Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Δευτέρα, 2 Ιουνίου 2014

κεφάλαιο 32-ισχυρές βροχοπτώσεις

«Και ποιος είναι αυτός που παντρεύεται;» ρώτησε η Μάντι ενώ η καρδιά της χτυπούσε δυνατά στο στήθος της. Δεν της άρεσε να αρνείται κάτι στον Κρίστοφερ, αλλά αυτό το χατίρι δεν μπορούσε να του το κάνει. Για κανένα λόγο.
«Ο Γουίλιαμ Σόμερσμπι. Ήμασταν συμφοιτητές στη Νομική και είναι πολύ φίλος μου. Μένει στο Μάντσεστερ, όπως σου είπα, αλλά θα κάνει εδώ το γάμο του γιατί εδώ μένουν οι γονείς του» απάντησε ήρεμα ο Κρίστοφερ αλλά ήταν εμφανές ότι τον είχε εκνευρίσει η επιμονή της στο να αρνείται την πρότασή του.
«Και τι δουλειά έχω εγώ εκεί;» ρώτησε η Μάντι μουτρωμένη. Ήξερε ότι ακουγόταν ηλίθιο όλο αυτό, αλλά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς.
«Θα είσαι συνοδός μου».
«Συνοδός σου; Τι είμαι δηλαδή;» έβαλε το χέρι της στη μέση.
«Θεέ μου!» φώναξε ξαφνικά ο Κρίστοφερ. «Έχεις ιδέα πόσο άσχημα με κάνεις να νιώθω;» τη ρώτησε ενώ η οργή του ξεχείλιζε από κάθε πόρο του κορμιού του. «Έλαβα σήμερα την πρόσκληση και λέει ότι μπορώ να φέρω άλλο ένα άτομο και αντί να ανοίξω την ατζέντα μου σκέφτηκα να πάμε μαζί. Πίστευα ότι θα σου αρέσει. Δεν περίμενα σε καμία περίπτωση ότι θα με ξεφτίλιζες!».
«Δε σε ξεφτιλίζω! Μην υπερβάλλεις! Και αν θες, πάρε κανένα μοντέλο μαζί σου! Μην αναρωτιούνται και τα ΜΜΕ ποια είναι το ανώνυμο κοριτσάκι δίπλα σου» του είπε. Αυτό που δεν του είπε ήταν ότι φοβόταν τη φρενίτιδα των μέσω να βρουν την ταυτότητά της, τον τρόμο που ένιωθε μήπως κάποιος από το Μάντσεστερ την αναγνώριζε.
«Έτσι βλέπεις τον εαυτό σου; Σαν ανώνυμο κοριτσάκι;»
«Γιατί; Τι είμαι;» τον προκάλεσε.
«Είσαι…είσαι…» ψέλλισε ο Κρίστοφερ και εξαφανίστηκε από την κουζίνα κοπανώντας πρώτα τη γροθιά του δυνατά στο τραπέζι.

Η Μάντι έμεινε μόνη της να σκέφτεται ότι αν τα πράγματα ήταν αλλιώς, αν ένιωθε ότι του άξιζε ή αν ένιωθε ασφαλής να εκτεθεί στα ΜΜΕ θα έδινε τα πάντα για να τον συνοδέψει κάπου. Να φορέσει ένα υπέροχο μακρύ φόρεμα και κομψά πέδιλα, να τον πιάσει από το μπράτσο και να ζήσει κι αυτή για ένα βράδυ σαν Σταχτοπούτα. Αλλά τώρα…τι είχε; Μια ζωή καταδικασμένη στη μοναξιά. Γύρισε την πλάτη στην πόρτα και άρχισε να πλένει τα πιάτα. Ο Κρίστοφερ μόλις είχε γυρίσει σπίτι από τη δουλειά και του είχε σερβίρει. Είχαν καιρό να βρεθούν γιατί έλειπε πέντε μέρες στη Ρώμη για μια υπόθεση και λίγο έλειψε να τον αγκαλιάσει όταν τον είδε, αλλά εκείνος είχε μεγαλύτερη έκπληξη στο μανίκι του. Αυτή την παλιο-πρόσκληση, που τους έκανε…μύλο.

«Και να σου πω και κάτι άλλο;» μπούκαρε ξανά ο Κρίστοφερ και το πιάτο που έπλενε γλίστρησε από τα χέρια της. Ξέπλυνε τα χέρια της αλλά δε γύρισε προς το μέρος του. Είχε χαλαρώσει τη γραβάτα του και είχε ανοίξει λίγο το πουκάμισό του. Αλλά ο θυμός του δεν είχε καταλαγιάσει. Και μάλλον δεν είχε και άδικο. Απλώς εκείνη δεν μπορούσε να κάνει κάτι για να τον ευχαριστήσει. Μάλλον σε κανένα επίπεδο. «Δε θα σε παρακαλάω κιόλας!» της είπε και άρχισε να περπατά πάνω κάτω νευρικά στην κουζίνα. «Για σένα! Μόνο για σένα» ούρλιαξε πίσω από την πλάτη της αλλά δεν μπορούσε να γυρίσει να τον κοιτάξει. Ντρεπόταν και φοβόταν να τον αντικρύσει.
«Μόνο για σένα είπα να αλλάξω κάπως…τον τρόπο μου! Να πάω σε ένα γάμο με μια γυναίκα που με ενδιαφέρει! Να βγω ραντεβού, διάολε! Μόνο με σένα!» φώναξε ξανά. Η Μάντι ένιωσε τα δάκρυά της να κυλούν καυτά στο πρόσωπό της. Αλλά δεν μπορούσε. Πραγματικά δεν μπορούσε. Κινδύνευε η ζωή της. Και ίσως και του Κρίστοφερ.
«Και κάθεσαι και με ειρωνεύεσαι μπροστά στα μούτρα μου! Μου λες ότι είσαι ένα ανώνυμο κοριτσάκι!» γέλασε εκείνος πικρά. «Αλλά να σου πω και κάτι; Δε θα σε παρακαλάω κιόλας, ανώνυμο κοριτσάκι» την ειρωνεύτηκε. «Και δεν ξέρω κιόλας τι με έπιασε και σκέφτηκα ότι μπορεί να αξίζει να σε περιμένω» είπε και σταμάτησε αλλά η Μάντι δεν απάντησε. Και πάλι. «Ένα τηλέφωνο!» φώναξε εκείνος πίσω από την πλάτη της. Η Μάντι σκούπισε τα χέρια της και γύρισε προς το μέρος του. Σκούπισε τα δάκρυά της και τον κοίταξε. Εκείνος δεν έδειξε να επηρεάζεται από την κατάστασή της. «Ένα τηλέφωνο και βρίσκω τη πιο εντυπωσιακή γυναίκα» είπε με τεντωμένο το δείχτη του. «Και μετά τη δεξίωση γυρνάω με άλλη σπίτι».
«Αυτό δε σε τιμά» του είπε ενώ από τα μάτια της συνέχιζαν να ρέουν τα δάκρυα.
«Και τι με τιμά; Να σε παρακαλάω;» της είπε και έφυγε από την κουζίνα.

Και δεν ξαναγύρισε.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου