ότι μου έχεις κρύψει κάτι πολύ…ιδιαίτερο και νομίζω ότι τώρα είναι η ευκαιρία να μου πεις την αλήθεια και να μου ζητήσεις συγγνώμη για τα χρόνια που μου στέρησες με το παιδί μου» της είπε. Η Μαρτίνα πάγωσε. Ούτε σε εκατό χρόνια δεν περίμενε να ακούσει τον Ρεμί να αναφέρεται στον γιο της ως «παιδί του».
«Ο Ρέμινγκτον είναι δικός μου» του είπε ενώ χτυπούσε τη γροθιά της στο στήθος της. Το παιδί εντωμεταξύ είχε σχεδόν αποκοιμηθεί και αναγκάστηκαν να χαμηλώσουν τη φωνή τους. «Μόνο δικός μου» του επανέλαβε και δάκρυα κύλησαν από τα μάτια της.
«Μάλιστα» είπε εκείνος και την κοίταξε με ένα βλέμμα που την έκανε να ριγήσει. Πώς το κατάφερνε αυτό; Από την πρώτη στιγμή που τoν γνώρισε, σε εκείνο το καταραμένο αμφιθέατρο, κατάλαβε ότι αυτός ο άντρας μπορούσε να την κάνει να νιώσει γυμνή μόνο με ένα βλέμμα. «Να υποθέσω ότι τεκνοποίησες με την άμωμο σύλληψη τότε;» την ειρωνεύτηκε ανοιχτά και η Μαρτίνα έχασε την υπομονή της.
«Μπορείς να υποθέσεις ό,τι θέλεις, αλλά εγώ δεν πρόκειται να σου επιβεβαιώσω τίποτα» επέμεινε εκείνη.
«Δηλαδή θέλεις να μου πεις ότι αυτό που βλέπω μπροστά στα μάτια μου είναι τυχαίο;» τη ρώτησε ενώ έδειχνε το παιδί με το δεξί του χέρι. Με το αριστερό χέρι χτένιζε νευρικά τα πυκνά μαλλιά του.
«Είσαι ο μόνος μελαχρινός άντρας;» τον ρώτησε και ήξερε ότι ακουγόταν σαν ηλίθια. Αλλά δεν μπορούσε να του μιλήσει. Δεν ήθελε.
«Ο μόνος μελαχρινός άντρας με σκούρο δέρμα, με τον οποίο είχεs σχέση πριν από πέντε χρόνια» είπε εκείνος. «Ελπίζω» πρόσθεσε και η Μάρτινα πάλεψε με την επιθυμία να τον χαστουκίσει.
«Το παιδί είναι τριών χρόνων και το έκανα με έναν συνάδελφο. Διατηρούμε καλές σχέσεις. Μπορώ να σου τον γνωρίσω» του είπε. Αυτό ήταν! Θα κέρδιζε χρόνο και θα έβρισκε κάποιον να παραστήσει για μερικές ώρες τον πατέρα του μικρού.
«Το παιδί είναι τριών χρόνων;» γέλασε πνιχτά εκείνος. «Μου φαίνεται λίγο ανεπτυγμένο για παιδί τριών χρόνων. Από πού να πήρε άραγε και να είναι τόσο ψηλό;» τη ρώτησε συνεχίζοντας να γελάει. Η Μαρτίνα κοίταξε τα μακριά του πόδια, τα ατελείωτα χέρια του. Ο Ρεμί ήταν πολύ ψηλός. Εϊχε χρόνια να τον δει και είχε ξεχάσει το πόσο εντυπωσιακά ψηλός ήταν.
«Από τον πατέρα του» είπε εκείνη αδιάφορα.
«Αυτό λέω κι εγώ» απάντησε εκείνος και σταμάτησε απότομα να γελάει.
«Μπορείς να με αφήσεις σε ένα σταθμό μετρό; Νομίζω ότι σταμάτησε να βρέχει και έχω ομπρέλα μαζί μου» του είπε.
«Πρώτα θα πάμε για ένα τεστ DNA» είπε εκείνος και χαμογέλασε σατανικά.
«Είσαι τρελός;» τον ρώτησε και σήκωσε τον τόνο της φωνής της. Ο μικρός αναδεύτηκε αλλά ευτυχώς δεν ξύπνησε. «Δεν μπορεί να περιμένεις να υποβάλω τον γιο μου σε μια τέτοια εξέταση επειδή εσένα σου ήρθε η ιδέα ότι είναι δικός σου!».
«Μα είναι» είπε εκείνος ήρεμα. «Είναι ολόιδιος» της είπε και στα μάτια του είδε τη σιγουριά που πήγαζε από την εμφανή ομοιότητα που είχε με τον γιο του. Αυτό φοβόταν η Μαρτίνα μια ζωή και ο χειρότερος εφιάλτης της είχε γίνει πραγματικότητα. Ο μικρός ήταν εικόνα και ομοίωση του πατέρα του. Ήταν σίγουρη ότι ο Θεός της τον είχε στείλει για να μην τον ξεχάσει ποτέ. Ποτέ.
«Σύμπτωση. Εσείς από τη Μέση Ανατολή…μοιάζετε λιγάκι μεταξύ σας» του είπε.
«Και το όνομα;» την αιφνιδίασε. Η Μαρτίνα νόμιζε ότι το είχε ξεχάσει. Θεέ μου, τι θα έκανε; Με ποιον νόμιζε ότι τα είχε βάλει; Είχε κερδίσει ποτέ σε αναμέτρηση μαζί του;
«Ρέμινγκτον. Τι τρέχει με αυτό;» τον ρώτησε με φοβερό υποκριτικό ταλέντο.
«Να υποθέσω ότι εμπνεύστηκες από το ισιωτικό μαλλιών σου;» την ειρωνεύτηκε. Από εσένα εμπνεύστηκα, γελοίε, ήθελε να του πει, αλλά δεν του το είπε ποτέ. Ήθελα να δώσω στο παιδί μου τουλάχιστον το μικρό σου όνομα αφού δεν μπορούσε να έχει το επώνυμό σου.
«Το διάλεξε η νονά του» του είπε.
«Θεέ μου, δεν τον πιστεύω πόσο ξεροκέφαλη γυναίκα είσαι» της είπε φανερά έξαλλος. «Χειρότερη από παλιά» της πέταξε. «Αν είναι ποτέ δυνατόν! Θα περίμενε κανείς να βελτιωθείς αλλά εσύ έχεις γίνει αφόρητη πια!».
«Ξέρεις τη λύση εσύ» του είπε με απίστευτη ηρεμία και μόνο αφού το ξεστόμισε συνειδητοποίησε τι του είχε πει. Πόση πικρία έβγαλε.
«Τι σημαίνει αυτό;» ρώτησε εκείνος, η Μαρτίνα δεν θα το έβαζε στα πόδια όμως.
«Σημαίνει ότι μπορείς να φύγεις. Ξέρεις πώς γίνεται» τον αιφνιδίασε. Ήξερε ότι τα είχε καταφέρει.
«Μάλιστα» είπε εκείνος σαν ρομπότ. Χωρίς συναίσθημα. Με άδεια μάτια, με σβησμένη φωνή. Η βροχή είχε δυναμώσει ξανά. Ένα μπουμπουνητό ξύπνησε τον μικρό, ο οποίος χαμογέλασε και στους δύο και κοίταξε με ενθουσιασμό έξω από το παράθυρο. «Μόνος μου έφυγα;» τη ρώτησε ξαφνικά και η Μαρτίνα προσπάθησε να μη βάλει τα κλάματα. Είχαν περάσει 5 χρόνια. πέντε ολόκληρα χρόνια. Ατελείωτες μέρες και βράδια μακριά του. Τα είχε καταφέρει. Σωστά;
«Εγώ πάντως δε σε έδιωξα» του είπε ήρεμα.
«Όχι άμεσα τουλάχιστον» είπε εκείνος. Η Μαρτίνα ξεφύσησε βαθιά. Δεν είχε τι άλλο να του πει. Αυτός ο άντρας θα την τρέλαινε. Δεν μπορούσε να του εξηγήσει με λόγια πώς ένιωθε για εκείνον τότε. Πώς ένιωθε για μεγάλο διάστημα μετά. Θα τον άφηνε να πιστεύει ό,τι ήθελε.
Για την υπόλοιπη διαδρομή δεν μιλούσε κανείς. Μόνο ο Ρέμι, ο οποίος έκανε συνεχώς ερωτήσεις κι εκείνη απαντούσε με ηρεμία και υπομονή. Με την άκρη του ματιού της έβλεπε τον Ρεμί να τους παρακολουθεί με αμείωτο ενδιαφέρον.
Όταν τον αυτοκίνητο σταμάτησε έξω από το διαμέρισμά της, η Μαρτίνα προσπάθησε να βγει από το αμάξι αλλά εκείνος τη σταμάτησε με μια χειρονομία.
«Ηταν να φύγω χθες αλλά προέκυψε κάτι και θα μείνω μερικέs μέρες ακόμα. Για να μη σοκαριστεί το παιδί, δε θα επιμείνω άλλο σήμερα» της ψιθύρισε. «Αλλά θα επιστρέψω».
Η Μαρτίνα γύρισε και τον κοίταξε. Ένα κομμάτι της ήθελε να τον αγγίξει, έστω και φευγαλέα, αλλά δεν το έκανε.

«Δε θα βρεις κανέναν να σε περιμένει» του είπε και αφού πήρε τον μικρό στην αγκαλιά της έκλεισε την πόρτα πίσω της. Αλλά ήξερε ότι το παιχνίδι είχε μόλις αρχίσει. Και εκείνη ήταν σχεδόν χαμένη. 

Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2014

kefalaio 3-zesti aforiti edo stin Agglia! Ekei ti kairo kanei?

Η Μαρτίνα γέλασε με την καρδιά της. Ο γιος της δεν ήθελε να γυρίσουν σπίτι. Τον είχε βγάλει μια βόλτα στο Λονδίνο για να του αγοράσει χειμωνιάτικα ρούχα και να τον πάει σε ένα ζωολογικό κήπο, αλλά εκείνος δεν έδειχνε να είναι όσο εξαντλημένος όπως εκείνη. Για εκατοστή φορά εκείνη το Σαββατιάτικο πρωινό, η Μαρτίνα αναρωτήθηκε πού βρίσκουν τόση ενέργεια τα παιδάκια.
Τον ρώτησε τι ήθελε να κάνουν κι εκείνος είπε με δραματική σοβαρότητα ότι του αρέσει το Λονδίνο και θέλει να μείνουν εκεί. Η Μαρτίνα γέλασε ξανά με την ιδέα του και τον οδήγησε σε ένα εστιατόριο φιλικό για τα παιδιά για να φάνε κάτι. Της άρεσε πολύ να περνάει χρόνο μαζί του και να τον φροντίζει γιατί μεσοβδόμαδα ένιωθε ότι τον στερείται. Κι εκείνος όμως, έδειχνε να απολαμβάνει το χρόνο μαζί της και γελούσε συνεχώς, κάνοντας τους θαμώνες να τους κοιτούν με ευθυμία.
Έφαγαν και οι δύο με όρεξη συζητώντας για τα νέα ρούχα που πήραν και τι θα έκαναν την επόμενη μέρα. Κατά τις τέσσερις  το μεσημέρι όμως η Μαρτίνα κοίταξε έκπληκτη το ρολόι της και κατάλαβε ότι είχε περάσει πολύ η ώρα και ο μικρούλης έπρεπε να κοιμηθεί. Τον πήρε αγκαλιά και βγήκαν από το εστιατόριο στον ψυχρό αέρα της πόλης που μισούσε όσο τίποτα.
Επρεπε να έρχεται εδώ για να δουλέψει. Επρεπε να περπατάει στους ίδιους δρόμους, να κλείνει τα μάτια όταν περνούσε από την Γέφυρα, να μάθει να ελέγχει τους χτύπους της καρδιάς της όταν έβλεπε κάποιον που του έμοιαζε. Να μη θυμάται, να μη σκέφτεται, να μην πονάει. Αλλά ακόμα και μετά από τέσσερα χρόνια ένιωθε ότι ο πόνος ήταν νωπός. Υπέφερε. Και ήξερε ότι υπέφερε τόσο γιατί τον είχε αγαπήσει πολύ. Με όση αγάπη είχε μέσα της και δεν την είχε δώσει πουθενά και σε τίποτα. Αλλά όταν έφυγε, έκλεισε τα συναισθήματά της σε ένα σεντούκι και το έκρυψε μέσα της. Και σιγά σιγά έμαθε να ζει μια ζωή χωρίς αγάπη, χωρίς εκείνον. Χωρίς το γέλιο του. Εκείνο γέλιο που την έκανε να τον αγαπάει ακόμα πιο πολύ.
Τέσσερα χρόνια είχαν περάσει. ‘Η μήπως ήταν πέντε πια; Πιο κοντά στα πέντε. Είχε σταματήσει να μετράει. Είχε μάθει να τον μισεί. Να τον μισεί που την άφησε μόνη της, χωρίς εξηγήσεις. Και τον περίμενε. Τον περίμενε τουλάχιστον ένα χρόνο, να την πάρει τηλέφωνο. Αν την έπαιρνε να δει αν είναι καλά, έστω, θα του έλεγε την αλήθεια. Αλλά εκείνος δεν την πήρε ποτέ. Κι εκείνη δεν του το είπε ποτέ. Ο Ρέμινγκτον ζήτησε ένα παιχνίδι από έναν πλανόδιο αλλά εκείνη του είπε ότι δεν είχε λεφτά. Η αλήθεια ήταν ότι ο μικρός της είχε ήδη πολλά παιχνίδια, αλλά ήθελε να του μάθει και την έννοια της οικονομίας. Δεν μπορούσε να του προσφέρει ό,τι ζητούσε, αλλά του προσέφερε απλόχερα την αγάπη της και αυτό ήταν το πιο πολύτιμο δώρο για ένα παιδί.
Περπάτησαν μαζί μερικά μέτρα και μετά στάθηκαν στη στάση του λεωφορείου που θα τους πήγαινε σπίτι. Το λεωφορείο θα περνούσε σε δέκα λεπτά και είχε κρύο. Πήρε τον μικρό αγκαλιά και τον έσφιξε πάνω της. Και κάθισε στο παγκάκι της στάσης. Και περίμενε. Πήρε μια βαθιά ανάσα και προσπάθησε να ηρεμήσει λιγάκι. Το μυαλό της είχε πάρει πάλι μονοπάτια που είχε καιρό να πάρει. Δεν ήξερε γιατί αλλά είχε αρχίσει να τον σκέφτεται ξανά.
Περίμενε και περίμενε για το λεωφορείο ενώ ένιωθε τη ρυθμική αναπνοή του γιού της. Είχε αποκοιμηθεί. Η Μαρτίνα χαμογέλασε. Επιτέλους είχε κουραστεί.
Η κίνηση στους δρόμους ήταν αφόρητη. Κάποιο φεστιβάλ στην πόλη έκανε τα πάντα να κυλούν πιο αργά. Ενα αμάξι σταμάτησε μπροστά της. Πήγαινε σημειωτόν. Η Μαρτίνα είδε δύο νεαρούς στη στάση να χαζεύουν το αμάξι. Ήταν όντως εντυπωσιακό. Μαύρη λιμουζίνα με φιμέ τζάμια. Κοιτούσε κι αυτή μαζί με όλους το αμάξι αλλά με λιγότερο ενθουσιασμό. Τα πλούτη δεν την συνάρπαζαν ποτέ. Μόνο προβλήματα έφερναν. Αυτό της είχε διδάξει η ζωή.
Η λιμουζίνα σταμάτησε δύο μέτρα πιο πέρα από τη στάση σε μια άκρη. Και ένας άντρας κατέβηκε. Η Μαρτίνα κοιτούσε από την άλλη αλλά άκουσε τους νεαρούς να λένε «ότι έρχεται προς τα εκεί». Και ξαφνικά μια φιγούρα τής έκρυψε τον ήλιο. Όταν σήκωσε τα μάτια της, πίστεψε ότι ο Θεός της έκανε πλάκα. Ο άντρας που φοβόταν, ο άντρας που η σκέψη του την έκανε να μην κοιμάται τα βράδια ήταν μπροστά της. Και της έτεινε το χέρι. Η καρδιά της σφίχτηκε. Δεν μπορούσε να αναπνεύσει. Όλοι στη στάση τους κοιτούσαν παραξενεμένοι.
«Σήκω. Θα σε πάω εγώ στον προορισμό σου» τη διέταξε και η Μαρτίνα ήξερε ότι δεν υπήρχε πια γυρισμός.

Τρίτη, 22 Ιουλίου 2014

kefalaio 2-arga kai stathera...


Ο Ρεμί είχε ξυπνήσει νωρίς εκείνη την Παρασκευή, γιατί δεν είχε πολύ χρόνο στη διάθεσή του. Το βράδυ πετούσε ξανά για την πατρίδα του, το Οσεάν, και είχε ένα σωρό πράγματα να τακτοποιήσει στο Λονδίνο πριν την πτήση του. Είχε ένα ραντεβού με τον πρέσβη και δύο επαγγελματικά ραντεβού με χρηματιστές και πολιτικούς. Σκεφτόταν να ιδρύσει ένα ινστιτούτο προώθησης του πολιτισμού του Οσεάν στο Λονδίνο και ήθελε να δει αν κάτι τέτοιο θα ήταν εφικτό και κατά πόσο θα ήταν αποδοτικό.

Βγήκε από το ξενοδοχείο πριν τις εφτά το πρωί και έκλεισε το γιακά του παλτό του. Κοίταξε τον ουρανό. Θα έβρεχε πάλι. Είχε σπουδάσει σε αυτή την πόλη. Είχε κάνει το μεταπτυχιακό του εδώ. Είχε μείνει ενάμιση χρόνο και ήξερε ότι έβρεχε συνέχεια. Αλλά ποτέ δεν κατάφερε να συνηθίσει τον λονδρέζικο καιρό. Τη μισούσε αυτή την πόλη. Αναγνώριζε ότι ήταν μια πόλη γεμάτη όμορφα μέρη και σημαντικά μνημεία, αλλά τη μισούσε. Είχε πολύ δυσάρεστες αναμνήσεις και είχε φροντίσει πέντε χρόνια τώρα να μην ξαναρθει. Αλλά ήταν δύσκολο να το αποφύγει. Ο πατέρας τού είχε αναθέσει τη διαχείριση όλων των οικογενειακών επιχειρήσεων και έπρεπε εκείνος πια να τα αναλάβει όλα. Είχε μόνο δύο αδερφές και ήταν παντρεμένες. Δεν μπορούσε να τον βοηθήσει κανείς με τις ευθύνες που είχαν πέσει στις πλάτες του.

Στα 32 του, είχε καταφέρει πολύ περισσότερα από πολλούς συνομήλικούς του. Βέβαια τον ευνοούσε ότι είχε γεννηθεί σε μια ισχυρή και πλούσια οικογένεια. Αλλά είχε κοπιάσει κι εκείνος πολύ. Σπουδές, διάβασμα, ατελείωτες ώρες δουλειάς. Αυτή ήταν η συνταγή της επιτυχίας του. Κι ελάχιστη διασκέδαση. Εκτός από μερικές σύντομες και επιπόλαιες σχέσεις με γυναίκες που ως επί το πλείστον τον ήθελαν για τη θέση του, δεν είχε κάνει κάποια σοβαρή σχέση στο Οσεάν, δεν έβγαινε, δεν έπινε, δεν κάπνιζε. Η μόνη πολυτέλεια που επέτρεπε στον εαυτό του ήταν λίγη γυμναστική το πρωί, ίσως και κανένα μοναχικό ταξίδι για σαφάρι ή για κυνήγι.

Ούτε φίλους είχε πολλούς. Είχε μεγαλώσει με νταντάδες που του επαναλάμβαναν συχνά ότι λόγω της θέσης του πρέπει να είναι προσεκτικός για το τι λέει και πού και είχε μάθει να είναι πολύ φειδωλός με τα λόγια του. Στο ιδιωτικό σχολείο που πήγε έκανε παρέα με μερικά παιδιά αλλά όταν αποκαλύφθηκε η ταυτότητά του, όλοι απομακρύνθηκαν. Το απέδωσε στο δέος που μπορεί να ένιωσαν και δεν τον πείραξε. Στο πανεπιστήμιο πέρασε λίγο καλύτερα, γιατί φοίτησε με ψεύτικη ταυτότητα. Αλλά και πάλι δεν είχε κάποιον πραγματικά δικό του άνθρωπο. Εκτός από τον Σαράμ, τον προσωπικό βοηθό του, ο οποίος είχε αποδείξει με κάθε τρόπο πόσο πιστός ήταν στην οικογένειά του και στον ίδιο. Αλλά και πάλι. Ο Σαράμ ήταν 35 χρονών και είχε ήδη οικογένεια. Δεν είχαν πολλά κοινά. Και φυσικά δεν είχε καμία άνεση να αστειευτεί με το αφεντικό του.

Είχε αποφασίσει να περπατήσει. Η απόσταση από το ξενοδοχείο μέχρι την πρεσβεία ήταν γύρω στα δύο χιλιόμετρα και προτιμούσε να πάει με τα πόδια παρά να ζήσει την παράνοια του λονδρέζικου κέντρου. Η κίνηση στον δρόμο τον κούραζε αφόρητα. Άλλωστε, έπρεπε να περπατήσει. Ενας λόγος που είχε έρθει ως εδώ μετά από τόσο καιρό ήταν για να ξορκίσει τα φαντάσματά του. Για να νιώσει ξανά δυνατός. Είχε καταφέρει τόσα πολλά αλλά η ιδέα του Λονδίνου τον καθήλωνε. Φοβόταν την πόλη! Τις αναμνήσεις του εκεί. Τα όσα είχε ζήσει και νιώσει. Δεν γινόταν να ζει μια ζωή έτσι. Ηταν πια ολόκληρος άντρας. Είχε βάλει τέρμα σε εκείνη την ιστορία και δε μετάνιωνε, αλλά έπρεπε να μπορεί να περπατάει στους ίδιους δρόμους χωρίς να σκέφτεται. Άλλωστε εκείνος δεν έφταιγε για τίποτα. Ήταν πεπεισμένος για αυτό. Εκείνος δεν έφταιγε σε τίποτα.

Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2014

kefalaio 1-sorry gia ta agglika! kainourgies anagnostries, kalosirthate!


Η Μαρτίνα σηκώθηκε πολύ πρωί εκείνη την Παρασκευή γιατί είχε ένα σωρό πράγματα να κάνει. Επρεπε να καθαρίσει λίγο το σπίτι, να μαγειρέψει για το μεσημέρι, να κάνει ένα ντους και μετά να ξυπνήσει το παιδί. Το παιδί της. Τον άγγελό της.  Χαμογέλασε παρόλο που νύσταζε. Ο Ρέμινγκτον, ο γιος της, ήταν εδώ και τέσσερα χρόνια, ο μόνος λόγος που χαμογελούσε. H ανατροφή του και μόνο, η όλη της προσπάθεια να αντεπεξέλθει στις ανάγκες του, ήταν πολύ δύσκολη. Ήταν ανύπαντρη μητέρα και έπρεπε να κάνει θυσίες. Αλλά τις έκανε και μάλιστα με μεγάλη χαρά. Και ο γιος της επέστρεφε την αγάπη της με κάθε δυνατό τρόπο.

Έκανε τις δουλειές της γρήγορα και σήκωσε το παιδί.  Τον έντυσε γρήγορα και του έδωσε να φάει κάτι για πρωινό και μετά πήγε να ντυθεί ενώ ο μικρούλης έπαιζε με τα τουβλάκια του. Στις οκτώ ακριβώς ερχόταν η κοπέλα που τον πρόσεχε και εκείνη έφευγε για τη δουλειά της. Της έπαιρνε περίπου μία ώρα για να φτάσει στο κέντρο του Λονδίνου. Εργαζόταν ως γραμματέας σε ένα μεγάλο ωδείο και δούλευε εννιά με πέντε. Ο μισθός της ήταν αρκετά καλός ώστε να μπορεί να πληρώνει την Τζίλιαν, την κοπέλα που πρόσeχε τον Ρέμινγκτον, και δε χρειαζόταν να πηγαίνει σε παιδικό σταθμό. Η Τζίλιαν ήταν πολύ αξιόλογη κοπέλα, με πολλά προσόντα και ο Ρέμινγκτον μαζί της είχε μάθει πολλά πράγματα. Συχνά η Μαρτίνα ένιωθε ενοχές που άφηνε το παιδί και πήγαινε για δουλειά αλλά δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Ο πατέρας της είχε πεθάνει και η μητέρα της έμενε στην Ουαλία. Δεν είχε βοήθεια από πουθενά. Έπρεπε να παλέψει μόνη της. Και να αφήσει πίσω της πολλά από αυτά που αγαπούσε. Όπως τη μουσική της.

Άλλη μια δύσκολη μέρα ξεκινάει, σκέφτηκε ενώ φιλούσε τα ροδαλά μάγουλα του Ρέμινγκτον. Εκείνος της είπε «γεια σου, μανούλα» και στράφηκε στα τουβλάκια του. Τον πρώτο καιρό κάθε φορά που έφευγε για δουλειά, εκείνος έκλαιγε, αλλά τώρα πια είχε συνηθίσει. Η Τζίλιαν είχε κάνει θαύματα μαζί του. Αλλά πολύ σύντομα θα παντρευόταν και θα έφευγε για τη Σκωτία. Η Μαρτίνα έβαλε κι αυτό στη λίστα των πραγμάτων που έπρεπε να κάνει. Να βρει καινούργια μπέιμπι σίτερ. Και να ελπίζει ο μικρός να τη δεχτεί εύκολα.

Βγήκε από το σπίτι της στο νότιο Λονδίνο και έκλεισε το γιακά του παλτό της. Είχε αρκετό κρύο και σε λίγο θα έβρεχε. Ο ουρανός ήταν γεμάτος σύννεφα. Πήρε το λεωφορείο και μετά το μετρό και όταν με το καλό έφτασε στο γραφείο της βρήκε ένα σημείωμα πάνω.  Το σημείωμα έλεγε ότι σήμερα είχε ακυρωθεί ένα μάθημα επειδή ο καθηγητής σαξόφωνου είχε αρρωστήσει και έπρεπε να ενημερώσει όλους τους μαθητές. Το ωδείο όπου εργαζόταν ήταν πολύ φημισμένο και φοιτούσαν εκεί πάνω από 250 σπουδαστές. Διδάσκονταν πληθώρα μουσικών οργάνων, φωνητική, θεωρία μουσικής και μουσικοθεραπεία από μια omada εξαιρετικών μουσικών με μεγάλη εμπειρία και κέφι για δουλειά.

Τα πήγαινε πολύ καλά με όλους τους συναδέλφους. Στο γραφείο ήταν μαζί με μια άλλη κοπέλα, την Ιζαμπέλα, και μετά υπήρχε το λογιστήριο, το τμήμα σπουδών και ο διευθυντής. Αλλά ιδιαιτέρως καλά τα πήγαινε με μια κοπέλα που δίδασκε όμποε και έναν καθηγητή ιστορίας της μουσικής, οποίος μάλιστα της είχε ζητήσει 2-3 φορές να βγουν έξω μόνοι τους αλλά εκείνη του είχε εξηγήσει ευγενικά ότι δεν ήταν συναισθηματικά διαθέσιμη.

Και πώς να ήταν άλλωστε; Ήταν μόλις 27 ετών, αλλά μόνο στα χαρτιά. Γιατί μέσα της ένιωθε πολύ μεγάλη. Πολύ ώριμη. Πολύ ανεξάρτητη. Ίσως για όλα αυτά ευθυνόταν ότι ήταν μόνη της και μεγάλωνε τον Ρέμινγκτον χωρίς βοήθεια. Ίσως έφταιγε αυτό που είχε γίνει τότε…Με τον πατέρα του παιδιού της. Δεν ήξερε τι έφταιγε, αλλά ήταν σίγουρη ότι δε μετάνιωνε για τις επιλογές της. Ίσως αν δεν είχε κρατήσει τον Ρέμινγκτον να ήταν τώρα μια ανέμελη κοπέλα. Ίσως να είχε κάνει την καριέρα που ονειρευόταν. Ίσως δεν είχε αναγκαστεί να εγκαταλείψει τη μουσική. Αλλά δε θα είχε τον μικρό της. Τα σκούρα μαλλάκια και τα στρουμπουλά μπρατσάκια του. Το γέλιο του όταν τον γαργαλούσε, τα τεράστια δάκρυα που κυλούσαν από τα μάτια του όταν του έλεγε να φύγουν από την παιδική χαρά.

Το αγαπούσε πολύ το παιδί της. Όπως κάθε μάνα άλλωστε. Και κάθε θυσία που είχε κάνει για εκείνον, ήταν η πιο όμορφη θυσία που είχε χρειαστεί να κάνει.  Και θα έκανε ξανά το ίδιο αν χρειαζόταν. Γιατί ο Ρέμινγκτον ήταν ό,τι πιο όμορφο είχε στη ζωή της. Από το μεγαλύτερο σκοτάδι της ζωής της είχε γεννηθεί φως.

Σάββατο, 19 Ιουλίου 2014

Η Ανατολή του 'Ερωτα (αφιερωμένο στην Ελίζα)

Εκείνος είναι ένας άντρας που έχει ξεχάσει να γελάει. Φορτωμένος με ευθύνες. Δεν πιστεύει πια στην αγάπη.
Εκείνη είναι μια γυναίκα που μεγαλώνει μόνη της το γιο της. Στη ζωή της δεν υπάρχει χώρος για διασκέδαση. Και αγάπη.

Τι θα γίνει με αυτούς τους δύο;

Μείνετε συντονισμένες...!
Δευτέρα βραδάκι!

Νικήτριες

Νικήτριες είναι η Μαρία με την μικρή ελιά και η Δήμητρα με το σκοινί και την καρδιά.
Δεν μπορώ να διαλέξω ποια μου αρέσει περισσότερο!
Κορίτσια στείλτε μου τη διεύθυνσή σας και όταν γυρίσω Ελλάδα θα σας στείλω ένα μικρό δωράκι!!

Φιλιάαααααααα

Μια πρωτότυπη ιδέα!


Κοριτσια μου

θα ανακοινώσω τη νικήτρια αύριο το βράδυ. Εντωμεταξύ αν θέλει και καμιά άλλη να στείλει, μπορεί!


Φιλιάαα

MORE





Κυριακή, 13 Ιουλίου 2014

Διαγωνισμός-Μπομπονιέρα

Στείλτε μου με φωτό στο μέιλ μου μέχρι την Παρασκευή βράδυ την μπομπονιέρα των ονείρων σας.
Μέχρι τότε, επιτρέψτε μου να ξεκουραστώ και να λύσω μερικά θεματάκια που έχει το μπλογκ και ξεκινάμε από την επόμενη Δευτέρα (21/7) την καινούργια ιστορία μας.

Φιλάκιαααα

Γάμος

Η Μάντι και ο Κρίστοφερ παντρεύτηκαν δύο μήνες μετά, σε μια κλειστή τελετή στο Λονδίνο, στην οποία παρευρέθηκαν φίλοι και συγγενείς. Η Μάντι έκανε δώρο στον Κρίστοφερ ένα μικρό χρυσό μπρελόκ με τα αρχικά τους χαραγμένα και εκείνος της έκανε δώρο ένα περιδέραιο με σμαράγδια.

Η Μάντι διάλεξε ένα στενό λευκό νυφικό με μεγάλη ουρά και ένα πέπλο από δαντέλα. Ο Κρίστοφερ διάλεξε ένα απλό σκούρο μπλε κοστούμι με ασορτί γραβάτα και λευκό πουκάμισο. Ολα ήταν πολύ απλά. Η δεξίωση έγινε στο καινούργιο σπίτι τους, στο Τσέλσι, το οποίο είχαν καταφέρει να ετοιμάσουν έγκαιρα για το γάμο.

Οι γονείς του Κρίστοφερ λάτρεψαν τη Μάντι από την πρώτη στιγμή και ο αδερφός του και η Φιλίπα φρόντισαν να νιώσει ότι ανήκε στην οικογένεια από πάντα. Όλα ήταν υπέροχα. Είχαν καταλήξει ότι θα πήγαιναν μήνα του μέλιτος στην Ταϊλάνδη για δύο βδομάδες και ο Κρίστοφερ είχε αποφασίσει να δουλεύει μόνο 10-12 ώρες τη μέρα και σταδιακά να φτάσει τις 8 ώστε να έχει χρόνο για το μωρό όταν με το καλό γεννιόταν.

Η Μάντι κατάφερε να καταξιωθεί στο χώρο της διακόσμησης χάρη στο ταλέντο της και τις γνωριμίες του Κρίστοφερ, και παρόλο που δυσκολεύτηκε να συμβιβάσει καριέρα και οικογένεια τελικά βρήκε τη χρυσή τομή ώστε να μην χάσει τίποτα από αυτά που αγαπούσε.

Η ζωή της με τον Κρίστοφερ ήταν μέχρι τα βαθιά γεράματα στρωμένη με αγάπη και ροδοπέταλα.

Και στα δικά μας,

Τέλος-Βάλτε τα καλά σας!

«Μα τι λες;» ρώτησε εκείνος αφού ανοιγόκλεισε μερικές φορές τα μάτια του. «Αφού εμείς δεν…» ψέλλισε, εμφανώς μπερδεμένος.
«Θυμάσαι πριν από δύο μήνες που είχες έρθει και ήσουν λίγο...θυμωμένος;» του θύμισε εκείνη με τη σειρά της, λίγο ντροπαλά.
«θεέ μου, αυτό είναι φρικτό!» είπε εκείνος και σηκώθηκε σαν ελατήριο από το κρεβάτι. Η Μάντι έμεινε να τον κοιτάει σαν χαζή ενώ εκείνος περπατούσε πάνω κάτω περνώντας το χέρι του από τα μαλλιά του νευρικά.
«Τι είναι φρικτό;» τον ρώτησε και δάκρυα άρχισαν να κυλάνε στο πρόσωπό της. Είχε καταλάβει αμέσως ότι είχε μείνει έγκυος και δε σκέφτηκε ούτε δεύτερη φορά για το αν έπρεπε να το κρατήσει, παρόλο που η κατάσταση με τον Κρίστοφερ ήταν πραγματικά άσχημη. Οτιδήποτε ήταν δικό του το αγαπούσε. Πόσω μάλλον το παιδί του. Το παιδί τους. Ήταν η πιο ευτυχισμένη έγκυος σε όλο τον κόσμο. Μόνη της, αλλά με το παιδί του έρωτά της. Και τώρα…ο Κρίστοφερ τής έλεγε ότι ήταν φρίκη. Φρίκη. Έκανε εμετό καθημερινά τον πρώτο καιρό και έκλαιγε συνέχεια μέχρι να συνειδητοποιήσει ότι οι ορμόνες της της έπαιζαν παράξενα παιχνίδια. Είχε αρχίσει να οργανώνει τα οικονομικά της και είχε κάνει ασφάλεια για το μωρό. Είχε αγοράσει και ένα λευκό φορμάκι. Ήταν ενθουσιασμένη. Το αγαπούσε το μωρό της. Περίμενε πώς και πώς να το δει. Να δει αν θα είχε τα υπέροχα μάτια του Κρίστοφερ, ή το ανασηκωμένο άνω χείλος του, τα κατσαρά μαλλιά της ή το οξύ πνεύμα του. Όχι φρίκη. Το μωρό της δεν ήταν φρίκη. Δεν τον είχε ανάγκη. Θα τα μεγάλωνε μόνη της.
«Είναι φρικτό!» απάντησε εκείνος και την κοίταξε σχεδόν οργισμένος. «Τι θα λέμε στο παιδί; Ότι το συλλάβαμε ένα βράδυ που ήρθα σπίτι σου και σου είπα ότι θέλω απλώς να σε πηδάω; Θεέ μου!» είπε και κάλυψε τα μάτια του με τις παλάμες του. Η Μάντι συνέχισε να μην καταλαβαίνει.  «Και κάναμε όλα αυτά που κάναμε μόλις…Θεέ μου, μπορεί να κατάλαβε!» συνέχισε ο Κρίστοφερ και ξεφύσησε δυνατά.
«Κρίστοφερ, σταμάτα να κόβεις βόλτες! Ζαλίστηκα!» του είπε. Εκείνος σταμάτησε αμέσως.
«Και τόσο καιρό…ποιος ξέρει τι πέρασες κι εγώ δεν ήμουν εδώ, να σε φροντίζω. Έκανες εμετούς; Είχες λιγούρες; Κι αν σου μύριζε κάτι; Ποιος θα σου το έπαιρνε;». Η Μάντι χαμογέλασε. Ο Κρίστοφερ φοβόταν. Αυτό ήταν. Φοβόταν!
«Κρίστοφερ, κάτσε κάτω» του είπε ήρεμα και εκείνος κάθισε σε μια καρέκλα απέναντί της. Σταύρωσε τα χέρια του και την κοίταξε. «Πρώτον, δεν ξέρω κανέναν που να κάθισε να εξήγησε στο παιδί του τι ακριβώς έκανε τη στιγμή της σύλληψής του. Δε χρειάζεται να μάθει ποτέ τι μου είπες πριν…με γονιμοποιήσεις» του χαμογέλασε ζεστά αλλά το έβλεπε ότι δεν τον είχε πείσει ακόμα. «Δεύτερον, ο γυναικολόγος μου μου είπε ότι μπορώ να κάνω σεξ όσο και όποτε θέλω και ότι θα έχω καλή εγκυμοσύνη γενικά. Τρίτον, είχα λίγους εμετούς αλλά καμία λιγούρα. Ηρέμησε λιγάκι».
«Τι να ηρεμήσω; Τι πατέρας θα γίνω εγώ; Ούτε ένα πράγμα σωστό δεν έκανα. Από τη γονιμοποίηση μέχρι σήμερα, ήμουν λίγο…ό,τι να’ναι» είπε εκείνος.
«Στη γονιμοποίηση καλά τα πήγες» γέλασε η Μάντι αλλά εκείνος δεν την ακολούθησε. «Δηλαδή το θες;» τον ρώτησε μετά από μια μικρή σιωπή.
Ο Κρίστοφερ έκανε μια γκριμάτσα απορίας. «Τι εννοείς αν το θέλω; Ομολογώ ότι σοκαρίστηκα, αλλά φυσικά και το θέλω!» είπε και την πλησίασε. Την πήρε στην αγκαλιά του και την έσφιξε δυνατά. «Θα κάνουμε ένα μωράκι και θα το αγαπάω πολύ» της είπε και χάιδεψε την κοιλιά της. «Σχεδόν όσο εσένα».
«Νόμιζα ότι δεν το ήθελες. Όταν είπες ότι είναι φρίκη…» του είπε και άρχισε να κλαίει. Όλη αυτή η ένταση…Δεν άντεχε άλλο.
«Σώπα, καρδιά μου, μην κλαις. Γιατί να μην το θέλω; Το μωρό μας; Θα κάνουμε οικογένεια! Και μπορεί να τρέμω στην ιδέα του να γίνω πατέρας αλλά είμαι σίγουρος ότι θα τα καταφέρω!» της είπε και την φίλησε ξανά και ξανά. Η Μάντι συνέχισε να κλαίει. «Με κάνεις τόσο ευτυχισμένο. Μου έκανες το καλύτερο δώρο! Σε αγαπώ πολύ» της είπε.
«Και πού ξέρω τώρα εγώ ότι δεν τα λες όλα αυτά επειδή νιώθεις υποχρεωμένος για το μωρό;» τον ρώτησε παραπονεμένη και συνέχισε να κλαίει.
«Περίμενε» της είπε και την άφησε για μερικά δευτερόλεπτα. Όταν ξαναμπήκε στο δωμάτιο δεν φαινόταν να έχει αλλάξει κάτι. Αλλά μέσα στην τεράστια παλάμη του κρατούσε ένα μικρό κουτάκι.
«Αυτό εδώ θα σε πείσει ότι ήρθα εδώ επειδή σε αγαπώ πολύ και θέλω να ζήσουμε μαζί. Πριν μάθω για το μωρό» διευκρίνισε και άνοιξε μπροστά της το κουτί. Μέσα ήταν ένα υπέροχο μονόπετρο, ένα μοναδικό διαμάντι.
«Κρίστοφερ, είναι διαφορετικό από…»
«Ε ναι!» είπε εκείνος και το κοίταξε. «Σου πήρα άλλο αυτή τη φορά.
«Και το άλλο;» τον ρώτησε ενώ κοιτούσε δακρυσμένη το υπέροχο δαχτυλίδι.
«Δωρεά. Αυτά θα συζητάμε τώρα;» τη μάλωσε και γονάτισε μπροστά της. Η Μάντι ένιωσε την καρδιά της να σταματάει. Τα όνειρά της γίνονταν επιτέλους πραγματικότητα. Ο Κρίστοφερ ήταν μπροστά της, φανερά συγκινημένος και την κοιτούσε βαθιά μέσα στα μάτια. «Μάντι» της είπε και καθάρισε τη φωνή του γιατί υπήρχε ένας κόμπος στο λαιμό του «πριν σε γνωρίσω νόμιζα ότι ζούσα, αλλά όταν ήρθες στη ζωή μου άρχισα πραγματικά να ζω. Περάσαμε μαζί υπέροχες αλλά και δύσκολες στιγμές αλλά ούτε μια στιγμή δεν έπαψα να σε αγαπώ και ούτε για ένα δευτερόλεπτο δε σκέφτηκα τη ζωή μου με άλλη γυναίκα. Είσαι τόσο όμορφη που μου κόβεις την ανάσα, τόσο πνευματώδης που με κάνεις να αμφιβάλλω για τη νοημοσύνη μου, τόσο ευγενική που σε καμαρώνω όταν σε βλέπω από μακριά να μιλάς με άλλους. Σε αγαπώ πολύ και αγαπώ κι εμένα επειδή με έκανες καλύτερο άνθρωπο. Αλλά θέλω ακόμα λίγη δουλίτσα» της χαμογέλασε, αν και από τα μάτια του κυλούσαν δάκρυα. «Θα μου κάνει την τιμή να με παντρευτείς;» τη ρώτησε.
Η Μάντι δεν απάντησε ποτέ. Έγνεψε μόνο καταφατικά, κλαίγοντας και μετά τον αγκάλιασε τόσο δυνατά που νόμισε ότι θα τον σκάσει. Έμειναν αγκαλιασμένοι για μερικά λεπτά, προσπαθώντας να βρουν την αναπνοή τους, και μετά φιλήθηκαν. Όταν χώρισαν τα κορμιά τους, η Μάντι τον κοίταξε και του χαμογέλασε.
«Είσαι όλη μου η ζωή» του είπε. Εκείνος ακούμπησε το χέρι του στην κοιλιά της και την φίλησε απαλά.

«Είστε όλη μου η ζωή. Κανένα λάθος αυτή τη φορά» είπε εκείνος.

Και τήρησε την υπόσχεσή του.

πωλίνα-ντέιβιντ 0-1

Πήγα Εσσεξ. Στη γεννέτειρά του. Γύρισα όλο το Λονδίνο σήμερα. Covent Garden, Piccadily, tate Modern, London Tower, Borough Market, Soho, trafalgar Square, Greenwich.

Άφαντος. 

Δεν απελπίζομαι όμως.
Θα τον πετύχω κάπου. Και τότε... :-)

Παρασκευή, 11 Ιουλίου 2014

κεφάλαιο 64-ετοιμαστείτε για τον γάμο!

«Να υποθέσω ότι η απάντηση είναι ναι λοιπόν;» τη ρώτησε τη ξημερώματα αφού είχαν κάνει έρωτα ξανά και ξανά, σαν να ήταν η πρώτη τους φορά. Η Μάντι ένιωσε σαν να τον γνώριζε ξανά και εκείνος έδωσε τον καλύτερο εαυτό του. Πέρασαν ώρες με τα κορμιά τους μπερδεμένα, ψιθυρίζοντας τρυφερά λόγια και προσφέροντας ο ένας στον άλλον ηδονή με κάθε τρόπο. Κι αν το σεξ μαζί του την είχε στείλει στα ουράνια, η αγκαλιά του μετά, την αποτελείωσε. Ένιωσε σαν να μην είχε φύγει ποτέ από εκεί μέσα. Σαν να γυρνούσε στο σπίτι της μετά από μια εκστρατεία στην έρημο. Τον αγαπούσε τόσο πολύ που δεν μπορούσε να αναπνεύσει. Και πόσο όμορφος ήταν, Θεέ μου, με τα καταγάλανα μάτια του, τα ανακατεμένα μαλλιά και το υπέροχο πρόσωπό του, γεμάτο γωνιές και ένα στόμα που την έκανε να θέλει να τον φιλάει συνέχεια. Αυτός ήταν ο Κρίστοφέρ της. Ο πιο όμορφος, ο πιο συναρπαστικός άντρας του κόσμου. Και ήταν πολύ τυχερή που τον είχε. Για λίγο, για πολύ. Για όσο.
«Σε ποια ερώτηση;» γουργούρισε εκείνη, πραγματικά μπερδεμένη, γιατί δε θυμόταν να την είχε ρωτήσει κάτι. Αλλά και πάλι, μπορεί να είχε χάσει λίγο τις αισθήσεις της πριν από λίγο με αυτά που της έκανε, οπότε μπορεί να μην τον άκουσε.
«Θα έρθεις μαζί μου στο Λονδίνο; Δεν θέλω να μείνεις άλλο εδώ. Θέλω να έρθεις κοντά μου για να μπορώ να σε προστατεύω μέχρι να δούμε τι θα κάνουμε με τον Τζον» της είπε και τη φίλησε τρυφερά στο κεφάλι.
«Μα τι λες τώρα;» είπε εκείνη και τον φίλησε στο στέρνο. Είχε κουρνιάσει στην αγκαλιά του και ένιωθε υπέροχα. Μύριζε το υπέροχο άρωμά του ξανά και είχε σχεδόν μεθύσει. «Έχω δουλειές εδώ και τι λόγος είναι αυτός για να έρθω; Για να με προστατεύεις;».
«Γιατί όχι; Εδώ είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα σου επιτεθούν ξανά. Αυτή τη φορά ήσουν τυχερή, αλλά την επόμενη;» είπε εκείνος.
«Κρίστοφερ, δεν γυρνάω στο Λονδίνο για να με προσέχεις» του είπε με μια ελαφρά ειρωνεία. «Δεν είναι λόγος αυτός. Δεν είμαι μωρό άλλωστε».
«Είσαι» γέλασε εκείνος. «Το δικό μου μωρό».
«Το δικό σου μωρό θα τα καταφέρει μόνο του» επέμεινε εκείνη.
«Το δικό μου μωρό είναι πεισματάρικο» είπε εκείνος και γέλασε. «Και θέλει φροντίδα και αγάπη και φιλάκια».
«Κρίστοφερ, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε μερικά πράγματα» του είπε και ανασηκώθηκε. Εκείνος στηρίχτηκε στο μπράτσο του και της ξέφυγε ένας μικρός αναστεναγμός όταν είδε τους μυς του να σφίγγονται. Τον κοιτούσε και της κοβόταν η ανάσα. Ήταν τόσο σέξι που δεν μπορούσε να κάνει σοβαρή συζήτηση μαζί του.
«Τι είναι;» τη ρώτησε εκείνος χαμογελώντας. Το κάθαρμα ήξερε ότι την προκαλούσε.
«Φόρα κάτι για να μιλήσουμε» του είπε και του πέταξε ένα φανελάκι. Εκείνος το φόρεσε ξεκαρδισμένος.
«Τι θες να πούμε;» ρώτησε εκείνος. «Θέλω να έρθεις στο Λονδίνο για να σε προσέχω. Τι άλλο θες να ακούσεις;» ρώτησε μπερδεμένος.
«Έλα ντε!» αναφώνησε εκείνη.
«Ο,τι και να κάνω, ό,τι κι αν σου πω δεν ευχαριστιέσαι με τίποτα» μούτρωσε εκείνος. «’Ηρθα να σου ζητήσω να γυρίσουμε πίσω μαζί, να βρούμε ένα σπίτι, να το διακοσμήσεις με την ησυχία σου, να μπαίνουν μερικά πράγματα στη θέση τους. Τι άλλο θες να σου πω; Τι άλλο που δεν σου έχω ήδη πει ή δείξει με κάθε δυνατό τρόπο;» την αιφνιδίασε. Η Μάντι ήξερε ότι ήταν παράλογη αλλά ήθελε να ακούσει τα λόγια.
«Έχω τη ζωή μου εδώ» του είπε.
«Θα βρεις δουλειές στο Λονδίνο. Εκτός αν ο πρώην άντρας σου επηρεάζει ακόμα τις αποφάσεις σου» είπε σκληρά.
«Μα τι λες; Τι σχέση έχει πάλι ο Τζον; Δε με νοιάζει τι κάνει. Απλώς θέλω να είμαι ανεξάρτητη» είπε πεισμωμένη.
«Ανεξάρτητη!» επανέλαβε εκείνος σαν ρομπότ.
«Ανεξάρτητη, όχι αδέσμευτη. Μπορώ να είμαι σε σχέση αλλά δε γίνεται να παίρνεις εσύ τις αποφάσεις και να μου τις ανακοινώνεις λες και δεν έχω επιλογή» του εξήγησε αλλά δεν τον έπεισε.
«Συγγνώμη, αλλά πιστεύω ότι είναι η καλύτερη λύση».
«Συγγνώμη, αλλά η καλύτερη λύση» είπε εκείνη «στερείται συναισθήματος».
«Μάλιστα» είπε εκείνος.  «Οπότε η παρουσία μου είναι περιττή εδώ μέσα» είπε ψυχρά. «Θα φύγω».
«Ωραία λύση, Κρίστοφερ. Ώριμη!»
«Τι να κάνω; Αφού εσύ δε με θες καθόλου. Θα φύγω !»
«Και να φύγεις, εγώ θα έχω παρέα» του είπε πεισμωμένη και αμέσως μετά έκλεισε τα μάτια της. Τι του είχε πει; Ω Θεέ μου.
«Τι στο διάολο είπες μόλις;» τον ένιωσε να σφίγγεται. Την άφησε από την αγκαλιά του και ανασηκώθηκε. Η Μάντι έμεινε ξαπλωμένη εκεί, παγωμένη σχεδόν. «Έχεις γκόμενο;» τη ρώτησε και όταν εκείνη δεν απάντησε επανέλαβε την ερώτηση ακόμα πιο έξαλλος.
«Τι γκόμενο λες; Αφού εγώ…εσένα αγαπώ» του είπε αλλά δεν τον είδε να ηρεμεί.
«Πες μου τι εννοούσες» είπε παγερά ο Κρίστοφερ.
«Τίποτα, ότι δε θα είμαι μόνη, ότι θα βρω παρέα, φίλες» προσπάθησε να ξεγλιστρήσει αλλά απέναντί της βρισκόταν όχι μόνο ένα πανέμορφο πλάσμα αλλά και ένας ικανός δικηγόρος με κοφτερό μυαλό.
«Πες μου» είπε εκείνος ήρεμα αλλά εκείνη ήξερε καλά τι σήμαινε όλο αυτό.
«Δε θέλω να σου πω» πείσμωσε η Μάντι.
«Πες μου γιατί θα φύγω» επέμεινε εκείνος.
«Μη με απειλείς» προειδοποίησε η Μάντι.
«Θα φύγω. Το εννοώ. Όχι και να μου πεις ότι θα έχεις παρέα, κυρία μου. Εγώ…εγώ…εγώ λιώνω για σένα» της είπε και η Μάντι κατάλαβε ότι ήταν αναστατωμένος. Σχεδόν έτρεμε.
«Κρίστοφερ, μην κάνεις έτσι. Ξέρεις πόσο σε αγαπάω».
«Ε τότε γιατί το είπες αυτό; Τα ξαναβρήκες με τον Τζον;»  τη ρώτησε γεμάτος αγωνία και η Μάντι γέλασε. Ήταν τόσο λυπημένος που είχε χάσει τα λογικά του.
«Θα έχω παρέα, βλάκα» του είπε κοιτώντας τον στα μάτια ενώ κρατούσε με τα χέρια της το πρόσωπό του με όση αγάπη είχε για εκείνον μέσα της «επειδή είμαι δύο μηνών έγκυος».



Πέμπτη, 10 Ιουλίου 2014

Η απάντησή μου σε όσες έχετε θυμώσει με τον Κρίστοφερ

κεφάλαιο 63-σεξ και βία στη δεύτερη ηλικία

Την είχε πάρει ο ύπνος μετά από δύο ώρες που έκλαιγε ασταμάτητα στο κρεβάτι της. Ήταν χάλια. Είχε δεχτεί με επίθεση με όπλο, ο Κρίστοφερ δεν την αγαπούσε πια…και έπρεπε επιτέλους να πάρει αποφάσεις για τη ζωή της.  Δεν μπορούσε να μένει κολλημένη στο παρελθόν, αλλά δεν ήξερε και πώς να συνεχίσει. Και με το να κλαίει συνεχώς, δε βοηθούσε την κατάσταση καθόλου.
Μέσα στον ύπνο της άκουσε την πόρτα της να χτυπάει δυνατά και νόμισε ότι έβλεπε όνειρο. Αλλά όχι. Όποιος κι αν ήταν χτύπησε ξανά. Άρπαξε το κινητό της στο χέρι της και πληκτρολόγησε στα γρήγορα το νούμερο της αστυνομίας για το έχει εύκαιρο. Κατέβηκε αργά τα σκαλιά και πήγε στην κουζίνα να αρπάξει ένα μαχαίρι. «Ποιος είναι;» ρώτησε τρομαγμένη.
«Άνοιξε, εγώ είμαι» άκουσε τη φωνή του Κρίστοφερ. Ονειρευόταν; Κοίταξε το ρολόι της.  Ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Τι έκανε εδώ; Αποκλείεται να ήταν εδώ. Το μυαλό της της έπαιζε μάλλον περίεργα παιχνίδια. Ήθελε να τον δει τόσο πολύ που άρχισε να έχει οράματα;
«Κρίστοφερ;» ρώτησε δειλά πριν ανοίξει αλλά εκείνος δεν είχε υπομονή.
«Άνοιξε επιτέλους!» φώναξε και κοπάνησε δυνατά την πόρτα. Η Μάντι άνοιξε αργά αλλά εκείνος μπούκαρε μέσα απότομα και την άρπαξε από τους ώμους. Την ταρακούνησε δυνατά. Μάλλον άθελά του. «Είσαι καλά; Μίλα! Γιατί πάγωσες; Είσαι καλά; Πες μου, διάολε!» τη ρωτούσε ξανά και ξανά, επιθεωρώντας το κορμί της σαν γιατρός. Η Μάντι είχε παγώσει. Δεν καταλάβαινε ακριβώς τι συνέβαινε. Απλώς τον κοιτούσε. Της είχε λείψει τόσο πολύ, αλλά δεν μπορούσε να σηκώσει το χέρι της και να τον αγγίξει. Δεν μπορούσε να τον αγκαλιάσει. Τι έπρεπε να κάνει; Πώς να φερόταν σε αυτή την περίπτωση;
«Γιατί δε μιλάς; Τι έχει συμβεί; Πες μου επιτέλους» της είπε νευριασμένος σχεδόν και την έσφιξε στην αγκαλιά του. Φορούσε ένα λεπτό πουλόβερ στο χρώμα του κάρβουνου και ένα τζιν που δεν το είχε ξαναδεί. Πόσο καιρό είχε να τον δει αλήθεια; Είχε πάει για ψώνια;
«Καλά είμαι, απλώς…κοιμόμουν…είμαι ζαλισμένη…τι κάνεις εδώ;» τον ρώτησε ενώ έτριβε αμήχανα τα μάτια της.
«Τι εννοείς; ‘Ηρθα να σε δω, να δω αν είσαι καλά» της είπε και την άφησε από την αγκαλιά του. Την κοίταξε στα μάτια. Η Μάντι πίστευε ότι θα τη φιλήσει αλλά δεν το έκανε.
«Τέτοια ώρα;» του είπε και χαμογέλασε αδέξια. «τι συμβαίνει;» Τον ρώτησε με σιγουριά.
«’Εμαθα…ότι κάτι έγινε» της είπε χωρίς να την κοιτάει. Φαινόταν…ντροπαλός. Η Μάντι δεν καταλάβαινε τι γινόταν.
«Από πού; Κρίστοφερ, μίλα μου. Πώς ξέρεις τι έγινε;» ύψωσε τον τόνο της φωνής του. «Μη μου πεις!» του είπε και έβαλε το χέρι της μπροστά από το στόμα.
«Ε ναι…» ψέλλισε εκείνος. «Εχω…έχω βάλει κάποιον…»
«Τι;» τον διέκοψε η Μάντι. «Δε μου μιλάς, αλλά έχεις βάλει κάποιον να με προσέχει; Πες μου ότι δεν έχεις προσλάβει σωματοφύλακα! Πες μου ότι δεν είσαι τόσο υποκριτής!» του είπε και τον προσπέρασε. Ανέβηκε τα σκαλιά προς το δωμάτιό της σχεδόν τρέχοντας και χώθηκε στο κρεβάτι της. Νύσταζε πολύ. Και ντρεπόταν με αυτά που φορούσε. Ένα μικροσκοπικό σορτς και ένα παλιό φανελάκι. Όχι ότι δεν την είχε ξαναδεί με μικροσκοπικά σορτς αλλά τώρα τα πράγματα ήταν διαφορετικά μεταξύ τους.
«Υποκριτής; Γιατί;» τη ρώτησε ακολουθώντας την, αλλά στάθηκε όρθιος πάνω από το κρεβάτι της. Δεν την ένοιαζε.
«Γιατί με έχεις ξεχάσει τελείως, αλλά φροντίζεις για την ασφάλειά μου. Κάτσε» του είπε και του έδειξε μια καρέκλα. Εκείνος ακολούθησε την…εντολή της.
«Από τη μέρα που έφυγες έχω κάποιον να σε προσέχει. Απορώ που δεν το είχες προσέξει. Ο άντρας που σε βοήθησε σήμερα είναι ο ίδιος άντρας που σε βοήθησε πριν από έξι μήνες που αποφάσισες να πας στο Λονδίνο χωρίς να ελέγξεις την πίεση και έπαθες λάστιχο στην εθνική. Αυτός σου έβαλε τη ρεζέρβα» είπε εκείνος αδιάφορα. Η Μάντι ένιωσε σαν ηλίθια.
«Θεέ μου, τι ντροπή! Πώς δεν τον αναγνώρισα;» τον ρώτησε ενώ βολευόταν στο μαξιλάρι της. Γιατί δεν την πλησίαζε;
«Αλλάζει συχνά εμφάνιση. Είναι μέρος της δουλειάς».
«Γιατί τον προσέλαβες;»
«Ήθελα να είσαι ασφαλής. Είχε εντολές να σε προσέχει όταν ήσουν έξω. Αν σε έβλεπε με μελανιές από τον Τζον θα με ενημέρωνε».
«Σώπα!» τον ειρωνεύτηκε. «Πόσο ιπποτικό!».
«Τι ήθελες να κάνω; Έφυγες!» της φώναξε.
«Εσύ τι ήθελες να κάνω; Να μείνω;» τον αντιμετώπισε.
«Γιατί όχι;» είπε εκείνος ήρεμα. Η Μάντι σκέφτηκε για λίγο τι να του πει αλλά δε βρήκε κάτι. «Θα βρίσκαμε λύση» είπε εκείνος σχεδόν ψιθυρίζοντας.
«Απείλησε ότι θα σου κάνει κακό. Ήθελες να μείνω και να σε δω να καταστρέφεσαι; Άλλωστε δε χρειάστηκε να μου πεις κάτι. Είδα στα μάτια σου την απόρριψη».
«Σοκ είδες» τη διόρθωσε αλλά η Μάντι δεν συμφώνησε μαζί του.
«Τα γυρίζεις όπως θες, Κρίστοφερ» απάντησε παραιτημένη. Δεν είχε όρεξη για την ίδια συζήτηση.
«Μάντι, κόντεψα να τρελαθώ όταν ο Στίβεν με πήρε και μου είπε ότι σου επιτέθηκαν» είπε και η Μάντι για πρώτη φορά πρόσεξε το πόσο κουρασμένος έδειχνε. «Φοβήθηκα ότι έπαθες κάτι. Οδήγησα εδώ σαν τον τρελό. Είμαι πάρα πολύ κουρασμένος. Μπορείς να είσαι λίγο πιο συνεργάσιμη; Λίγο πιο ευγενική;»
«Δεν έχω όρεξη για ευγένειες!» του είπε. «Θέλω να ξεκαθαρίσουμε την κατάσταση τώρα και να σηκωθείς να γυρίσεις σπίτι σου και να με παρατήσεις στην ησυχία μου γιατί δεν αντέχω άλλο να με γράφεις σε κάθε επίπεδο αλλά να με παίρνεις μερικά τηλέφωνα και να βάζεις να με προσέχουν ενώ εγώ το μόνο που θέλω είναι μια ξεκάθαρη απάντηση» του είπε και απόλαυσε το σοκαρισμένο του βλέμμα.
«Σε ποια ερώτηση;» την προκάλεσε με τη σειρά του.
«Με αγαπάς;» τον ρώτησε απλά.
«Πολύ» απάντησε εκείνος αμέσως. Εξίσου απλά.
H Μάντι σοκαρίστηκε. Δεν περίμενε τόσο άμεση απάντησε. Τον κοίταξε και στα μάτια του είδε την αλήθεια να λάμπει. Το εννοούσε. Το  έβλεπε ότι το εννοούσε.
«Και τότε τι κάνουμε χώρια;» τον ρώτησε μετά.
«Δεν ξέρω…» είπε εκείνος και σήκωσε τους ώμους του . «Το σκεφτόμαστε;»
«Τι να σκεφτούμε, Κρίστοφερ; Πάει ένας χρόνος πια!» του είπε όσο πιο ήρεμα μπορούσε. Αλλά δεν βλέπω να αλλάζει τίποτα!».
«Κάνω πρόοδο όμως!» της είπε και σούφρωσε τα χείλη του σαν παιδάκι που το μάλωσαν.
«Τηλε-αγάπη! Μεγάλη πρόοδο έκανες!» τον ειρωνεύτηκε.
«Όχι και τηλεαγάπη! Ήρθα, δεν ήρθα;» την πείραξε.
«Επειδή μου επιτέθηκαν;»
«Μάντι, δεν είσαι με τίποτα ευχαριστημένη! Το ξέρεις; Κόντεψα να τρελαθώ από το φόβο μου».
«Είμαι καλά, μπορείς να φύγεις» του είπε αν και δεν το εννοούσε. Ευτυχώς εκείνος δε σηκώθηκε. Αλλά το κατάλαβε ότι τον πλήγωσε.
«Λέω να μείνω να σιγουρευτώ ότι είσαι καλά και μετά θα φύγω» είπε τελικά και σηκώθηκε από την καρέκλα του. Βγήκε για λίγο από το δωμάτιό της και επέστρεψε σχεδόν αμέσως. «Θες να σου φέρω κάτι να φας; Εγώ πεινάω λίγο» της είπε.
«Κάτσε να σου φτιάξω κάτι» του είπε αλλά εκείνος την σταμάτησε.
«Όχι, ξάπλωσε εσύ. Είσαι ταραγμένη» της είπε και αφού κατέβηκε κάτω για μερικά λεπτά γύρισε με ένα τοστ και λίγο χυμό. «Τι λέγαμε;» τη ρώτησε χαμογελώντας σαν να είχε κάνει αταξία.
«Λέγαμε να με αφήσεις να κοιμηθώ» του είπε και έβγαλε τη γλώσσα της.
«Θες να σε αφήσω να κοιμηθείς;» χαμογέλασε εκείνος σατανικά. Η Μάντι κατάπιε τη γλώσσα της. Τι έπρεπε να απαντήσει; Τι εννοούσε εκείνος; Αυτό που νόμιζε;
«Ε…δεν ξέρω» ψέλλισε.
«Ωραία, λοιπόν» είπε εκείνος τρώγοντας αργά το τοστ του.
«Κάτσε να πάρω δυνάμεις και ξεκινάμε».



Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2014

κεφάλαιο 62-μπούφλες

Ο Οκτώβριος είχε μπει για τα καλά και στο Μάντσεστερ έβρεχε συνέχεια. Η Μάντι είχε αρχίσει να δέχεται πολλές δουλειές, και μάλιστα Λονδίνο, οπότε ταξίδευε τουλάχιστον μία φορά τη βδομάδα με το τρένο εκεί. Αλλά προσπαθούσε να αποφεύγει…τις κακοτοπιές. Ωστόσο με τον Κρίστοφερ μιλούσαν καναδυό φορές τη βδομάδα στο τηλέφωνο, τυπικά, λες και τον υποχρέωνε κάποιος να την πάρει. Οι κουβέντες τους περιορίζονταν στα τετριμμένα. Τι κάνεις, πώς είσαι, πώς πάει η δουλειά. Η Μάντι ανυπομονούσε να την πάρει τηλέφωνο. Και δεν τον πίεζε. Απλώς απαντούσε καρτερικά τις ερωτήσεις του και τον ρωτούσε κι αυτή με τη σειρά της πώς είναι και τι κάνει και αν προσέχει τον εαυτό του. Αλλά δεν τον έπαιρνε εκείνη ποτέ πρώτη. Μέσα σε αυτόν τον μήνα, δεν είχε σηκώσει το τηλέφωνο να τον πάρει ούτε μία φορά. Το ήθελε, αλλά είχε αποφασίσει να του δώσει λίγο χρόνο. Του το είχε πει άλλωστε, πριν από λίγο καιρό, ότι εκείνη θα τον περίμενε μια ζωή αν αυτό ήθελε, και θα του έδινε το χρόνο που χρειαζόταν για να γιατρευτεί. Και με την υπομονή της, την απόλυτη διαθεσιμότητά της όταν της τηλεφωνούσε και με τον σχετικά κεφάτο τρόπο που του μιλούσε πίστευε ότι εκείνος θα συνερχόταν και θα καταλάβαινε ότι έπρεπε να είναι μαζί.
Το έβλεπε, το ένιωθε ότι κι εκείνος προσπαθούσε και το εκτιμούσε πολύ. Στην αρχή την έπαιρνε για ένα σωρό χαζούς λόγους και ήταν απότομος στο τηλέφωνο. Μετά σιγά σιγά έπεσαν οι μάσκες και ήταν λίγο πιο ήρεμος. Μάλιστα πού και πού της έκανε και λίγη πλάκα. Τη ρωτούσε π.χ. αν τη διέκοψε από κάτι ή αν τον μισούσε επειδή την έπαιρνε πάντα τηλέφωνο την ώρα που έβλεπε την αγαπημένη της σειρά. Η αλήθεια ήταν όμως ότι η Μάντι πραγματικά υπέφερε με τη νέα τάξη πραγμάτων. Εκείνος έπρεπε να πάρει επιτέλους μια απόφαση. Θα τον περίμενε, μάρτυς της ο Θεός, για πάντα, αρκεί να είχε μια ιδέα τι περνούσε από το κεφάλι του. Την έπαιρνε τακτικά και είχε αρχίσει να την πειράζει και να τη φλερτάρει διακριτικά, αλλά γιατί δεν ερχόταν να τη δει ποτέ; Γιατί δεν έπαιρνε το αμάξι του να έρθει ή γιατί αφού ήξερε ότι πάει συνέχεια Λονδίνο δεν της έλεγε να περάσει; Μήπως είχε άλλη σχέση; Μήπως δεν την ήθελε πια αλλά απλώς δεν μπορούσε να ξεκόψει; Όλα περνούσαν από το μυαλό της.
Με αυτές τις σκέψεις πήγε να ντυθεί. Φόρεσε ένα φαρδύ τζιν και μια μακώ μπλούζα, γαλότσες και αδιάβροχο. Έπρεπε να πάει στην πόλη να αγοράσει μερικά ακρυλικά χρώματα για μια κατασκευή που ήθελε να φτιάξει. Δεν είχε όρεξη να βγει από το σπίτι αλλά έπρεπε.  Μπήκε στο αμάξι της και αφού διένυσε μερικά χιλιόμετρα πάρκαρε έξω από ένα μαγαζί με είδη για το σπίτι.   Πίσω της ακριβώς πάρκαρε ένα αυτοκίνητο με φιμέ τζάμια. Μόλις βγήκε από το αμάξι της βγήκαν από πίσω της και δύο άντρες. Φορούσαν μαύρα ρούχα και φαίνονταν απειλητικοί. Τους χαμογέλασε ευγενικά και έκανε να απομακρυνθεί, όταν ένας από τους δύο τράβηξε στην άκρη το παλτό του και της έδειξε το όπλο του.
«Χαμογέλα σαν να μιλάμε φυσιολογικά» της είπε ο ένας από τους δύο και η Μάντι πάγωσε. Τι στο καλό συνέβαινε;
«Κύριοι, δε σας ξέρω. Μήπως έχετε κάνει κάποιο λάθος;» ρώτησε η Μάντι αλλά είχε ήδη αρχίσει να μουδιάζει.
«Ο άντρας σου δε μας έδωσε τα λεφτά» είπε ο άλλος άντρας, ο οποίος είχε μια άσχημη ουλή από το σαγόνι ως το αφτί του.
«Ο πρώην άντρας μου» διόρθωσε εκείνη και ο πρώτος άντρας μόρφασε.
«Μικρή διαφορά» είπε απότομα και έσφιξε το όπλο του. Η Μάντι έβλεπε τον κόσμο γύρω της να περνάει αδιάφορα, κρατώντας τσάντες με ψώνια. Κι εκείνη δεχόταν απειλές για τη ζωή της και δεν μπορούσε να τη βοηθήσει κανείς! Πώς θα γλύτωνε;
«Μεγάλη διαφορά» είπε με ψεύτικη σιγουριά κοιτώντας τους στα μάτια. «Δεν έχουμε σχέσεις πια. Μάλιστα έχω δέκα μέρες να τον ακούσω» είπε αδιάφορα.
«Τον έχουμε εμείς» γέλασε ο δεύτερος άντρας νευρικά.  «Μας είπε ότι θα μας βοηθήσεις εσύ. Έφαγε τα λεφτά που του έδωσες για το σπίτι, λέει, και τώρα…» είπε και σήκωσε τους ώμους αδιάφορα. «’Η θα μας πληρώσεις ή θα τον σκοτώσουμε!».
«Δεν έχω άλλα λεφτά!» φώναξε η Μάντι και ο άντρας με το όπλο έκανε ένα νευρικό βήμα μπροστά.
«Βούλωσ’το!» της είπε κοφτά και η Μάντι ζάρωσε. Το πάρκινγκ εντωμεταξύ είχε αδειάσει. Δεν ήταν κανείς  γύρω της. Άραγε αν γυρνούσε και έτρεχε τι θα γινόταν;
«Έχει πάρει λεφτά από εμάς και θα μας τα δώσει κάποιος. Αλλιώς θα τον σκοτώσουμε».
«Σκοτώστε τον. Τον έχω βοηθήσει πολλές φορές» είπε εκείνη. Αλλά δεν την πίστεψαν μάλλον.
«Θα σκοτώσουμε κι εσένα. Δεν μας είναι τίποτα» της είπε ο πρώτος άντρας και η Μάντι είδε στο βλέμμα του ότι το εννοούσε. Έβριζε από μέσα της τον Τζον που την είχε μπλέξει ξανά.
«Αφήστε με ήσυχη» τους είπε όσο πιο ήρεμα μπορούσε. «Δεν έχω λεφτά να σας δώσω, του τα έδωσα όλα» είπε αλλά ο δεύτερος άντρας την πλησίασε απειλητικά.
«θα πουλήσεις το σπίτι. Αν δε μας δώσεις 30.000 λίρες ως την Παρασκευή θα σε σκοτώσουμε κι εσένα κι εκείνον» είπε ο άντρας και αφού της άρπαξε την κοτσίδα δυνατά την έριξε με φόρα κάτω.
«Τι κάνετε εκεί;» άκουσε έναν άντρα να φωνάζει και οι άντρες που την απειλούσαν τράπηκαν σε φυγή. Ο άντρας όμως πρόλαβε τον έναν και τον ακινητοποίησε με μια επιδέξια λαβή.  «Χτυπάτε γυναίκες ρε;» είπε ο άγνωστος άντρας και ακούμπησε τα γόνατά του στα χέρια του ξαπλωμένου άντρα ώστε να μην μπορεί να σηκωθεί. Εντωμεταξύ η Μάντι είχε σηκωθεί και πλησίασε.
«Είστε καλά, δεσποινίς;» ρώτησε ο σωματώδης άντρας και εκείνη έγνεψε θετικά. Πόσο τυχερή ήταν. Ο άντρας αυτός ήταν πολύ ευγενής και γοητευτικός. «Καλέστε την αστυνομία» της είπε κι εκείνη έβγαλε το κινητό της από την τσάντα της αμέσως.
«Δεν ξέρεις πού έχεις μπλέξει, φίλε» είπε ο άλλος αλλά ο άντρας που τη βοήθησε δε γύρισε ούτε να τον κοιτάξει. «Πες τους πού είμαστε και να έρθουν γρήγορα».
«Έχουμε άκρες και θα σε φάμε κι εσένα κι αυτήν» είπε και έφτυσε. Ο άντρας απέφυγε την επίθεση και γέλασε.
«Δεν περνάνε αυτά σε μένα, κάθαρμα» του είπε. «Αυτά να τα πεις εκεί που σε παίρνει».

Η Μάντι περίμενε την αστυνομία και έδωσε κατάθεση για όσα είχαν γίνει. Της υποσχέθηκαν ότι θα βρουν τον Τζον, και ότι θα έκλειναν τους άντρες μέσα για εκβιασμό και τοκογλυφία. Αλλά όταν γύρισε το βράδυ σπίτι, δεν άντεξε. Έβγαλε τα ρούχα της, μπήκε στο ντους και έβαλε  τα κλάματα.